Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Λίγα λόγια για τον πίνακα του Peter Von Hess



Ο Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες

Ο Peter Von Hess (1792-1871) ήταν Γερμανός ζωγράφος, που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Όθωνα το 1833 και ζωγράφισε σε αυτό το στάδιο της ζωής του σημαντικούς πίνακες, με θέματα από την επανάσταση και την εποποιϊα του 1821.
Ο πίνακας που απεικονίζεται στο παρόν θέμα και έχει συνδεθεί με τα Δερβενοχώρια και τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, είναι ένα δημιούργημά του, που ο ίδιος ονόμασε «Ο Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες» και τον ζωγράφισε γύρω στα 1835. Τον συγκεκριμένο πίνακα μπορεί να θαυμάσει κανείς, στo Μουσείο Μπενάκη.
Πρόκειται για μια καταπληκτική ρεαλιστική σύνθεση κίνησης και δράσης. Ο θεατής νομίζει πως από στιγμή σε στιγμή, οι φιγούρες θα κινηθούν. Σαν κεντρική μορφή δεσπόζει η σκούρα ψιλόλιγνη φιγούρα του Διάκου με το σταυρό στο στήθος, που με ασκητικό, γαλήνιο και καθαρό πρόσωπο, δείχνει το δρόμο για τον αγώνα, τη μάχη και το χρέος, έχοντας τεντωμένο το δάχτυλο του αριστερού του χεριού. Γύρω του πολεμιστές έτοιμοι να τον ακολουθήσουν. Ο θεατής νομίζει πως ακούει φωνές, ποδοβολητά, κλαγγές όπλων, κυριαρχεί μια βιασύνη παντού, μα ξαφνικά όλα σταματούν. Σα να μην ακούγεται τίποτα πια, ούτε καν μία ανάσα, τη ματιά του θεατή, μαγνητίζει μια συγκλονιστική λεπτομέρεια, που μάλλον αποτελεί και το κεντρικό θέμα του πίνακα. Μια καταπληκτική σκηνή αποχαιρετισμού. Ο πολεμιστής στο κέντρο του πίνακα κάτω από το δέντρο -που η θωριά και η κεντρικότητα της θέσης σε σχέση με τους υπόλοιπους, συνηγορούν πως είναι ο αρχηγός των Δερβενοχωριτών- φιλάει στο μάγουλο ένα μωρό. Το μωρό, σα να αισθάνεται τον κίνδυνο που σε λίγο θα ριχτεί ο πολεμιστής, σκύβει προς το μέρος του να τον αγκαλιάσει, σα να μη θέλει να τον αφήσει να φύγει. Πίσω τους, άλλη μια μητέρα με το μωρό της στην αγκαλιά.
Για πολλά χρόνια οι απόγονοι Σκουρτανιωταίοι πίστευαν -και πολλοί πιστεύουν ακόμα- ότι εκείνος που δίνει το φιλί είναι ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και το μωρό ο μοναχογιός του Ιωάννης. Για τον Θανάση οι πιθανότητες είναι συντριπτικές να πρόκειται πραγματικά γι’αυτόν. Για το μωρό όμως, είναι λάθος να πιστεύουν κάποιοι με ελαφρά τη καρδιά πως πρόκειται για τον μικρό Ιωάννη -εκτός κι αν ο Peter Von Hess έχει εισάγει από τότε ένα είδος χρονικού σουρεαλισμού- δεδομένου ότι ο Διάκος πέθανε το 1821 και σύμφωνα με τα στοιχεία, ο μικρός Ιωάννης γεννήθηκε το 1823, γεγονότα που σημαίνουν ότι ο μικρός Ιωάννης και ο Διάκος δε συναντήθηκαν ποτέ. Όταν γεννήθηκε ο Ιωάννης, ο Διάκος ήταν ήδη δύο χρόνια νεκρός. Οι πολεμιστές είναι σίγουρα Δερβενοχωρίτες και δεν αποκλείεται ο Peter Von Hess να αναπαριστά όντως τον μεγάλο εκλιπόντα των Δερβενοχωρίων, τον αρχηγό Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, μόνο που αν λάβουμε υπ’ όψη μας αυστηρά τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, το μωρό δεν είναι ο γιος του, αλλά ίσως ο ανιψιός του Παναγής γιός του Κώτσου Σκουρτανιώτη, που όντως τότε ήταν δύο ετών.
Βέβαια, εδώ πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας και μια συγκυρία. Ο Peter Von Hess, ανήκε στη κουστωδία του Όθωνα και γυρόφερνε στο παλάτι. Την ίδια εποχή, ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης ήταν και κείνος στο παλάτι ως ένας από τους τρεις υπασπιστές του Όθωνα. Γιώργης Σκουρτανιώτης λοιπόν και Peter Von Hess γνωρίζονταν και δεν αποκλείεται ο Γιώργης ως χρέος προς τον αδερφό και το τόπο του, να έχει συμβάλει με διάφορες πληροφορίες στη δημιουργία του πίνακα. Δεν αποκλείεται επίσης, ο ζωγράφος να χρησιμοποίησε ως μοντέλο για να δημιουργήσει τον Θανάση στον πίνακα, τον ίδιο τον Γιώργη.
Δεν αποκλείεται όμως, αφού ο Γερμανός ζωγράφος ήρθε μετά την επανάσταση και έγινε αποδέκτης ξαφνικά, πάμπολλων ιστοριών από τη μεγάλη εποποιία, να μην έδωσε σημασία στις χρονολογικές λεπτομέρειες και πράγματι να παρουσίασε δύο ήρωες που θυσιάσθηκαν για τη πατρίδα. Τον Διάκο και τον Σκουρτανιώτη. Ή να ήθελε να παρουσιάσει τον δρόμο της θυσίας, τον αποχωρισμό από τα γήινα και τους αγαπημένους και τότε πράγματι μιλάμε για έναν ιδιαίτερο σουρεαλισμό. Ο Διάκος σα να μην είναι ζωντανός παρά ένα φάντασμα, ουσιαστικά δείχνει στον Θανάση και στους Δερβενοχωρίτες που χάθηκαν στο Μαυρομάτι, τον δρόμο της θυσίας που ακολούθησε πριν λίγα χρόνια και ο ίδιος. Και δεν αποκλείεται, αν αναλύσουμε τον πίνακα κάτω από αυτό το πρίσμα, ο Γερμανός ζωγράφος με το μωρό να θέλει να απεικονίσει το γιό του Θανάση και τον αποχωρισμό τους. Η σκηνή του αποχαιρετισμού, είναι πολύ ζεστή και συγκινησιακή και παραπέμπει όντως σε σκηνή αποχαιρετισμού πατέρα και μονάκριβου γιου. Είναι τόσο φορτισμένη μάλιστα με κείνο το άρπαγμα κυριολεκτικά του μωρού στο πατέρα και το αντίστροφο, που θάλεγε κανείς πως αυτή είναι η τελευταία φορά που βλέπονται οι δυο τους.
Υπάρχει μάλιστα μια φιγούρα, κρυμμένη σχεδόν στον πίνακα, που η στάση της προμηνύει την τραγική μοίρα του αρχηγού και των υπολοίπων στο Μαυρομάτι. Πρόκειται για μια θεσπέσια λεπτομέρεια του πίνακα που με πρώτη ματιά περνάει απαρατήρητη. Αν προσέξει όμως καλύτερα κανείς, εκφράζει μια άλλη δυναμική και δίνει άλλες διαστάσεις στον πίνακα. Και η λεπτομέρεια αυτή, είναι η γυναικεία φιγούρα αριστερά, που βρίσκεται σκυμμένη πίσω από τον πολεμιστή του πρώτου πλάνου. Η γυναικεία εκείνη φιγούρα, έχει σκεπάσει το πρόσωπο με τη παλάμη και κλαίει σα να γνωρίζει τη τραγική μοίρα του αρχηγού και των υπολοίπων που φεύγουν. Σα να είναι η ίδια η μοίρα, η ίδια η Ελλάδα, η ίδια η Ιστορία αυτή η σκυφτή γυναικεία φιγούρα, αναλύεται σε δάκρυα γιατί οι θυσίες για την ελευθερία, φαίνεται να μην έχουν τελειωμό. Σα να είναι σίγουρη, πως αυτός ο αποχαιρετισμός ακριβώς από πάνω της, είναι ο τελευταίος. Πατέρας και γιος, δε θα συναντηθούν ποτέ ξανά, γι’ αυτό αναλύεται σε δάκρυα. Πρόκειται όντως για μια καταπληκτική λεπτομέρεια, που προδίδει τη πρόθεση του ζωγράφου να δείξει έμμεσα σε αυτό τον πίνακα, τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και τη τραγική του μοίρα.
Όπως και νάχει πάντως, το φιλί αυτό εκτός από ένα αριστούργημα του Peter Von Hess, είναι συμβολικό και δρα καταλυτικά για όλη τη σκηνή. Είναι το φιλί του γενναίου λίγο πριν φύγει για την τελευταία μάχη, το φιλί εκείνου που θυσιάζεται για την Ελλάδα που έρχεται. Αυτός ο ιερός ασπασμός, που εκφράζει την μεγάλη θυσία, την ανυπέρβλητη αγάπη του αποφασισμένου γι' αυτούς που θα μείνουν, ας είναι το σύμβολο τούτου του βιβλίου, ας είναι η παρακαταθήκη που μας άφησαν ήρωες σα τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ


Με τον θάνατο του Θανάση Σκουρτανιώτη, μια άλλη μορφή ξεπετάγεται από την ίδια οικογένεια, όχι μόνο για να πάρει τη θέση του, όχι μόνο για να τον αντικαταστήσει επάξια, αλλά για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση από το 1825 μέχρι το 1829. Ό, τι κέρδισε αυτή η μορφή, το πήρε μονάχα με το σπαθί της. Και δεν είναι άλλη, από τον αδερφό του Θανάση, τον Γιώργη Σκουρτανιώτη.
Προσωπική μου γνώμη, πως ο Γιώργης έχει αδικηθεί από την ιστορία, ακριβώς γιατί δεν είχε έναν δοξασμένο θάνατο όπως ο αδερφός του. Θα μείνει άναυδος όμως ο αναγνώστης, αν σκύψει πάνω στις πολεμικές αρετές και στη προσφορά αυτού του άντρα στην επανάσταση του 1821. Θα χρειαστεί ίσως μια ξεχωριστή έρευνα για να ανακαλύψει κανείς, αυτή τη τεράστια προσφορά και προσωπικότητα. Μέχρι το 1825, ο Γιώργης ήταν γνωστός σαν ένας σκληρός πολεμιστής, αδερφός του καπετάνιου των Δερβενοχωρίων και πανέμορφος. Η ωραιότητά του ήταν παρομοιώδης. Λένε πως ήταν ο ωραιότερος αξιωματικός του Όθωνα, όταν αργότερα έγινε υπασπιστής του.
Ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης. Που η Διοικητική Επιτροπή για να ανασυγκροτήσει το στρατόπεδο της Αν. Ρούμελης τον συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στους σημαντικούς οπλαρχηγούς στις 3 Μαίου 1826. Που συντάσσεται με το σώμα του Καραϊσκάκη και παίρνει μέρος στη μεγαλειώδη μάχη της Αράχωβας. Που ακολουθεί τον Καραϊσκάκη στην Αττική και υπερασπίζει στο Φάληρο σημαντική θέση. Προβλέποντας την επίθεση των Τούρκων σε αυτή τη θέση, ανοίγει κρυφά τάφρο με αποτέλεσμα το ανύποπτο ιππικό των εχθρών να βρεθεί προ απροόπτου, να τσακιστεί και να θαφτεί εκεί.
Μακρυγιάννης, Σουρμελής, Καρόρης εκθειάζουν την μεγάλη προσφορά του στο Παλιό Φάληρο στη μάχη στα Μποστάνια.
Ο Γιώργης. Που αγνοώντας τις διαταγές του Μορφόπουλου και με προσωπική πρωτοβουλία και ευθύνη, ρίχνεται στη μάχη του Μαρτίνου κατά του εχθρού, χαρίζοντας τη τελευταία στιγμή τη νίκη στα ελληνικά όπλα. Που κάτω από τις οδηγίες του Υψηλάντη δίνει ανεπανάληπτες μάχες στη Θήβα, υπερασπίζεται με σθένος την πόλη και ξεχωρίζει σε ανδρεία και σύνεση, ώστε η συμβολή του να μνημονεύεται εκτός από τον Τσεβά και από τον Περραιβό.Που μαζί με τον Κριεζώτη, σώζουν κυριολεκτικά την διάλυση του στρατού του Υψηλάντη και κατ’ επέκταση την συνέχιση της ελληνικής επανάστασης με επέμβασή τους στα μισά του δρόμου των λιποτακτών. Τον Γιώργη που απέκρουσε τη κύρια δύναμη του Τουρκικού στρατού στη μάχη της Πέτρας χαρίζοντας για άλλη μια φορά την νίκη στον Υψηλάντη και τα ελληνικά όπλα. Ο αδερφοποιτός του Κριεζώτη. Ο έμπιστος αρχηγός του Υψηλάντη. Ο υπασπιστής του Όθωνα αργότερα, που δεν υπάκουσε ούτε στο βασιλιά και δε δέχτηκε να χτυπήσει το Κριεζώτη με αποτέλεσμα να χάσει την εύνοιά του και να αποσυρθεί στο Ωρωπό. Ο Γιώργης. Που οι Τούρκοι τον μισούσαν τόσο πολύ, που σκότωσαν την ερωμένη ή αρραβωνιαστικιά του στον Ωρωπό, την πανέμορφη Κρουστάλλω. Μια τεράστια προσωπικότητα που βοήθησε καταλυτικά την Ελληνική επανάσταση, μα η ιστορία δε τον έχει τιμήσει ακόμα όσο του πρέπει.
Η μελέτη γι’ αυτόν λοιπόν, θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού κεφαλαίου. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με την εκδίκησή του για τον θάνατο του αδερφού του και θα αναφέρουμε τι γράφουν γι’ αυτή την εκδίκηση οι Βάγιαννης και Τσεβάς.

Ας παρακολουθήσουμε πρώτα τον Βάγιαννη:

«…Επί τω θλιβερώ αγγέλματι του θανάτου του πρώτου Βοιωτού μάρτυρος, πανταχόθεν συνηθροίσθησαν εις την εκ του καπνού μελανωθείσαν εκκλησίαν, ένθα μετά δακρύβρεχτον μνημόσυνον υπέρ της ψυχής του πρώτου μάρτυρος οπλαρχηγού και των υπ’ αυτών, ανεκήρυξαν αρχηγόν μεν τον αδελφόν του γενναίου οπλαρχηγού Γεώργιον Σκουρτανιώτην, σωματάρχας δε τους πρώην και μετά του Λουκά Δρίτσουλα υιού του εν τω ναώ υπέρ ελευθερίας μαρτυρήσαντος. Πάντες δε οι σωματάρχαι εντός του ναού συνελθόντες ξιφήρεις, ώμοσαν να διευθυνθώσιν εις τα μέρη ένθα ετάχθησαν και να εξαγοράσωσι το αίμα των αδελφών των. Ετέρα όμως επιβαλλομένη ανάγκη μεγίστου κινδύνου διασώσεως των γυναικοπαίδων ανά τας νήσους ηνάγκασεν αυτούς να εγκαταλείψωσι το σχέδιον της εκδικήσεως»

και αφού αναφέρει την εξόρμηση του Δράμαλη συνεχίζει για το ίδιο θέμα:

«…Ο τολμητίας Πετηνάρης μετά χρόνον ενωθείς μετά του Σκουρτανιώτου (Γεωργίου πιά) και εις τα υπωρείας του Υπάτου όρους περιφερόμενος, παρατηρεί απόσπασμα τακτικού εξ Αλβανών στρατού, μεθ’ ου συμπλακείς αναγκάζει αυτό να κελισθή εντός του ναού του χωρίου Σύρτζι. Καταφθάσας δε και ο Σκουρτανιώτης απεφάσισεν να εκδικηθώσιν αυτούς και ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης έρριπτον πίσσαν ανημμένην επί των Οθωμανών, οίτινες απετεφρώθησαν πλην δύο αξιωματικών, ους συνέλαβον αιχμαλώτους κατά την συμπλοκήν. Οι αιχμάλωτοι αξιωματικοί παρεκάλεσαν τους σωματάρχας να έλθωσιν εις συνεννόησιν περί απελευθερώσεώς των και μετά σύσκεψιν απεφασίσθη να αφεθώσιν ελεύθεροι υπό τον όρον αντί χρυσίου προσφερομένου αυτοίς ν’ απελευθερωθώσιν οι εν ταις φυλακείς Χαλκίδος κρατούμενοι είκοσι και δύο χριστιανοί, όπερ και εγένετο πέμψαντες τον ένα των αιχμαλώτων εις Χαλκίδα.»

Λέει δηλαδή με λίγα λόγια ο Βάγιαννης, πως ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης με τον Πετηνάρη, εκδικήθηκαν σε ανύποπτο χρόνο το θάνατο του Θανάση και των υπολοίπων στην Αγία Σωτήρα. Ο Πετηνάρης συνάντησε στο Σύρτζι (σημερινό Ύπατο) τακτικό τούρκικο απόσπασμα αποτελούμενο από Αλβανούς. Συνεπλάκη μαζί τους, αιχμαλώτισε δύο αξιωματικούς και τους υπόλοιπους τους έκλεισε μέσα στην εκκλησία του Συρτζίου. Ειδοποίησε τον Γιώργη, ο οποίος κατέφθασε, άνοιξε τρύπα στη στέγη και κατέκαψε το τούρκικο απόσπασμα, εκδικούμενος με τον ίδιο τρόπο τον θάνατο του αδερφού του. Κατόπιν αντάλλαξε τους αιχμαλώτους αξιωματικούς με είκοσι δύο Έλληνες χριστιανούς φυλακισμένους στη Χαλκίδα.

Ο Τσεβάς αναφέρει τα εξής για το ίδιο ζήτημα:

«…Τον Αθαν. Σκουρτανιώτη θανόντα διεδέχθη εν τη οπλαρχηγία ο αδελφός του Γεώργιος, όστις ανεδείχθη άξιος αυτού διάδοχος. Ούτος αποκαθαίρων το έδαφος της υπαίθρου χώρας, από των Τούρκων, κατώρθωσε 15 ημέρας, από του ηρωϊκού θανάτου του αδελφού του, να καταστρέψη τουρκικόν απόσπασμα όπερ συνήντησε εις θέσιν Γκούρεζα του Συρτζίου. Τούτο ηττηθέν και καταδιωχθέν, ενεκλείσθη εντός εκκλησίας του χωρίου όπου κατεκάη ολόκληρον. Το κατόρθωμα τούτο ανεκούφισε τους Ταναγραίους πολεμιστάς, δυνηθέντας να εκδικηθώσιν τον θάνατον του αρχηγού και συμπολίτου των Αθαν. Σκουρτανιώτου.»

