Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007

Το χρονικό του ολοκαυτώματος (III)


Δυστυχώς η νέα αύτη των Τούρκων επικουρία ήτο μεγάλη, επί πλέον δε συνωδεύετο και υπο ιππικής δυνάμεως τριακοσίων ανδρών (κατά τον Σπηλιάδην απομ. τ. Β' σ. 472 οι κατά την διάρκεια της μάχης προσελθόντες Τούρκοι ιππείς ήσαν 600) εις τρόπον ώστε πάσα απόπειρα προς έξοδον ήτο αδύνατος, ολόκληρος δε η κατά της ηρωϊκής δρακός του Σκουρτανιώτου δατεθείσα τουρκική δύναμις συνεποσούτο εις 700-800 άνδρας.
Μετ' ολίγον αι επιθέσεις των Τούρκων ήρχισαν και πάλιν να γίνωνται ζωηραί και δεν απέμεινεν ήδη ελπίς εις τους 67 άνδρας, οίτινες μέχρι της στιγμής εκείνης ηγωνίζοντο ως γίγαντες, ει μη μόνον η νυξ. Δυστυχώς όμως και αύτη, ωσεί μη θέλουσα να ίδη την γιγνομένη φρικώδη ανθρωποθυσίαν εβράδυνε να εμφανισθή. Ήδη οι άνδρες δεν είχον ειμή ανά 5 φυσίγγια έκαστος. Τότε ο Σκουρτανιώτης διέταξε αυτούς να εισέλθωσιν εντός της εκκλησίας και διά να ενθαρύνη αυτούς είπε ''και τώρα δυνάμεθα να νικήσωμεν, εάν έκαστος εξ ημών φονεύση πέντε Τούρκους'' Ατυχώς η εκκλησία ούτε παράθυρα προσιτά είχεν, ούτε άλλας οπάς, ίνα πολεμώσι πάντες οι έγκλειστοι, διό η μάχη διεξήγετο μόνον από της θύρας και των συσπροσίτων θυρίδων.
Και την μεν θύραν της εκκλησίας κατέλαβεν ο Σκουρτανιώτης, ρίπτων ανά πάσαν στιγμήν Τούρκους νεκρούς τολμώντας να πλησιάσωσι, τα δε θυρίδας ο Δρίτσουλας, ο Κωνσταντίνος Σκουρτανιώτης αδελφός και Κωνσταντίνος Βιέννας, γυναικάδελφος του αρχηγού, πράττοντες αυτό. Τέλος ήλθε η στιγμή, καθ' ην πας πυροβολισμός εκ μέρους των Ελλήνων κατέπαυσε, διότι όλα τα φυσίγγια είχον καταναλωθή. Τότε οι Τούρκοι επέπεσαν, καθ' ομάδας, κατά της εκκλησίας και αναβάντες επί της στέγης και ανοίξαντες οπάς, έρριπτον δι' αυτών πίσαν, ρητίνην και θείον και άλλας ευφλέκτους ύλας, αίτινες καιόμενοι ανέδιδον δύσοσμα και δηλητηριώδη αέρια, τα οποία επροκάλεσαν τον θάνατο πάντων των εγκλείστων ηρώων, ων τα ονόματα ατυχώς δεν διεσώθησαν ίνα παραδώσωμεν αυτά εις την αθανασίαν.
Η νυξ είχεν ήδη αρχίσει ν' απλώνη επί της γης τον σκοτεινόν πέπλον της, όστις ανά πάσαν στιγμήν εγίνετο σκοτεινότερος. Τότε αι σάλπιγγες των τούρκων ήρχισαν να σημαίνωσιν εις απόστασιν τινά της εκκλησίας προσκλητήριον. Ποδοβολητός ίππων και κλαγγή όπλων και κινούμενων ανθρώπων θόρυβος, συν τω χρόνω μειούμενος, εδείκνυον ότι οι πολιορκηταί απεμακρύνοντο της εκκλησίας. Ήλθε η στιγμή καθ' ην πέριξ αυτής ουδέ ψίθυρος ηκούετο. Το παν είχεν ήδη υποχωρήσει εις το πυκνόν της νυκτός σκότος και τον ήχον των σαλπίγγων, αίτινες και αύται είχον πλέον καταπαύσει. Τότε δύο άνθρωποι έζων ακόμη εις την εκκλησίαν της αγίας Σωτείρας, ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και εις καλόγηρος αγνώστου επωνύμου.
