Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (4)

Τα Δερβενοχώρια λίγο πριν από την επανάσταση του 1821 αλλά και κατά την διάρκεια αυτής, ίσως ήταν από τα λίγα μέρη της Βοιωτίας που έσφυζαν από ζωή. Η διοικητική αυτονομία, το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης, η δύσκολη έως αδύνατη εκεί προσβασιμότητα των Τούρκων, η ύπαρξη του Θανάση Σκουρτανιώτη, ενός δίκαιου και συνετού άντρα που τους προστάτευε, ήταν τα αίτια που εδώ και κάμποσα χρόνια είχαν καταστήσει τα Δερβενοχώρια, πόλο έλξης πολλών επαναστατημένων και κυνηγημένων από το κάμπο της Βοιωτίας.
Η κύρια γλώσσα βέβαια των Δερβενοχωριτών, ήταν την εποχή εκείνη η αρβανίτικη, γιατί από το 1382 η περιοχή είχε εποικιστεί, όπως και άλλες περιοχές της Ελλάδας από αρβανίτες. Ο εποικισμός αυτός, ήταν αποτέλεσμα των δύσκολων συνθηκών ζωής και διαβίωσης των Ιλλυριών της Βόρειας Ηπείρου και μέρους της σημερινής Αλβανίας. Οι ντόπιοι άρχοντες είχαν καταδυναστεύσει τους απλούς ανθρώπους των περιοχών αυτών, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν νότια. Το σημαντικό για κείνους την εποχή της μετανάστευσης του 1382, ήταν η ανυπαρξία εθνικής ή ιστορικής συνείδησης. Εθνική και ιστορική συνείδηση που δεν άργησαν από την άλλη να αποκτήσουν σιγά σιγά στον Ελλαδικό χώρο, επειδή η τότε εξουσία τους καλοδέχτηκε ως αναζωογόνηση του αυτόχθονου αραιοκατοικημένου πληθυσμού και τους έδωσε ρόλο και τόπο να σταθούν. Στην πλειονότητά τους οι αρβανίτες και από την αρχή ακόμα της εποίκισής τους, δεν ήταν δούλοι ή μεροκαμιατιάρηδες σκλάβοι των αυτόχθονων, αλλά πολίτες ίσοι με αυτούς, αφού τους δόθηκαν περιοχές ολόκληρες να εποικίσουν. Η κύρια απασχόλησή τους ήταν η κτηνοτροφία. Ίσως ο μόνος τρόπος στην αρχή να επιβιώσουν, αλλά και να διατηρήσουν εκείνο που τους άρεσε πιο πολύ. Την ελευθερία τους. Σιγά σιγά βέβαια, απλώνοντας ρίζες στο τόπο που εποίκισαν, άρχισαν να ασχολούνται και με τη γεωργία και αργότερα έγιναν τεχνίτες ακόμη και έμποροι.
Οι αρβανίτες ενσωματώθηκαν σχεδόν αμέσως στον Ελλαδικό χώρο, παρά τα πρώτα αναπόφευκτα προβλήματα, αποδεικνύοντας προαιώνιες εκλεκτικές συγγένειες με το τόπο και τους ανθρώπους του. Διατήρησαν τα πολιτιστικά και πολιτισμικά τους στοιχεία, που η ουσία όμως αυτών των στοιχείων, δεν απείχε και πολύ από την ουσία των πολιτιστικών στοιχείων του αυτοχθόνου πληθυσμού.
Δε θα ήταν υπερβολή να υποθέσουμε, πως αυτά τα καταπιεσμένα στίφη που διψούσαν για πρόοδο και δικαιοσύνη, απέκτησαν σύντομα τη πρώτη τους, έστω λανθάνουσα στην αρχή εθνική συνείδηση, μαζί με τους άλλους για αιώνες καταπιεσμένους, από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία. Τους Έλληνες της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου, των νήσων κτλ. Έλληνες που έρχονταν κατ’ ευθείαν από την αίγλη της αρχαίας Ελλάδας και οι οποίοι είχαν καταληστευτεί πολιτιστικά από τους Ρωμαίους και έπειτα διωχθεί από το Βυζάντιο ως ειδωλολάτρες. Και δεν είναι βέβαια κρυφός, ο τρόπος εγκαθίδρυσης του χριστιανισμού σε αυτές της περιοχές. Καύση των αρχαίων ναών, απαγόρευση των αγώνων, υποχρεωτική αποστροφή από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τα θέατρα, με τη δαμόκλειο σπάθη της θανατικής καταδίκης στους μη συμμορφουμένους κτλ.
