Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ


Με τον θάνατο του Θανάση Σκουρτανιώτη, μια άλλη μορφή ξεπετάγεται από την ίδια οικογένεια, όχι μόνο για να πάρει τη θέση του, όχι μόνο για να τον αντικαταστήσει επάξια, αλλά για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση από το 1825 μέχρι το 1829. Ό, τι κέρδισε αυτή η μορφή, το πήρε μονάχα με το σπαθί της. Και δεν είναι άλλη, από τον αδερφό του Θανάση, τον Γιώργη Σκουρτανιώτη.
Προσωπική μου γνώμη, πως ο Γιώργης έχει αδικηθεί από την ιστορία, ακριβώς γιατί δεν είχε έναν δοξασμένο θάνατο όπως ο αδερφός του. Θα μείνει άναυδος όμως ο αναγνώστης, αν σκύψει πάνω στις πολεμικές αρετές και στη προσφορά αυτού του άντρα στην επανάσταση του 1821. Θα χρειαστεί ίσως μια ξεχωριστή έρευνα για να ανακαλύψει κανείς, αυτή τη τεράστια προσφορά και προσωπικότητα. Μέχρι το 1825, ο Γιώργης ήταν γνωστός σαν ένας σκληρός πολεμιστής, αδερφός του καπετάνιου των Δερβενοχωρίων και πανέμορφος. Η ωραιότητά του ήταν παρομοιώδης. Λένε πως ήταν ο ωραιότερος αξιωματικός του Όθωνα, όταν αργότερα έγινε υπασπιστής του.
Ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης. Που η Διοικητική Επιτροπή για να ανασυγκροτήσει το στρατόπεδο της Αν. Ρούμελης τον συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στους σημαντικούς οπλαρχηγούς στις 3 Μαίου 1826. Που συντάσσεται με το σώμα του Καραϊσκάκη και παίρνει μέρος στη μεγαλειώδη μάχη της Αράχωβας. Που ακολουθεί τον Καραϊσκάκη στην Αττική και υπερασπίζει στο Φάληρο σημαντική θέση. Προβλέποντας την επίθεση των Τούρκων σε αυτή τη θέση, ανοίγει κρυφά τάφρο με αποτέλεσμα το ανύποπτο ιππικό των εχθρών να βρεθεί προ απροόπτου, να τσακιστεί και να θαφτεί εκεί.
Μακρυγιάννης, Σουρμελής, Καρόρης εκθειάζουν την μεγάλη προσφορά του στο Παλιό Φάληρο στη μάχη στα Μποστάνια.
Ο Γιώργης. Που αγνοώντας τις διαταγές του Μορφόπουλου και με προσωπική πρωτοβουλία και ευθύνη, ρίχνεται στη μάχη του Μαρτίνου κατά του εχθρού, χαρίζοντας τη τελευταία στιγμή τη νίκη στα ελληνικά όπλα. Που κάτω από τις οδηγίες του Υψηλάντη δίνει ανεπανάληπτες μάχες στη Θήβα, υπερασπίζεται με σθένος την πόλη και ξεχωρίζει σε ανδρεία και σύνεση, ώστε η συμβολή του να μνημονεύεται εκτός από τον Τσεβά και από τον Περραιβό.Που μαζί με τον Κριεζώτη, σώζουν κυριολεκτικά την διάλυση του στρατού του Υψηλάντη και κατ’ επέκταση την συνέχιση της ελληνικής επανάστασης με επέμβασή τους στα μισά του δρόμου των λιποτακτών. Τον Γιώργη που απέκρουσε τη κύρια δύναμη του Τουρκικού στρατού στη μάχη της Πέτρας χαρίζοντας για άλλη μια φορά την νίκη στον Υψηλάντη και τα ελληνικά όπλα. Ο αδερφοποιτός του Κριεζώτη. Ο έμπιστος αρχηγός του Υψηλάντη. Ο υπασπιστής του Όθωνα αργότερα, που δεν υπάκουσε ούτε στο βασιλιά και δε δέχτηκε να χτυπήσει το Κριεζώτη με αποτέλεσμα να χάσει την εύνοιά του και να αποσυρθεί στο Ωρωπό. Ο Γιώργης. Που οι Τούρκοι τον μισούσαν τόσο πολύ, που σκότωσαν την ερωμένη ή αρραβωνιαστικιά του στον Ωρωπό, την πανέμορφη Κρουστάλλω. Μια τεράστια προσωπικότητα που βοήθησε καταλυτικά την Ελληνική επανάσταση, μα η ιστορία δε τον έχει τιμήσει ακόμα όσο του πρέπει.
Η μελέτη γι’ αυτόν λοιπόν, θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού κεφαλαίου. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με την εκδίκησή του για τον θάνατο του αδερφού του και θα αναφέρουμε τι γράφουν γι’ αυτή την εκδίκηση οι Βάγιαννης και Τσεβάς.

