Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ''Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης-Το άγνωστο ολοκαύτωμα''

Μέσα σε πολύ ζεστή ατμόσφαιρα έγινε η παρουσίαση του βιβλίου ''Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σουρτανιώτης-Το άγνωστο ολοκαύτωμα'' του Γιώργου Πύργαρη, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημοτικού καταστήματος Καλλιθέας Θήβας.
Διακόσια περίπου άτομα τίμησαν με την παρουσία τους πρώτα πρώτα τον οπλαρχηγό και κατέκλυσαν την αίθουσα. Την εκδήλωση παρουσίασε η πάρεδρος του Δημοτικού Διαμερίσματος Καλλιθέας κα Νικολέττα Γεωργίου. Μίλησαν ο Δήμαρχος Τανάγρας, ο εκδότης του βιβλίου κος Σκουρτανιώτης Βαγγέλης, ο ιστορικός και κοινωνικός ανθρωπολόγος κος Γιάννης Μήτρου, διαβάστηκε χαιρετισμός του ποιητή Θοδωρή Βοριά, μίλησε ο τοπικός ιστορικός ερευνητής και λαογράφος κος Κυριάκος Θανάσης και ο συγγραφέας του βιβλίου Γιώργος Πύργαρης. Χαιρετισμό απηύθηναν, η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Βοιωτίας κα Βάσω Τσόνογλου, η αντινομάρχης κα Βάσω Λάσπη, ο τέως Δήμαρχος Σχηματαρίου και υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κος Γεωργίου Βαγγέλης, ο Δήμαρχος Θεσπιαίων κος Πελώνης Χρήστος και ο υποψήφιος βουλευτής του ΛΑΟΣ κος Κυριάκου Λουκάς. Στην εκδήλωση παρέστησαν και εκπρόσωποι του βουλευτή της ΝΔ κου Γιαννάκη, που λόγω κωλύματος δε κατόρθωσε ο ίδιος να παρευρεθεί.
Την εκδήλωση τίμησαν επίσης με τη παρουσία τους, ο αντινομάρχης Βοιωτίας κος Αγγέλου, ο Δήμαρχος Αυλίδας κος Παύλου Χρήστος, αντιδήμαρχοι και Δημοτικοί Σύμβουλοι διάφορων Δήμων.
Εντύπωση έκανε σε όλους το καταπληκτικό κοινό, που αποτελούνταν από κατοίκους της Καλλιθέας και από άλλα μέρη της Βοιωτίας. Ένα ζεστό κοινό που παρακολούθησε με πολύ ενδιαφέρον, σχεδόν με κατάνυξη, την εκδήλωση.


O τοπικός ιστορικός ερευνητής και λαογράφος, Θανάσης Κυριάκος


Η ομιλία του Θανάση Κυριάκου


Κυρίες και Κύριοι Καλησπέρα σας
Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ να υποδεχτούμε και να παρουσιάσουμε το βιβλίο του φίλου του συγχωριανού και συντοπίτη Γιώργου Σκουρτανιώτη με το φιλολογικό ψευδώνυμο Πύργαρης, ένα βιβλίο που έλειπε από την Ελληνική βιβλιογραφία. Έχουν γράψει πολλοί αξιόλογοι ιστορικοί ερευνητές για τον Θανάση Σκουρτανιώτη όπως Ο Γεώργιος Τσεβάς, ο Φανόπουλος, ο Βαγγέλης Μίχας, ο Γιάννης Μήτρου. Το βιβλίο του Γιώργου Πύργαρη είναι μια ολοκληρωμένη μελέτη για τον Οπλαρχηγό της Ρούμελης Θανάση Σκουρτανιώτη. Ας ακολουθήσουμε βήμα, βήμα την πορεία του οπλαρχηγού από την γέννηση του μέχρι την αποφράδα ημέρα του φρικτού θανάτου του στη εκκλησία του Σωτήρος στο Μαυρομάτη Βοιωτίας.
Τετρακόσια ολόκληρα χρόνια η Ελληνική γη, η γη των θεών και των Ηρώων είναι καλυμμένη με το μαύρο πέπλο της σκλαβιάς. Οι Έλληνες ζουν σύμφωνα με τις ορέξεις του τούρκου δυνάστη η γόνιμη γη μετατρέπεται σε τσιφλίκια και τιμάρια. Το 1460 η ιστορική Βοιωτία η πατρίδα του Ησίοδου, του Επαμεινώνδα, του Πελοπίδα, της Κόριννας και του Πίνδαρου προσαρτάται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι κάτοικοι των πεδινών περιοχών αναγκάζονται να ζητήσουν καταφύγιο στα ορεινά χωριά και τις δασωμένες περιοχές. Ένα από τα ορεινά καταφύγια των καμποχωριτών ήτανε και τα Δερβενοχώρια που είναι κουρνιασμένα ανάμεσα στα νοτιοανατολικά προβούνια του Κιθαιρώνα και του ορεινού όγκου της Πάρνηθας. Χτισμένα αντικριστά στα κράσπεδα του οροπεδίου Σκούρτων τα πέντε χωριά Πύλη, Πράσινο, Πάνακτο, Στεφάνη και Σκούρτα είναι κάστρα απόρθητα για κάθε επιδρομέα.
Τα χωριά αυτά έγιναν καταφύγιο των κατοίκων της πεδινής πανάρχαιας ιστορικής Τανάγρας που κάτω από την δυσβάσταχτη φορολογία του δυνάστη αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την γόνιμη Ταναγραϊκή γη. Σε ένα από τα πέντε αυτά χωριά της αδούλωτης και βραχόσπαρτης Δερβενοχωρίτικης γης τα Σκούρτα το 1793 γεννιέται το πρώτο από τα επτά παιδιά της οικογένειας Γάτση, ο Νάσης
που αργότερα μετονομάστηκε Σκουρτανιώτης επειδή καταγόταν από τα Σκούρτα. Από μικρό η οικογένεια του τον έστειλε στο μοναστήρι του Οσίου Μελετίου όπου έμαθε λίγα γράμματα και διδάχθηκε τα πρώτα πολιτικά και πολεμικά μαθήματα. Η Επανάσταση του 1821 βρίσκει τον Σκουρτανιώτη αρχηγό ενός μικρού μάχιμου σώματος από ντόπιους Αρβανίτες που σκοπό είχαν την καταπολέμηση της ληστείας και την προφύλαξη των Δερβενοχωριών από επιδρομές.
Ύψωσε από τους πρώτους την σημαία της επανάστασης στην Στερεά Ελλάδα και μαζί με τον Μελέτη Βασιλείου από τα Χασιά και τον Δήμο Αντωνίου από την Λιβαδειά κυρίευσαν την Αθήνα και πολιόρκησαν την Ακρόπολη.
Κύριος του χώρου μεταξύ Πάρνηθος και Κιθαιρώνα χτυπούσε συχνά τους Τούρκους της Χαλκίδας και εμπόδιζε την επικοινωνία τους με Θήβα και Αθήνα αρπάζοντας εφοδιοπομπές και πολεμοφόδια. Ο Μακρυγιάννης γράφει σχετικά με την αποκοπή του εφοδιασμού του Δράμαλη «1822 έβγα του Ιούνη αφού μπήκαν οι Τούρκοι (Δράμαλης) μέσα και πήγαν στο Μοριά, δεν μπόρεσαν να μπάσουν ζαϊρέδες, ότι καθημερινώς τους πολεμούσαμε κλέφτικα εις τα στενώματα…» «…κι όταν όσα περάσουν ζαϊρέδες κάποτε, εκεί όπου ρίχνουν ορδί τους βαρούσαμε τη νύχτα, στην Πέτρα και αλλού και δεν τελεσφορούσαν ποτέ.
Ο γενναίος και ατρόμητος Θανάσης Σκουρτανιώτης με διαλεγμένα παλικάρια από την Θήβα και κάτου, δεν τους άφηναν να ξεμυτίσουν. Τους αφάνιζαν και οι Αθηναίοι…» Αποφασισμένη η Πύλη να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση στέλνει στην Πελοπόννησο τον Ιμπραήμ. Ο Κιουταχής διορίζεται αρχιστράτηγος της Ρούμελης και τον Απρίλιος 1825 δέκα χιλιάδες Τούρκικος στρατός κατεβαίνει στην Ανατολική Στερεά και αργότερα ο Τζεχαλεντίν Βέης με 4.000 στρατό και 2.000 ιππείς βρίσκεται ενωμένος με το στρατό του Κιουταχή. Την ίδια εποχή οι Τούρκοι της Χαλκίδας αποθρασύνονται και με καθημερινές σχεδόν επιδρομές λεηλατούν και ερημώνουν τα χωριά από Αυλίδα μέχρι Λιβαδειά.
Οι περιοχές αυτές που ζούσαν κάτω από διαρκή κίνδυνο ζητούν προστασία από τον Σκουρτανιώτη.
Με εντολή της Κυβέρνησης ο Σκουρτανιώτη που είχε το Στρατηγείο στα Δερβενοχώρια, ανταποκρίνεται στο κάλεσμα συνάζει 70 εμπειροπόλεμους Δερβενοχωρίτες και ετοιμάζεται για αναχώρηση. Στην απόφαση του αυτή εναντιώνεται ο θείος του ο Παπαδιπλός επισημαίνοντάς του πως εκθέτει σε μεγάλο κίνδυνο την περιοχή με τη αναχώρηση του.
Ο Σκουρτανιώτης προσπαθεί να πείσει τον Παπαδιπλό, ότι δεν θα εγκαταλείψει τα Δερβενοχώρια απλώς θα μετασταθμεύσει σε γειτονικό μέρος από όπου θα εμποδίζει τους Τούρκους να βλάψουν την περιοχή τους και επειδή ο Παπαδιπλός επιμένει ο Σκουρτανιώτης του είπε «Παπά πατρίδα δεν είναι μόνο τα Δερβενοχώρια αλλά ολόκληρη η Ελλάδα.»
Στην απάντηση αυτή ο Παπαδιπλός οσμίζεται το κίνδυνο που διατρέχει ο καπετάνιος οργίζεται και με έντονη φωνή τον προειδοποιεί λέγοντάς του σε αρβανίτικη διάλεκτο «Ντό βές πο ντό μος πρίρες» (Θα πάς αλλά δεν θα γυρίσεις). Ο εγωισμός, και η αρβανίτικη χοντροκεφαλιά δεν τον άφησαν να υπακούσει την συμβουλή του Παπαδιπλού.
Οι Δερβενοχωρίτες θεώρησαν την προειδοποίηση κατάρα πως, δήθεν ο παπάς ξεστόμισε τις λέξεις «Ντό βέσς εδέ τ μος πρίρες» (Να πάς και να μην ξαναγυρίσεις).
Είτε σαν κατάρα είτε σαν προειδοποίηση ο Σκουρτανιώτης έφυγε και δεν ξαναγύρισε πίσω. Έμεινε εκεί στο εκκλησάκι του Σωτήρας στο Μαυρομάτι να φυλάει Θερμοπύλες.
Ο Μακρυγιάννης γράφει στα απομνημονεύματα « αφού λέγει (ο Σουμερλής) για τον Δυσσέα πλήθος ψευτιές τον κατηγορεί και για το χτίσιμο του παπά. Πες και τα αίτια στοριογράφο, και το κοινό είναι κριτής είτε υπέρ είτε κατά. Ένας όπου γένεται προδότης εις τους Τούρκους και αφανίζει τόσα παλικάρια και το γενναίο αγωνιστή Σκουρτανιώτη τον Θανάση με σαράντα ανθρώπους ποιός τον πρόδωσε εις τους Τούρκους;» Οι Δερβενοχωρίτες τα παλικάρια της λεβεντομάνας ελληνικής γης ξεκίνησαν με ένα ψηλό στόχο με ένα ακοίμητo πόθο. Να σταθούν Βιγλάτορες άγρυπνοι φρουροί των πιο υπέροχων ιδανικών της φυλής που σαν κλήρο και σαν προνόμιο έχει να διατηρήσει το πνεύμα της Λευτεριάς.
Ο Γεώργιος Τσεβάς γράφει,
Το πρωινό της 3ης του Οκτώβρη βρίσκει τον Σκουρτανιώτη με τα παλικάρια του στο εκκλησάκι της Αγίας Σωτήρας στο Μαυρομάτι όπου συνάντησαν άγνωστο καλόγερο ονόματι Πανάρετο. Ο χώρος αυτός που επιλέχτηκε για άμυνα και ορμητήριο ήτανε επιλογή του πρωτοπαλίκαρου Γιάννη Δίτσουλα ο οποίος καταγόταν από τα Χώστια, ένα πολύ τολμηρό και αισιόδοξο παλικάρι.
Σε μια ανίχνευση της περιοχής αντιλήφθηκε μια ομάδα Τούρκων να περιφέρεται στην περιοχή και αντί να απομακρυνθεί και να ειδοποιήσει τον αρχηγό έκρινε σκόπιμο να συγκρουστεί μαζί τους. Η άστοχη αυτή ενέργεια του Δρίτσουλα είχε σαν αποτέλεσμα να προδοθεί η θέση και να ματαιωθεί το σχέδιο δράσης. Ο Αρχηγός έδωσε εντολή στους άντρες του να ετοιμαστούν για αλλαγή θέσης γιατί στην θέση αυτή δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τον Οθωμανικό στρατό. Ο Δρίτσουλας είχε μυαλό αλλά και εγωισμό, αντιστέκεται με πείσμα στη απόφαση αυτή του Αρχηγού λέγοντας του «Θα κάνουμε εδώ αρχηγέ ένα νέο χάνι της Γραβιάς. Θα πιάσουμε την μάντρα της Αγιά Σωτήρας, θα τσακίσουμε τους Τούρκους. Θα σώσουμε την πατρίδα. Θα δοξαστούμε. Έτσι κάναμε με τον Ανδρούτσο στο χάνι της Γραβιάς.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και από το παρατηρητήριο ακούγεται να φωνάζει με κομμένη ανάσα ο μικρός παρατηρητής Τάσιος.
«Καπεταναραίοι έρχονται Τούρκοι πολύ εγέμισαν τον κάμπο τους είδα απ’ επάνω απ’ το μεγάλο πουρνάρι ». Ο Σκουρτανιώτης για να μην θεωρηθεί η φυγή του δειλία δίνει εντολή στα παλικάρια του να ταμπουρωθούν στο μαντρότοιχο της εκκλησίας. Με τολμηρές, τυμπανοκρουσίες και αλαλαγμούς οι Τούρκοι προσπαθούσαν να σπάσουν το ηθικό των αμυνόμενων Ελλήνων.
Οι Έλληνες δεν κάπτονται, οι Τούρκοι σιγά, σιγά αποσύρονται, οι επιθέσεις αραιώνουν και σταματούν. O.Σκουρτανιώτης απευθυνόμενος στους άντρες του τους είπε «σε λίγο ή θα φύγουν ή θα έρθει σε αυτούς μεγάλη βοήθεια». Πριν καλά, καλά τελειώσει την λέξη από το μεγάλο πουρνάρι ακούγεται η φωνή του παρατηρητή «έρχονται και άλλοι Τούρκοι απ΄εδώ και απ’ εκεί και καβαλαρέοι από επάνω». Η μόνη σωτηρία η νύχτα αυτή όμως αργούσε σαν και αυτή ήθελε να δει την ανθρωποθυσία.
Δυστυχώς τα πεζοπόρα τμήματα των Τούρκων υπερτερούσαν κατά πολύ σε δύναμη και συνοδεύονταν από μεγάλη δύναμη ιππικού. Τα φυσίγγια τελείωναν δεν είχαν παρά μόνο πέντε ο καθένας τους, η βοήθεια που περίμεναν δεν ερχόταν. Ο Σκουρτανιώτης δίνει εντολή στους άντρες του να μπουν στην εκκλησία, αλλά και εκεί τα πράγματα δυσκόλεψαν. Η εκκλησία ούτε παράθυρα είχε ούτε τρύπες για να μπορούν να πολεμήσουν. Η μάχη γινόταν από την πόρτα και από ένα δίλοβο παραθυράκι.
Η μοιραία στιγμή για τους έγκλειστους ήρθε, τα πυρομαχικά τελείωσαν, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Η νύχτα άρχισε να απλώνει τα σκοτάδια στην γύρω περιοχή. Οι Τούρκοι
ανέβηκαν στην σκεπή της εκκλησίας και αφού άνοιξαν τρύπες έριξαν στο εσωτερικό της δηλητηριώδη αέρια καθώς και εύφλεκτες ουσίες θειάφι και πίσσα .
Μέσα στην εκκλησία δυο άνθρωποι ήσαν ακόμα ζωντανοί ο Σκουρτανιώτης που παραφυλούσε στην πόρτα και ο καλόγερος Πανάρετος, ο οποίος για να ανασάνει φρέσκο αέρα ξέφυγε της προσοχής του αρχηγού και βγήκε στην αυλή της εκκλησίας. Εκεί τον συνέλαβαν κρυμμένοι Τούρκοι που περίμεναν να σκυλέψουν τους νεκρούς, μετά από πίεση που του άσκησαν απέσπασαν την πληροφορία ότι ο καπετάνιος είναι ζωντανός. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν ομαδικά ο καπετάνιος αντιστάθηκε μέχρι την στιγμή που μία εχθρική βόμβα τον βρήκε στο στήθος και το διαμέλισε. Την επόμενη ημέρα ένας μικροκαπετάνιος με λιγοστά παλικάρια έφτασε για βοήθεια, το κακό είχε συντελεστεί, ο Βαγιώτης Παπανικόλας και κάτοικοι της γύρω περιοχής περιμάζεψαν τα διαμελισμένα πτώματα και τα έθαψαν χωρίς την παρουσία και συμμετοχή κάποιας ελληνικής στρατιωτικής μονάδας.
_______________________________

Φίλοι και φίλες ακροατές ευχαριστώ που είχατε την υπομονή να με ακούσετε.
Φίλε Πύργαρη σε ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη που έδειξες στο πρόσωπο μου και με ανέβασες στο βήμα αυτό.