Πάντα όμως σε αυτές τις περιοχές υπήρχαν θύλακες αντίστασης ποικιλόμορφοι και ποικιλότροποι. Και αυτό το ήξερε η Κωνσταντινούπολη. Χαρακτηριστικό είναι, ότι μετάθεση Βυζαντινού αξιωματούχου στη Στερεά και τη Πελοπόννησο, θεωρούνταν δυσμενή μετάθεση, σημάδι ότι οι περιοχές αυτές, ήταν πάντα στο μάτι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως πρώην ειδωλολατρικές και πάντα επικίνδυνες.
Μοναδική περίπτωση επιστροφής στο αρχαιοελληνικό πνεύμα, υπό την ανοχή των αυτοκρατόρων Μανουήλ και Ιωάννη Παλαιολόγου, ήταν η περίπτωση του Πλήθωνος Γεμιστού, μόνο και μόνο γιατί ο συγκεκριμένος φιλόσοφος, που άφησε την Κωνσταντινούπολη και ήρθε στο Μυστρά, ήταν προσωπικός φίλος των δύο αυτοκρατόρων. Ο Πλήθων Γεμιστός ίδρυσε σχολή και μεταλαμπάδευσε στην Φλωρεντία κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, κάτι πολύ σημαντικό για την προετοιμασία εκεί της αναγέννησης και του Διαφωτισμού μετέπειτα, μεγάλα κινήματα που επηρέασαν με τη σειρά τους και προετοίμασαν ακόμα και την ελληνική επανάσταση. Υπό αυτή την έννοια το αρχαιοελληνικό ιδεώδες διασώζεται, αναγεννιέται στην Ευρώπη και επιστρέφει δριμύτερο να οπλίσει ιδεολογικά, να προετοιμάσει και να δώσει ταυτότητα στην ελληνική επανάσταση.
Η περίπτωση όμως του Πλήθωνος Γεμιστού, ήταν από τις ελάχιστες περιπτώσεις ανοχής της νεορωμαϊκής ή Βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Κατά κανόνα, το Βυζάντιο εδίωκε δια ροπάλου τον υποτιθέμενο ειδωλολατρικό πληθυσμό και τέτοιες τάσεις.
Με άλλα λόγια, αρβανίτες και παλαιοί Έλληνες, είχαν κοινά βιώματα καταπίεσης και διωγμών, διψούσαν για ελευθερία, δικαιοσύνη και πρόοδο και αυτά ακριβώς τα στοιχεία τους ένωσαν.

Με τη πτώση του Βυζαντίου, παλαιοί Έλληνες και Αρβανίτες είχαν πια κοινή μοίρα απέναντι στο κατακτητή και αυτό τους ένωσε ακόμη περισσότερο. Ο χριστιανισμός από το 1453 και μετά, στη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων της Οθωμανικής κυριαρχίας, είναι το εμφανές στοιχείο που μπορεί να διαχωρίζει τους παλαιούς Έλληνες και τους Αρβανίτες από τους Οθωμανούς και γι’ αυτό οι Αρβανίτες τον ασπάσθηκαν. Ο χριστιανισμός ήταν το αντίπαλο δέος απέναντι στον μουσουλμανισμό επειδή ήταν και οι δύο θρησκείες μονοθεϊστικές. Από την άλλη, ήταν από δύσκολη έως αδύνατη η αναβίωση της αρχαίας θρησκείας, διότι τα δύο τεράστια δέντρα, ο μουσουλμανισμός και ο χριστιανισμός, ήταν σε τέτοια ανάπτυξη που δεν θα άφηναν ποτέ να ανθίσει ξανά ένα τέτοιο δέντρο από κάτω τους. Επίσης δεν υπήρχαν καν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να συμβεί κάτι τέτοιο. Το δέντρο ήταν βγαλμένο από τη ρίζα του. Οι ναοί ήταν ερείπια ή θαμμένοι κάτω από χριστιανικούς ναούς, δεν υπήρχαν ιερείς ούτε η αναγκαία παιδεία για να στηρίξει μια τέτοια αναβίωση. Για κάθε φωτεινό πνεύμα λοιπόν αυτής της εποχής, ήταν αντιληπτό, πως οποιαδήποτε τάση σχετική με το αρχαίο παρελθόν, έπρεπε να περάσει μονάχα μέσα από τον χριστιανισμό και να μεταμφιεστεί τα στοιχεία του. Τη συγκεκριμένη στιγμή, ο μεγάλος εχθρός ήταν οι Οθωμανοί γι’ αυτό χριστιανισμός και αρχαιοελληνικό ιδεώδες, έπρεπε να συμμαχήσουν ή να μετατοπίσουν την επίλυση των διαφορών τους στο μέλλον. Η επίγνωση του ενός πόλου για την αναγκαιότητα του άλλου, είναι το πολύτιμο στοιχείο, που όχι μόνο έδρασε σα θρυαλλίδα για να ανάψει το όραμα της δημιουργίας ελληνικού κράτους, αλλά τελικά και η προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση αυτού του οράματος.
