Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (1)

(Λογοτεχνική απόπειρα του ολοκαυτώματος)


Ο Θανάσης Γάτσης κρατώντας στο χέρι ακόμη το γράμμα της κυβέρνησης, κατευθύνθηκε στο παράθυρο. Κοίταξε έξω τη μεγάλη συκιά, που τα φύλλα της, είχαν αρχίσει για τα καλά να κιτρινίζουν και να πέφτουν. Ένας κόμπος είχε δεθεί στο λαιμό του. Όχι δεν ήταν όπως την περίμενε αυτή τη στιγμή. Η διαταγή της κυβέρνησης ήταν ρητή. Από τη μια τον όριζε αντιστράτηγο, απ’ την άλλη τον διέταζε να κατευθυνθεί δυτικά για να θέσει τέρμα στις επελάσεις του Ομέρ πασά του Ευρίπου. Ήταν πια αρχηγός ανατολικής Στερεάς. Mα αυτό πια δεν τον γέμιζε μονάχα περηφάνια και χαρά μα με ευθύνη. Και μεγάλα ερωτηματικά.
Η Ειρήνη ήρθε προς το μέρος του.
«Τι λέει;» τον ρώτησε.
«Βάλε στο σουρτζή* να φάει» απάντησε χωρίς να τη κοιτάξει.
Η Ειρήνη πήγε έξω. Ο ταχυδρόμος που είχε φέρει το γράμμα, περίμενε χαϊδεύοντας το άλογό του. Του έκανε νόημα να περάσει. Εκείνος πέρασε βγάζοντας το καπέλο του και χωρίς να μιλήσει κάθισε στο τραπέζι.
Ο καπετάνιος τριανταδύο χρονώ πια, γύρισε και κάθισε σκεφτικός απέναντί του. Έσκυψε κι άρχισε να ξαναδιαβάζει την επιστολή, αλλά τα γράμματα χοροπηδούσαν μπροστά του. Τη παράτησε στη μέση. Δεν ήταν πια ένας απλός πολέμαρχος, προστάτης των Δερβενοχωρίων. Η ευκαιρία που περίμενε εδώ και τέσσερα χρόνια, του δινόταν πλέον με τον καλύτερο τρόπο. Όχι μόνο τον είχαν προσέξει, αλλά τον είχαν διαλέξει μέσα από ένα πλήθος πολέμαρχων και οπλαρχηγών, για να συντονίσει τον αγώνα στη Βοιωτία. Τον είχαν διαλέξει όμως τη χειρότερη στιγμή. Η Βοιωτία τελευταία φυτοζωούσε. Ο πληθυσμός έφευγε, οι περισσότεροι οπλαρχηγοί έλειπαν στη Πελοπόννησο για τον εμφύλιο που μαινόταν ακόμη. Τον είχαν καλέσει κι αυτόν στον εμφύλιο. Με τον έναν η τον άλλον τρόπο, όλες οι πλευρές ήθελαν να τον πάρουν με το μέρος τους. Αλλά είχε φερθεί έξυπνα. Αν ήταν να παρατήσει τα Δερβενοχώρια δε θα το έκανε για κανέναν εμφύλιο. Θα το έκανε μονάχα για να πολεμήσει τους Τούρκους. Είχε κατορθώσει, με τις συμβουλές βέβαια του θείου Παπαδιπλού, να κρατήσει μια στάση ουδετερότητας στις έχθρες μεταξύ των Ελλήνων. Όσο μπορούσε τουλάχιστον. Όλοι τον θεωρούσαν φίλο και όχι εχθρό. «Είμαι πολεμιστής» είχε πει στο Κωλέττη όταν τον είχε δει στη Χαλκίδα και κείνος κοίταζε με μαλαγανιές να τον πάρει με το μέρος του. Δε του άρεσε ο Κωλέττης παρ’ όλο που δε του φέρθηκε ποτέ άσχημα. Του είχε κάνει εντύπωση σ’ αυτόν το πολιτικάντη, πώς από τη πρώτη στιγμή που τον είδε, αντί να τα βάζει με τους Τούρκους κατηγορούσε τους Έλληνες. Μία ώρα που έμειναν περίπου μαζί, συνέχεια ενάντια Ελλήνων μιλούσε.
«Είμαι πολεμιστής και πολεμώ τους Τούρκους. Τίποτα άλλο δε ξέρω!» του είχε πει ξαφνικά κατάμουτρα, αλλά χωρίς να χάσει το χαμόγελό του.
Πιο πολύ τον είχε πειράξει όμως, ο τρόπος που τον κοίταξε, μετά από αυτή τη φράση, ο Κωλέττης. Όχι δεν ήταν θυμός. Δεν ήταν οργή για την φράση που ξεστόμισε. Ήταν πάλι ένα χαμόγελο. Πολιτικάντικο. Ένα χαμόγελο οίκτου. Και περιφρόνησης. Σα να τούλεγε: «Κορόιδο! Όταν εγώ θα διαφεντεύω, εσείς οι πολεμιστάδες θα με παρακαλάτε για οφίτσια ή να μη σας κλείσω φυλακή. Ή μπορεί και να σας έχει φάει το χώμα»
Ποτέ δε τον είχε ξεχάσει όμως ο Κωλέττης. Από τότε που τον είδε, συνέχεια τούστελνε χαιρετίσματα. Και τώρα, σίγουρα είχε βάλει το χέρι του σ’ αυτή την επιστολή. Αν και ήξερε πως δε θα πήγαινε ποτέ ανοιχτά με το μέρος του, μάλλον είχε διακρίνει σε κείνον, πως δε θα πήγαινε ούτε ενάντιά του. Όπως δε θα πήγαινε ενάντια σε κανέναν Έλληνα. Για τον καπετάν Θανάση Γάτση ή Σκουρτανιώτη όπως τελευταία τον έλεγαν οι μη Δερβενοχωρίτες, ο εχθρός ήταν ένας. Οι Τούρκοι. Για τον Κωλέττη, η Ελλάδα ήταν μια πίττα που σε λίγο θα ήταν μονάχα Ελληνική. Και έπρεπε να πάρει τη μεγαλύτερη μερίδα. Αλλά κι αν ο αγώνας δεν είχε αίσιο τέλος και κέρδιζαν οι Τούρκοι, τον ήξερε τον δρόμο. Θα επέστρεφε στο εξωτερικό απ’ όπου ήρθε να συνεχίσει τη ζωή του στα σαλόνια. Δεν είχε να χάσει τίποτα ο Κωλέττης. Η ελληνική επανάσταση για κείνον, ήταν απλά ένα παιχνίδι.
«Είχες καλό δρόμο;» ρώτησε το ταχυδρόμο που περίμενε σιωπηλός να τον σερβίρουν.
«Ναι καπετάνιο, κανένα εμπόδιο. Σφαίρα ήρθα»
«Φάε με την ησυχία σου, ξεκουράσου και πες στη κυβέρνηση πως πήρα το μήνυμα. Θα κάνω όπως ορίζουν»
«Εντάξει καπετάνιο»
Ο Θανάσης Γάτσης σηκώθηκε, έκρυψε το γράμμα στο κόρφο του και βγήκε στην αυλή. Ανάσανε βαθιά το ψυχρό Οκτώβρη σα νάθελε να πάρει δύναμη απ’ τον αέρα.
Και την ήθελε αυτή τη δύναμη.
Τώρα, όσο ποτέ…