Ο Δήμαρχος Τανάγρας Παναγιώτης Κυριάκου

H ομιλία του Δήμαρχου Τανάγρας

Κυρίες κύριοι

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση που βρίσκομαι απόψε κοντά σας, ανταποκρινόμενος στη πρόσκληση του αγαπητού συνεργάτη και φίλου Γιώργου Σκουρτανιώτη ή Πύργαρη, στη παρουσίαση του βιβλίου του που έχει ως πρωταγωνιστή τον ήρωα της εθνεγερσίας του 1821, τον οπλαρχηγό Αθανάσιο Σκουρτανιώτη.
Κατ’ αρχήν θα ήθελα επιγραμματικά να αναφερθώ δι’ ολίγον στο πρόσωπο του συγγραφέα σεβόμενος οπωσδήποτε την ταπεινοφροσύνη του.
Γνώρισα τον συγγραφέα πριν τέσσερα περίπου χρόνια, θέτοντας υποψηφιότητα στις Δημοτικές εκλογές του 2006 και τον συμπεριέλαβα στο ψηφοδέλτιό μου. Είναι εύκολος άνθρωπος και όταν τον γνωρίσεις από κοντά, ανακαλύπτεις τις σπάνιες ικανότητές του, τον εξαιρετικό χαρακτήρα του, την ευελιξία του πνεύματός του και τον απόλυτα και συνολικά έντιμο άνθρωπο.
Εξελέγη Δημοτικός σύμβουλος και είναι ένας εξαίρετος συνεργάτης μου. Του ανέθεσα 2 χρόνια τα καθήκοντα του προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου και η συνεργασία μας ήταν καθόλα άψογη.
Η πείρα με έχει διδάξει, ότι ο καλύτερος τρόπος για να αξιοποιηθούν οι ικανότητες των ανθρώπων είναι να τους αφήσεις ελεύθερους να ασκήσουν την δράση τους και να πραγματοποιήσουν τις δυνατότητές τους, καλλιεργώντας ένα αίσθημα ευθύνης για τις πρωτοβουλίες τους. Ο Γιώργος δικαίωσε πλήρως αυτή την αντιμετώπιση και το έργο που έκανε σαν πρόεδρος του ΔΣ ήταν σημαντικότατο και επιτυχημένο. Συνεχίζει δε να ενδιαφέρεται και να εργάζεται με τον ίδιο ζήλο και μετά την παράδοση των καθηκόντων του.
Είναι άνθρωπος των γραμμάτων, ευαίσθητος στα εθνικά μας θέματα και σχολαστικός μελετητής της αρχαίας αλλά και της νεώτερης ιστορίας της πατρίδας μας.
Ξεκινώντας λοιπόν από μια εσωτερική παρόρμηση και ανάγκη του χαρακτήρος του, αλλά και με την φιλοδοξία να φέρει στο φως ένα πολύ λίγο γνωστό κομμάτι της ιστορίας μας, επιχείρησε την συγγραφή του βιβλίου που έχετε στα χέρια σας, το οποίο αποτελεί μια ιστορική αναδρομή και αναφέρεται στη λεπτομερή και ακριβή περιγραφή της σύντομης ζωής, το έργο και τον ηρωικό θάνατο ενός σπουδαίου συμπατριώτη μας του Αθανασίου Σκουρτανιώτη.
Είναι αλήθεια ότι η ένδοξη και μακραίωνη ιστορία της φυλής μας, είναι γεμάτη από ηρωισμούς και κατορθώματα. Κάθε γωνιά της πατρίδος μας έχει να επιδείξει συνταρακτικά γεγονότα που προκαλούν δέος και θαυμασμό, γιατί πολλές φορές οι πρόγονοί μας ήλθαν αντιμέτωποι με τον θάνατο και τον αψήφησαν, επιλέγοντας ενσυνείδητα την αυτοθυσία προκειμένου να προασπίσουν τα ιδανικά της φυλής μας και τις ηθικές αξίες, αυτές που δίνουν νόημα και ουσία στη ζωή μας, όπως είναι η αγάπη προς τη πατρίδα, η ελευθερία, η πίστη στο Θεό, η πίστη στο καθήκον.
Ένας σπουδαίος λοιπόν ήρωας, μια εξέχουσα προσωπικότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του ’21, που έδρασε στην ευρύτερη περιοχή μας, ήταν ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, ο οποίος, παρά το νεαρό της ηλικίας του, χάρις στα ηγετικά του προσόντα και χαρίσματα, ανεδείχθη οπλαρχηγός και πρωτοστάτησε στον αγώνα για τη λευτεριά, προσφέροντας το πολυτιμότερο αγαθό, την ίδια του τη ζωή.
Δυστυχώς έπρεπε να φθάσω 60 ετών, για να μάθω την ιστορία και το έργο του, καθόσον η επίσημη ιστορία του έθνους μας, δεν αναφέρει τίποτα για την αυτοθυσία αυτού και των 70 περίπου συντρόφων του, όταν στις 26 Οκτώβρη 1825 στο εξωκλήσι του Σωτήρος στο Μαυρομάτι Θηβών, περικυκλωθέντες από 800 Τούρκους, αφού εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά τους, έγιναν ολοκαύτωμα και έπεσαν μέχρι ενός, έμειναν εκεί και προτίμησαν τον θάνατο, ενώ είχαν την ευκαιρία να διαφύγουν. Γνώριζαν ότι ο αγώνας ήταν άνισος και μάταιος κι όμως έμειναν εκεί, θέλοντας να διαψεύσουν αυτούς που τους αμφισβήτησαν και να αποδείξουν για άλλη μια φορά με τη λεβεντιά τους και τη παλικαριά τους ότι το δέντρο της λευτεριάς για να βλαστήσει και να δώσει καρπούς, πρέπει να ποτιστεί με αίμα.
Ανατρέχοντας κανείς στα γεγονότα πριν και μετά το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου, διαπιστώνει με πικρία ότι στη μεγάλη αυτή καταστροφή, σημαντικό ρόλο έπαιξε η ζηλοφθονία και η διχόνοια, που όπως είναι γνωστό, αποτελούν το σαράκι που κατατρώγει κατά καιρούς τους Έλληνες, κατάρα αθεράπευτη της φυλής μας, που δεν αφήνει να φθάσουμε τη πατρίδα μας στο επίπεδο που της πρέπει.
Ο Γιώργος Πύργαρης, γνήσιος απόγονος και συγγενής του ήρωα, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια και κατάφερε να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που υπήρχαν σκόρπια από δω κι από κει και με γλαφυρότητα, με κάθε λεπτομέρεια και ακρίβεια, περιγράφει τα γεγονότα της περιόδου εκείνης.
Πιστεύω ότι ο συγγραφέας με στόχο την ιστορική αλήθεια, κατάφερε να φωτίσει απ’ όλες τις πλευρές, τα αφορούντα τον μεγάλο Βοιωτό οπλαρχηγό του ’21, για τον οποίο είμαι βέβαιος, ότι όποιος διαβάσει το βιβλίο αυτό, θα αισθανθεί ιδιαίτερη συγκίνηση και υπερηφάνεια.
Τελειώνοντας θα ήθελα και πάλι να συγχαρώ τον εκλεκτό συγγραφέα του βιβλίου για το θαυμάσιο έργο του και να του ευχηθώ να έχει υγεία και να συνεχίσει να μας προσφέρει και άλλα τέτοια έργα.

Ευχαριστώ.