Οι διαφορές του Βάγιαννη όπως βλέπουμε αρκετές, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Και οι δύο αναφέρουν πως ο Γιώργης, εκδικήθηκε τελικά τον θάνατο του αδερφού του, καίγοντας μέσα σε μια εκκλησία στο Σύρτζι, ένα τούρκικο απόσπασμα.
Το ερώτημα που μπαίνει τώρα είναι το εξής:
Μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός; Η εκδίκηση του Γιώργη συνέβη πραγματικά ή το γεγονός αυτό είναι ένα εύρημα του Βάγιαννη, της προφορικής ιστορίας και κατ’ επέκταση του Τσεβά;
Η προσωπική μου γνώμη είναι η εξής:
Το γεγονός αυτό, θα πρέπει πραγματικά να συνέβη. Και τούτο, γιατί δεν είναι ένα τόσο «καθαρό» κατόρθωμα για τον Γιώργη. Στην ουσία πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης αλλά και βλασφημίας. Αν ήταν εύρημα, οι ιστορικοί αλλά και η προφορική παράδοση, θα δημιουργούσαν κάτι άλλο. Θα ανέφεραν π.χ. ότι ο Γιώργης κατέκαψε το τούρκικο απόσπασμα μέσα σε ένα σπίτι ή μια παλιά αποθήκη. Εδώ ο Γιώργης χάριν εκδίκησης, φαίνεται μαζί με τους Τούρκους να έκαψε και μια εκκλησία. Πράξη καθαρής βλασφημίας. Και ποτέ ένας ιστορικός όταν θέλει να ανεβάσει έναν ήρωα και έχει την ευχέρεια να δημιουργήσει ένα γεγονός εκ του μη όντος, δεν το κατασκευάζει με τέτοιο τρόπο ώστε να προσδώσει στον πρωταγωνιστή του το στίγμα της βλασφημίας.
Όλα αυτά σημαίνουν πως το γεγονός συνέβη πραγματικά.
Δε γνωρίζουμε σε ποιο σημείο ήταν ανεπτυγμένο το θρησκευτικό συναίσθημα του Γιώργη. Αν τοποθετήσουμε όμως το γεγονός στην εποχή του και στις συνθήκες της επανάστασης του 1821, το θρησκευτικό συναίσθημα των πολεμιστών επαναστατών, είναι πολύ ανεπτυγμένο. Και είναι ανεπτυγμένο, γιατί είναι αναγκαίο. Η υπέρβαση που επιθυμούν οι επαναστάτες Έλληνες είναι τόσο μεγάλη, που μονάχα η πίστη σε μια μεταφυσική πηγή τους τροφοδοτεί με την ανάλογη δύναμη. Θεωρώ δύσκολο δηλαδή Έλληνες που λαμβάνουν δύναμη από τον Θεό, από τους αγίους και τις εκκλησίες τους να βάζουν οι ίδιοι φωτιά σε μια τέτοια εκκλησία, έστω κι αν πρόκειται να κάψουν μέσα της απίστους. Είναι τεράστια η βλασφημία για την εποχή, γιατί στρέφονται χάριν εκδίκησης ενάντια στο θεό τους. Εκτός κι αν θεωρούσαν πως θάνατος απίστων μέσα στον οίκο του θεού, δίνει χαρά στον ίδιο το θεό.
Πώς λοιπόν ο Γιώργης προέβη σε μια τέτοια πράξη εκδίκησης μεν, βλασφημίας δε;
Ο ένας λόγος, το θρησκευτικό του συναίσθημα να μην ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο. Ο δεύτερος , να βρέθηκε προ τετελεσμένων γεγονότων. Να τον ειδοποίησε ο Πετηνάρης πως κρατά τους Τούρκους κλεισμένους μέσα στην εκκλησία. Ο Τσεβάς αναφέρει πως αυτό έγινε 15 μέρες μετά το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου. Που σημαίνει πως ο πόνος του Γιώργη ήταν πρόσφατος. Αν λάβουμε υπόψη και το ότι ο Γιώργης σύμφωνα με τη προφορική παράδοση, ήταν παρορμητικός και ιδιαίτερα επιρρεπής στο συναίσθημα της οργής, τότε είναι αλήθεια, πως δε θα δίσταζε να κάψει τους Τούρκους μέσα στην εκκλησιά, ζητώντας κατά βάθος συγχώρεση από τον Θεό και υποσχόμενος πως κάποτε θα έφτιαχνε ο ίδιος ξανά την εκκλησία, υπόσχεση που δε μπορούμε να γνωρίζουμε εάν τελικά τήρησε.
Ο Βάγιαννης αναφέρει πως ο Γιώργης κράτησε δύο αξιωματικούς και τους αντάλλαξε με 22 χριστιανούς από τις φυλακές της Χαλκίδας. Εδώ ο Γιώργης φαίνεται να ακολουθεί τα βήματα του Θανάση, του οποίου τακτική υπήρξε ενίοτε, να συλλαμβάνει Τούρκους αξιωματούχους και να τους ανταλλάσει για λύτρα, με σκοπό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του αγώνα και των αντρών του. Ένα τέτοιο γεγονός, άσχετο με το παρόν θέμα αλλά πολύ ενδιαφέρον, που αποδεικνύει τη τακτική αυτή του Θανάση Σκουρτανιώτη,είναι και η παρακάτω διήγηση του Τσεβά:

«…Εις Ρετσώνα ενώ ανέμενε (o Κώτσο Βόγκλης) μετά του Σκουρτανιώτου (Θανάση) παρά την οδόν Χαλκίδος, ίνα κτυπήσωσι Τούρκους μεταβαίνοντας εις ενίσχυσιν των εν Χαλκίδι, ανηγγέλθη εις αυτούς ότι έμελλε να διέλθη εκείθεν Τούρκος βέης, όστις είχεν απαγάγει την περικαλλή θυγατέρα του Παπαζαρίφη εκ Παλαιοπαναγιάς. Μετ’ ολίγον εφάνη Τούρκος έχων επί των καπουλίων του ίππου του την κόρην και ακολουθούμενος υπό πολλών ένοπλων ανδρών. Ο Βόγκλης εζήτησε την άδειαν να φονεύση τον Τούρκον βεβαιών ότι ουδένα κίνδυνον θα διατρέξη η κόρη. Εν τοιαύτη περιπτώσει είπεν ο Σκουρτανιώτης συ θα κτυπήσης το άλογο εις το κεφάλι και ημείς το απόσπασμα. Τον Τούρκον θα τον αιχμαλωτίσωμεν, διότι έχομεν ανάγκην από γρόσια. Πυροβολήσας πράγματι πρώτος ο Βόγκλης εφόνευσε τον ίππον, όστις πεσών παρέσυρε το πολύτιμον φορτίον του. Εκ του αποσπάσματος οι μεν εφονεύθησαν κατόπιν, οι δε διεσκορπίσθησαν. Ο Τούρκος ηχμαλωτίσθη και ηλευθερώθη αντί πλούσιων λύτρων, η δε κόρη του Παπαζαρίφη παρεδόθη εις τους γονείς της.»

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Το μειράκιον, ο μικρός Τάσος



Η ύπαρξη στην ιστορία του ολοκαυτώματος του Μαυροματίου του μικρού Τάσου, εμφανίζεται μόνο στην διήγηση του Τσεβά. Ο Βάγιαννης δεν κάνει λόγο για την ύπαρξή του στην ιστορία μας, αλλά όπως είδαμε η διήγηση του Βάγιαννη παρουσιάζει γενικότερα κενά.
Ο Γιάννης ο Μήτρου, ο οποίος κατάγεται και από το Μαυρομάτι, στο βιβλίο του «Η Αγία Σωτήρα και το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στον ομώνυμο ναό» γράφει τα εξής σχετικά με το μικρό Τάσο:


«Ο μικρός Τάσος και το Παρατηρητήριο

Το επίθετο του Τάσου δεν αναφέρεται , αλλά η προφορική παράδοση στέκεται σε έξι πιθανά επίθετα. Το γεγονός ότι την περίοδο αυτή είχε πάρει το δρόμο της ξενιτιάς η πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού, παίρνοντας μαζί του όλα σχεδόν τα γυναικόπαιδα, κρύβοντας τα υπάρχοντά τους στις νεοεμφανιζόμενες «Πονίτσες» και αφήνοντας μονάχα τους γεροντότερους στο Μαυρομάτι, περιορίζει κατά πολύ την αναζήτηση του μικρού Τάσου. Και επειδή είναι βέβαιο ότι τα μικρά παιδιά έλειπαν από το χωριό ή οι γηγενείς τα είχαν πάρει με το ζόρι γιατί είχε προηγηθεί η ομηρία μικρών παιδιών από τους Οθωμανούς το 1820-21 (97), το πεδίο των αναζητήσεών μας μειώνεται σημαντικά. Υποθέτουμε βέβαια, ότι μόνον ένας επήλυδας, θα ήταν τόσο αφελής να αφήσει το παιδί του να «αλωνίζει» στη διάρκεια του πολέμου, με την έννοια ότι αγνοούσε τις επικρατούσες συνθήκες στη περιοχή.
Τη περίοδο αυτή, ο ηλικίας 8 ετών, λαβαίνοντας υπόψη το διασωζόμενο μητρώο αρένων από το 1780, είναι ο Τάσσος Ιωαν. Κουτρουλάρας ή «μικρός Τάσος» όπως λεγόταν μέχρι και την έναρξη του 20ου αιώνα. Η Αικατερίνη Ξυδώνα-Παπαθανασίου, τοπική πληροφοριοδότρια για την εποχή της Τουρκοκρατίας, η οποία αγνοούσε της ημερομηνίες γεννήσεως ορισμένων συγχωριανών της, είχε ακούσει από τη γιαγιά της, αλλά δε θυμότανε με ακρίβεια, ότι ένας από τους Κουτρουλαραίους ή τους Κρεμμυδαίους ήταν ο μικρός Τάσσος. Και εδώ δεν θα πρέπει να γίνει σύγχυση με έναν άλλον μικρό Τάσσο, τον Τάσσο Πανούση Κρεμμύδα, ο οποίος γεννήθηκε μόλις το 1830 ή 1836.
Το πώς βρέθηκε ο Τάσσος εκεί, παραμένει μέχρι σήμερα ένα ερώτημα. Οι απαντήσεις μας μόνον σε εικασίες θα μπορούσαν να στηριχθούν. Η ιστορία ωστόσο, θα πρέπει να αποδεχτεί εδώ και την πιθανότητα του τυχαίου. Ο μικρός Τάσσος μπορεί να είδε και να επιχείρησε να θαυμάσει από κοντά τους καπεταναρέους όπως τους αποκαλούσε. Μπορεί και να περνούσε τυχαία από εκεί. Μπορεί να είχε χάσει κάποιο πρόβατο και να έψαχνε να το βρει κοντά στη περιοχή, μιας και ήταν τσοπανόπουλο.
Αυτή η τελευταία μάλιστα εκδοχή, ότι ο Τάσσος δηλαδή ήταν απλώς ένα τσοπανόπουλο και όχι κάποιος παρατηρητής, απορρίπτει μια παλαιότερη θεωρία, που έλεγε ότι στο σημείο αυτό ήταν τοποθετημένο το παρατηρητήριο του χωριού και τα μικρά παιδιά έστηναν καρτέρι για να επιβλέπουν το χώρο. Εκεί στο «μεγάλο πουρνάρι» σύμφωνα με την προφορική παράδοση, έκαναν σκοπιά οι πιο ευκίνητοι και οι πιο γρήγοροι, για να ειδοποιούν τους γηγενείς σε ενδεχόμενη εισβολή των Οθωμανών στο χωριό.
Όπως καταλαβαίνουμε, η μία εκδοχή αναιρεί την άλλη (98), με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα. Το μεγάλο πουρνάρι υπήρξε ως τοποθεσία, αλλά δεν γνωρίζουμε εάν υπήρξε αποκλειστικά ως παρατηρητήριο. Την περίοδο αυτή, η συντριπτική πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού, είχε ξενιτευτεί σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Μόνον ο γεροντικός πληθυσμός είχε παραμείνει στο Μαυρομάτι. Και όταν μένουν στο χωριό μόνον οι γηραιότεροι, το χωριό λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας κάθε παιδικής ανθρώπινης ψυχής. Δεν διακινδυνεύει να χάσει έναν νέο σε ηλικία, στο βωμό της σωτηρίας ενός γηραιότερου.»


Αυτά γράφει στο βιβλίο του ο Μήτρου για τον μικρό Τάσο. Ο πιθανότερος λοιπόν Τάσος της ιστορίας μας, είναι ο Τάσος Ιωαν. Κουτρουλάρας. Ο Τσεβάς τον αναφέρει «ρακένδυτο και ανυπόδητο» οπότε η άποψη του Μήτρου πως πρόκειται για επήλυδα ή τουλάχιστον πάμφτωχο, ενδέχεται να στέκει.
Η οικογένεια του Τάσσου Κουτρουλάρα λοιπόν, δεν είχε φύγει μαζί με την πλειοψηφία των γηγενών για τη Πελοπόννησο και τα νησιά και πιθανόν οι γονείς του να ήταν τσοπάνηδες σε ξένα κοπάδια. Ο έλεγχος σίγουρα των γονέων του απέναντί του, ήταν ιδιαίτερα χαλαρός για να μπορεί ο μικρός να «αλωνίζει» κάτω από τέτοιες συνθήκες. Η ύπαρξη όμως του σώματος των Ελλήνων ανταρτών στη περιοχή, μπορεί να παρείχε αίσθημα ασφάλειας για τους γονείς του μικρού και να βρισκόταν εκεί εις γνώση τους, για να θαυμάσει από κοντά τους καπεταναρέους. Αλλά μη κρίνουμε τους γονείς της εποχής σύμφωνα με τα δικά μας σταθμά. Υπάρχουν γονείς και γονείς. Άλλοι αφήνουν τα παιδιά να αλωνίζουν και άλλοι όχι. Ακόμη και στη δικιά μας εποχή, ο έλεγχος από τους γονείς δεν ήταν ίδιος για όλους μας. Άλλα παιδιά στο δικό μου χωριό αλώνιζαν όλη την ημέρα στο βουνό και το κάμπο χωρίς κανέναν έλεγχο και άλλα δε τολμούσαν να πάνε κάπου χωρίς να ενημερώσουν τους γονείς τους.
Ο πιθανότερος λόγος λοιπόν να βρέθηκε εκεί ο μικρός Τάσος Κουτρουλάρας, ήταν να θαυμάσει τους καπεταναρέους. Εάν έβοσκε ξένα πρόβατα, δεν θα βρισκόταν εκεί, από φόβο μήπως κάποιος από τους αντάρτες του αρπάξει κάποιο πρόβατο για τροφή. Ακόμη, οι κινήσεις του σύμφωνα με την διήγηση του Τσεβά, δε δηλώνουν πως ο μικρός Τάσος είχε το βάρος ενός κοπαδιού δίπλα του. Οι κινήσεις του δηλώνουν πλήρη ελευθερία κινήσεων. Η μη ύπαρξη ακόμη άλλου παιδιού φίλου του, αποδεικνύει την μεγάλη εσωτερική μετανάστευση των γηγενών. Ίσως ο μικρός Τάσος να ήταν από τα ελάχιστα παιδιά που είχαν παραμείνει εκεί, γι’ αυτό το λόγο δε πήγε μαζί με φίλους του να θαυμάσει τους καπεταναρέους, αλλά πήγε μόνος.
Υπάρχει όμως κάτι που με προβληματίζει στη διήγηση του Τσεβά για τον μικρό Τάσο, γιατί μέχρι σήμερα πιστεύαμε πως οι επιθέσεις των Τούρκων έγιναν από την βορειοδυτική πλευρά.
Ο μικρός Τάσος πρωτοεμφανίζεται στη διήγηση του Τσεβά τη στιγμή που αντιδικεί με τον Δρίτσουλα και τους άλλους αν θα δώσει μάχη στο συγκεκριμένο σημείο ή όχι.
«Ενώ δε οι πλείστοι των ανδρών, εν οις και ο αδελφός του Κωνσταντίνος Σκουρτανιώτης ετάχθησαν με την ιδέα της παραμονής και αντιστάσεως, ο δε Σκουρτανιώτης δεν είχε εγκαταλείψει την σώτειραν ιδέαν της αναχωρήσεως, επιμένων ότι πρέπει αυτός να εκλέξη τον τόπον και τον χρόνον της μάχης και όχι οι Τούρκοι, την συζήτηση διέκοψεν η εμφάνισης μειρακίου τινός ευφυέστατου, αλλ' ανυποδήτου και ρακένδυτου, όπερ ασθμαίνον με φωνήν διακεκομμένην είπε: ''Καπεταναρέοι, έρχονται Τούρκοι πολλοί. Εγέμισαν το κάμπο. Τους είδα απ' επάνω απ' το μεγάλο πουρνάρι!''»
Ο μικρός Τάσος λοιπόν μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο μεγάλο πουρνάρι, στο υψηλότερο ύψωμα της περιοχής βορειοδυτικά της Αγίας Σωτήρας, που σύμφωνα με την παράδοση, ήταν παρατηρητήριο των γηγενών. Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί δεν είχε τοποθετηθεί εκεί Έλληνας αντάρτης από τον Σκουρτανιώτη, αφού ήταν πλεονεκτικό σημείο παρακολούθησης, παρά βρισκόταν εκεί μονάχα ο μικρός Τάσος. Και αυτά ύστερα από το κυνηγητό του Δρίτσουλα από τους 20 έφιππους και τις απαραίτητες ντουφεκιές που σίγουρα έθεσαν σε εγρήγορση το σώμα της Αγίας Σωτήρας του Σκουρτανιώτη. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί, είναι να μεσολάβησε τόσο δυνατός καυγάς μεταξύ Δρίτσουλα και Σκουρτανιώτη, που ακόμη και ο αντάρτης παρατηρητής να έφυγε για να δει τι τρέχει μεταξύ των καπεταναίων, αφήνοντας στη θέση του το μικρό Τάσο που μπορεί να βρισκόταν από ώρα μαζί του για να του κάνει παρέα.
Ακολουθεί η πρώτη μάχη.
«Τας πρώτας λυσώδους επιθέσεις, καθ' ας 150 περίπου Τούρκοι εκάλυψαν τον προ του περιβόλου της εκκλησίας χώρον, διεδέχθησαν άλλαι αραιότεραι και ασθενέστεραι και περί τας 3 μ.μ. έπαυσαν εντελώς. Ο Σκουρτανιώτης αποτεινόμενος τότε προς τους ατρομήτους εκείνους άνδρας, οίτινες τόσον ηρωικώς εμάχοντο είπεν. ''Σε λίγο η θα φύγουν οι Τούρκοι η θα έλθη εις αυτούς βοήθεια. Αυτό σημαίνει η παύσις της επιθέσεως. Εάν είχομεν πολεμοφόδια, ας ήρχοντο και άλλοι τόσοι. Η αγία Σωτείρα του Μαυροματίου θα επισκίαζε το χάνι της Γραβιάς''»
και
"Μόλις ετελείωσε την φράσιν ταύτην ο Σκουρτανιώτης, ηκούσθη η φωνή του μικρού Τάσου, όστις κατελθών εν τάχει του παρατηρητηρίου του, ανεριχήθη επί της μάνδρας της εκκλησίας και από του σημείου τούτου εφώναξε. ''Έρχονται και άλλοι πολλοί, απ' εδώ κι από κει και καβαλλαρέοι απ' επάνω!''»
Εδώ εμφανίζεται πάλι ο μικρός Τάσος. Αλλά ποιο παρατηρητήριο εννοεί; Το μεγάλο πουρνάρι; Μα τότε είναι εύκολα αντιληπτό, ότι το μεγάλο πουρνάρι μέχρι τότε, ήταν ακόμα ελεύθερο από Τούρκους. Οι Τούρκοι λοιπόν, δεν ήρθαν από τα βορειοδυτικά της Αγίας Σωτήρας αλλά από τα βορειοανατολικά! Οι πρώτες επιθέσεις δηλαδή, έγιναν από την ανατολική πλευρά κάτι που μέχρι σήμερα το είχαμε αποκλείσει.
Διότι ο μικρός Τάσος από τη δυτική πλευρά που βρισκόταν το μεγάλο πουρνάρι «ανεριχήθη επί της μάνδρας της εκκλησίας (καλυπτόμενος από τυχόν πυρά των Τούρκων από την ίδια την εκκλησία) και από του σημείου τούτου εφώναξε» Αν οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το μεγάλο πουρνάρι από την αρχή, ο μικρός Τάσος δε θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί, ούτε να έχει τη πολυτέλεια να ανεβαίνει στη μάντρα και να φωνάζει, αφού θα βρισκόταν ανάμεσα σε διασταυρωμένα πυρά.
«''Έρχονται και άλλοι πολλοί, απ' εδώ κι από κει και καβαλλαρέοι απ' επάνω!''»
Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως οι Τούρκοι πρωτοεμφανίστηκαν στο χαμηλό λόφο βορειοανατολικά της Αγίας Σωτήρας. Ένας λόφος που είναι μεν χαμηλότερα από το σημείο που βρίσκεται ο ναός, αλλά πιο εύκολα προσβάσιμος από όσους έρχονται από το κάμπο. Από κει οργάνωσαν τις πρώτες επιθέσεις στην ανατολική πλευρά του ναού. Αυτές οι πρώτες επιθέσεις είχαν το μειονέκτημα να γίνονται από χαμηλά και οι Τούρκοι στρατιώτες να κουράζονται προς την ανηφόρα. Όταν κατάλαβαν το μειονέκτημά τους αυτό και με την επικουρία που ήρθε στη συνέχεια, άρχισαν να κυκλώνουν την εκκλησία σιγά σιγά από βόρεια και βορειοδυτικά μέχρι το μεγάλο πουρνάρι. Τότε έφυγε ο μικρός Τάσος και οι Τούρκοι να επιτίθενται από τρεις τουλάχιστον πλευρές, γιατί σίγουρα δε θυσίασαν την ανατολική πλευρά, έστω για να κόψουν το δρόμο διαφυγής στους αντάρτες.
Αλλά τι απέγινε ο μικρός Τάσος; Σύμφωνα με την διήγηση του Τσεβά, βρίσκεται πάνω στη μάντρα της εκκλησίας και ενημερώνει τον αρχηγό για την μεγάλη επικουρία των εχθρών. Ο μικρός Τάσος που μέχρι τότε παρακολουθεί εκστασιασμένος και σχετικά ασφαλής, από το μεγάλο πουρνάρι τη μάχη που γέρνει μέχρι τότε υπέρ των Ελλήνων, φαίνεται ξαφνικά –αντικρίζοντας πλείστους Οθωμανούς και έφιππους να έρχονται από παντού, τρομοκρατημένος. Το πιθανότερο είναι να ακολούθησε τις συμβουλές του αρχηγού ή κάποιου αντρός του, να μη πήδησε ποτέ μέσα στο περίβολο του ναού, αλλά πάλι έξω και με κάλυψη τη μάντρα να χάθηκε νοτιοδυτικά προς το χωριό ή τις νοτιοδυτικές παρυφές του επόμενου λόφου, όπου ασφαλής θα παρακολούθησε τη συνέχεια από μακριά.
Να λοιπόν που η ενασχόλησή μας με το μικρό Τάσο, μας βοήθησε να αναλύσουμε ακόμη και τα στάδια της μάχης.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Ανάλυση στο κείμενο του Βάγιαννη-Διαφορές και ομοιότητες με τον Τσεβά