(συνεχίζεται)




*Σουρτζής: ταχυδρόμος στην αρβανίτικη διάλεκτο.

Το ολοκαύτωμα λογοτεχνικά

Ήταν εδώ και χρόνια στις προθέσεις μου, να πλησιάσω λογοτεχνικά την ηρωική μορφή του Αθανασίου Σκουρτανιώτη και του ολοκαυτώματος του Μαυροματίου, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τους κινδύνους αυτού του εγχειρήματος. Και οι κίνδυνοι σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι άλλοι από την τυχόν αυθαιρεσία της λογοτεχνίας όταν έχει να κάνει με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Από την άλλη όμως, θεωρώ άκρως γοητευτική μία τέτοια προσέγγιση γι' αυτό και την αποτολμώ.
Η προσπάθεια αυτή ίσως να πάρει καιρό, γιατί δεν έχω τίποτα έτοιμο ακόμη. Η ιστορία θα γράφεται αργά -όταν μπορώ και έχω ελεύθερο χρόνο- και θα δημοσιεύεται σε αυτή την ιστοσελίδα, ελπίζοντας κάποτε να τελειώσει και να έχουμε τελικά, ένα λογοτεχνικό κείμενο για το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου και τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη.
Ως τίτλο του λογοτεχνικού εγχειρήματος, επιλέγω τις τρεις πρώτες λέξεις ‘’Μυρίζουν ακόμη λιβανιά’’ του ποιήματος του Οδυσσέα Ελύτη ‘’Ο ύπνος των γενναίων’’, χωρίς αυτό να σημαίνει πως στη πορεία , ο τίτλος αυτός δε μπορεί ν’ αλλάξει.



Γιώργος Πύργαρης