Ο ιστορικός και κοινωνικός ανθρωπολόγος Γιάννης Μήτρου

Ομιλία από τον κο Μήτρου

ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΣΑΣ
Για την πλήρη κατανόηση των περιεχομένων του παρόντος βιβλίου κρίναμε σκόπιμο να περιγράψουμε περιεκτικά όλα τα στοιχεία εκείνα που εμπλούτισαν την όλη προβληματική του συγγραφέα για τη διερεύνηση της υπόθεσης Σκουρτανιώτη.
Η διαδικασία ανάλυσης και επεξεργασίας των αρχειακών πηγών, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ιδεολογικοπολιτικού μανδύα ο οποίος συντελεί στο να μην κατασταθεί το προϊόν της επιστημονικής σκέψης άχρωμο, άοσμο και χωρίς ύφος. Έτσι, στην καταληκτική εργασία τα γεγονότα έχουν ήδη διαποτιστεί από τις συναισθηματικές προθέσεις του συγγραφέα και έχουν εξαχθεί κατά τρόπο που ναι μεν μπορεί να προκαλούν στον αναγνώστη αβεβαιότητα ως προς το βαθμό της ειλικρινούς αποτύπωσης του αντικειμένου, αλλά ουσιαστικά επιτυγχάνουν την αμεσότερη ερμηνεία ατομικών και συλλογικών συμπεριφορών.
Αντίθετα με την παραδοσιακή, η σύγχρονη ιστορική θεώρηση, έχοντας στρέψει τον αναλυτικό της φακό περισσότερο στην ερμηνεία και λιγότερο στην αφήγηση, εντάσσει την ατομική διαδρομή του Αθανασίου Σκουρτανιώτη που διαγράφηκε από συνεργασίες υψηλού στρατιωτικού επιπέδου μέσα στην επιτυχημένη πορεία που ακολούθησε το επαναστατημένο γένος.
Στην παραπάνω λογική, εντάσσεται και η γόνιμη προσπάθεια του Γιώργου Πύργαρη, που θα αποτελέσει σίγουρα ένα θεωρητικό κορμό στήριξης για τους μετέπειτα επιστήμονες, ένα βασικό εργαλείο μελέτης των εγχώριων κοινωνικών δομών, οι οποίες σαφώς επέδρασαν, όσο επέδρασαν στην υπερτοπική πραγματικότητα. Ο συγγραφέας αναλύει με δεξιοτεχνία τις ποίκιλες και αξεπέραστες στρατηγικές ικανότητες και δεξιότητες του οπλαρχηγού, ενώ το συνολικό του έργο πλημμυρίζει από ολοκάθαρους υπαινιγμούς για τις συνθήκες που οδήγησαν στο βίαιο και αναπάντεχο θάνατό του. Βασανιστικά ερωτήματα που τίθενται ανελλιπώς από το συγγραφέα απαντιούνται με σαφήνεια στο βαθμό, που η μέχρι σήμερα έρευνα των αρχειακών πηγών παραμένει επαρκής. Δηλαδή, υπαινισσόμαστε ότι η πλήρης διερεύνηση των γνωστών γραπτών πηγών και η παραγωγή «τελεσίδικων» ιστορικών συμπερασμάτων, απαιτούν πολυετείς ατομικές προσπάθειες, που όπως καταλαβαίνουμε είναι ανέφικτο να πραγματοποιηθούν. Για το λόγο αυτόν, ακολουθούνται συγκεκριμένοι τεχνικοί βηματισμοί, που καλύπτουν κάθε φορά συγκεκριμένα τμήματα του συνολικού πεδίου έρευνας, συμβάλλοντας σταδιακά στην κατασκευή μιας γέφυρας επικοινωνίας, η οποία οδηγεί στην εξαγωγή ακριβέστερων συμπερασμάτων για τα γεγονότα.
Εισδύοντας στο παρελθόν λοιπόν, θα διαπιστώσουμε ότι, από τα μέσα του 19ου αιώνα που το θέμα Σκουρτανιώτη άρχισε να αναμοχλεύεται και να γνωστοποιείται μέσα στις σχολικές Θηβαϊκές αίθουσες από τις περιοδικές και διάσπαρτες ομιλίες του διδασκάλου Επαμεινώντα Παπαβασιλείου, προχωρήσαμε στα τέλη του ιδίου αιώνα σε μια ακριβέστερη έγγραφη περιγραφή που πραγματοποιήθηκε από τον νομικό Ευκλείδη Βαγιάννη, για να καταλήξουμε το 1928 στο γνωστό έργο του Γεωργίου Τσεβά, το οποίο με κύριο άξονα την προφορική παράδοση προχώρησε στην ανασύνθεση της βοιωτικής ιστορίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η μελέτη του Γεωργίου Φανόπουλου έφερε στο φως ένα τμήμα από τα αρχεία Βλαχογιάννη και μαζί τους έθεσε επί τάπητος πρόσθετους λόγους αμφισβήτησης των ως τότε καταγραφέντων. Πρόσφατα, το 2004, η ανασκόπηση των αρχείων της εθνικής παλιγγενεσίας, έδωσε μια νέα ώθηση στη μεθοδολογική προσέγγιση και μια ευκαιρία στο αναγνωστικό κοινό να προχωρήσει σε διαφορετικούς όρους πρόσληψης του παρελθόντος, το οποίο θα ήταν αποδεσμευμένο από την προφορική παράδοση η οποία σημειωτέον είχε απεκδυθεί εν μέρει από τις προγενέστερες εργασίες των Βαγγέλη Μίχα και Θανάση Κυριάκου. Σήμερα το πόνημα του Γιώργου Πύργαρη με εύπεπτο, λογοτεχνικό και αποκαλυπτικό τρόπο ξεδιπλώνει όλες τις ως τώρα πτυχές της υπό εξέλιξη έρευνας, συμπεριλαμβάνοντας στο ενεργητικό του κρίσιμες παραμέτρους για την πλήρη κατανόηση της αθέατης ιστορικής πραγματικότητας. Αν τώρα σε έναν επόμενο βήμα μελετηθεί νέο υλικό, τότε ενδεχόμενα δεν αποκλείεται να προκύψουν κάποια στοιχεία που να είναι σε θέση να δυναμιτίσουν την υπάρχουσα κατάσταση και να φωτίσουν νέες πτυχές -προς το παρόν αμυδρές- του μεγάλου κάδρου των γεγονότων.
Κοντά σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε πως οι παραγόμενες επιστημονικές σκέψεις είναι διαποτισμένες και από τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της εποχής μέσα στην οποία αναφύονται. Έτσι, η ιστορία, που θα παραχθεί από μια κοινωνία με υλιστικούς προσανατολισμούς, θα διέπεται προφανώς από στοιχεία που υποτονίζουν την συμβολή των παραδοσιακών όρων στη διαμόρφωση κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών, ενώ θα υπερτονίζουν την ολοκληρωτική επιρροή των οικονομικών συνθηκών στην ιστορική διαπραγμάτευση.
Αλλά, ας δούμε, σε ένα δεύτερο στάδιο τον τρόπο με τον οποίο όλα τα παραπάνω συμπλέκονται και συνυφαίνονται με τα γεγονότα μέσα στις σελίδες του παρόντος βιβλίου, έχοντας δύο υποθέσεις εργασίας, ότι οι μεν πολιτικοστρατιωτικοί κύκλοι των δερβενοχωριτών δε μπόρεσαν να απαγκιστρωθούν από τη δίνη των ευρύτερων επαναστατικών δρώμενων και ότι οι δε τοπικοί δυνάστες όπως οι Κωλέττης, Ευμορφόπουλος και Γκούρας, για την υλοποίηση των σκοπών τους υπέβοσκαν και έφταναν μέχρι και στον ολοκληρωτικό αφανισμό ή τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων τους.
Ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα. Στο πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα δυτικοί περιηγητές διαπίστωναν την έλλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων στο βοιωτικό χώρο, η οποία μείωνε τη φοροδοτική δυνατότητα του γραικού παραγωγού, περιόριζε τους διαθέσιμους φορολογικούς πόρους και οδηγούσε κατά συνέπεια στην υψηλή φορολόγηση των εγχώριων παραγόμενων αγαθών από το οθωμανικό κράτος. Το κράτος προσπόριζε σημαντικά οφέλη από την καλλιέργεια του βαμβακιού στη Λειβαδιά, που όμως διοχετεύονταν απευθείας στο θησαυροφυλάκιο του Αλή πασά, ενώ στο καζά της Θήβας τεράστιος ήταν ο ρόλος των δερβενοχωριτών που με την φύλαξη των στενών και την προστασία των χρηματαποστολών διαφύλατταν τα συμφέροντα των οθωμανών τιτλούχων, εξασφαλίζοντας σταθερές πηγές προσόδους για το κράτος, που αν δεν υπήρχαν το βάρος τους θα μετακυλύοταν στους χωρικούς. Ανάμεσα στους δύο ανταγωνιστικούς κόσμους, δημιουργήθηκαν ισχυρότατες σχέσεις συμφέροντος και αλληλοδεσμεύσεις που οδήγησαν ένα μεγάλο τμήμα των παραγόμενων οικονομικών πλεονασμάτων να μεταφερθεί από τα χέρια της αδηφάγου οθωμανικής στα χέρια της ελληνικής κοινοτικής διοίκησης. Την ίδια στιγμή, προεστοί και στρατιωτικοί μέσα σε ένα γενικευμένο κλίμα υποταγής στην ισχύ των οθωμανών, έπνιγαν τα μικροσυμφέροντά τους στο βωμό της διατήρησης των παραδοσιακών δεσμών εξουσίας με τους ντόπιους χωρικούς, δεσμοί οι οποίοι ευλογούνταν και από την θρησκευτική ιεραρχία. Σε γενικές γραμμές, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα έδρασε ο Θανάσης Σκουρτανιώτης που γρήγορα εξελίχθηκε σε αδιαφιλονίκητο στρατιωτικό αρχηγό των δερβενοχωριτών, σεβόμενος πάντοτε τις τοπικές ιεραρχίες και τις ισορροπίες μέσα στις κοινότητες, συμπλέοντας δηλαδή με τις στοχεύσεις των κοινοτικών και θρησκευτικών ηγητόρων οι οποίοι τον πατρονάριζαν. Μολονότι η σχέση των δερβενοχωριτών με τους οθωμανούς ήταν οικοδομημένη σε μια πανίσχυρη βάση αλληλοσυμφέροντος, το 1821, στις αρχές του Αγώνα τέθηκε σε σκληρή δοκιμασία και ακαριαία κλονίστηκε και κατέρρευσε από την ασυγκράτητη ορμή του επαναστατικού ρεύματος. Σημαντικό ήταν ότι κατά τον τελευταίο ασπασμό των μεταξύ των σχέσεων, οι οθωμανοί μετά από μικροαψιμαχίες εγκατέλειψαν χωρίς απώλειες τη Θήβα, αλλά και η ίδια η πόλη γλίτωσε την πυρά, εξασφαλίζοντας μιαν ανεκτή κατάσταση για τη συνέχεια.
Εν τω μεταξύ ο θάνατος του αρχηγού των δυνάμεων της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, Αθανάσιου Διάκου, μετά τη Μάχη της Αλαµάνας στις 22 Απριλίου 1821 δηµιούργησε κενό εξουσίας, η πλήρωση του οποίου επιτεύχθηκε με την τοποθέτηση στη θέση του, του αρχιστράτηγου Οδυσσέα Ανδρούτσου, ο οποίος μάλιστα έγινε και ο κυριότερος εκφραστής των στρατιωτικών συμφερόντων στην περιοχή, επιδιώκοντας στις νέες συνθήκες την αλλαγή των προεπαναστατικών σχέσεων εξουσίας, σε βάρος φυσικά των προεστών. Όλοι οι στρατιωτικοί και ο Σκουρτανιώτης που παρευρέθηκαν στη Συνέλευση των Σαλώνων τον Νοέμβριο του 1821 τέθηκαν απαρέγκλιτα στο πλευρό του ελπίζοντας ότι θα γίνουν και οι αδιαμφισβήτητοι διεκδικητές της τοπικής εξουσίας, δηλαδή οι διεκδικητές των δεκάτων και δοσιμάτων των αγροτικών προϊόντων. Λίγες ημέρες προηγουμένως στις 15 Νοεμβρίου είχε συσταθεί ο Άρειος Πάγος, η απάντηση δηλαδή των προεστών στις ενδόμυχες βλέψεις των στρατιωτικών, ο οποίος και αποτελούσε το ανώτατο πολιτικό όργανο διοίκησης της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, κάτω από την σκέπη του οποίου τέθηκαν ευθύς εξαρχής οι κοινοτικές διοικήσεις για να προστατευτούν. Μάλιστα, η δημιουργία ενός κεντρικού ταμείου διαχείρισης και διανομής των πόρων απάλλαξε τις κοινοτικές διοικήσεις από το βάρος της συντήρησης ενόπλων σωµάτων, δίνοντάς τους μια νέα προοπτική κερδοφορίας εις βάρος των χωρικών. Οι χωρικοί που είχαν τώρα επιβαρυνθεί και με τα δοσίματα ενός νέου φορολογικού μέτρου της «κάσσας του γένους» όπως λεγόταν και το οποίο είχε προωθήσει ο Άρειος Πάγος οδηγήθηκαν στην εξαθλίωση και ένα βήμα πιο κοντά στον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Οι σχέσεις δερβενοχωριτών και Ανδρούτσου διαπνέονταν από ομόνοια και αλληλεγγύη, όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής.
Στα 1822 το πεδίο αναμέτρησης των οπλαρχηγών με τους προεστούς και τους αρεοπαγίτες μεταφέρθηκε στις πλούσιες προσοδοφόρες πεδιάδες των επαρχιών της Αθήνας και της Ευρίπου. Ο προκλητικός διορισμός από τον Άρειο Πάγο ενός Θεσσαλού στρατιωτικού, του Διαμαντή Νικολάου στη θέση του οπλαρχηγού των διοικητικών στρατευμάτων στην Εύβοια, οδήγησε για πρώτη φορά από την αρχή της επανάστασης όλους τους οπλαρχηγούς προσκείμενους στον Ανδρούτσο σε ανοιχτή εμφύλια αντιπαράθεση διότι ουσιαστικά έχαναν τα κεκτημένα στις περιοχές που προεπαναστατικά ήλεγχαν. Στη φάση αυτή το μέγιστο μέρος των προεστών της Θήβας και των δερβενοχωρίων συντάχθηκε με τους οπλαρχηγούς, για να αποφύγει ενδεχόμενη απομόνωση και να διατηρήσει σε κάποιο βαθμό τους παλιούς συσχετισμούς δυνάμεων. Μία αίτηση των δερβενοχωριτών και του Σκουρτανιώτη προς το Βουλευτικό του Δημήτριου Υψηλάντη, το Φεβρουάριο του 1822, που του ζητούσαν επίμονα την άδεια εκστράτευσης κατά του Κιαμήλ Μπέη και σε περίπτωση στρατιωτικής επικράτησης την ιδιοποίηση μέρους των πολεμικών λαφύρων, αποκάλυπτε τη μείωση της δυνατότητας άντλησης των παραγόμενων γεωκτηνοτροφικών πόρων στα Δερβενοχώρια, που είχε πληγεί έντονα από τις οθωμανικές καταστροφές, την απομύζηση των αρεοπαγιτών και την εκτεταμένη ανασφάλεια.
Στο τομέα των Αθηνών η αγωνιώδης προσπάθεια του Ανδρούτσου να θέσει υπό τον πλήρη έλεγχό του το φρούριο της Ακρόπολης μέσω του πολιτικού προσεταιρισμού των προκρίτων, τον εξώθησε να συγκαλέσει τον Σεπτέμβριο του 1822 τη Συνέλευση των Αθηνών και να οδηγηθεί στη λήψη μιας εσπευσμένης και τελικά αμφιλεγόμενης πολιτικής απόφασης, όπου έδινε το δικαίωμα συναγωγής των φορολογικών εισπράξεων των δερβενοχωρίων στους αθηναίους προκρίτους. Την συγκεκριμένη πράξη υπέγραψαν και οι αυτόχειρες Θηβαίοι αεροπαγίτες Παναγιώτης Σαπουτζής και Σωτήριος Δούρος. Από το χρονικό αυτό σημείο οι σχέσεις μεταξύ του αρχιστράτηγου και των τοπικών παραδοσιακών αρχών εξουσίας καθώς και του εξαρτώμενου μέλους τους Σκουρτανιώτη διαταράχθηκαν ανεπανόρθωτα, όπως έδειξαν οι εξελίξεις. Το Μάιο του 1823 οι δημογέροντες Δερβενοχωρίων διαμαρτυρήθηκαν έντονα στη Διοίκηση για την φοροεισπρακτική αυθαιρεσία, αξιώνοντας την ακύρωσή της, αλλά ο πρόεδρος του Εκτελεστικού Μαυρομιχάλης τους αγνόησε επιδεικτικά κρίνοντας ότι στην παρούσα συγκυρία ήταν ασύμφορη η αποδυνάμωση των παραδοσιακών ηγετικών ομάδων στην Ανατολική Ελλάδα.
Αντίθετα η κυβέρνηση Κουντουριώτη, που ανέλαβε τον Ιανουάριο του 1824 και ήταν η κύρια διαχειρίστρια των αποφάσεων της Β΄ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους στην οποία οι Υδραίοι προεστοί κατίσχυσαν έναντι των στρατιωτικών, έθεσε αμέσως υπό αμφισβήτηση τα φορολογικά δικαιώματα των Αθηναίων επί των προσόδων των δερβενοχωρίων πλήττοντας έτσι σοβαρά τα συμφέροντα του Ανδρούτσου. Οι σχέσεις όμως του Σκουρτανιώτη με τους προεπαναστατικούς και παραδοσιακούς οπλαρχηγούς είχαν πλέον διαρραγεί. Έτσι, όταν ο Ιουσούφ πασάς Περκόφτσαλης, φρούραρχος Δοβρουτσάς έφτασε τον Ιούλιο του 1823 για να καθυποτάξει την Εύβοια, κλήθηκαν από τη Διοίκηση και συνενώθηκαν για να τον αντιμετωπίσουν οι δυνάμεις του Θηβαίου Μήτρου Τριανταφυλλίνα, του Λειβαδίτη Βασίλη Μπούσγου και του δερβενοχωρίτη Θανάση Σκουρτανιώτη με τις αντίστοιχες δυνάμεις ενός ορκισμένου εχθρού του Ανδρούτσου, φίλου του Κωλέττη και των αρεοπαγιτών, του Θεσσαλού δηλαδή Διαμαντή Νικολάου, κάτι που πριν τη συνέλευση των Αθηνών, θα ήταν εντελώς αδιανόητο να συμβεί. Και σαν να μην έφτανε αυτό οι παραπάνω φίλιες δυνάμεις στο πρώτο κέλευσμα της μάχης με το πρώτο φως της ημέρας εγκατέλειψαν άνανδρα τον Σκουρτανιώτη και τον άφησαν γυμνό και ανυπεράσπιστο μπροστά στις οθωμανικές ορδές ώστε να τον εξαφανίσουν. Ο στρατιωτικός Θανάσης Σκουρτανιώτης γλίτωσε από βέβαια τύχη έχοντας αντιστηρίγματα το θάρρος και την πολεμική του ικανότητα εκεί στα προδοτικά και τρομερά στενά της Παγώνδας. Τώρα μόλις, είχε αντιληφθεί ότι είχε μπλεχθεί για τα καλά στα γρανάζια ενός γιγάντιου νοσηρού πολιτικού παιχνιδιού, τους κανόνες του οποίου δεν μπόρεσε ποτέ να παρακολουθήσει. Και αν στα επιβλητικά στενά της Παγώνδας γλίτωσε και από τύχη από τα νύχια του Ιουσούφ πασά της Δοβρουτσάς, δεν θα γλίτωνε από τα μακρύτερα νύχια του Ομέρ πασά της Καρύστου 2,5 χρόνια μετέπειτα στην Αγία Σωτήρα Μαυροματίου.
Τον Απρίλιο του 1824 είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες μιας σημαντικότατης Συνέλευσης, εκείνης των Σαλώνων που τα ψηφίσματά της παγίωσαν με τον πλέον ρητό και δραματικό τρόπο, πρώτο, την πλήρη απομάκρυνση των οπλαρχηγών από την διαχείριση των τοπικών πόρων, δεύτερο, τον τερματισμό της διοικητικής εξάρτησης των Δημογερόντων από τα συμφέροντα των οπλαρχηγών και τρίτο, την πλήρη εξάρτηση των οπλαρχηγών από τη μισθοδοσία της κεντρικής διοίκησης. Κατά αυτόν τον τρόπο είχε ολοκληρωθεί η ανατροπή ενός προαιώνιου συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό των κοινοτήτων της ΑΧΕ. Ήταν το τέλος μιας εποχής για την οποία τόσο σκληρά είχαν παλέψει μεταξύ τους οπλαρχηγοί και προεστοί ώστε να την διαμορφώσουν.
Με βάση το πνεύμα των παραπάνω εξελίξεων η Προσωρινή Διοίκηση που την καθοδηγούσε ο Ιωάννης Κωλέττης, προχώρησε τον Ιούλιο του 1824 στη σύσταση τεσσάρων στρατοπέδων για να ελέγξει τους στρατιωτικούς και να αντιμετωπίσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα που προέλαυναν απειλητικά και λυσσαλέα προς το κεντρικό ελληνικό επαναστατικό χώρο. Το στρατόπεδο των Δερβενοχωρίων πέρασε στη διοίκηση του ξένου προς τον τόπο Διονυσίου Ευμορφόπουλου, ο οποίος εδρεύοντας στα Καβάσαλα απέκτησε γρήγορα άμεση πρόσβαση στη δυνατότητα επιστράτευσης εντόπιων ένοπλων χωρικών, οι οποίοι κάτω από το δέλεαρ μιας παχυλής και σίγουρης μισθοδοσίας αποσχίζονταν από τον φυσικό τους αρχηγό Θανάση Σκουρτανιώτη περιορίζοντας έτσι την στρατιωτική του ισχύ. Για να πετύχει μάλιστα ο Ευμορφόπουλος την απόλυτη επικράτηση επί των Δερβενοχωριτών, υπέδειξε στην Κυβέρνηση ως χρηματοδοτική πηγή για την συντήρηση των στρατιωτών του τα έσοδα των Δερβενοχωρίων, εκμηδενίζοντας έτσι και την οικονομική και κατ’ επέκταση πολιτική ισχύ των προεστών. Τα δερβενοχώρια του Σκουρτανιώτη είχαν για τα καλά διέλθει την πύλη μιας ιδιαίτερης φάσης εσωστρέφειας και αποκλειστικής εξάρτησης από το στρατόπεδο Ευμορφόπουλου. Ήταν μια δυσάρεστη εξέλιξη, που μας εξηγεί στη συγκεκριμένη συγκυρία, αφενός μεν το περιορισμένο εύρος του στρατεύματος Σκουρτανιώτη και αφετέρου δε την τάση προσκόλλησης του οπλαρχηγού στις δυνάμεις του αρχιστράτηγου Γκούρα, οι οποίες μάστιζαν όλη την περιοχή από την Αθήνα μέχρι και τη Λιβαδειά. Έτσι, το καλοκαίρι του 1824 ο Σκουρτανιώτης υποχρεώθηκε από φιλότιμο μονάχα και από αγάπη για την πατρίδα του, να συμμετάσχει σε κοινές με τους Μαμούρη και Ρούκη επιχειρήσεις καταστροφής του στρατεύματος του Ομέρ πασά της Καρύστου και τις οποίες διοικούσε ο αρχιστράτηγος Γιάννης Γκούρας. Ο τελευταίος επιδιώκοντας να αποδείξει τη στρατιωτική του υπεροχή έναντι του εξοστρακισμένου Ανδρούτσου ο οποίος δεν είχε καταφέρει ποτέ να επιφέρει ένα καίριο πλήγμα στις εχθρικές δυνάμεις του Ομέρ πασά, επιδίωξε να παραπλανήσει και να παρασύρει το εχθρικό στράτευμα σε ένα δικής του επιλογής πεδίο μάχης, ώστε να το συντρίψει. Ήταν μια στόχευση που δεν επιτεύχθηκε ποτέ.
Συνολικά, μέχρι τον Μάρτιο του 1825 η Κυβέρνηση και οι πολιτικοί της εκφραστές Κωλέττης και Μαυροκορδάτος, μετά την ολοκλήρωση και της δεύτερης φάσης του εμφυλίου πολέμου, τον εγκλεισμό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στη φυλακή, την έναρξη επιχειρήσεων σύλληψης του Ανδρούτσου με την κατηγορία συνεργασίας με τον εχθρό, την αποκλειστική διαχείριση των συναπτόμενων εξωτερικών δανείων και την παροχή μισθολογικών βαθμών, είχε επιτύχει την ολοκληρωτική καθυπόταξη του συνόλου του ελληνικού στρατιωτικού κόσμου στις βλέψεις και τις προθέσεις της. Με λίγα λόγια δηλαδή, στο δεύτερο εµφύλιο στα τέλη του 1824 τα ρουμελιώτικα στρατεύματα και οι οπλαρχηγοί συμπαρατάχθηκαν µε τη Διοίκηση και τους Νόµους, µε τη πλευρά, δηλαδή, που διαχειριζόταν τα δάνεια. Ήταν μια απόλυτη και συντριπτική επιβολή εξουσίας πάνω στους εσωτερικούς εχθρούς και μια ολοσχερής ανατροπή των παραδοσιακών σχέσεων εξουσίας που ολοκληρώθηκε με την άνανδρη δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου από το κάποτε πρωτοπαλίκαρό του Γκούρα τον Ιούνιο του 1825.
Λίγο πριν, η άσκοπη αιματοχυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι έδειξε καθαρά ότι η Επανάσταση είχε φτάσει σε ένα κομβικό και οριακό σημείο και απαιτούνταν η συγκρότηση τακτικού στρατεύματος αφού το ως τότε άτακτο δεν είχε μπορέσει να αναχαιτίσει την επέλαση του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου προς το κέντρο της Πελοποννήσου. Η επανάσταση παρά την προσωρινή νίκη στους Μύλους στις 13 Ιουνίου 1825, από τους Μαυρομιχάλη, Υψηλάντη και Μακρυγιάννη, διερχόταν τις πιο κρίσιμες και επικίνδυνες στιγμές της μικρής της ιστορίας.
Μέσα στα πλαίσια της ολικής αντιπαλότητας και της καχυποψίας των διαμορφωμένων ταξικών πλέον δυνάμεων, της γενικευμένης ηττοπάθειας, της απέλπιδος προσπάθειας για μια νικηφόρα εκστρατεία, καθώς και του βάσιμου ελληνικού φόβου για μια ενδεχόμενη σύζευξη των υπαρχόντων κυριοτέρων εχθρικών δυνάμεων σε Στερεά και Πελοπόννησο, τα οποία σε συνδυασμό με την πολιορκία του Μεσολογγίου θα μπορούσαν να συνθλίψουν εντελώς την Επανάσταση, αποστάλθηκε από την κυβέρνηση Κουντουριώτη και στον οπλαρχηγό η διαταγή εκκαθάρισης της Αττικοβοιωτικής και Ευβοϊκής περιοχής από τα οθωμανικά στρατεύματα του Ομέρ πασά με την χρησιμοποίηση της υπάρχουσας και πιστής δύναμης που διέθετε ο Σκουρτανιώτης, καθώς και μιας άλλης μεγάλης που του υποσχόταν η Κυβέρνηση ότι θα τον ενισχύσει στο εγγύτατο μέλλον.
Η λήψη από τον Σκουρτανιώτη, της εξειδικευμένης κυβερνητικής ντιρεκτίβας τον Οκτώβριο του 1825 για πλήρη εκκαθάριση από τον εχθρό των δύο κεντρικών αρτηριών Χαλκίδας-Θηβών και Θηβών-Λιβαδειάς, τον έβρισκε πολιτικά εξουθενωμένο και στρατιωτικά εξασθενημένο και η οποιαδήποτε απόπειρα άρνησης εκτέλεσης της άστοχης Κυβερνητικής διαταγής έμοιαζε καταδικασμένη σε αποτυχία. Επιπλέον, η πρόσφατη βίαιη ερήμωση της επαρχίας από τον οθωμανικό στρατό περιόριζε στον Σκουρτανιώτη τα ήδη στενά περιθώρια χρόνου και ελιγμών. Το μικρό μέγεθος του στρατεύματος που διέθετε τον καθιστούσε εξαρτώμενο από άλλες -αμφιβόλου φερεγγυότητας και δυναμικότητας- δυνάμεις με τις οποίες έπρεπε ταχύτατα να συνεννοηθεί. Η εγκατάλειψη της ιδιαίτερής του πατρίδας για το καλό της Επανάστασης ήταν πλέον δεδομένη. Δεδομένη συνάμα ήταν και ο συθέμελος κλονισμός των σχέσεών του με τη Διοίκηση Δερβενοχωρίων, γιατί την παρέδιδε στο οίκτο της Κυβέρνησης και στο έλεος των Οθωμανών. Οι προσδοκίες της τοπικής διοίκησης για ολοκληρωτικό εναγκαλισμό του οπλαρχηγού είχαν διασυρθεί, γκρεμιστεί και διασκορπιστεί εντελώς, από μια απλή διαταγή, που ήταν όμως ισχυρότατη διότι είχε δοθεί την πιο κατάλληλη χρονική στιγμή. Και ο ευγενέστατος Σκουρτανιώτης γινόταν ο εκτελεστής της, ο δήμιος δηλαδή του εαυτού του.
Ο θείος του Θανάσης Παπαδιπλός έφτασε τότε σε μια τεραστίων διαστάσεων κρίση αλλοφροσύνης, όπως αναφέρει η προφορική παράδοση. Σε μια επίδειξη υψηλής τεχνικής αναθέματος, που πίσω της υπολάνθανε ένα φθονερό και απαίσιο ατομικό συμφέρον, εκστόμισε -στην αρβανίτικη διάλεκτο- στον υποτιθέμενο αγαπημένο του ανιψιό, το ανείπωτο, «να πας και να μη ξαναγυρίσεις» ή, όπως πολύ εύστοχα ανέφερε και θα αναλύσει στη συνέχεια ο συνομιλητής Θανάσης Κυριάκος: «να πας, αλλά δεν θα ξαναγυρίσεις». Τα λόγια του Παπαθανάση, είτε ως κατάρα, είτε ως αυστηρή προειδοποίηση, έπιασαν. Ο Θανάσης δε γύρισε πίσω ποτέ ξανά.
Το απόγευμα της 3ης Νοεμβρίου 1825 ο Θανάσης Σκουρτανιώτης έπεφτε στη γη νεκρός, θανάσιμα χτυπημένος από εχθρικά πυρά έξω από την Αγία Σωτήρα Μαυροματίου. Το μέγεθος της απώλειας του ανδρός Θανάση Σκουρτανιώτη αποτυπώθηκε στους παλμούς μιας συντετριμμένης και τρεμάμενης φωνής που μουρμούριζε :
"…Πικροτέραν στιγμήν και φαρμακοτέραν εις καμίαν περίστασιν δεν είχα δοκιμάσει. Εμείναμεν εις την μέσην του στρατοπέδου ικανήν ώραν, χωρίς να κινούμεθα ούτε εδώθεν ούτε εκείθεν. Εσυλλογίσθημεν εις ποίον έπρεπε να υπάγωμεν να μας παρηγορήση, ποίον να παρηγορήσωμεν. Επιστρέψαμεν οπίσω ειδοποιούντες και τους λοιπούς να μείνουν εις την θέσιν, διότι ο αρχηγός απέθανεν…".


Ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΘΟΔΩΡΗ ΒΟΡΙΑ

Κυρίες και Κύριοι
σας χαιρετώ και λυπάμαι που δε βρίσκομαι ανάμεσά σας, ανάμεσα σε συγγενείς και συντοπίτες ηρώων που διάλεξαν το δύσκολο δρόμο του αγώνα και της θυσίας, ηρώων που δε βολεύονταν να ζήσουν τη ζωή τους σκυφτοί, μέσα στη καταφρόνια αλλά περήφανοι κι αδέσμευτοι.
Γνώρισα την ιστορία του οπλαρχηγού Αθανάσιου Σκουρτανιώτη και των πολεμιστών του από το διαδίκτυο, ναι μέσα από το άψυχο και κατηγορημένο αυτό μέσο της αποξένωσης βρήκα το δρόμο να κατηφορίσω στα χώματά σας από τη Θεσσαλονίκη απ’ όπου κατάγομαι κα ζω.
Σ’ εκείνη την ιστοσελίδα, μέσα στην εξιστόρηση των αγώνων, που επιμελήθηκε τόσο καλά ο φίλος Γιώργος Πύργαρης, ανακάλυψα κάτι που με συντάραξε διαβάζοντάς το, ανακάλυψα μια ποιητική διασκευή με τίτλο: Το χρονικό ενός ολοκαυτώματος σε έντεκα μπαρουτοκαπνισμένα σημειώματα.
Τα σημειώματα αυτά τα προόριζε ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης προς τη «Σεβαστή διοίκηση», όπως σεμνά αποκαλούσε κι ανέγραφε στην αρχή κάθε μηνύματός του, και περιέγραφαν βήμα προς βήμα τη μάχη που δόθηκε κατά των Τούρκων κοντά στη Θήβα, στη θέση Μαυρομάτι, στο παρεκκλήσι του Σωτήρος.
Τα σημειώματα αυτά κλείνουν δραματικά με τα παρακάτω λόγια:

Σεβαστή διοίκησις
καιόμενος πέφτω

Έλληνες!
εδώ κείμεθα
σάρκαι καμέναι

ελευθερία...
ελευθερία… ή… θάνατος

Κυρίες και Κύριοι
έστρεψα τα μάτια μου σ’ αυτό το ποίημα, γιατί ποίημα υπήρξε ολόκληρος ο αγώνας για τη λευτεριά του Γένους, για να καταλάβω ή καλύτερα για να αισθανθώ ποιά δύναμη οδήγησε τους ανθρώπους σας στη θυσία, ποιες αξίες αναστάτωσαν τις ψυχές των συγγενών σας ώστε να σταθούν με ψηλά το κεφάλι απέναντι στον τύραννο και το θάνατο.
Έστρεψα τα μάτια μου σ’ αυτό το ποίημα, στο ελληνικό εκείνο θαύμα του ’21, γιατί χρειάστηκα το μεγαλείο εκείνων των ηρώων, γιατί όλοι μας χρειαζόμαστε τούτες τις μέρες της εθνικής μας καταφρόνιας ένα καινούργιο ελληνικό θαύμα για να ξανασταθούμε, για να ξανακοιτάξουμε ψηλά.

Έλειψε η ποίηση απ’ τη ζωή μας… είπαμε πως δεν καταλαβαίνουμε τα ποιήματα και κλείσαμε την πόρτα μας στον εαυτό μας. Ξεπέσαμε στης αγοράς το αλισβερίσι κι ύστερα μας φάνηκε τρανός κι άγιος ο καπεταν Θανάσης ο Σκουρτανιώτης, μας φάνηκαν άγγελοι οι πολεμιστές του που ήταν πιότερο απλοί κι αγράμματοι απ’ τους τωρινούς μας γείτονες και συγγενείς.

Έλειψε η ποίηση απ’ τη ζωή μας… είπαμε να κρύψουμε την ιστορία μας, να την αλλάξουμε, να ξορκίσουμε πια το κακό του πολέμου να μη μας ξαναβρεί. Και τα ξωκλήσια; Κι οι πέτρες που γίνονταν ταμπούρια; Και το αίμα που χύθηκε; Τέτοια πράγματα δεν κρύβονται, ούτε γίνεται να τ’ αλλάξεις γιατί οι πέτρες και τα ξωκλήσια και το αίμα υπάρχουν μέσα μας και θα φωνάζουν κάθε τόσο και θα γίνονται στίχοι σε ποιήματα, δάκρυα κι αναφιλητά.

Ποιήματα έγραψαν με τη ζωή τους όσοι άνθρωποι είχανε ιδέες κι αξίες και περιφρόνησαν κάθε τι που τους κρατούσε δεμένους στη γη κι άνοιξαν τα φτερά τους κι έφτιαξαν ιστορία με το αίμα τους… μα εμείς, οι προσγειωμένοι, δεν ξέρουμε από ποιήματα, κι αν θέλουμε να σβήσουμε την ιστορία των ηρώων είναι ίσως γιατί ντρεπόμαστε, γιατί στερέψαμε από ιδέες και αξίες, γιατί διαλέξαμε τη σιγουριά της γης απ’ τους αιθέρες και τα παράτολμα φτεροκοπήματα.


Κυρίες και κύριοι
αν σήμερα περνούσε απ’ το χωριό μας ο καπεταν Θανάσης με τα παλικάρια του πόσοι δε θα βρισκόμασταν να ψιθυρίσουμε για την αποκοτιά του να τα βάλει με τους δυνατούς, πόσοι δε θ’ αναλογιζόμασταν το βιος μας, τις φαμελιές μας, τις δουλειές μας για να κρυφτούμε πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα του εγωισμού μας και να σκύψουμε το κεφάλι όχι πια στον Τούρκο αλλά στη μικροαστική νοοτροπία μας, στα ελαττώματά μας που μας οδήγησαν στην πνευματική φτώχια και την ψυχική στειρότητα, στην πραγματική εθνική χρεοκοπία μας .

Να γιατί ζητάμε να θυμηθούμε και να τιμήσουμε τους ήρωες που μας ελευθέρωσαν κάποτε κάνοντας πέρα τη βόλεψη και τα ελαττώματά τους, γιατί έχουμε ανάγκη ν’ ανάψει στη σημερινή συγκέντρωσή μας φωτιά από το αίμα της καρδιάς τους.

Σας χαιρετώ από την Θεσσαλονίκη
Θοδωρής Βοριάς






Χαιρετισμός από τον Δήμαρχο Θεσπιαίων κο Πελώνη




Χαιρετισμός από τον κ. Γεωργίου Βαγγέλη, τ. Δήμαρχο Σχηματαρίου και υποψήφιο βουλευτή




Χαιρετισμός από τον υποψήφιο βουλευτή κο Λουκά Κυριάκο




Χαιρετισμός από την αντινομάρχη κα Λάσπη




Χαιρετισμός από την βουλευτή κα Τσόνογλου




Γ. Πύργαρης

Η ομιλία του Γιώργου Πύργαρη

Κυρίες κύριοι καλησπέρα.
Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους για τη σημερινή σας παρουσία.
Το βιβλίο τούτο για τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, ήταν για μένα ένα χρέος πολλών ετών. Μέσα σε αυτό, υπάρχουν συγκεντρωμένες οι περισσότερες από τις αυθεντικές πηγές άντλησης υλικού, οι διαφορές και οι ομοιότητες μεταξύ τους, όπως επίσης και αρκετά νέα στοιχεία, για τον οπλαρχηγό Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου.
Θα μου επιτρέψετε να ευχαριστήσω τώρα κάποιους ανθρώπους που βοήθησαν να φτάσουμε στη σημερινή εκδήλωση.
Πρώτα πρώτα τον εκδότη τον Βαγγέλη Σκουρτανιώτη, όχι μόνο για το ρίσκο που πήρε εκδίδοντας το βιβλίο, αλλά και για την ηθική συμπαράσταση τα τρία χρόνια που εκείνο γραφόταν.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γιάννη τον Μήτρου για την αμέριστη βοήθεια και συμπαράσταση, όποτε του την ζήτησα.
Την ψυχολόγο κυρία Αθανασία Βελαώρα που επιχείρησε μια ψυχολογική διείσδυση στο καπετάνιο, απόπειρα δύσκολη αφού ήταν τόσο μακριά χρονικά από το αντικείμενό της.
Τους συγγραφείς που έχουν αφήσει παρακαταθήκες για τον οπλαρχηγό. Τον Επαμεινώνδα Παπαβασιλείου, τον Βαγιάννη, τον Λάππα, τον Βασιλείου, τον Φανόπουλο, τον Τσεβά, τους τοπικούς ερευνητές Θανάση Κυριάκο και Βαγγέλη Μίχα.
Άφησα τελευταίο έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες γλύπτες και χαράκτες, τον Χρήστο Γεωργίου από το Σχηματάρι, τον οποίο καλωσορίζω και επίσημα στο χωριό μου, αφού μας τιμάει σήμερα με τη παρουσία του. Ο κ. Γεωργίου δημιούργησε πέντε υπέροχα σκίτσα για το βιβλίο και τον ευχαριστώ. Προσωπική μου γνώμη, πως ο τόπος δε τον έχει εκτιμήσει ακόμα όσο του πρέπει. Καλλιτέχνες παγκόσμιας κλάσης και εμβέλειας σα τον Χρήστο Γεωργίου, ο τόπος πρέπει να τους έχει ψηλά. Πολύ ψηλά. Μη περιμένουμε να πεθάνουν για να τους εκτιμήσουμε και να τους ανεβάσουμε μονάχα τότε, στο βάθρο που τους πρέπει.
Θέλω να ευχαριστήσω ακόμη δύο υπέροχους ανθρώπους. Τους γονείς μου που τους χρωστάω πάρα πολλά.