Γιατί όμως, ήταν απαραίτητη αυτή η συμμαχία; Γιατί, για να έχει πιθανότητες η προεργασία και η έκβαση αυτής της επανάστασης, έπρεπε να συμμαχήσει ο χριστιανισμός με το αρχαιοελληνικό ιδεώδες;
Μα ακριβώς γιατί ήταν οι κυρίαρχες τάσεις που διαφοροποιούνταν από την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Ο χριστιανισμός, σαν ήδη καθιερωμένη δύναμη, είχε σφραγίσει και διαφοροποιήσει από τον Μουσουλμανισμό και τους Τούρκους, το μεγάλο μέρος των κατοίκων του ελλαδικού χώρου. Προσέδιδε διαφορετική ταυτότητα σε αυτούς και τους ομογενοποιούσε. Ο χριστιανισμός επίσης, είχε στα σπλάχνα του κάτι που όσο κι αν ήταν λησμονημένο μες στους αιώνες, έπρεπε πάση θυσία να επιστρατευτεί ξανά, γιατί ήταν μια συνταγή πετυχημένη, αφού είχε κατορθώσει να εκπορθήσει εκ των έσω ακόμη και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Και αυτή η συνταγή δεν ήταν άλλη από την συνταγή της συνομωσίας. Ο χριστιανισμός λοιπόν, γνωρίζοντας καλά από αυτές τις τακτικές, θεωρούνταν απαραίτητος σε αυτόν τον αγώνα. Στον αγώνα που χρειαζόταν όσο τίποτε, τουλάχιστον στην αρχή, το συστατικό της συνομωσίας. Ένα ακόμα στοιχείο που έκανε τον χριστιανισμό ουσιαστικό σύμμαχο στον αγώνα της απελευθέρωσης, ήταν η ιδεολογική του συγγένεια με τους φτωχούς, τους σκλάβους και τους πληβείους. Παρατηρούμε δηλαδή, πως παρά την μεταφυσικότητά του, ο χρστιανισμός ήταν απαραίτητος καθαρά για λειτουργικούς λόγους στην ελληνική επανάσταση. Για λόγους ομογενοποίησης, πρόσδεσης ταυτότητας του πληθυσμού που έπρεπε να ξεσηκωθεί και σύσφιξη των σχέσεων αυτού του πληθυσμού μεταξύ του.
Από την άλλη, το αρχαιοελληνικό ιδεώδες ήταν το όραμα αυτού του πληθυσμού. Το όραμα της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του ορθολογισμού. Η αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μόνο η έμπνευση αλλά και ο στόχος. Ποτέ δε θα είχε πετύχει ο χριστιανισμός από μόνος του με την ελληνική επανάσταση, αν δεν υπήρχε το όραμα του αρχαιoελληνικού ιδεώδους. Αν το όραμα ήταν επιστροφή στο Βυζάντιο, η επανάσταση θα είχε αποτύχει παταγωδώς εν τη γενέσει της. Το όραμα λοιπόν ήταν η αναβίωση των επιτευγμάτων της αρχαίας Αθήνας. Ο χριστιανισμός απλά χρησιμοποιήθηκε, επειδή ήδη είχε εγκαθιδρυθεί και ομογενοποιήσει τους σκλάβους. Κανένας δε θα ξεσηκωνόταν για να βάλει αφέντες καλόγερους και παπάδες πάνω απ' το κεφάλι του. Κανένας δε θα ξεσηκωνόταν για να αναβιώσει το Βυζάντιο. Θα ξεσηκωνόταν όμως, αν κέρδιζε την ελευθερία της σκέψης και της βούλησης, αν κέρδιζε την Δημοκρατία. Τα κύρια στοιχεία που ανακάλυψαν και ύψωσαν σε ιδεώδες οι αρχαίοι Έλληνες.