Θα επιχειρήσω εδώ μια ανάλυση στο κείμενο του Βάγιαννη, επισημαίνοντας τις διαφορές και τις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτόν και τον Τσεβά και θα εκθέσω κάποιες προσωπικές απόψεις πάνω στο θέμα.
Η γλώσσα του Βάγιαννη είναι η καθαρεύουσα της εποχής. Γλώσσα που χρησιμοποιεί ευχερώς. Είναι επίσης φανερό πως γράφει σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής του. Το καινούριο έθνος αναζητά τους ήρωές του κάτω από την σκέπη της θρησκείας και της πίστης. Είναι επίσης φανερό όμως -ακόμη και στον πιο άπειρο αναγνώστη- πως όσα αναφέρει ο Βάγιαννης, δεν είναι τεκμηριωμένα, ούτε είναι προϊόν επιστημονικής έρευνας. Σε πολύ λίγες γραμμές, προσπαθεί να αποδώσει τα γεγονότα της επανάστασης στη ανατολική Βοιωτία, χωρίς να κρατά χρονολογική σειρά, με αποτέλεσμα να δημιουργείτε στον αναγνώστη μια αίσθηση προχειρότητας και απόδοσης συνονθυλευμάτων. Είναι χαρακτηριστικό, πως τα γεγονότα της μάχης του Μαυροματίου τα τοποθετεί την Άνοιξη! «Οι εν Χαλκϊδι Τούρκοι μη ανεχόμενοι τον κατά ξηράν αποκλεισμόν εξέρχονται του πορθμού, κατευοδουμένου του έαρος» γράφει, αρχίζοντας την διήγησή του για τη μάχη του Μαυροματίου. Όσα αναφέρει πολύτιμα μεν, αλλά θα πρέπει να αξιολογηθούν με την προϋπόθεση της επίγνωσης πως ο Βάγιαννης δεν αναζήτησε αυθεντικές πηγές, παρ’ ότι ο χρόνος τότε ίσως ήταν ακόμη κατάλληλος για κάτι τέτοιο. Ούτε φαίνεται πως στις προθέσεις του ήταν μια ουσιαστική ιστορική αναζήτηση. Το κείμενό του διακρίνεται μάλλον από ερασιτεχνισμό. Δεν αναφέρει τις πηγές του. Μεταφέρει απλά την περιρέουσα ατμόσφαιρα και ίσως στοιχεία που πλανιόνταν προφορικά από στόμα σε στόμα.
Παρ’ όλα αυτά όμως, σε πολλά σημεία η περιγραφή του –ειδικά της μάχης του Μαυροματίου- ταιριάζει σε πολλά σημεία με τη περιγραφή του Τσεβά, έτσι που ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται εύκολα, πως πάνω κάτω, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Ένα ζήτημα βέβαια που τίθεται είναι, εάν ο Τσεβάς είχε διαβάσει τον Βάγιαννη για να γράψει το δικό του έργο. Εκείνος όμως ισχυρίζεται πως οι πηγές του είναι άλλες. Ο πατέρας του και ο οπλαρχηγός Γκέλης, οπότε δεν έχουμε λόγο να μη τον πιστέψουμε.
Το σημαντικό στοιχείο μετά την ανάγνωση του κειμένου του Βάγιαννη, είναι ότι επαναπροσδιορίζεται ο ισχυρισμός του Γιάννη του Μήτρου, πως η αντιδικία και η διχογνωμία του Σκουρτανιώτη με τον Δρίτσουλα, δε συνέβη ποτέ, διότι όπως ισχυρίζεται ο Μήτρου, ο Τσεβάς έγινε ''αποδέκτης μιας μεροληπτικής πληροφόρησης από συμπατριώτες του Σκουρτανιώτη που σκοπό είχαν να μεταφέρουν τη κύρια ευθύνη του δράματος σε άλλο πρόσωπο''.
Όπως βλέπουμε όμως και ο Βάγιαννης περιγράφει την αντιδικία Σκουρτανιώτη-Δρίτσουλα. Ήταν λοιπόν και ο Βάγιαννης αποδέκτης αυτής της μεροληπτικής πληροφόρησης από συμπατριώτες του Σκουρτανιώτη; Το κύριο μέλημα δηλαδή των Δερβενοχωριτών εκείνη την εποχή, ήταν να πιάσουν όλους τους ιστορικούς για να απαλλάξουν τον Σκουρτανιώτη από την ευθύνη της μάχης του Μαυροματίου; Αστεία πράγματα. Όλα αυτά σημαίνουν λοιπόν, πως η σημαντική αυτή αντιδικία για τη μάχη του Μαυροματίου μεταξύ Σκουρτανιώτη-Δρίτσουλα, έλαβε πραγματικά χώρα αφού αναφέρεται και διασταυρώνεται από δύο διαφορετικές πηγές και εφόσον κυριαρχεί και στη περιρέουσα ατμόσφαιρα και στη προφορική ιστορία της οποίας ο Βάγιαννης είναι αποδέκτης και την χρησιμοποιεί αβίαστα.
Θα πρέπει βέβαια να προσθέσουμε εδώ, πως πολλά στοιχεία ίσως έχουν μεταφερθεί και φτάσει μέχρι το Βάγιαννη και από κάποιον Παπαβασιλείου από την Θήβα , δάσκαλο στο επάγγελμα, ο οποίος γύρω στα 1860 γυρνούσε στα χωριά και έβγαζε λόγους για τους ήρωες της Θήβας και το 1821.