Θα μου επιτρέψετε τώρα, να μη μπω σε λεπτομέρειες του βιβλίου, αφού έτσι κι αλλιώς αυτό θα υπάρχει για να διαβάζεται και να κρίνεται, αλλά να απευθυνθώ σε σας, μέσω του προσώπου για το οποίο γράφτηκε.


Στρατηγέ Αθανάσιε Σκουρτανιώτη

Πριν 185 χρόνια, ένα θλιβερό σούρουπο του Φθινοπώρου του 1825, παγιδευμένος σε ένα φλεγόμενο ξωκλήσι στο Μαυρομάτι, πατώντας πάνω στα καμένα πτώματα των συντρόφων σου, λίγο πριν πέσεις και συ, αναλογιζόσουν ίσως εάν θα πήγαινε χαμένη αυτή η θυσία. Αναλογιζόσουν ίσως, ζαλισμένος από τους καπνούς και τις φωτιές που σε κύκλωναν, εάν θα λευτερωνόταν τελικά η Ελλάδα. Ίσως αναρωτιόσουν αυτές τις τελευταίες στιγμές, που με φοβερή δυσκολία προσπαθούσες να αναπνεύσεις, εάν θα επιβίωνε από τη κόλαση αυτή του πολέμου και από τυχόν αντίποινα του εχθρού, ο δίχρονος μοναχογιός σου, ο μικρός Γιάννης. Ίσως αναλογιζόσουν ακόμη, εάν θα εκτιμηθεί αυτή η ανυπέρβλητη θυσία σας από μας τους μεταγενέστερους.

Στρατηγέ Αθανάσιε Σκουρτανιώτη
Σε πληροφορούμε, ότι η Ελλάδα, χάρη στις δικές σας θυσίες, όπως και άλλους τιμημένους αγώνες, κέρδισε τελικά τη λευτεριά της και εκτείνεται αυτή τη στιγμή, από τη Κρήτη μέχρι τον Έβρο. Από τα επτάνησα μέχρι και τη Χίο, τη Μυτιλήνη, τη Ρόδο.
Σε πληροφορούμε επίσης, ότι ο δίχρονος γιος σου Γιάννης επέζησε του πολέμου, εγκαταστάθηκε σε αυτό το χωριό και έκανε το σόι σου ν’ ανθίσει. Σκουρτανιωταίοι φτιαγμένοι από το ιερό αίμα σου, ξεκινώντας από αυτό το μικρό χωριό, έχουν διασπαρθεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και διαιωνίζουν τη γενιά σου στους αιώνες.
Όσο για μας τους μεταγενέστερους, ναι 185 χρόνια μετά, σε θυμόμαστε ακόμα. Στεκόμαστε με δέος μπροστά στο θαύμα του δοξασμένου θανάτου σου, σφυρηλατούμε αγάλματα, βιβλία, προσπαθούμε να σε ερμηνεύσουμε, να σε αξιολογήσουμε, να σε κατανοήσουμε.

Στρατηγέ Αθανάσιε Σκουρτανιώτη.
Όταν έπεσες στη μαρτυρική μάχη του Μαυροματίου μαζί με τους συντρόφους σου, ήσουν μόλις 32 ετών. Μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, κατόρθωσες να γίνεις ένας ολόλαμπρος πετυχημένος άνθρωπος. Ίσως όχι «πετυχημένος» με την έννοια που οι πολλοί χρησιμοποιούν σήμερα. Με λεφτά, ακριβά αυτοκίνητα, χλιδάτες γκόμενες και life style. Πετυχημένος, γιατί έχεις των ελαχίστων το προνόμιο, 185 χρόνια μετά από το θάνατό σου να εμπνέεις.
Το μαρτυρούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κατέφθασαν σήμερα εδώ απ’ όλα τα σημεία και τα μέρη της Βοιωτίας.
Και μας εμπνέεις, γιατί δε δημιουργήσαμε ακόμα την Ελλάδα και τη πολιτεία που θέλουμε. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, η χώρα μας βρίσκεται στα όρια της πτώχευσης. Δε μας έφτασαν 180 χρόνια λευτεριάς να δικαιωθούμε. Δε μας έφτασαν τα τελευταία τριάντα χρόνια συνταγματικής νομιμότητας, να δημιουργήσουμε ένα ισχυρό ανεξάρτητο και περήφανο κράτος. Ο πρωθυπουργός μας αυτή τη στιγμή, πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων από τη στιγμή που εκλέχτηκε και όχι μόνο όσων τον ψήφισαν, γυρνάει από χώρα σε χώρα για να διασώσει ό, τι μπορεί, αντιμετωπίζοντας ουσιαστικά την απαξίωση των δυνατών.
Γι’ αυτό το πράγμα κάηκες σε μια εκκλησιά στρατηγέ Αθανάσιε Σκουρτανιώτη;

Καπετάν Θανάση
Πολλοί ίσως θεωρούν, πως το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε, είναι έργο ενός ρομαντικού περιπατητή του παρελθόντος. Όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Μέσα από αυτή την έρευνα, επανέρχεται το πρόβλημα και η έννοια της θυσίας, απέναντι στην πιο επαίσχυντη ατομοκρατία που έχει επιβληθεί τα τελευταία χρόνια. Επανέρχεται η έννοια και η σημασία της θυσίας, της συνεργασίας και της αλληλοβοήθειας μεταξύ των ανθρώπων, απέναντι στην αδιαφορία και το μένος των αρπακτικών και των διαφόρων υψηλά ιστάμενων συμμοριών. Υπό αυτή την έννοια, το αίτημά σου καπετάνιο και το αίτημα των συντρόφων σου, παραμένει ολοζώντανο και είναι δικαιότερη κατανομή του πλούτου, αξιοπρέπεια, πραγματική δικαιοσύνη, πραγματική ελευθερία, πραγματική και υγιής δημοκρατία.

Το ερώτημα που τίθεται υπόγεια τα τελευταία χρόνια, είναι σε ποιον ανήκει τέλος πάντων αυτή η πολιτεία, σε ποιόν ανήκει αυτή η χώρα.
Ας πούμε λοιπόν σε ποιον ανήκει κι ας προσπαθήσουμε να μη το ξεχάσουμε ποτέ.
Απ’ όσο ξέρω καπετάν Θανάση, οι σύντροφοι που έπεσαν μαζί σου και γίνατε όλοι παρανάλωμα του πυρός στο Μαυρομάτι, όπως και τόσοι άλλοι Έλληνες που έχυσαν το αίμα τους σε διάφορες μάχες, ήταν απλά χωριατόπαιδα, δεν ήταν golden boys που περιμένουν να πατήσουν επί πτωμάτων για να πετύχουν.
Απ’ όσα ξέρω, οι σύντροφοι σου που πότισαν με το αίμα τους ετούτη τη γη, ήταν φτωχοί αρβανίτες ξωμάχοι, δεν ήταν ιδιοκτήτες και μεγαλοδιευθυντές τραπεζών που φτιάχνουν έτσι τους νόμους, ώστε να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους ρουφώντας το αίμα του κοσμάκη.
Απ’ όσο γνωρίζω οι σύντροφοί σου ήταν λιτοί με την έννοια της λιτότητας που δίνει ο Ελύτης στους στίχους

Κοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
Όπως ο στρατιώτης απάνω στο ντουφέκι του

Οι σύντροφοί σου ήταν ξυπόλητοι πολεμιστές που γυρνούσαν με βρώμικες φουστανέλες να αναμετρηθούν με τον εχθρό, κουβαλώντας στο δισάκι τους λίγες χούφτες αλεύρι, για να ζήσουν μέρες ολόκληρες με πίτες και ψωμί, πρόχειρα φτιαγμένα ανάμεσα σε λίγες πέτρες. Τέτοιοι ήταν και όχι αρπακτικά συμμοριών, που εργάζονται μυστικά στα απρόσιτα γραφεία τους, για το πώς θα αποδυναμώσουν την αγοραστική δύναμη των σημερινών πολιτών προς όφελός τους και να τους παραδώσουν εξοντωμένους στα πήλινα πόδια μιας πολιτείας που γίνεται κι αυτή, όλο και πιο αδύνατη μπροστά τους.
Αυτοί που θυσιάστηκαν είχαν μονάχα τα χέρια τους και ένα μεγάλο όνειρο, δεν έστηναν μεγάλα κόλπα στο χρηματιστήριο για να αποσπάσουν από τον απλό πολίτη τα λίγα χρήματα που επί χρόνια και με τόσο κόπο αποταμίευσε.
Αμόρφωτοι φτωχοί χωριάτες, ανώνυμοι Έλληνες έδωσαν το αίμα τους για μια ελεύθερη Ελλάδα, οπότε η Ελλάδα ανήκει μόνο σε αυτούς και στην ευγένεια της ψυχής με την οποία έζησαν και πέθαναν. Η Ελλάδα δεν ανήκει στους δήθεν. Στους δήθεν μορφωμένους, στις τσουκνίδες, στα παράσιτα και τα τσιμπούρια. Όλα αυτά, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επιβάλλεται να τα αποβάλλουμε από το σώμα της.


Ο πρωθυπουργός μας αυτή τη στιγμή, τρέχει στις Ευρωπαϊκές χώρες, που αν ήθελαν να βοηθήσουν πραγματικά θα βοηθούσαν. Όχι με οικονομική βοήθεια σα να ήμαστε ζητιάνοι, αλλά αλλιώς. Ένα μικρό παράδειγμα είναι η δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού, που κάθε χώρα θα συμμετείχε μονάχα με μία μεραρχία, κάτι που θα μείωνε στο ελάχιστο τα έξοδα για εξοπλισμούς. Ίσως να μη φτάναμε σαν χώρα στο σημερινό αδιέξοδο, εάν η ευρωπαϊκή κοινότητα είχε αποφασίσει εδώ και χρόνια την δημιουργία ενός τέτοιου στρατού. Αλλά δε θέλουν να βάλουν φρένο στο κακό και τις πολεμικές βιομηχανίες που έχουν και «επιβάλλεται» να παράγουν συνεχώς, όχι μόνο όπλα και εξοπλισμούς, αλλά και φόβο και θύματα για να δοκιμάζονται πάνω τους. Μας θέλουν μικρούς και φοβισμένους, για να μπορούν εσαεί να πουλούν τα εξοπλιστικά τους προγράμματα, μοιράζοντας φυσικά και τις ανάλογες μίζες από δω κι από κει. Μας έχουν δέσει όπως ο Μίνωας την αρχαία Αθήνα. Και πρέπει να στέλνουμε κάθε τόσο πεσκέσια στον Μινώταυρο. Και ο Μινώταυρος πια ζητά περισσότερους νέους, περισσότερους από μας στα δόντια του, στα σαγόνια της ανεργίας, της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Όλα δείχνουν ότι η ανεργία το επόμενο καλοκαίρι ίσως φτάσει το 20 τοις εκατό. Χιλιάδες επιχειρήσεις προσπαθούν με νύχια και με δόντια να βγάλουν πέρα την επόμενη μέρα. Οι αγρότες δε μπορούν πια να πουλήσουν τα προϊόντα τους κι όταν μπορούν, οι τιμές είναι εξευτελιστικές.
Ποιοι μας οδήγησαν εδώ; Ποιοι έκλεψαν την δύναμή μας;

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η θυσία του καπετάνιου και των συντρόφων του κυρίες και κύριοι, είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Η μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας, που δεν επιθυμεί να πατήσει επί πτωμάτων για να επιβιώσει, που δεν επιθυμεί να κλέψει για να ζήσει πλουσιοπάροχα, αλλά να ζήσει απλά, δίκαια και αξιοπρεπώς, ονειρεύεται μια πολιτεία δυνατή, που θα σταθεί προστάτης αυτής της δικαιοσύνης, της απλότητας και της αξιοπρέπειας. Μια πολιτεία όχι μόνο στα χαρτιά, αλλά και στην ουσία αντίθετη και απέναντι στους βαρβάρους, στα golden boys και στις μεγάλες μαύρες νυχτερίδες που μετρούν την αξία του ανθρώπου, μονάχα με το αίμα που έχει μέσα του για να του το ρουφάνε. Το όραμά τους, είναι μια πολιτεία που δε θα είναι με το μέρος όλων αυτών και δε θα αφήνει το λαό της, έρμαιο στα νύχια τους.

Επαναπροσδιορισμός των αξιών μας κύριοι, να ποιος είναι ο πρώτος στόχος. Γιατί κάποιοι μας θέλουν μικρούς. Πολύ μικρούς. Πρέπει με νύχια και με δόντια να σκάψουμε στο χώμα και να βρούμε τις πραγματικές μας αξίες. Να αφήσουμε στην άκρη τη κυρία Αλεξανδράτου και να στρέψουμε τα μάτια μας αλλού. Να αφήσουμε τα διαζύγια της κας Μενεγάκη και να βρούμε τη ψυχή μας μέσα στις θυσίες, όπως αυτή του Αθανασίου Σκουρτανιώτη. Να προσκυνήσουμε ξανά την ιερή μορφή του μπάρμπα Γιάννη του Μακρυγιάννη, ή ενός φθισικού μπάσταρδου με χαλασμένα δόντια, γιου καλογριάς, κάποιου Γιώργη Καραϊσκάκη, ανθρώπου όλο κι όλο σαράντα κιλά, που όμως αναγέννησε την Ελληνική επανάσταση στην πιο κρίσιμη καμπή της. Μέσα σ’ αυτούς θα βρούμε τη πραγματική μας ψυχή. Εκεί θα γιατρευτούμε. Μέσα από κει θα λάμψουν οι αξίες, που θα σηκώσουν πάλι τη πολιτεία μας ψηλά. Δεν ήμαστε ούτε πράσινοι, ούτε μπλε, ούτε κόκκινοι, ούτε μαύροι, ούτε ροζ. Ήμαστε όλοι Έλληνες. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, πρέπει να ενωθούμε, μετρώντας και τα δικά μας λάθη, ο καθένας από μας ξεχωριστά, να ενώσουμε τα χέρια μας όλοι μαζί, για να φτιάξουμε μια καλύτερη χώρα για μας και τα παιδιά μας. Και τούτο πρέπει να το κάνουμε εμείς, μη περιμένετε η αναγέννηση να έρθει από τα βόρεια προάστια.
Φωτεινά παραδείγματα όπως αυτά του σημερινού βιβλίου, όπως οι αγώνες και η θυσία του οπλαρχηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτη και των συντρόφων του, ας γίνουν οι πολύτιμοι φάροι της ζωής μας και οι παρακαταθήκες που θ’ αφήσουμε πίσω μας.

Σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου όλους μαζί και κάθε έναν από σας ξεχωριστά για τη σημερινή σας παρουσία.

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ-ΑΝΟΙΚΤΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ


Το Σάββατο 27 Μαρτίου 2010 και ώρα 19.30, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου «Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης-Το άγνωστο ολοκαύτωμα» του Γιώργου Πύργαρη, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημοτικού καταστήματος Καλλιθέας Θηβών. Το βιβλίο θα παρουσιάσει ο ιστορικός και κοινωνικός ανθρωπολόγος Γιάννης Μήτρου. Θα μιλήσει επίσης, ο ιστορικός ερευνητής Θανάσης Κυριάκος.

ΕΚΔΟΤΗΣ: ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ.GR

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

ΜΙΑ ΑΟΡΑΤΗ ΣΒΑΣΤΙΚΑ ΚΥΜΑΤΙΖΕΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

"...κι όλο προσπαθώ" έλεγε ο Ελύτης στα Δημόσια και Ιδιωτικά του "να μη βγει κακός λόγος απ' το στόμα μου..."
Ποτέ δε κατάλαβα καλύτερα αυτή τη φράση του, όσο σήμερα. Τούτο το blog δε φιλοξενεί παρά μια ιστορική έρευνα. Μα σήμερα είναι αλλιώς…

ΜΑ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ ΜΩΡΕ;;;
ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ;;;



Έλληνες

Λίγα τα ζωντανά μας σύμβολα που μείνανε ορθά. Ανάμεσα σε αυτά και ο ιερός γέροντας Μανώλης Γλέζος, που κάποτε μέσα σε χρόνια καταχνιάς και μαυρίλας, κατέβασε κρυφά τη σβάστικα απ' την Ακρόπολη και ύψωσε την γαλανόλευκη.
Αυτήν την ιερή μορφή σήμερα, κάποιοι στο μνημείο του Άγνωστου στρατιώτη, την χλεύασαν, την ποδοπάτησαν, την έφτυσαν.