Έτσι, παρά τους πρώτους δισταγμούς, αρκετά μοναστήρια και κει επειδή ακριβώς είχαν καταφύγει αρκετές πεφωτισμένες προσωπικότητες όχι κατ' ανάγκη για θρησκευτικούς λόγους, δεν ήταν μόνο φορείς του χριστιανισμού. Ήταν και κέντρα μελετών. Και μάλιστα αρχαιοελληνικών μελετών. Δεν ήταν λίγοι οι διψασμένοι για γνώση, που ντύνονταν το ράσο μόνο και μόνο για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή τη γνώση. Και εκεί ακριβώς, ανακάλυπταν το αρχαίο ελληνικό μεγαλοπρεπές παρελθόν. Δεν ήταν λίγοι από αυτούς τους μελετητές που ονειρεύτηκαν την αναβίωση αυτού του παρελθόντος και έτσι για πρώτη φορά, έχουμε το οξύμωρο φαινόμενο μέσα στα χριστιανικά μοναστήρια, τα άντρα του χριστιανισμού που λίγους αιώνες πριν κυνηγούσε λυσσαλέα τους ειδωλολάτρες και οτιδήποτε θύμιζε την αρχαία αίγλη, να σιγοψιθυρίζεται και το παρελθόν των αρχαίων Ελλήνων. Η συμμαχία που λέμε πιο πάνω, αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Έτσι, αν υποθέσουμε πως σταδιακά και αχνά δημιουργείτε το όραμα της ελευθερίας, αυτό έχει δύο άξονες. Από τη μια τον χριστιανισμό και από την άλλη την αναβίωση του αρχαιοελληνικού ιδεώδους. Για πρώτη φορά, τόσο αντίθετα μεταξύ τους στοιχεία, ενώνονται για να δημιουργήσουν το όραμα της ελευθερίας. Είναι σα ένα ξίφος που είχε δύο όψεις και κόψεις. Από τη μία ο χριστιανισμός, από την άλλη το αρχαιοελληνικό ιδεώδες, που φυσικά δεν αναδιοργανωνόταν μόνο στα μοναστήρια, αλλά πολύ περισσότερο στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη, που από την εποχή του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου ακόμα, ύστερα του Γκαίτε και μετέπειτα των Διαφωτιστών, υποκλινόταν ευλαβικά όχι πια στην Ιερουσαλήμ, αλλά στην αρχαία Αθήνα.

Οι τέσσερις αιώνες δουλείας από τους Οθωμανούς για να επανέλθουμε, η κοινή θρησκεία, η κοινή μοίρα, έκαναν αυτό το κράμα παλαιών Ελλήνων και Αρβανιτών ένα αδιάσπαστο στοιχείο, ένα καινούριο μέταλλο, πιο ισχυρό και πιο λαμπερό, ακριβώς όπως ο σίδηρος όταν αναμιγνύεται με τον κασσίτερο δίνει κάτι πιο σκληρό και ανθεκτικό. Τον χάλυβα.