Ας δούμε όμως τις σημαντικές διαφορές αλλά και τις ομοιότητες του Βάγιαννη με τον Τσεβά.
Η πρώτη ουσιαστική διαφορά όπως είπαμε και πιο πάνω, είναι η τοποθέτηση από τον Βάγιαννη του γεγονότος της μάχης την άνοιξη. Δεν αναφέρει ούτε καν το έτος. Αγνοεί κατά πάσα πιθανότητα την αναφορά του αστυνόμου των Αθηνών που είναι αδιαμφισβήτητη, αναφορά η οποία ορίζει το γεγονός στις 3 Νοεμβρίου του 1825, ενώ τριάντα χρόνια περίπου αργότερα από τον Βάγιαννη, ο Τσεβάς τοποθετεί το γεγονός στις 26 Οκτωβρίου 1825.
Η δεύτερη διαφορά, φέρνει τον Σκουρτανιώτη να παίρνει μέρος στην εκδίωξη των Τούρκων από τη Θήβα προς τη Χαλκίδα έστω ως αντιπρόσωπος-ειρηνοποιός για να φύγουν ήσυχα οι Τούρκοι, ενώ ο Τσεβάς αναφέρει ότι ο Σκουρτανιώτης δεν ενεπλάκη ποτέ με τους Τούρκους της Θήβας, φέρων ο ίδιος σαν δικαιολογία ότι «αν μαθευτεί πως έπεσε η Θήβα που έχει μεγάλο όνομα, θα πλακώσει όλη η Τουρκιά».
Για την ανάθεση της αρχηγίας από την προσωρινή κυβέρνηση στον Σκουρτανιώτη σε όλη τη Βοιωτία, φαίνεται πως έχει γνώση και ο Βάγιαννης, ο οποίος όμως κάνει λόγο για μια συγκέντρωση που έγινε στη Θήβα λίγο πριν την έξοδο των Τούρκων από την Χαλκίδα και τη μάχη του Μαυροματίου. Κατά τον Βάγγιαννη, την συγκέντρωση την επεδίωξε ο Σκουρτανιώτης ο οποίος (άγων το τριακοστόν δεύτερο έτος συναισθανθείς, ην ευθύνην ανέλαβε απέναντι της Πατρίδος) κάλεσε τους αντιπροσώπους της πόλεως και τους σωματάρχες Δρίτσουλα, Κόλια, Πετηνάρη, Τσουνάρη, τους υπενθύμισε τη κρισιμότητα της κατάστασης, πιθανόν να τους ενημέρωσε για την διαταγή της αρχηγίας του και χώρισε αρμοδιότητες και χώρους ευθύνης στους λοιπούς αρχηγούς. Ο Τσεβάς δεν αναφέρει περί τέτοιας συνάντησης, εκτός από την προγραμματισμένη συνάντηση που είχε ο Σκουρτανιώτης με τους άλλους αρχηγούς την επαύριον της μάχης του Μαυροματίου στα Παραπούγγια, συνάντηση βέβαια, η οποία μετά τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν, δεν έγινε ποτέ.

Και ερχόμαστε τώρα στον Τσουνάρη, που είναι ποιος όμως; Μήπως είναι ο Αθανάσιος Τζουνάρας που αναφέρει ο Τσεβάς πως προστέθηκε τελευταία στιγμή στο απόσπασμα του Σκουρτανιώτη και του Δρίτσουλα με 25 άλλους και έπεσε και εκείνος στη μάχη του Μαυροματίου; Άλλη μια πηγή λοιπόν που αναφέρει περί Αθανασίου Τζουνάρα εάν πραγματικά πρόκειται γι’ αυτόν. Φυσικά ο Βάγιαννης δεν λέει πως ο Τσουνάρης ενώθηκε στη μάχη του Μαυροματίου με τον Σκουρτανιώτη, ορίζει δε όπως και ο Μακρυγιάννης τον αριθμό των μαχομένων Ελλήνων στους 40 σε αντίθεση με τον Τσεβά που τους ανεβάζει στους 70 μετά από την ένωση με τον Αθανάσιο Τζουνάρα.
Όσον αφορά περί λεηλασιών και βανδαλισμών, όπως και για ειδοποίηση από πλευράς Σκουρτανιώτη των κατοίκων να απομακρυνθούν σε πιο ασφαλή μέρη, κάνει λόγο και Βάγιαννης, οπότε επαναπροσδιορίζεται και η δικιά μου θέση σε προηγούμενο άρθρο όπου ανέλυα τις διαφορές Τσεβά-Μήτρου. Είχα αμφισβητήσει τότε και θεωρούσα δύσκολο, τακτικός στρατός να προβαίνει σε λεηλασίες κατοίκων τόπου που θεωρεί επαρχία του. Δεν αποκλείεται όμως ο Τουρκικός στρατός, είτε για εκφοβισμό είτε για εκδίκηση να πρόβαινε πραγματικά σε τέτοιες λεηλασίες και βανδαλισμούς.
Στη μάχη τώρα.
Ο Βάγιαννης αναφέρει, πως μετά τη σύσκεψη στη Θήβα, ο Σκουρτανιώτης αποφάσισε «αυτός μεν μετά του Δρίτσουλα να διευθύνωσι το προς απόκρουσιν του εχθρού σώμα» μαθαίνοντας δε τους «βανδαλισμούς των Τούρκων εσπευσμένως μετά τεσσαράκοντα αριτόλμων ανδρών καταλαμβάνει το Κεφαλάρι του Μαζιού, αφ’ όπου θα διήρχετο ο εχθρικός στρατός, άμα δε αγγέλει όπως οι εν Χοστίοις άνδρες σπεύσωσιν σε βοήθεια» αλλά πιο πριν έχει πει, πάντα για την ίδια έξοδο των Τούρκων από την Χαλκίδα «πολυαρίθμου στρατιάς…χιλίων τακτικών και ευαρίθμων ατάκτων» με τον Ομέρ-Βρυώνη, στρατιά που είδε ο Τσουνάρης να εξέρχεται της Χαλκίδος. Σύμφωνα με τον Βάγιαννη, ο Τσουνάρης βρισκόταν με εντολή του Σκουρτανιώτη στη Ρετσώνα για να ειδοποιήσει με φωτιές, σε περίπτωση εξόδου των Τούρκων τον Σκουρτανιώτη -που θα βρισκόταν στον κωνοειδή υψηλό λόφο του Ελικώνος στο Δήμο της Θίσβης- σημείο που θα μπορούσε να διακρίνει τις φωτιές του Τσουνάρη.*
Ο Τσουνάρης σύμφωνα με τον Βάγιαννη, μετά από αυτό, υποχώρησε προς τη Θήβα που την βρήκε έρημη από κατοίκους που είχαν καταφύγει αλλού. Μετά προχώρησε προς Θίσβη-Μαυρομάτι; Κατά πάσα πιθανότητα, γιατί εκεί θα έβρισκε τον Σκουρτανιώτη και αυτόν τον δρόμο θα ακολουθούσαν οι Τούρκοι οδεύοντας προς Λιβαδειά, οπότε ο ισχυρισμός του Τσεβά πως τελευταία στιγμή προστέθηκε στη μάχη και τμήμα του Τζουνάρα, μπορεί να ισχύει.
Εδώ λοιπόν –πάντα σύμφωνα με τον Βάγιαννη- έχουμε μια ατράνταχτη απόδειξη πως ο Σκουρτανιώτης γνώριζε για τη πολυαριθμότητα του Τουρκικού στρατού.
Αλλά εδώ η μεγάλη αλήθεια είναι μία και μοναδική. Δεν υπάρχει ουσιαστικά ικανή ελληνική στρατιωτική δύναμη να αντιμετωπίσει αυτή τη στρατιά. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια. Ούτε οι 40 του Σκουρτανιώτη, ούτε οι 25 του Τσουνάρη, ούτε η επικουρία των Χοστίων, αλλά ούτε και οι ολίγοι του Πετηνάρη που «περιφέρηται από του Κιθαιρώνος μέχρι του Σφιγγίου η Φαγά όρους» έστω κι αν προστεθούν όλοι μαζί, δε φτάνουν για να αντιμετωπίσουν αυτή τη στρατιά. Χρειάζονται πολλοί περισσότεροι. Οπότε σε καμιά περίπτωση δεν είναι στα άμεσα σχέδια του Σκουρτανιώτη, η κατά μέτωπο μάχη σε αυτή τη φάση. Ο αρχικός του σκοπός είναι η προστασία και η ειδοποίηση των αμάχων να καταφύγουν σε πιο ασφαλή μέρη και για την ώρα, μόνον η παρακολούθηση του εχθρού. Ο Σκουρτανιώτης όμως έχει και μια διαταγή αρχηγίας στη Βοιωτία. Πρέπει να μεγαλώσει τη δύναμη του Ελληνικού στρατού στη περιοχή, γι’ αυτό –έστω κι αν ο Βάγιαννης δε το αναφέρει- όλα συνεπικουρούν σε μια δεύτερη συγκέντρωση (σύμφωνα και με τον Τσεβά) που έχουν την επόμενη στα Παραπούγγια, όλοι ή οι περισσότεροι Βοιωτοί αρχηγοί και σωματάρχες, για να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τον Ομέρ του Ευρίπου.