Έλληνες
από σήμερα αρχίζω να φοβάμαι. Θα έρθουν δύσκολες μέρες. Κρατήστε ψηλά ό, τι καλύτερο έχετε μες στη καρδιά σας. Μην ενδώσετε στις προσταγές του θηρίου. Οι "δυνατοί" απέδειξαν περίτρανα σε τι αδιέξοδα μπορούν να οδηγήσουν το κόσμο.
Οι βάρβαροι και ο Μινώταυρος ελέγχουν πλήρως την Αθήνα.
Μια μυστική σβάστικα κυματίζει εδώ και χρόνια στην Ακρόπολη.


Γιώργος Πύργαρης
5 Μάρτη 2010

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Οι αγγελιοφόροι της μάχης του Μαυροματίου


(σκίτσο με πενάκι σινικό Χρ.Γεωργίου)

...
Καθώς τέσσαρας ωκύποδας
στα σημεία του ορίζοντος
από ώρα απέστειλα
να μας συνδράμουν οι Έλληνες
ή να μας θάψουν...


Τέσσερις είναι οι γρήγοροι αγγελιοφόροι κατά Τσεβά, που έστειλε ο Θανάσης Σκουρτανιώτης στα σημεία του ορίζοντα, λέγοντάς τους να φέρουν βοήθεια για να τους συνδράμουν ή να τους θάψουν. Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε μόνο τον έναν. Και ο ένας κατά Τσεβά, είναι ο Καββάς (πιθανώς από την Λιάτανι).
Ποιοι είναι όμως οι άλλοι τρεις;
Για αρκετό καιρό, δε μπορούσα να βρω κάτι καινούριο σε αυτό το θέμα. Κανείς δε μίλησε ποτέ για τα ονόματα των άλλων τριών αγγελιοφόρων. Όταν όμως διάβασα για άλλη μια φορά το έργο του Φανόπουλου «Θήβα και Λειβαδία Χωραϊται και Χωρικοί» στον τόμο Β και στις σελ 309 και 310, πρόσεξα κάτι που ενδέχεται να αποδειχτεί πολύ σημαντικό στη συνέχεια για να βρούμε τα ονόματα τουλάχιστον δύο ακόμα αγγελιοφόρων, αλλά και να καταλάβουμε ίσως και την άποψη εξ’ αρχής του Θανάση Σκουρτανιώτη για τη μάχη του Μαυροματίου.
Ο Φανόπουλος λοιπόν στα έγγραφα που αφορούν τον Σκουρτανιώτη Δημήτρη γράφει στη σελ. 309 τα εξής:

Α.Ν. 5310
«Υπηρέτησεν στρατιωτικώς εις τον υπέρ της ανεξαρτησίας της Ελλάδος Ιερόν αγώνα εις την πόλιν των Θηβών μετά του αυταδέλφου του οπλαρχηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτη…….. (περιγράφονται διάφορες μάχες στις οποίες έλαβε μέρος)….. Κατά το 1825 εις Μαυρομάτι (!!!) υπό τον οπλαρχηγόν Αθ. Σκουρτανιώτην ...(και συνεχίζουν άλλες μάχες)..."

Και παρακάτω στην επόμενη σελίδα 310 σε έγγραφα που αφορούν τον Σκουρτανιώτη Μιχάλη:

Α.Ν. Μ. 5475
«Αδελφός του Θανάση πολέμησε κι αυτός πλάι του………… (περιγράφονται διάφορες μάχες) …κατά το 1825 στο Μαυρομάτι υπό τον αδελφό του Θανάση (!!!) ...(και συνεχίζουν άλλες μάχες)..."

Η έκπληξη πραγματικά είναι τεράστια. Τι συμβαίνει εδώ;
Γιατί τα αδέρφια του Θανάση δηλώνουν ότι έλαβαν μέρος στη μάχη του Μαυροματίου;
Είναι φυσικά αδύνατο να θεωρήσουμε πως τα δύο αδέρφια έδωσαν ψευδή στοιχεία μετά την επανάσταση, πως έλαβαν μέρος στη συγκεκριμένη μάχη. Και τούτο διότι το μητρώο τους είναι γεμάτο από μάχες, οπότε δε σήμαινε τίποτα να προσθέσουν μία ακόμη παραπάνω και δεύτερον η μάχη του Μαυροματίου ήταν τόσο βαρυσήμαντη με το ολοκαύτωμα όλων των ανδρών που έλαβαν μέρος σε αυτήν, που δεν άφηνε περιθώρια για τέτοιου είδους παιχνίδια και ψέματα. Οπότε, σύμφωνα με τα στοιχεία, τα αδέρφια του Θανάση, Δημήτριος και Μιχάλης, έλαβαν πραγματικά μέρος, στη μάχη του Μαυροματίου.
Γνωρίζουμε όμως ότι στη συγκεκριμένη μάχη, έπεσαν όλοι μέχρι ενός! Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο να σωθεί κανείς από τους Έλληνες αγωνιστές μετά από μια τόσο φονική μάχη. Γιατί λοιπόν σώθηκαν οι αδελφοί του Θανάση Σκουρτανιώτη, Δημήτριος και Μιχάλης και συνέχισαν να πολεμούν τα υπόλοιπα χρόνια της ελληνικής επανάστασης;
Ο μόνος λόγος πιστεύω, που μπορεί να διεσώθησαν, είναι να ήταν μέσα στους τέσσερις αγγελιοφόρους που έστειλε ο Θανάσης να φέρουν βοήθεια.
Ποιους λόγους είχε όμως ο καπετάνιος να χρησιμοποιήσει τ' αδέρφια του ως αγελιοφόρους; Και τι παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε από το γεγονός αυτό;

Οι βασικοί λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση, είναι δύο.
Ο πρώτος, να μη πίστευε εξ’ αρχής, πως η μάχη αυτή θα ήταν νικηφόρα για τον ίδιο και τους άντρες του. Ο Θανάσης άρχισε τη μάχη γνωρίζοντας εκ των ποτέρων ότι θα πεθάνουν. Το λένε άλλωστε ξεκάθαρα και ο Βαγιάννης και ο Τσεβάς, εδώ απλά ενισχύεται η αλήθεια της περιγραφής τους στο σημείο αυτό.
Λέει ο Βαγγιάνης:
«Καπετάν Γιάννη δε φοβούμαι όλην την Τουρκιά και διά να μη με νομίσητε δειλόν θα μείνωμεν, μάθε όμως ότι η παλληκαριά θέλει και μυαλό και ότι η πατρίδα μας έχει ανάγκην από τέτοια παλληκάρια ωσάν αυτούς που βλέπεις»
Ο Σκουρτανιώτης σύμφωνα με τον Βαγιάννη θεωρεί τη μάχη από την αρχή χαμένη, με το να προδικάζει το τέλος τέτοιων παλικαριών.
Και ο Τσεβάς:
''Θα είναι πολλοί Δρίτσουλα και δεν έχουμε πολεμοφόδια και θα πάθουμε ό, τι έπαθεν ο Διάκος''
Και κατά Τσεβά ο Σκουρτανιώτης προδικάζει το άσχημο τέλος αυτής της μάχης.
Ο Σκουρτανιώτης λοιπόν ξέρει εξ’ αρχής, ή τουλάχιστον δίνει συντριπτικές πιθανότητες στην εκδοχή, η μάχη αυτή να είναι μοιραία για τους Έλληνες.
Δεδομένου του γεγονότος πως είχε ήδη τον αδερφό του Κώτσιο και τον γυναικάδελφό του Βιέννα μαζί, θεώρησε ότι ο φόρος του αίματος από την ίδια οικογένεια θα ήταν μεγάλος, εάν θυσιάζονταν και ο Δημήτρης με τον Μιχάλη. Τους απέμπλεξε λοιπόν από τη μάχη, μονάχα για να τους σώσει.
Ο δεύτερος λόγος που τους επέλεξε ως αγγελιοφόρους, είναι να τους είχε εμπιστοσύνη. Τα δυο του αδέρφια, θα έκαναν τα πάντα να φέρουν βοήθεια (εφόσον έβρισκαν φυσικά) για να σώσουν τον αδερφό τους. Που σημαίνει πως οι δυτικοί καπετάνιοι ή δεν βρέθηκαν ποτέ ή είχαν φροντίσει να βρίσκονται πολύ μακριά από το θέατρο αυτής της μάχης.
Θα πρέπει επίσης να θεωρήσουμε αδύνατο τα δύο αδέρφια που σώθηκαν, να έφυγαν σε κάποιο άλλο σημείο της μάχης. Το μόνο χρονικό σημείο που αφήνει κάποιες δυνατότητες μια τέτοιας διαφυγής, είναι το σημείο που οι πρώτοι διακόσιοι Τούρκοι, μη μπορώντας να διασπάσουν τις ελληνικές γραμμές υποχωρούν για ανασύνταξη ή τελειωτικά. Σε αυτό το σημείο όμως, που δεν έχει φανεί ακόμα η μεγάλη Τουρκική επικουρία και η νίκη γέρνει υπέρ των Ελλήνων, δεν είχαν κανέναν λόγο να φύγουν τα δύο αδέρφια.
Όλα συνηγορούν λοιπόν, πως ο Θανάσης, πρώτον για να τους σώσει και δεύτερον επειδή τους είχε εμπιστοσύνη, χρησιμοποίησε τα δυο του αδέρφια ως αγγελιοφόρους στη συγκεκριμένη μάχη.
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, έχουμε πια τα ονόματα τριών αγγελιοφόρων και όχι ενός. Οι αγγελιοφόροι ήταν ο Σκουρτανιώτης Δημήτρης, ο Σκουρτανιώτης Μιχάλης και ο Καββάς. Αυτοί και ένας ακόμη (πιθανώς από τη πλευρά του Δρίτσουλα -ίσως ο γιος του αφού εκείνο τον καιρό συνήθως πολεμούσαν μαζί- για να σπεύσει δυτικά για βοήθεια) ήταν οι τέσσερις ωκύποδες ή οι τέσσερις ανεμοστρόβιλοι που ξεχύθηκαν στα σημεία του ορίζοντα για βοήθεια.

Τι άλλα συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε όμως από αυτό το γεγονός;.
Με βάση το ποιοι αποφασίστηκε να είναι οι αγγελιοφόροι, μπορούμε να εξάγουμε συμπεράσματα για το πόσο τελικά μετρούσε ο λόγος του καπετάν Θανάση και του Δρίτσουλα ή ακόμα και για την αναλογία των δυνάμεων που είχε ο καθείς;

Ας δεχθούμε λοιπόν ότι ο τέταρτος αγγελιοφόρος είναι από τους άντρες του Δρίτσουλα, παρ’ ότι δεν έχουμε κανένα στοιχείο που να δηλώνει κάτι τέτοιο.
Η αναλογία τρεις- ένας, δηλώνει για μένα και άλλα πράγματα.
Πρώτον, όσον αφορά το θέμα της συναρχηγίας που έχει θέσει ο Μήτρου.
Βλέπουμε εδώ, ότι ο λόγος του Θανάση μετράει περισσότερο. Επιλέγει τρεις από τους άντρες του για αγγελιοφόρους, είτε για να τους σώσει είτε γιατί τους έχει περισσότερο εμπιστοσύνη και αφήνει την δυνατότητα ενός ή κανενός στον Δρίτσουλα. Την βαρύνουσα σχέση στην αναλογία των αγγελιοφόρων, την έχει λοιπόν ο Σκουρτανιώτης.
Δεύτερον, η επιλογή και κατανομή των αγγελιοφόρων, μπορεί να είναι ενδεικτική της γενικής αναλογίας του καταμερισμού των δυνάμεων του Σκουρτανιώτη και του Δρίτσουλα στο Μαυρομάτι. Σε αυτή τη περίπτωση, η κατανομή των δυνάμεων ήταν 70/30 υπέρ του Σκουρτανιώτη. Αν δηλαδή στη μάχη ήταν 45 (αφαιρώντας φυσικά τη δύναμη των 25 του Τζουνάρα) οι 35 ανήκαν στο Σκουρτανιώτη (ήταν δηλαδή Ταναγραίοι και Δερβενοχωρίτες) και οι υπόλοιποι 10 περίπου στον Δρίτσουλα.

Tα παραπάνω δείχνουν πόσο ανεξερεύνητη είναι ακόμη η υπόθεση Σκουρτανιώτη και η μάχη του Μαυροματίου. Με μια προσεκτικότερη ανάγνωση στα πολύτιμα στοιχεία του Φανόπουλου, οδηγηθήκαμε στο να πλησιάσουμε πιο κοντά στην αλήθεια σχετικά με τους αγγελιοφόρους της μάχης του Μαυροματίου.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Η μάχη στο Δερβενοσάλεσι