Ας παρακολουθήσουμε πρώτα τον Βάγιαννη:

«…Επί τω θλιβερώ αγγέλματι του θανάτου του πρώτου Βοιωτού μάρτυρος, πανταχόθεν συνηθροίσθησαν εις την εκ του καπνού μελανωθείσαν εκκλησίαν, ένθα μετά δακρύβρεχτον μνημόσυνον υπέρ της ψυχής του πρώτου μάρτυρος οπλαρχηγού και των υπ’ αυτών, ανεκήρυξαν αρχηγόν μεν τον αδελφόν του γενναίου οπλαρχηγού Γεώργιον Σκουρτανιώτην, σωματάρχας δε τους πρώην και μετά του Λουκά Δρίτσουλα υιού του εν τω ναώ υπέρ ελευθερίας μαρτυρήσαντος. Πάντες δε οι σωματάρχαι εντός του ναού συνελθόντες ξιφήρεις, ώμοσαν να διευθυνθώσιν εις τα μέρη ένθα ετάχθησαν και να εξαγοράσωσι το αίμα των αδελφών των. Ετέρα όμως επιβαλλομένη ανάγκη μεγίστου κινδύνου διασώσεως των γυναικοπαίδων ανά τας νήσους ηνάγκασεν αυτούς να εγκαταλείψωσι το σχέδιον της εκδικήσεως»

και αφού αναφέρει την εξόρμηση του Δράμαλη συνεχίζει για το ίδιο θέμα:

«…Ο τολμητίας Πετηνάρης μετά χρόνον ενωθείς μετά του Σκουρτανιώτου (Γεωργίου πιά) και εις τα υπωρείας του Υπάτου όρους περιφερόμενος, παρατηρεί απόσπασμα τακτικού εξ Αλβανών στρατού, μεθ’ ου συμπλακείς αναγκάζει αυτό να κελισθή εντός του ναού του χωρίου Σύρτζι. Καταφθάσας δε και ο Σκουρτανιώτης απεφάσισεν να εκδικηθώσιν αυτούς και ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης έρριπτον πίσσαν ανημμένην επί των Οθωμανών, οίτινες απετεφρώθησαν πλην δύο αξιωματικών, ους συνέλαβον αιχμαλώτους κατά την συμπλοκήν. Οι αιχμάλωτοι αξιωματικοί παρεκάλεσαν τους σωματάρχας να έλθωσιν εις συνεννόησιν περί απελευθερώσεώς των και μετά σύσκεψιν απεφασίσθη να αφεθώσιν ελεύθεροι υπό τον όρον αντί χρυσίου προσφερομένου αυτοίς ν’ απελευθερωθώσιν οι εν ταις φυλακείς Χαλκίδος κρατούμενοι είκοσι και δύο χριστιανοί, όπερ και εγένετο πέμψαντες τον ένα των αιχμαλώτων εις Χαλκίδα.»

Λέει δηλαδή με λίγα λόγια ο Βάγιαννης, πως ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης με τον Πετηνάρη, εκδικήθηκαν σε ανύποπτο χρόνο το θάνατο του Θανάση και των υπολοίπων στην Αγία Σωτήρα. Ο Πετηνάρης συνάντησε στο Σύρτζι (σημερινό Ύπατο) τακτικό τούρκικο απόσπασμα αποτελούμενο από Αλβανούς. Συνεπλάκη μαζί τους, αιχμαλώτισε δύο αξιωματικούς και τους υπόλοιπους τους έκλεισε μέσα στην εκκλησία του Συρτζίου. Ειδοποίησε τον Γιώργη, ο οποίος κατέφθασε, άνοιξε τρύπα στη στέγη και κατέκαψε το τούρκικο απόσπασμα, εκδικούμενος με τον ίδιο τρόπο τον θάνατο του αδερφού του. Κατόπιν αντάλλαξε τους αιχμαλώτους αξιωματικούς με είκοσι δύο Έλληνες χριστιανούς φυλακισμένους στη Χαλκίδα.