Ας επιστρέψουμε όμως στα γεγονότα.
Οι Τούρκοι καίνε τη Θήβα σύμφωνα με το Βάγιαννη, λεηλατούν χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς και κατευθύνονται στη Πέτρα της Λιβαδειάς. Δε βρίσκουν αντίσταση και επιστρέφουν.
Ο Σκουρτανιώτης αναμένει στο Κεφαλάρι του Μαζιού και Μαυρομάτι.
«Η αιφνηδία όμως εμφάνισις του εχθρού ην απροσδόκητος και η επικουρία καθίστατο αδύνατον εντός λίγων ωρών να καταφθάση»
Η λέξη «αιφνηδία» μας λέει πως ο Σκουρτανιώτης δε γνώριζε, ούτε περίμενε την ξαφνική επιστροφή της Τουρκικής στρατιάς. Και εδώ ξεπηδούν κι άλλα ερωτήματα. Γιατί επέστρεψε ξαφνικά η Τούρκικη στρατιά; Γιατί δε προχώρησε μέχρι τη Λιβαδειά; Ποιος τελικά ήταν ο σκοπός της εξόδου του Τούρκικου στρατού από τη Χαλκίδα; Η τρομοκρατία μέχρι τη Πέτρα και η γρήγορη επιστροφή ξανά στη Χαλκίδα;
Αλλά ας συνεχίσουμε στα γεγονότα σύμφωνα με τον Βάγιαννη.
«μετά μικράν συμπλοκήν προς εικοσάδα εφίππων, ο Σκουρτανιώτης παρήγγειλεν υποχώρησιν εις τον περίβολον του εν Μαυροματίω ναού τιμωμένου επ’ ονόματι της Αγίας Σωτήρας»
Μάλιστα. Ο Βάγιαννης συμφωνεί και κείνος με τον Τσεβά για την μικροσυμπλοκή με 20 έφιππους Τούρκους, μόνο που δεν αναφέρει όπως ο Τσεβάς, πως την μικροσυμπλοκή την προκάλεσε ο Δρίτσουλας.
Γιατί έγινε λοιπόν αυτή η μικροσυμπλοκή, που ουσιαστικά πρόδωσε τη θέση των 40 Ελλήνων επαναστατών ανταρτών;
Μήπως εκείνοι που προκάλεσαν τη μικροσυμπλοκή, αγνοούν την ξαφνική επιστροφή ολόκληρης της Τούρκικης στρατιάς και νομίζουν πως η εικοσάδα των εφίππων είναι ένα μικρό απόσπασμα που απαγκιστρώθηκε για άγνωστους λόγους από την υπόλοιπη στρατιά και επιστρέφει μονάχο του στη Χαλκίδα; Από την άλλη είναι δυνατόν, να μη παρακολουθείτε μια τέτοια στρατιά μετά το Μαυρομάτι από τους Έλληνες τη στιγμή μάλιστα που η παρακολούθηση είναι ένας από τους δύο κύριους στόχους του Σκουρτανιώτη τη δεδομένη στιγμή; Και αν ναι, ποιος θα ήταν κατά τον Σκουρτανιώτη ο ικανότερος να αναλάβει την ευθύνη της παρακολούθησης μετά το Μαυρομάτι και την Αλίαρτο;
Τα πράγματα είναι απλά. Μονάχα ο Δρίτσουλας. Μονάχα ο Δρίτσουλας, γιατί εκείνος είναι οπλαρχηγός δυτικά των Θηβών και γνωρίζει άριστα τη περιοχή. Στον Δρίτσουλα λοιπόν ανατίθεται εκ των πραγμάτων η ευθύνη της παρακολούθησης του εχθρού από το Μαυρομάτι, Αλίαρτο και πέρα. Και ο Δρίτσουλας φέρει αποκλειστικά την ευθύνη και της μικροσυμπλοκής, αλλά και της ακούσιας ή εκούσιας άγνοιας της επιστροφής ολόκληρης της Τουρκικής στρατιάς. Ο Σκουρτανιώτης στέκεται στο Μαυρομάτι, ήσυχος αφού ο Δρίτσουλας έχει αναλάβει την παρακολούθηση και προετοιμάζει την σύσκεψη της επόμενης ημέρας. Πρέπει να ενημερώσει τους λοιπούς αρχηγούς για τον διορισμό του από τη κυβέρνηση σε Γενικό Αρχηγό και να τους πείσει για την ανάγκη της αύξησης της δύναμης του ελληνικού στρατού στη Βοιωτία κάτω από τις διαταγές του. Είναι ένας δύσκολος ρόλος και το γνωρίζει. Οι λοιποί αρχηγοί σωματάρχες αντάρτες όπως λέει και ο Μήτρου «δεν είναι άγγελλοι, ούτε φυσικά διάβολοι, αλλά άνθρωποι με αδυναμίες αρετές και φιλοδοξίες. Πολλοί δε απ’ αυτούς έχουν κακό παρελθόν»
Ο Δρίτσουλας λοιπόν είναι ο μοναδικός υπεύθυνος της μικροσυμπλοκής με την εικοσάδα των Τούρκων εφίππων. Οποιαδήποτε άλλη άποψη είναι μονάχα εκ του πονηρού.
Αλλά γιατί επιχειρεί αυτή τη συμπλοκή ο Δρίτσουλας; Ιδού το μεγάλο ερώτημα.
Τα σενάρια είναι δύο.
Το πρώτο, κάποιοι να μην ήθελαν να γίνει ποτέ αυτή η συνάντηση στα Παραπούγγια με αρχηγό τον Σκουρτανιώτη και ενέπλεξαν τον Δρίτσουλα για να τον βγάλει από τη μέση. Ποτέ όμως ένας προδότης δε στέκεται στο τόπο του μαρτυρίου. Οι προδότες δείχνουν τον δρόμο στον εχθρό και αποχωρούν. Ο Δρίτσουλας παρέμεινε και έπεσε στη μάχη του Μαυροματίου, οπότε μάλλον αυτό το σενάριο πρέπει να το ξεχάσουμε για πάντα.
Το άλλο, όλα να οφείλονται στην πραγματικά ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του σωματάρχη Δρίτσουλα. Αυτό το σενάριο θα προσπαθήσω να αναλύσω αμέσως.
Ποιος είναι λοιπόν ο Δρίτσουλας μέχρι αυτή τη στιγμή; Ο Δρίτσουλας είναι από τα Χόστια από οικογένεια μεγαλοκτηνοτρόφων. Από τους πιο έμπιστους και πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου. Έχει λάβει μέρος στη μάχη στο χάνι της Γραβιάς. Είναι μαζί με τον Ανδρούτσο, μέχρι ότου εκείνος στενεύεται πολύ από τη κυβέρνηση. Στο τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του Ανδρούτσου και στα γεγονότα στις Λιβανάτες, ο Δρίτσουλας δε φέρεται να είναι μαζί του. Ο Φανόπουλος λέει πως περνώντας ο Γκούρας από τα Χόστια με τον Ανδρούτσο αλυσοδεμένο για να τον πάει στην Αθήνα, ο Δρίτσουλας σύμφωνα με την προφορική παράδοση, έπεσε να τον απελευθερώσει και μονάχα μετά από παρότρυνση του ίδιου του Ανδρούτσου σταμάτησε. Σύμφωνα με τον Φανόπουλο πάλι, φαίνεται να είναι και κείνος ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραψαν στη Λιβαδειά το αίτημα απελευθέρωσης του Ανδρούτσου και της μη καταδίωξής του από τη κυβέρνηση.
Ο Δρίτσουλας στη μάχη του Μαυροματίου είναι περίπου 45 ετών και η χημεία ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Σκουρτανιώτη, δυστυχώς δεν είναι καθόλου καλή. Για να πούμε την αλήθεια, η χημεία ανάμεσά τους είναι από εκρηκτική έως αυτοκαταστροφική. Ο Δρίτσουλας εσωτερικά ζηλεύει τον Δερβενοχωρίτη καπετάνιο, εξωτερικά τον αμφισβητεί. Ίσως γιατί ο Σκουρτανιώτης είναι μόλις 32 ετών και διορίζεται από τη κυβέρνηση στρατηγός και Γενικός αρχηγός.
Εδώ έχουμε δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες και προσωπικότητες, που οι ανάγκες του αγώνα, τους έφεραν να συμπράξουν σε μια δεδομένη στιγμή για έναν κοινό σκοπό.
Ο Σκουρτανιώτης από τη μια, είναι Απολλώνιος. Μετρημένος, συνετός, ολιγαρκής, ασκητικός. Διαμορφωμένος από μια δύσκολη και φτωχική παιδική ηλικία λόγω της γρήγορης ορφάνιας από το πατέρα. Ορφάνια που προσπαθεί να καλύψει με τους ασκητές καλόγερους της Μονής του Οσίου Μελετίου. Ο Σκουρτανιώτης με την επιρροή και την χρόνια μαθητεία του στη Μονή, μετατρέπεται σε ιδεαλιστή. Ιδέες όπως απελευθέρωση της πατρίδας, η τιμή η αξιοπρέπεια η προσωπική ελευθερία, είναι γι’ αυτόν τα μεγάλα του ιερά, ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξής του. Ο Σκουρτανιώτης έχει την δύναμη να θέσει εαυτόν κάτω από το κοινό συμφέρον, λόγω ιδιοσυγκρασίας και ασκητικής κουλτούρας που είναι από χρόνια κοινωνός. Ήταν πάντα ένας ταπεινός υπηρέτης του αγώνα. Δε ζήτησε ποτέ τίποτα προσωπικό. Ακόμη κι όταν ο Ανδρούτσος για τους δικούς του λόγους, δεν τον πρότεινε για προαγωγή, ο Σκουρτανιώτης δεν αντέδρασε. Ίσως πικράθηκε αλλά δεν αντέδρασε. Και όχι μόνο αυτό. Δε του φύλαξε τίποτα. Όπως είδαμε στη επιστολή προς το βουλευτικό τον Απρίλη του 1825, είναι από τους ελάχιστους που θεωρούν ακόμη τον Ανδρούτσο αρχηγό και τον υποστηρίζουν ανοιχτά βάζοντας φαρδιά πλατιά την υπογραφή ενώπιον της κυβέρνησης, τη στιγμή που σχεδόν όλοι του έχουν γυρίσει τη πλάτη. Ο Σκουρτανιώτης είναι ειλικρινής και δεν του αρέσει να αδικεί. Ούτε του αρέσει να σκοτώνει. Για κείνον ο πόλεμος, είναι το αναπόφευκτο τίμημα για την ελευθερία.
Ο Δρίτσουλας από την άλλη είναι Διονυσιακός. Κυριαρχημένος από πάθη και ένστικτα. Αυθόρμητος, φιλόδοξος, ορμητικός. Ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Μπορεί να διαθέσει όλο του το κοπάδι για τον αγώνα, αλλά μπορεί και να σκοτώσει μόνο και μόνο από ηδονή. Μισεί τους Τούρκους θανάσιμα. Και αυτό το μίσος τον τυφλώνει. Του αρέσει ο πόλεμος. Ο Διόνυσος και ο Άρης είναι οι δύο μεγάλοι θεοί του. Μέσα στον αγώνα του 1821 βρίσκει τον πραγματικό του εαυτό. Η μάχη για κείνον είναι ένα παιχνίδι που τον κάνει κυριολεκτικά ευτυχισμένο. Και ζηλεύει τον Σκουρτανιώτη, ίσως όχι μόνο επειδή ο τριανταδυάχρονος καπετάνιος έγινε Γενικός αρχηγός σε τόσο μικρή ηλικία, αλλά και γιατί μπορεί να κυριαρχήσει στα ένστικτά του, ενώ ο ίδιος όχι. Ο Δρίτσουλας γνωρίζοντας τον Σκουρτανιώτη, κυριαρχείται από ένα φοβερό αίσθημα φθόνου. Τον θαυμάζει μυστικά και τα βάζει με τον εαυτό του επειδή τον θαυμάζει. Θέλει απεγνωσμένα να βρει την αχίλλειο πτέρνα αυτού του πολλά υποσχόμενου γοητευτικού καπετάνιου και μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη, τυφλώνεται και δε διστάζει να προκαλέσει τους προπορευμένους 20 έφιππους Τούρκους. Στην ουσία βιάζεται να δει τον Σκουρτανιώτη στη μάχη. Αν είναι άτρομος και ανδρείος όπως εκείνος. Αν δεν υπάρχει θέμα προδοσίας από πλευράς του λοιπόν, όλα οφείλονται στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του Δρίτσουλα. Προκαλεί τους Τούρκους, τρέχει προς το απόσπασμα του Σκουρτανιώτη που βρίσκεται στην Αγία Σωτήρα προδίδοντας ουσιαστικά τη θέση τους και το δράμα αρχίζει.
Μα είναι όμως δυνατόν να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση μέθης από εγωισμό και φθόνο ο Δρίτσουλας, που να επιμένει να δώσει μια τόσο άνιση μάχη; Ο Δρίτσουλας παρακολουθεί τους Τούρκους, γνωρίζει τη στρατιωτική τους δύναμη. Είναι τόσο τρελός λοιπόν, ώστε να επιχειρήσει με 40 ή 70 ανθρώπους να τα βάλουν με ολόκληρη στρατιά χιλίων Τούρκων;
Από τη μια το έχει ξανακάνει. Ο θρίαμβος στο χάνι της Γραβιάς του είχε δώσει στο παρελθόν ανυπολόγιστη αίγλη μαζί με τον Ανδρούτσο. Ο Δρίτσουλας μπορεί να θεωρεί εφικτή μια ανάλογη νίκη. Μπορεί πραγματικά να πιστεύει, πως μπορούν να αντέξουν μέχρι το βράδυ. Και στο σκοτάδι να αποχωρήσουν όπως έκαναν και στο χάνι της Γραβιάς, ντροπιάζοντας για άλλη μια φορά τους Τούρκους. Και ίσως να πιστεύει, πως επειδή προκάλεσε εκείνος αυτή τη μάχη, θα επισκίαζε το νεαρό καπετάνιο, έστω κι αν εκείνος είχε στη τσέπη του τη βούλα της αρχηγίας από τη κυβέρνηση. Την επαύριον όλοι θα ήξεραν ότι η νίκη οφείλεται στον Δρίτσουλα, γιατί εκείνος προκάλεσε τη μάχη του Μαυροματίου.