-τέλη Σεπτεμβρίου 1821-


Οι πολεμιστές του Αθανασίου Σκουρτανιώτη, Πέππας Νικόλαος από Πάνακτο , Κοτζάνης Σπύρος από τη Λιάτανη και Μιχάλης Χρήστος από Φάρο Αυλίδας, όπως φαίνεται από τα έγγραφα και τις αιτήσεις συνταξιοδότησής τους αρκετά χρόνια μετά την επανάσταση, κάνουν λόγο για μια μάχη στο Δερβενοσάλεσι (Πύλη). Ο δε Πέππας Νικόλαος, δίνει ένα παραπάνω στοιχείο. Ότι αυτή η μάχη ήταν εναντίον του Ομέρ Βρυώνη. Κανένα άλλο στοιχείο από κάποιον ιστορικό δεν υπάρχει γι’ αυτή τη μάχη, θεωρώ όμως, ότι αρκούν οι διαφορετικές αυτές μαρτυρίες των τριών αγωνιστών, για να μας προβληματίσουν και να ασχοληθούμε λίγο πιο διεξοδικά, γύρω από αυτή τη μυστηριώδη μάχη. Οι τρεις αυτοί αγωνιστές, είναι οι μόνοι που λένε ξεκάθαρα, ότι ο Ομέρ Βρυώνης ή τουλάχιστον ικανά αποσπάσματά του προσπάθησαν να εισχωρήσουν στα Δερβενοχώρια μα αντιμετωπίσθηκαν.
Πιθανολογώ λοιπόν, ότι πρόκειται για μάχη με απόσπασμα της κύριας στρατιάς του Ομέρ Βρυώνη, κατά την επιστροφή του από την Αθήνα, το Σεπτέμβρη του 1821. Είναι αξιοσημείωτο, ότι την ίδια περίοδο στα Δερβενοχώρια, βρισκόταν ο Νικηταράς και ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να δώσουμε μια πιθανή εξήγηση της μάχης αυτής.
Ο Σκουρτανιώτης όπως και όλοι οι Δερβενοχωρίτες, μετά τη μάχη στο Ταμπούρι στις 25 Ιουλίου 1821 και την απόκρουση του Κιαμήλ μπέη, είναι φυσικό να φοβήθηκαν αντίποινα του εχθρού, δεδομένου ότι ο Κιοσέ Μεχμέτ παρέμενε ακόμα στη Θήβα, ο Ομέρ στον Εύριπο και ο Ομέρ Βριώνης στην Αθήνα. Τα Δερβενοχώρια ήταν περικυκλωμένα από τρεις πασάδες το καλοκαίρι και το Φθινόπωρο του 1821, γεγονός που κάνει τη αντίστασή τους και τη μάχη στο Ταμπούρι ακόμη πιο μεγαλειώδη.
Είναι φυσικό κάτω από αυτή τη λογική, ο Σκουρτανιώτης φοβούμενος αντίποινα στα Δερβενοχώρια, να ζήτησε την βοήθεια των Πελοποννησίων κι αυτός ίσως είναι ένας από τους λόγους, που ο Νικηταράς και ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης βρίσκονται εκείνη τη περίοδο στα Δερβενοχώρια.
Ο ίδιος ο Τσεβάς αναφέρει όλο κι όλο πέντε μυστηριώδεις γραμμές για τη μάχη στο Δερβενοσάλεσι, που αντί να λύσουν, μεγαλώνουν το μυστήριο:
«Ο Ομέρ Βρυώνης αποχωρών εξ’ Αθηνών δεν ηδυνήθη να διαλύση το εν Δερβενοχωρίοις διαμένον σώμα των Νικηταρά και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, κατέστρεψεν όμως την μονήν Οσίου Μελετίου, ευρών αυτήν ανυπεράσπιστον , διότι οι υπερασπισταί αυτής είχον μεταβή προς λεηλασίαν της Τριπόλεως»
Το «δεν ηδυνήθη» σημαίνει ότι προσπάθησε. Αλλά μετά από αυτό, τίποτα από τον Τσεβά. Πού και πώς προσπάθησε; Δυστυχώς ήμαστε πάλι υποχρεωμένοι να αυτοσχεδιάσουμε με μεγάλο κίνδυνο αυθαιρεσίας.
Ο δρόμος (κατά πάσα πιθανότητα) επανόδου του Ομέρ από την Αθήνα στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1821, να συναντηθεί ξανά με τον Κιοσέ Μεχμέτ στη Θήβα, είναι ο δρόμος της Κάζας.
Ο Ομέρ –που αντικειμενικός του σκοπός ήταν η κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης- και αφού ήταν γνώστης της στάσης των Δερβενοχωριτών και τη ήττα των Τούρκων στο Ταμπούρι, αποφασίζει να τιμωρήσει τα Δερβενοχώρια. Στέλνει απόσπασμα της κύριας στρατιάς του από την Οινόη και τη μονή οσίου Μελετίου προς τα Δερβενοχώρια. Η δύναμη των αντρών –δεδομένης της προηγούμενης ήττας- θα πρέπει να ήταν πάνω από πεντακόσιοι, τουλάχιστον επτακόσιοι πολεμιστές. Η μόνη δίοδος από τη πλευρά αυτή στα Δερβενοχώρια, είναι οι «πόρτες» (πορεία που ακολούθησαν και οι Γερμανοί εκατόν είκοσι περίπου χρόνια αργότερα για να δοθεί η περιβόητη «μάχη της Πύλης» επί Γερμανικής κατοχής).
Τα πιθανά σημεία της μάχης, είναι δύο. Το ένα είναι οι ίδιες οι "πόρτες" που αποτελούν φυσική στενωπό στο Κιθαιρώνα και ενδείκνυνται για αντίσταση και το άλλο λίγο πιο δυτικά προς το Δερβενοσάλεσι στη φυσική χαράδρα που έγινε και η μάχη με τους Γερμανούς και βρίσκεται σήμερα το μνημείο για τον Στέφο Μαλιάτση. Αυτά μονάχα είναι τα δύο σημεία που δίνουν πλεονέκτημα για αντίσταση και σε ένα από αυτά πιστεύω ότι δόθηκε η μάχη με τις δυνάμεις του Σκουρτανιώτη, του Νικηταρά, και του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη με τις δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη.
Δε μπορούμε να γνωρίζουμε σήμερα, αφού δεν έχουμε κανένα σχεδόν στοιχείο, ούτε την ακριβή ημερομηνία, ούτε τον αριθμό των δυνάμεων και των απωλειών, ούτε την ακριβή θέση της μάχης. Η μάχη κατά πάσα πιθανότητα δόθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1821 ανάμεσα σε πεντακόσιους περίπου Έλληνες και επτακόσιους Τούρκους. Οι Έλληνες απόκρουσαν τελικά τους εχθρούς, οι οποίοι διαπιστώνοντας σθεναρή αντίσταση, οπισθοχώρησαν πάλι από τις πόρτες προς την Οινόη.
Έχω την εντύπωση, πως αυτή η μάχη είχε αποσπασματικό και σύντομο χαρακτήρα, επειδή οι Τούρκοι κατανόησαν γρήγορα πως είναι αδύνατη η είσοδος στα Δερβενοχώρια λόγω του φυσικού πλεονεκτήματος των Ελληνικών δυνάμεων στις συγκεκριμένες θέσεις. Μετά τη διαπίστωση αυτή, οπισθοχώρησαν γρήγορα, χωρίς να διακινδυνεύσουν μεγάλες απώλειες.
Για άλλη μια φορά μέσα σε δύο μήνες, σώθηκαν τα Δερβενοχώρια. Οι Τούρκοι όμως, μη μπορώντας να εισέλθουν στο κύριο χώρο του Σκουρτανιώτη, επιστρέφουν στη μονή οσίου Μελετίου και ξεσπάνε πάνω της. Την καίνε ολοσχερώς.

Δυστυχώς η μονή του οσίου Μελετίου, είναι έξω από την περιοχή των Δερβενοχωρίων που μπορεί να χαρακτηριστεί ως "φυσικό οχυρό". Η μονή του οσίου Μελετίου βρίσκεται νότια του Κιθαιρώνα και του βουνού "Πάστρα", λίγο ψηλότερα από την Οινόη. Ο Σκουρτανιώτης με τους Πελοποννήσιους, δεν επέλεξαν η αντίσταση να άρχιζε από εκεί, διότι θα έχαναν το φυσικό τους πλεονέκτημα και η ήττα με τις μεγάλες δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη, θα ήταν βεβαία, όπως και η εισχώρηση των Τούρκικων δυνάμεων έπειτα στα Δερβενοχώρια. Προτίμησαν λοιπόν να θυσιάσουν κατά κάποιο τρόπο τη μονή οσίου Μελετίου, ίσως απομακρύνοντας μόνο τους μοναχούς.
Ο Τσεβάς όμως μιλά καθαρά για "υπερασπιστές της μονής"
Ποιοί είναι οι υπερασπιστές της μονής του οσίου Μελετίου που είχαν μεταβεί στη Τριπολιτσά για λεηλασία, όπως μας λέει ο Τσεβάς;

Πράγματι, είναι γεγονός, πως εκείνη την εποχή υπάρχει ένας γενικός αναβρασμός στους Έλληνες πολεμιστές, ακόμη και της Στερεάς. Η επικείμενη πτώση της Τριπολιτσάς μεθάει τους πάντες. Οι καπετάνιοι δε μπορούν να συγκρατήσουν τους στρατιώτες τους, γιατί όλοι περιμένουν να πάρουν μερίδιο από τα πλούτη της Τριπολιτσάς. Αλλά ποιοί είναι «οι υπερασπιστές της μονής οσίου Μελετίου που έχουν φύγει;» Σε ποιους είχε εμπιστευθεί ο Σκουρτανιώτης την φύλαξη της μονής που ο ίδιος μεγάλωσε και ανδρώθηκε και εκείνοι την παράτησαν για τους υποτιθέμενους θησαυρούς της Τριπολιτσάς; Υπάρχουν δύο ενδεχόμενα. Το ένα οι κάτοικοι της Οινόης με τους Βιλλιώτες. Αυτή, είναι η μία περίπτωση. Πόσοι πολεμιστές όμως της Οινόης και πόσοι Βιλλιώτες να σταθούν μπροστά στη μεγάλη στρατιά του Ομέρ Βρυώνη για να υπερασπίσουν τη μονή; Ο αριθμός τους θα ήταν συγκριτικά ελάχιστος και η ήττα δεδομένη.
Η άλλη περίπτωση "υπερασπιστών" μπορεί να είναι οι δυνάμεις του ίδιου του Σκουρτανιώτη. Οι άντρες του κατάγονταν από όλα τα χωριά των Δερβενοχωρίων. Το πιο κοντινό Δερβενοχωρίτικο χωριό στη μονή οσίου Μελετίου είναι το Δερβενοσάλεσι, η σημερινή Πύλη. Αν υποθέσουμε λοιπόν πως «οι υπερασπιστές της μονής» είναι οι δυνάμεις του Σκουρτανιώτη και όχι οι Βιλλιώτες, τότε το πιο απλό που θα μπορούσε να κάνει ο καπετάνιος, θα ήταν να έχει αναθέσει στις δυνάμεις του από το Δερβενοσάλεσι, που ήταν πιο κοντά στη μονή, να τη προστατεύουν όταν κινδυνεύει. Οπλαρχηγός όμως στο Δερβενοσάλεσι ήταν ο Γιώργο Γκέλης. Ένας οπλαρχηγός που δε τα πήγαινε καλά με το καπετάνιο και είχε μέσα του την στόφα του σκληρού τυχοδιώκτη. Μήπως λοιπόν ο Γκέλης πήρε τις δυνάμεις του και πήγε στη Τριπολιτσά τη κρίσιμη εκείνη περίοδο; Είναι αδύνατον να απαντήσουμε με σιγουριά αυτή τη στιγμή, εκτός κι αν κάποτε έρθουν στα χέρια μας περισσότερα στοιχεία. Η προσωπική μου άποψη πάντως είναι, πως οι καπετάνιοι της μάχης αυτής -μεταξύ αυτών και ο Σκουρτανιώτης- αποφάσισαν να "θυσιάσουν" τη μονή, επειδή σε αντίθετη περίπτωση θα έχαναν τη μάχη. Δίνοντας το κύριο βάρος τους στα Δερβενοχώρια, απομάκρυναν τους μοναχούς, οι Τούρκοι την βρήκαν εντελώς έρημη και την έκαψαν ολοσχερώς.

Γεγονός είναι λοιπόν, πως στα τέλη Σεπτεμβρίου 1821, έλαβε χώρα η μάχη στο Δερβενοσάλεσι μεταξύ των δυνάμεων του Σκουρτανιώτη, του Νικηταρά και του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τμήματος της κύριας στρατιάς του Ομέρ Βρυώνη, κατά την επιστροφή του από την Αθήνα στη Θήβα. Οι Δερβενοχωρίτες με τη βοήθεια των Πελοποννησίων, απέκρουσαν για δεύτερη φορά τους Τούρκους μέσα σε δύο μήνες, διασώζοντας τη φλόγα της επανάστασης στα Δερβενοχώρια και διατηρώντας αυτές τις κρίσιμες ώρες ψηλά το ηθικό και την ελπίδα για ελευθερία.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Η μάχη στο Ταμπούρι (μέρος β')




-μέρος β-


Ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει για τα καλά στον ουρανό το καλοκαιριάτικο εκείνο πρωινό του Ιούλη, όταν η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων φάνηκε να ανεβαίνει από το δρόμο της Γκούρεζας. Ο καπετάνιος, καλά κρυμμένος στη μέση περίπου των κεντρικών ταμπουριών, παρακολουθούσε την ανάβασή τους μέσα από ένα κενό που άφηναν οι πέτρες μπροστά του. Είχε δώσει ρητή εντολή προς όλους, να μη βιαστεί κανείς, μα να περιμένουν να ρίξει αυτός το πρώτο βόλι. Οι Δερβενοχωρίτες κρατούσαν την ανάσα τους όσο οι Τούρκοι προχωρούσαν και εισχωρούσαν όλο και περισσότερο στη στημένη παγίδα.
Εκατό όμως μέτρα πριν φτάσουν στα ψηλότερα ταμπούρια οι Τούρκοι σταμάτησαν. Η εμπροσθοφυλακή τους ακροβολίστηκε και μια κινητικότητα πρόδιδε κάποιες διαβουλεύσεις. Το μυαλό του νεαρού καπετάνιου άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Οι Τούρκοι είχαν δει τους σωρούς των ταμπουριών ή τουλάχιστον μερικούς απ’ αυτούς και τους υποπτεύονταν. Το είχε σκεφτεί από την αρχή πως πιθανόν τα ταμπούρια να γίνονταν ορατά από τον εχθρό, αποφάσισε όμως να τα δημιουργήσει επειδή πίστευε πως χωρίς αυτά, οι απώλειες για τους Δερβενοχωρίτες ίσως ήταν μεγάλες. Πάντως οι Τούρκοι βρίσκονταν ήδη μέσα στη παγίδα που τους είχε στήσει. Και τώρα να άρχιζε η επίθεση των Δερβενοχωριτών, η νίκη θεωρούνταν δεδομένη. Τουλάχιστον τριακόσιοι Τούρκοι βρίσκονταν μέσα στη παγίδα. Οι υπόλοιποι βρίσκονταν χαμηλότερα, μακριά από τα βεληνεκές των όπλων των Ελλήνων. Ο καπετάνιος αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα, αναμένοντας τις κινήσεις του εχθρού.
Πράγματι μετά από πέντε λεπτά, μια μικρή ομάδα είκοσι περίπου Τούρκων συνέχισε να ανεβαίνει προσεκτικά προς τα ψηλότερα ταμπούρια. Η ομάδα είχε επωμισθεί την ευθύνη του ελέγχου τους. Αν ήταν όλα καθαρά, θα ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι. Ο Σκουρτανιώτης τους άφησε να πλησιάσουν στα εξήντα, στα πενήντα, στα σαράντα, στα τριάντα μέτρα. Τότε σηκώθηκε βγάζοντας μια κραυγή σημάδεψε και πυροβόλησε στο ψαχνό.
«Μπιέριιιιιιι….» (Βαράτε)
Μεμιάς τα όπλα των Δερβενοχωριτών βρόντησαν και άστραψαν στο βουνό. Οι είκοσι Τούρκοι που βρίσκονταν μπροστά, έπεσαν ακαριαία νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Οι πτέρυγες του Σκουρτανιώτη άρχισαν να χτυπούν τους τριακόσιους Τούρκους που βρίσκονταν χαμηλότερα, που έτσι κι αλλιώς βρίσκονταν στο βεληνεκές των όπλων τους. Οι πυροβολισμοί συνοδεύονταν από αλαλαγμούς, ουρλιαχτά και βρισιές, πρακτική που κύριο στόχο είχε την πτώση του ηθικού του εχθρού. Οι Τούρκοι κεραυνοβολημένοι από τη ξαφνική επίθεση, προσπάθησαν να αντιδράσουν. Ακροβολίστηκαν στα κοντινότερα βράχια και επιχείρησαν να απαντήσουν στην επίθεση. Σε βοήθειά τους άρχισαν να έρχονται και οι 200 που βρίσκονταν χαμηλότερα. Μα βρίσκονταν ήδη σε μειονεκτική θέση. Κυκλωμένοι από τους Δερβενοχωρίτες και χαμηλότερα απ’ αυτούς, δεν είχαν πολλά περιθώρια αντίδρασης. Ήδη οι πρώτοι Δερβενοχωρίτες που δεν είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή όπλα, αναθάρρησαν και πλησίασαν τους πρώτους είκοσι νεκρούς Τούρκους που είχαν πέσει με τις πρώτες ομοβροντίες των Ελλήνων, για να τους πάρουν τον οπλισμό. Τα είκοσι παραπάνω όπλα στράφηκαν πια ενάντια στους Τούρκους και έδωσαν ένα παραπάνω πλεονέκτημα στους Δερβενοχωρίτες.
Οι εκατό περίπου πολεμιστές που βρίσκονταν με τον Σκουρτανιώτη στα ψηλά ταμπούρια, χτυπούσαν από περίοπτη θέση τον εχθρό, προκαλώντας του αρκετές απώλειες.
Ο Γιώργος Γκέλης, άντρας με αδρά χαρακτηριστικά και νευρώδης, ικανότατος πολεμιστής, ήξερε από το πρωί πως είχε ξημερώσει μια καλή μέρα γι’ αυτόν. Ήταν πολύ γρήγορος στα όπλα και ίσως ο καλύτερος Δερβενοχωρίτης στο σημάδι. Σκληρός άνθρωπος. Επιπλέον μισούσε θανάσιμα τους Τούρκους. Από τη στιγμή που ο Σκουρτανιώτης έδωσε το σύνθημα της επίθεσης μέθυσε. Είχε εκπαιδεύσει εδώ και καιρό έναν δεκαεφτάχρονο ανιψιό του να του γεμίζει τα όπλα. Πράγματι ο μικρός είχε γίνει ξεφτέρι. Δούλευαν με τρία ντουφέκια που τα δύο έπρεπε να είναι συνεχώς γεμάτα. Ο Γκέλης μπορούσε να σημαδέψει σταρήθρα στα εκατό μέτρα. Πόσο μάλλον Τούρκους που προσπαθούσαν να κρυφτούν στα βράχια και μάλιστα βρίσκονταν χαμηλότερα από κείνον. Η υπόθεση ήταν παιχνιδάκι για το Γιώργο Γκέλη που μετρούσε κιόλας τους Τούρκους που έπεφταν απ’ τα βόλια του.
«Στιατ Μήτς!!» (Εφτά Μήτσο!!) έλεγε στον ανιψιό του αναμμένος και άπλωνε το χέρι να του δώσει το άδειο όπλο που κάπνιζε ακόμα.
Μπροστά στη λύσσα και στο στρατηγικό πλεονέκτημα των Δερβενοχωριτών, οι Τούρκοι άρχισαν σιγά σιγά να υποχωρούν. Τακτικά στην αρχή. Ο Γιωργο Γκέλης το κατάλαβε και ως ένας από τους τρεις αρχηγούς της δεξιάς πτέρυγας έδωσε το σύνθημα να βγουν οι Έλληνες από τα ταμπούρια και τις κρυψώνες τους ώστε να ακολουθούν τους Τούρκους στη κατάβαση για να τους έχουν συνεχώς παγιδευμένους στο κλοιό τους. Το ίδιο έκανε κι ο Βιέννας με τον Κουκούλεζα από την άλλη πλευρά. Όσοι δεν είχαν ακόμη όπλα, πετούσαν πέτρες στους Τούρκους και καραδοκούσαν τη στιγμή να πλησιάσουν τους πρώτους νεκρούς και τραυματίες για να τους λαφυραγωγήσουν.
Ο Σκουρτανιώτης που ήταν ψηλότερα, όταν είδε πως οι Τούρκοι υποχωρώντας έβγαιναν απ’ το βεληνεκές των όπλων των αντρών που είχε υπό την άμεση οδηγία του, έδωσε το σύνθημα της επίθεσης. Μεμιάς εκατό πολεμιστές ξεχύθηκαν με φωνές και αλαλαγμούς πάνω στους Τούρκους. Η επίθεση αυτή τους φόβισε τόσο πολύ, που παράτησαν τις θέσεις και τη στρατηγική της τακτικής υποχώρησης και άρχισαν να κατηφορίζουν άτακτα το βουνό, αφήνοντας ξοπίσω τους νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι Δερβενοχωρίτες στο κατόπι τους, χτυπούσαν αλύπητα. Οι μη έχοντες μέχρι εκείνη τη στιγμή όπλα λαφυραγωγούσαν τους πεσμένους Τούρκους που έβρισκαν μπροστά τους, ανεβάζοντας τον αριθμό των Δερβενοχωρίτικων όπλων.
Ο Σκουρτανιώτης κατεβαίνοντας έγινε μάρτυρας μιας σκηνής, που του έθεσε ένα πρόβλημα που ήθελε άμεση λύση. Σαράντα περίπου μέτρα πιο κάτω, ένας εικοσάχρονος Δερβενοχωρίτης που μέχρι εκείνη τη στιγμή δε κρατούσε όπλο, λαφυραγωγούσε έναν Τούρκο τραυματία. Ο Τούρκος, ελαφρά τραυματισμένος, είχε πέσει στα γόνατα και παρακαλούσε τον εικοσάχρονο να του χαρίσει τη ζωή. Πριν προλάβει όμως να επέμβει ο Σκουρτανιώτης, είδε τον εικοσάχρονο να σημαδεύει τον Τούρκο και να του ρίχνει με το ίδιο του το όπλο. Είδε κιόλας το αίμα να εκτινάζεται απ’ το κεφάλι του. Κατάλαβε ότι έπρεπε να πάρει αμέσως μια απόφαση σχετικά με τους τραυματίες Τούρκους που θα έβρισκαν στο δρόμο τους. Τι έπρεπε να τους κάνει; Να τους περιμαζέψει ή να αφήσει τους άντρες του να τους σκοτώσουν; Δεν άργησε ν’ αποφασίσει. Φώναξε τον αδερφό του Κώτσιο και του έδωσε εντολή να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους αρχηγούς να μη σκοτώνουν τους τραυματίες, αλλά να τους μαζέψουν και να δούνε αργότερα τι θα κάνουν μ’ αυτούς. Πίστευε ότι μερικοί Τούρκοι αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους ίσως και αξιωματικοί, να ήταν στα χέρια του χρήσιμοι και ένα γερό διαπραγματευτικό χαρτί. Ο Κώτσιος έφυγε με σκοπό να ειδοποιήσει τις πτέρυγες.