''Άφησέ με αρχηγέ να πάρω ολίγον αέρα'' είπεν ο καλόγηρος προς τον Σκουρτανιώτην, όστις διά της αριστεράς χειρός εκράτει την θύραν της εκκλησίας ημιανοικτήν, διά ν' αναπνέη και βλέπη και διά της δεξιάς την ένδοξον πάλλαν του, ετοίμη να πλήξη πάντα όστις ήθελε τολμήση να εισέλθη ''άφησέ με, έσκασα. Λυπήσου με, έφυγαν οι σκύλοι''
''Βάλε την μύτη σου εδώ και μη βιάζεσαι καλόγηρε'' είπεν ο Σκουρτανιώτης.
Ο καλόγηρος αναπνεύσας και εις στιγμήν, καθ' ην ο Σκουρτανιώτης, απησχόλει το πνεύμα του, τις είδε, τι διαλογιζόμενος, ήνοιξε την θύραν, έπειτα ενθαρυνθείς επροχώρησε προς τον περίβολον της εκκλησίας. Εκεί συνελήφθη παρά των Τούρκων κεκρυμμένων, οίτινες παρεμόνευον, ίνα σκυλεύσωσι τους νεκρούς μετά τον διασκεδασμόν των ασφυξιογόνων αερίων και πεισθείς είπεν ότι μόνον ο αρχηγός ζη πάντων των άλλων θανόντων. Τούτο ο διοικών την τουρκικήν φάλαγγα μαθών διέταξε την πάση θυσία εκπόρθηση της εκκλησίας και την σύλληψιν η φόνον του Σκουρτανιώτου. Τότε πολλοί των Τούρκων οπλισθέντες δι' εκρηκτικών συσκευών, είδος σημερινών βομβών, επετέθησαν κατά του Σκουρτανιώτου, όστις ηδυνήθη μεν να φονεύση τινάς εξ αυτών, τέλος όμως υπέκυψε, διότι εις των πολλών κατώρθωσε να κατευθύνη κατ' αυτού ανημμένην εκρηκτικήν βόμβαν, ήτις εκραγείσα κατέκαυσε και διεμέλισε αυτόν.
Τοιούτο υπήρξε το τέλος του στρατηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτου και των μετ' αυτού πεσόντων 66 άλλων οπαδών του, τέλος εκ των ηρωικωτάτων και ενδοξοτάτων, διότι τοιούτοι ηρωϊσμοί δεν είνε συνήθεις εν τη ιστορία του κόσμου, όπερ εβύθισεν εις θλίψην σύμπασαν την Βοιωτίαν και Αττικήν, διότι επήλθεν ακαίρως και ασκόπως, χωρίς παρ' ουδενός ν' αναμένηται, αφού μετά δύο ημέρας επρόκειτο να δοθή μάχη, υπό συνθήκας ευνοϊκάς, καθ' ην επρόκειτο να κριθή η τύχη της Βοιωτίας και της Αττικής διά τον χειμώνα του έτους τούτου.
Η οδύνη της Βοιωτίας και ιδίως της επαρχίας Θηβών και μάλιστα Ταναγραίων επί τω θανάτω του Αθ. Σκουρτανιώτου υπήρξεν ανεκλάλητος. Έκαστος Βοιωτός επένθησεν επί τω θανάτω του τον πατέρα, τον προστάτην του, τον λυτρωτήν του. Οι Τούρκοι καίτοι ενίκησαν εν Μαυροματίω ουδόλως επωφελήθησαν της νίκης ταύτης, διότι υπέστησαν μεγίστας απωλείας, διό την επομένην θάψαντες τους νεκρούς των και αποκομίσαντες τους τραυματίας, ανεχώρησαν κατεσπευσμένως εις Θήβας και εκείθεν εις Χαλκίδα.

Το χρονικό του ολοκαυτώματος (II)


Την πρωίαν της 26ης Οκτωβρίου ευρέθη εις Μαυρομάτι μετά 70 άλλων και ουχί 47 ως αναφέρει ο Μ. Οικονόμου, διότι την τελευταίαν στιγμήν, προσετέθη και έτερον τμήμα εξ 23 άλλων υπό των εκ Βαγίων Αθανάσιον Τζουνάραν. Μεταβάντες εν σώματι εις την εκκλησίαν ησπάσθησαν τας εικόνας και παρέλαβον μεθ' έαυτών καλόγηρον τινά αγνώστου επωνύμου ον εύρον εις την εκκλησίαν. Έπειτα έσπευσεν αμέσως ο Σκουρτανιώτης να στείλη τον Δρίτσουλαν μετά δέκα ανδρών να παρακολουθή τας κινήσεις του εχθρού.