Φτάνουμε έτσι στα 1821, όπου Αρβανίτες και παλαιοί Έλληνες, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι καινούριοι Έλληνες. Γιατί δε τους διαχωρίζει πια απολύτως τίποτα παρά μόνο η γλώσσα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πολλοί αρβανίτες δε μιλούν ελληνικά. Οι Αρβανίτες διατρανώνουν αγέρωχα την Ελληνική τους συνείδηση και ταυτότητα και ξεσηκώνονται μαζί με όλους τους Έλληνες. Ακριβώς γιατί νιώθουν Έλληνες. Έχουν αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια, ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, κάτω δηλαδή από τη καταπίεση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μπορούν να ανθίζουν, να προοδεύουν και φυσικά να αγαπάνε και να προστατεύουν το τόπο τους. Οι μισοί σχεδόν ήρωες της Ελληνικής επανάστασης είναι αρβανίτες με συνείδηση Ελληνική. Ο Σκουρτανιώτης και οι Δερβενοχωρίτες το ίδιο. Οποιαδήποτε αναφορά σε Αλβανικό παρελθόν τους εξοργίζει, ακριβώς γιατί η πρώτη τους εθνική συνείδηση είναι η ελληνική. Αν υπήρχε κάτι άλλο, τόσες γενιές θα το φρόντιζαν και θα το διατηρούσαν, όπως κάνουν κρυφά οι γενεές των ανθρώπων, όταν θέλουν να διαφυλάξουν κάτι ιερό και πολύτιμο. Τέτοια συνείδηση λοιπόν ποτέ δεν υπήρχε. Η πρώτη και μοναδική συνείδηση των Αρβανιτών ήταν και είναι η ελληνική. Αυτό είναι το πολύτιμο που απέκτησαν οι αρβανίτες τόσους αιώνες στον Ελλαδικό χώρο και αυτό το πολύτιμο, το προάσπισαν και το διαφύλαξαν με το αίμα τους.
Και αυτοί οι καινούριοι Έλληνες, είναι σε θέση πια, να πάρουν όλοι μαζί το ξίφος με τις δύο κόψεις, από τη μια τη χριστιανισμού και από την άλλη του αρχαιοελληνικού ιδεώδους και να το στρέψουν ενάντια στη κραταιά Οθωμανική αυτοκρατορία.

Θα ήταν παράλειψη όμως να μην αναφέρουμε και κάποιες εξαιρέσεις του αγώνα των αρβανιτών κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Μια τέτοια, ήταν και η περίπτωση των Χασιωτών αρβανιτών, που πρόδωσαν τον καπετάνιο Μελέτη Βασιλείου στους Τούρκους. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε όμως, τη χρονική περίοδο που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο γεγονός. Και αυτή η περίοδος, δεν είναι άλλη από την σκοτεινή περίοδο που ο Γκούρας ήταν φρούραρχος των Αθηνών και κυριολεκτικά είχε καταληστεύσει και τρομοκρατήσει τους κατοίκους των γύρω περιοχών με αποτέλεσμα αυτοί οι κάτοικοι και η τοπική δημογεροντία να έχουν κυριολεκτικά απαυδήσει με τα καμώματα των Ελλήνων που πρέσβευαν ένα καλύτερο αύριο. Η αρπακτική και ληστρική συμπεριφορά του Γκούρα και της παρέας του, πράγματι υποδαύλισε σημαντικά την επανάσταση, γιατί βλέποντας ο απλός κόσμος πως στην ουσία άλλαζε αφέντες στο σβέρκο του, έχασε ξαφνικά κάθε προθυμία για την συνέχιση του αγώνα και έγινε ευάλωτος στη πολιτική των Τούρκων, που θέλησαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο το γεγονός. Η δημογεροντία λοιπόν της Χασιάς, έλαβε την απόφαση, να συμμαχήσει με τους Τούρκους για να γλιτώσουν απ' τη παρέα του Γκούρα. Ίσως βέβαια ήταν και μια απόφαση να σώσουν αμάχους και γυναικόπαιδα από το λεπίδι των Τούρκων. Γιατί θα πρέπει να πούμε εδώ, πως ίσως σε μας σήμερα φαντάζουν όλα εύκολα και επίπεδα. Στη πραγματικότητα όμως, η ελληνική επανάσταση, δεν ήταν ούτε επίπεδη, ούτε ρηχή, ούτε εύκολη υπόθεση.
Τέτοια γεγονότα όμως, ακόμη κι αν είναι ως ένα σημείο δικαιολογημένα από τις μεγάλες αντιφάσεις αυτής της εποχής, δε παύουν να αποτελούν μελανές σελίδες στη ιστορία της ελληνικής επανάστασης. Γιατί στην ουσία δε τη πλήρωσε ο Γκούρας όπως θάπρεπε, αλλά ένας αγνός αγωνιστής με μεγάλη προσφορά όπως ο αρβανίτης Μελέτης Βασιλείου. Ευτυχώς δε, που τέτοια γεγονότα όπως της Χασιάς, ήταν απλά ελάχιστες σκοτεινές εξαιρέσεις, στη μεγάλη προσφορά του συνόλου των αρβανιτών στον αγώνα της εθνεγερσίας.


(συνεχιζεται)