Οι Δερβενοχωρίτες κυνήγησαν μέχρι χαμηλά τους Τούρκους. Ιδιαίτερα αυτοί που είχαν πάρει καινούριο οπλισμό απ’ τους νεκρούς. Διψασμένοι για μάχη, ήθελαν να δοκιμάσουν τα όπλα τους και κυνήγησαν τον εχθρό μέχρι τους πρόποδες. Κάποιοι πιο τολμηροί βγήκαν και στο κάμπο προς τη γέφυρα του Μητροπολίτη, αλλά εκεί μικρή δύναμη ιππικού που περίμενε, τους απώθησε, υποστηρίζοντας την υποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι αναχώρησαν αμέσως προς τη Θήβα.
Ο Σκουρτανιώτης ακολούθησε τους τολμηρούς άντρες του μέχρι τους πρόποδες για να σιγουρευτεί για τη φυγή των Τούρκων και τη περιφανή νίκη των Ελλήνων. Κόντευε μεσημέρι και η ζέστη ήταν αφόρητη όταν βλέποντας τους Τούρκους να ανοίγονται στο κάμπο προς τη Θήβα, κάθισε κάτω από ένα πουρνάρι να ξαποστάσει. Γύρω του μαζεύονταν χαρούμενοι άντρες, καμαρώνοντας, άλλοι για τη νίκη και άλλοι για τον φρέσκο οπλισμό που είχαν πάρει από τους Τούρκους. Ο νεαρός καπετάνιος, αφού κάθισε λίγο μαζί τους και αφού όρισε προφυλακή στους πρόποδες, έπιασε να ανεβαίνει ξανά τη Γκούρεζα. Στο δρόμο συναντούσε άντρες που σκύλευαν τους νεκρούς. Έπαιρναν από πάνω τους σχεδόν τα πάντα. Ρούχα, λεφτά, χαρτιά. Τους παρατούσαν σχεδόν ολόγυμνους. Μέχρι να φτάσει ψηλά ο Σκουρτανιώτης, μέτρησε αθόρυβα από μέσα του 78 πτώματα Τούρκων και πέντε Δερβενοχωριτών. Φτάνοντας ψηλότερα ζήτησε να μάθει που έχουν τους αιχμαλώτους. Ρώτησε το Βιέννα, μα εκείνος δεν απάντησε. Στράφηκε στο Κώτσιο.
«Τους σκότωσε ο Γκέλης» απάντησε αυτός συνοφρυωμένος.
Ο Θανάσης εξοργίστηκε.
«Πού είναι;» ούρλιαξε και ακολούθησε τη πορεία που του έδειξε ο Κώτσιος με το χέρι του. Έφτασε σ’ ένα πλάτωμα κάτω από ψηλά κάθετα βράχια. Καμιά δεκαπενταριά Τούρκοι βρίσκονταν νεκροί σε ένα σωρό. Ο Γιώργο Γκέλης λίγο πιο πέρα καθάριζε τα όπλα του. Ο Σκουρτανιώτης ρίχτηκε πάνω του οργισμένος όσο ποτέ.
«Δεν άκουσες τη διαταγή για τους αιχμαλώτους;»
«Δεν άκουσα τίποτα!» απάντησε συνοφρυωμένος εκείνος.
Ο Θανάσης φώναξε το Κώτσιο που ακολουθούσε.
«Τον ειδοποίησες;»
«Φώναξα αλλά δε ξέρω αν άκουσε. Όταν έφτασα εδώ, τους είχε σκοτώσει»
«Τι τους ήθελες;» απάντησε ο Γιώργο Γκέλης «ζωντανούς θα τους ξανάβρισκες μπροστά σου»
Ο Θανάσης πλησίασε τον Γκέλη απειλητικά. Τόσο απειλητικά που οι άντρες γύρω τους φοβήθηκαν καυγά και πλησίασαν να τους χωρίσουν.
«Ου γιαμ καπεταν κουτού. Ου μπν κουμάντο! Ε γκέγκε;» (Εγώ είμαι καπετάνιος εδώ. Εγώ κάνω κουμάντο. Τ’ άκουσες;)
Ο Γκέλης κοίταξε το νεαρό καπετάνιο για λίγα δευτερόλεπτα κατάματα και χωρίς να μιλήσει έκανε νόημα στους δικούς του απ’ το Δερβενοσάλεσι να φύγουν.
Ήταν η πρώτη ρήξη του Σκουρτανιώτη με το Γιώργο Γκέλη. Θα ακολουθούσαν κι άλλες μέχρι οι δύο άντρες να χώριζαν τελικά τα τσανάκια τους.
Ο Σκουρτανιώτης πρόσταξε να μαζέψουν τους νεκρούς Δερβενοχωρίτες και να του αναφέρουν ακριβή αριθμό των νεκρών Τούρκων.
Σε μισή ώρα δέκα πτώματα Δερβενοχωριτών ήταν απλωμένα μπροστά του. Τα πρόσωπά τους ωχρά, παγωμένα, ακίνητα. Τα μάτια τους γυάλινα. Όλοι σχεδόν, νέοι. Ο μεγαλύτερος απ' αυτούς, πενηντάρης.
Ο Σκουρτανιώτης διέταξε να τους ανεβάσουν στα χωριά.
Κάποια στιγμή τον πλησίασε ο Κουκούλεζας.
«Τι θα κάνουμε με τα πτώματα των Τούρκων;»
«Θα τ’ αφήσουμε όπως είναι» απάντησε ο Θανάσης.
Ο Κουκούλεζας κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του.
«Μάνα τους γέννησε κι αυτούς…»
Ο Θανάσης πειράχτηκε. Έπιασε από το μπράτσο το πρωτοπαλίκαρό του και τον τράβηξε κάπως παράμερα.
«Το ξέρω Δήμο! Το ξέρω ότι τους γέννησε μάνα! Μα έχουμε πόλεμο. Πρέπει να μυρίσει η περιοχή. Να φοβηθούν. Για παραδειγματισμό. Να μη ξανάρθουν. Έχουμε ευθύνη για τις γυναίκες και τα παιδιά που είναι πάνω. Εξ’ άλλου έχουν τελειώσει πια αυτοί, δε θα καταλάβουν τίποτα, ακόμη κι αν τους φάνε τα τσακάλια»
Γύρισε προς τους άλλους.
«Αφήστε τους έτσι!» είπε αυστηρά και κίνησε προς τα πάνω.
Ήξερε καλά πια, πως ο καιρός της αθωότητας είχε περάσει. Τα χέρια του είχαν βαφτεί με αίμα. Εχθρών και φίλων.
Το ένιωσε καλύτερα την επόμενη μέρα, όταν με τη κουστωδία των παλικαριών του επισκεπτόταν ένα ένα τα σπίτια των νεκρών στα διάφορα χωριά για να αποτιμήσει φόρο τιμής. Διαπίστωσε πως επικρατούσε ανησυχία. Η νίκη ήταν πικρή. Και έγινε πικρότερη όταν επισκέφθηκε ένα νεκρό εικοσάχρονο παλικάρι από τα Κρόρα. Ο κόσμος ήταν μαζεμένος έξω από το σπίτι του και όλοι σηκώθηκαν όταν είδαν τη κουστωδία των πολεμιστών. Πέρασε πρώτος μέσα και ασπάσθηκε στο μέτωπο τον νεκρό. Μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή άκουσε έναν ψίθυρο από τη μαυροφορεμένη μάνα που του τρύπησε τη καρδιά.
«Άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι δοξάζονται»
Γύρισε για μια στιγμή και τη κοίταξε. Τα μάτια της τον διαπέρασαν σα το χειρότερο βόλι.
Με κόπο κατάφερε να επισκεφθεί τους άλλους τρεις νεκρούς στο Δερβενοσάλεσι και να συλληπηθεί την οικογένειά τους. Με ανακούφιση ασπάστηκε το τελευταίο νεκρό της μάχης, τον Μελέτη Τσεβά.
Στο τέλος καβάλησε το άλογό του και είπε στους υπόλοιπους να φύγουν μόνοι. Κάλπασε και σταμάτησε στο πρώτο ερημικό ξωκλήσι που βρήκε μπροστά του. Μπήκε μέσα και μόνο εκεί ένιωσε πως μπορούσε να αναπνεύσει. Πλησίασε την εικόνα της Παναγίας και λύθηκε μπροστά της.
«Παναγιά μου βόηθα με…»
Απ’ το ξωκλήσι βγήκε το σούρουπο. Καβάλησε το άλογο και κάλπασε πιο ήρεμος για τα Σκούρτα. Τόσες ώρες μαζί, η Παναγιά τον βόηθησε ν’ αποδεχθεί τον ρόλο του. Οι καιροί τον ήθελαν σκληρό κι έτσι έπρεπε να γίνει. Ατσάλι.



Η σημασία της μάχης του Ταμπουριού ήταν μεγάλη και για τη περιοχή και για τον ίδιο τον Σκουρτανιώτη. Ήταν η μάχη, που έθεσε ουσιαστικά τον καπετάνιο και τα Δερβενοχώρια εκτός νομιμότητας. Μετά από αυτήν, δεν υπήρχε γυρισμός, παρά μονάχα η σκληρή προοπτική του ολοζώντανου τότε συνθήματος «ελευθερία ή θάνατος». Αυτή η μάχη επίσης κατέδειξε, τη κοινή μοίρα του Σκουρτανιώτη και των Δερβενοχωρίων. Διότι δε χαρακτηρίστηκε μόνον ο Σκουρτανιώτης εχθρός στα μάτια των Τούρκων, αλλά γενικότερα τα Δερβενοχώρια που ο αρχηγός θα έπρεπε να προστατεύει σα τα μάτια του από δω και μπρος. Το βάρος της ευθύνης ήταν τεράστιο για τον εικοσιοχτάχρονο καπετάνιο. Τα Δερβενοχώρια, ήταν από τις ελάχιστες περιοχές στην επαναστατημένη τότε Ελλάδα, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «επαναστατική» συμπαρασύροντας σε αυτόν τον χαρακτηρισμό όλον τον πληθυσμό. Μάχιμο και άμαχο. Τα Δερβενοχώρια ήταν σα το Σούλι. Δεν ήταν ένα ανοιχτό και εύκολα προσβάσιμο πεδίο, που διάφοροι καπετάνιοι θα περνούσαν προσωρινά, θα έδιναν μάχες και θα έφευγαν. Τη μάχη του Ταμπουριού την έδωσαν μονάχα Δερβενοχωρίτες, γνωρίζοντας καλά στη πλειονότητά τους τις συνέπειες και την αβεβαιότητα του μέλλοντός τους. Και αν δεν είχαν τα Δερβενοχώρια τη μοίρα του Σουλίου τελικά, αυτό οφείλεται στο ότι είχαν τη τύχη, να μην βρίσκεται απέναντί τους ένας ευφυής, άπληστος και ραδιούργος Αλή Πασάς, αλλά διαφορετικοί κάθε φορά πασάδες, που έρχονταν εποχιακά, να καταπνίξουν μια γενικότερη επανάσταση στον Ελλαδικό χώρο. Ο μοναδικός που θα μπορούσε να έχει βλέψεις εναντίον των Δερβενοχωρίων, ήταν ο Ομέρ του Ευρίπου, όμως δε το τόλμησε, γιατί ο Σκουρτανιώτης που γρήγορα διέβλεψε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πέρασε πρώτος στην επίθεση, κλείνοντας τα επόμενα χρόνια τον Ομέρ στο κάστρο του και μην αφήνοντάς τον να ξεμυτίσει, με στενή παρακολούθηση στον Εύριπο και συνεχείς μάχες στον ανηφορίτη.
Η μάχη στο Ταμπούρι επίσης, ανέδειξε τον ηγετικό ρόλο του Θανάση Γάτση στα Δερβενοχώρια, αφού μπροστά στα μάτια των συμπατριωτών του ανέλαβε την ευθύνη και κάτω από τις διαταγές του οι Δερβενοχωρίτες κατέκτησαν μια περιφανή νίκη και δεν άφησαν τους Τούρκους να πατήσουν το τόπο τους και να πνίξουν την επανάσταση εκεί εν τη γενέσει της. Παρά την ανησυχία και τις απώλειες, ο ενθουσιασμός και η πίστη των Δερβενοχωριτών προς τον νεαρό ηγέτη τους, είναι αδιαμφισβήτητα. Κάτω από τη καθοδήγησή του, τα Δερβενοχώρια εντάχθηκαν στην κοινή μοίρα όλων των Ελλήνων, στην προοπτική της απελευθέρωσης με οποιοδήποτε τίμημα, επιλογή που βοήθησε -αν και αθόρυβα- καταλυτικά στο σύνολό της την ελληνική επανάσταση, λόγω της νευραλγικής θέσης των Δερβενοχωρίων, που ουσιαστικά ένωναν την Στερεά με την Αθήνα και την Πελοπόννησο.
H νίκη στο Ταμπούρι μαζί με την ηθική νίκη στο χάνι της Γραβιάς και τη νίκη επί του Βευράν, είναι από τις λίγες που ανύψωσαν το ηθικό όλων των Ελλήνων το πρώτο κρίσιμο χρόνο της επανάστασης, που απασχόλησαν τους Τούρκους στη Στερεά και δεν τους άφησαν να εισχωρήσουν στη Πελοπόννησο και να λύσουν τη πολιορκία της Τρίπολης.