Ο Δρίτσουλας, όστις κατήγετο εκ Χωστίων της Θίσβης και ήτο γενναίος και τολμηρός πολεμιστής, αλλά τολμηρότερος του δεόντος και αισιοδοξότερος του πρέποντος, εις σημείον τι απέχον μίαν ώραν ΒΔ. του Μαυροματίου, είδε περί τους 20 Τούρκους ανιχνεύοντας ιππείς το έδαφος. Αντί ν' απομακρυνθεί αμέσως και ν' αναγγείλη τούτο εις τον αρχηγόν, έκρινε σκόπιμον να στήση παγίδα εις τους ιππείς τούτους. Προσβαλών αυτούς αιφνιδίως εφόνευσε τινάς εξ αυτών, αλλ' έμειναν πάντοτε αρκετοί, ίνα αναγγείλωσι το συμβάν εις το σώμα, εις ο ανήκον και παρακολουθήσωσι και τας κινήσεις του μικρού αποσπάσματος του Δρίτσουλα.
Ο Σκουρτανιώτης, ευθύς ως έμαθε τούτο, ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον, εις ον εξετέθη το σώμα του και εξέπληξε τον Δρίτσουλαν διά την ασύνετον πράξιν του, ήτις επρόδωκε την θέσιν των και εματαίωσε την εκτέλεσιν του σχεδίου του. Διέταξε δε να ετοιμασθώσι να φύγωσι αμέσως, διότι μετ' ολίγον δε θα δυνηθώσι να πράξωσι τούτο.
Ο Δρίτσουλας όμως αντέστη, θερμώς παρακαλών τον Σκουρτανιώτην να μη φύγωσι και βεβαιών αυτόν ότι δεν θα είναι περισσότεροι των 150-200 οι μέλλοντες να επιτεθώσι κατ΄αυτών Τούρκοι. ''Θα κάνουμε εδώ αρχηγέ, ένα νέο χάνι της Γραβιάς. Θα πιάσουμε την μάνδρα της αγίας Σωτείρας, θα τσακίσουμε τους Τούρκους. Θα σώσουμε την πατρίδα. Θα δοξασθώμεν. Έτσι εκάναμε με τον Ανδρούτσο στο χάνι της Γραβιάς''
''Θα είναι πολλοί Δρίτσουλα και δεν έχουμε πολεμοφόδια και θα πάθουμε ό,τι έπαθεν ο Διάκος'' υπέβαλεν ο Σκουρτανιώτης.
΄΄Όχι αρχηγέ μου, δεν θα είναι περισσότεροι των 200, διότι είναι σκορπισμένοι. Εγώ ξέρω. Τους παρακολουθώ τόσον καιρό. Δεν πρέπει δα να είμεθα και τόσον δειλοί και να φεύγωμε σε κάθε σπουδαία περίστασι''
Η υπόμνηση του κατορθώματος του χανίου της Γραβιάς, αφ' ενός, η βεβαίωση αφ' ετέρου του Δρίτσουλα γνωρίζοντας τον τόπον και παρακολουθήσαντος τας κινήσεις των Τούρκων, ότι δεν θα είναι πλείονες των 200, εκλόνισαν τον Σκουρτανιώτην, όστις ήδη επέμενε εις την αναχώρησιν μετ' ολίγωτέρας επιμονής. Ενώ δε οι πλείστοι των ανδρών, εν οις και ο αδελφός του Κωνσταντίνος Σκουρτανιώτης ετάχθησαν με την ιδέα της παραμονής και αντιστάσεως, ο δε Σκουρτανιώτης δεν είχε εγκαταλείψει την σώτειραν ιδέαν της αναχωρήσεως, επιμένων ότι πρέπει αυτός να εκλέξη τον τόπον και τον χρόνον της μάχης και όχι οι Τούρκοι, την συζήτηση διέκοψεν η εμφάνισης μειρακίου τινός ευφυέστατου, αλλ' ανυποδήτου και ρακένδυτου, όπερ ασθμαίνον με φωνήν διακεκομμένην είπε: ''Καπεταναρέοι, έρχονται Τούρκοι πολλοί. Εγέμισαν το κάμπο. Τους είδα απ' επάνω απ' το μεγάλο πουρνάρι!''
Η άμεσος εμφάνιση των Τούρκων έδωκε τέρμα εις πάσαν πλέον συζήτησιν περί εκλογής του τόπου και του χρόνου της μάχης. Ο Σκουρτανιώτης εγερθείς της θέσεώς του είπεν εν οργή αναφερόμενος εις τον υπαινιγμόν του Δρίτσουλα ότι φεύγει εκ δειλίας. ''ας χαθώμεν λοιπόν διά να να μη μας επούν δειλούς'' και διέταξεν αμέσως να καταλάβωσι την μάνδραν της Αγίας Σωτείρας, ήτις έκειτο εις το δυτικό άκρον του Μαυροματίου 100 μέτραν μακράν του μεγάλου πουρναριού, όπερ ο μικρός Τάσσος -ούτω ονομάζετο το μειράκιον εκείνο- ως παρατηρητήριον.