Ο Τσεβάς αναφέρει τα εξής για το ίδιο ζήτημα:

«…Τον Αθαν. Σκουρτανιώτη θανόντα διεδέχθη εν τη οπλαρχηγία ο αδελφός του Γεώργιος, όστις ανεδείχθη άξιος αυτού διάδοχος. Ούτος αποκαθαίρων το έδαφος της υπαίθρου χώρας, από των Τούρκων, κατώρθωσε 15 ημέρας, από του ηρωϊκού θανάτου του αδελφού του, να καταστρέψη τουρκικόν απόσπασμα όπερ συνήντησε εις θέσιν Γκούρεζα του Συρτζίου. Τούτο ηττηθέν και καταδιωχθέν, ενεκλείσθη εντός εκκλησίας του χωρίου όπου κατεκάη ολόκληρον. Το κατόρθωμα τούτο ανεκούφισε τους Ταναγραίους πολεμιστάς, δυνηθέντας να εκδικηθώσιν τον θάνατον του αρχηγού και συμπολίτου των Αθαν. Σκουρτανιώτου.»

Οι διαφορές του Βάγιαννη όπως βλέπουμε αρκετές, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Και οι δύο αναφέρουν πως ο Γιώργης, εκδικήθηκε τελικά τον θάνατο του αδερφού του, καίγοντας μέσα σε μια εκκλησία στο Σύρτζι, ένα τούρκικο απόσπασμα.
Το ερώτημα που μπαίνει τώρα είναι το εξής:
Μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός; Η εκδίκηση του Γιώργη συνέβη πραγματικά ή το γεγονός αυτό είναι ένα εύρημα του Βάγιαννη, της προφορικής ιστορίας και κατ’ επέκταση του Τσεβά;
Η προσωπική μου γνώμη είναι η εξής:
Το γεγονός αυτό, θα πρέπει πραγματικά να συνέβη. Και τούτο, γιατί δεν είναι ένα τόσο «καθαρό» κατόρθωμα για τον Γιώργη. Στην ουσία πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης αλλά και βλασφημίας. Αν ήταν εύρημα, οι ιστορικοί αλλά και η προφορική παράδοση, θα δημιουργούσαν κάτι άλλο. Θα ανέφεραν π.χ. ότι ο Γιώργης κατέκαψε το τούρκικο απόσπασμα μέσα σε ένα σπίτι ή μια παλιά αποθήκη. Εδώ ο Γιώργης χάριν εκδίκησης, φαίνεται μαζί με τους Τούρκους να έκαψε και μια εκκλησία. Πράξη καθαρής βλασφημίας. Και ποτέ ένας ιστορικός όταν θέλει να ανεβάσει έναν ήρωα και έχει την ευχέρεια να δημιουργήσει ένα γεγονός εκ του μη όντος, δεν το κατασκευάζει με τέτοιο τρόπο ώστε να προσδώσει στον πρωταγωνιστή του το στίγμα της βλασφημίας.
Όλα αυτά σημαίνουν πως το γεγονός συνέβη πραγματικά.
Δε γνωρίζουμε σε ποιο σημείο ήταν ανεπτυγμένο το θρησκευτικό συναίσθημα του Γιώργη. Αν τοποθετήσουμε όμως το γεγονός στην εποχή του και στις συνθήκες της επανάστασης του 1821, το θρησκευτικό συναίσθημα των πολεμιστών επαναστατών, είναι πολύ ανεπτυγμένο. Και είναι ανεπτυγμένο, γιατί είναι αναγκαίο. Η υπέρβαση που επιθυμούν οι επαναστάτες Έλληνες είναι τόσο μεγάλη, που μονάχα η πίστη σε μια μεταφυσική πηγή τους τροφοδοτεί με την ανάλογη δύναμη. Θεωρώ δύσκολο δηλαδή Έλληνες που λαμβάνουν δύναμη από τον Θεό, από τους αγίους και τις εκκλησίες τους να βάζουν οι ίδιοι φωτιά σε μια τέτοια εκκλησία, έστω κι αν πρόκειται να κάψουν μέσα της απίστους. Είναι τεράστια η βλασφημία για την εποχή, γιατί στρέφονται χάριν εκδίκησης ενάντια στο θεό τους. Εκτός κι αν θεωρούσαν πως θάνατος απίστων μέσα στον οίκο του θεού, δίνει χαρά στον ίδιο το θεό.
Πώς λοιπόν ο Γιώργης προέβη σε μια τέτοια πράξη εκδίκησης μεν, βλασφημίας δε;
Ο ένας λόγος, το θρησκευτικό του συναίσθημα να μην ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο. Ο δεύτερος , να βρέθηκε προ τετελεσμένων γεγονότων. Να τον ειδοποίησε ο Πετηνάρης πως κρατά τους Τούρκους κλεισμένους μέσα στην εκκλησία. Ο Τσεβάς αναφέρει πως αυτό έγινε 15 μέρες μετά το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου. Που σημαίνει πως ο πόνος του Γιώργη ήταν πρόσφατος. Αν λάβουμε υπόψη και το ότι ο Γιώργης σύμφωνα με τη προφορική παράδοση, ήταν παρορμητικός και ιδιαίτερα επιρρεπής στο συναίσθημα της οργής, τότε είναι αλήθεια, πως δε θα δίσταζε να κάψει τους Τούρκους μέσα στην εκκλησιά, ζητώντας κατά βάθος συγχώρεση από τον Θεό και υποσχόμενος πως κάποτε θα έφτιαχνε ο ίδιος ξανά την εκκλησία, υπόσχεση που δε μπορούμε να γνωρίζουμε εάν τελικά τήρησε.
Ο Βάγιαννης αναφέρει πως ο Γιώργης κράτησε δύο αξιωματικούς και τους αντάλλαξε με 22 χριστιανούς από τις φυλακές της Χαλκίδας. Εδώ ο Γιώργης φαίνεται να ακολουθεί τα βήματα του Θανάση, του οποίου τακτική υπήρξε ενίοτε, να συλλαμβάνει Τούρκους αξιωματούχους και να τους ανταλλάσει για λύτρα, με σκοπό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του αγώνα και των αντρών του. Ένα τέτοιο γεγονός, άσχετο με το παρόν θέμα αλλά πολύ ενδιαφέρον, που αποδεικνύει τη τακτική αυτή του Θανάση Σκουρτανιώτη,είναι και η παρακάτω διήγηση του Τσεβά:

«…Εις Ρετσώνα ενώ ανέμενε (o Κώτσο Βόγκλης) μετά του Σκουρτανιώτου (Θανάση) παρά την οδόν Χαλκίδος, ίνα κτυπήσωσι Τούρκους μεταβαίνοντας εις ενίσχυσιν των εν Χαλκίδι, ανηγγέλθη εις αυτούς ότι έμελλε να διέλθη εκείθεν Τούρκος βέης, όστις είχεν απαγάγει την περικαλλή θυγατέρα του Παπαζαρίφη εκ Παλαιοπαναγιάς. Μετ’ ολίγον εφάνη Τούρκος έχων επί των καπουλίων του ίππου του την κόρην και ακολουθούμενος υπό πολλών ένοπλων ανδρών. Ο Βόγκλης εζήτησε την άδειαν να φονεύση τον Τούρκον βεβαιών ότι ουδένα κίνδυνον θα διατρέξη η κόρη. Εν τοιαύτη περιπτώσει είπεν ο Σκουρτανιώτης συ θα κτυπήσης το άλογο εις το κεφάλι και ημείς το απόσπασμα. Τον Τούρκον θα τον αιχμαλωτίσωμεν, διότι έχομεν ανάγκην από γρόσια. Πυροβολήσας πράγματι πρώτος ο Βόγκλης εφόνευσε τον ίππον, όστις πεσών παρέσυρε το πολύτιμον φορτίον του. Εκ του αποσπάσματος οι μεν εφονεύθησαν κατόπιν, οι δε διεσκορπίσθησαν. Ο Τούρκος ηχμαλωτίσθη και ηλευθερώθη αντί πλούσιων λύτρων, η δε κόρη του Παπαζαρίφη παρεδόθη εις τους γονείς της.»