Έπειτα καλέσας ονομαστί τέσσαρας εκ των ωκυποδεστέρων νέων, διέταξεν αυτούς να σπεύσωσι ν' αναγγείλωσι τα συμβαίνοντα εις όλους τους πολεμιστάς της Βοιωτίας και να καλέσωσιν αυτούς ''να έλθωσι να τους βοηθήσουν η να τους θάψουν''
Τέσσερις ανεμοστρόβιλοι εξεκίνησαν από το Μαυρομάτι την 1 μ.μ. της 26ης Οκτωβρίου 1825 και κατηυθήνθησαν προς τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος. Ήσαν οι αγγελιοφόροι του Αθανασίου Σκουρτανιώτου. Το μεσονύκτιον ολόκληρος η Βοιωτία εγνώριζεν την έναρξιν του δράματος, αλλ' ήτο αργά, διότι και ευχαί ακόμη των πολεμιστών ήσαν περιτταί, αφού το δράμα είχε τελειώσει πολύ πρότερον, περί την δύσιν του ηλίου.
Αι πρώται επιθέσεις των τούρκων ήσαν άγριαι και υπέρ το δέον τολμηραί. Εν αλαλαγμοίς και πατάγω και τυμπανοκρουσία γενόμεναι, σκοπόν είχον την τρομοκράτησιν και την λιποψυχίαν των Ελλήνων. Πολλοί των επιτιθέμενων έφθανον μέχρι του περιβόλου της εκκλησίας, ην εζήτουν να υπερπηδήσωσιν. Ολίγιστοι εκ τούτων επέστρεφον εις τας αρχικάς των γραμμάς, διότι οι αμυνόμενοι Έλληνες ου μόνον δεν απώλεσαν την ψυχραιμίαν και το θάρρος των, άλλ' ησθάνθησαν εν ταις ψυχαίς αυτών ογκούμενην την αγανάκτησιν, διά το θρασύν τρόπον της επιθέσεως των. Τοιαύτη ήτο η ψυχραιμία των Ελλήνων και η βεβαιότης προς την νίκην, ώστε ουδείς επρόσεχε τον πλησίον του, ουδείς ωμίλει, αλλά πάντες εμάχοντο άφωνοι αν θαυμαστή αταραξία, κεραυνοβολούντες με τα καριοφίλια των τους τολμούντες να πλησιάσωσι τον περίβολον της εκκλησίας. Τας πρώτας λυσώδους επιθέσεις, καθ' ας 150 περίπου Τούρκοι εκάλυψαν τον προ του περιβόλου της εκκλησίας χώρον, διεδέχθησαν άλλαι αραιότεραι και ασθενέστεραι και περί τας 3 μ.μ. έπαυσαν εντελώς. Ο Σκουρτανιώτης αποτεινόμενος τότε προς τους ατρομήτους εκείνους άνδρας, οίτινες τόσον ηρωικώς εμάχοντο είπεν. ''Σε λίγο η θα φύγουν οι Τούρκοι η θα έλθη εις αυτούς βοήθεια. Αυτό σημαίνει η παύσις της επιθέσεως. Εάν είχομεν πολεμοφόδια, ας ήρχοντο και άλλοι τόσοι. Η αγία Σωτείρα του Μαυροματίου θα επισκίαζε το χάνι της Γραβιάς''
Μόλις ετελείωσε την φράσιν ταύτην ο Σκουρτανιώτης, ηκούσθη η φωνή του μικρού Τάσου, όστις κατελθών εν τάχει του παρατηρητηρίου του, ανεριχήθη επί της μάνδρας της εκκλησίας και από του σημείου τούτου εφώναξε. ''Έρχονται και άλλοι πολλοί, απ' εδώ κι από κει και καβαλλαρέοι απ' επάνω!'' Καίτοι η είδησις αύτη ήτο ισοδύναμος προς άγγελμα θανάτου, εν τούτοις ουδενός εκ των εκεί μαχομένων εκλονίσθη το ηθικόν. Τότε ο Σκουρτανιώτης διέταξε να φείδωνται των φυσιγγίων και να πυροβολώσι μόνον όταν θα είναι βέβαιοι ότι έκαστος πυροβολισμός θα φονεύη και έναν Τούρκον.