Ο Σκουρτανιώτης μένει εμβρόντητος από την αποκοτιά του Δρίτσουλα και διατάζει άμεση αποχώρηση προς τα προχώματα του Ελικώνα. Ο Δρίτσουλας μεθυσμένος από φθόνο, πιστεύει πως βρήκε επιτέλους την αχίλλειο πτέρνα του Σκουρτανιώτη. Τον κατηγορεί για δειλία και «όλο εσύ καπετάν Θανάση θ’ ακούεσαι, σήμερα είνε μέρα που θα φανή και ο Δρίτσουλας».
Ακραιφνής εγωισμός!
Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ πως εκτός των άλλων, νιώθει και αδικημένος. Η μαθητεία του κοντά στον Ανδρούτσο, η συμμετοχή του στη μάχη στο χάνι της Γραβιάς, η απουσία του μεγάλου αρχηγού (Ανδρούτσου) ίσως να τον κάνουν να σκέφτεται «γιατί όχι και γω;» Αν προκαλέσει εκείνος μια μάχη και βγει νικητής (!) ίσως αλλάξουν τα δεδομένα και η στρατιωτική του πορεία.
Ο Σκουρτανιώτης μένει έκπληκτος από τη συμπεριφορά του Δρίτσουλα. Και ο χρόνος τον πιέζει αφόρητα. Πρέπει να πάρει μια απόφαση. Αλλά εκείνη η κατηγορία για δειλία τον τρυπάει σα δηλητηριασμένο βέλος κατ’ ευθείαν στη καρδιά. Ποτέ δε τον κατηγόρησαν για δειλό. Από πού κι ως που; Τέσσερα χρόνια έχει αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα. Το σώμα του είναι γεμάτο πληγές. Αν φύγει, ο Δρίτσουλας θα τον κατηγορήσει στη συγκέντρωση της επόμενης και στους λοιπούς αρχηγούς για δειλό. Θα είναι η αφορμή που ίσως γυρεύουν πολλοί να τον αμφισβητήσουν ανοιχτά. Πράγματι. Ο Δρίτσουλας χτύπησε εκεί που έπρεπε. Τη τιμή του ιδεαλιστή καπετάνιου. Παγίδευσε ψυχολογικά και τύφλωσε ακόμα και τον Απολλώνιο Σκουρτανιώτη, που πήρε δυστυχώς την λάθος απόφαση.
«Καπετάν Γιάννη δε φοβούμαι όλην τη Τουρκιά και δια να μη με νομίσητε δειλόν θα μείνωμεν, μάθε όμως ότι η παλληκαριά θέλει και μυαλό και ότι η πατρίδα μας έχει ανάγκην από τέτοια παλληκάρια ωσάν αυτούς που βλέπεις»
Και διέταξε το απόσπασμά του να πιάσει θέσεις στο περίβολο το ναού.


Και η μάχη κατά Βάγιαννη αρχίζει.
«Ο ακραιφνής πατριώτης και σώφρων αρχηγός ενέδωκε λόγω υπερτάτης φιλοτιμίας μη εκληφθή ως αποφεύγων να συμπλακή και ούτω εισελθόντες εντός του περιβόλου του ναού, εμάχοντο μετ’ απαραμίλλου γενναιότητος. Στενώς όμως πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να κλεισθώσιν εντός του ναού, αφ’ όπου πεισματωδώς διά πέντε οπών ημύνοντο. Μέχρι νυκτός αντετάχθησαν ανδρείως….μάτην οι Τούρκοι απεπειρώντο προσβολήν δι’ εφόδων, ων συνέπεια ην τόσον η μεγάλη φθορά του εχθρού, όσον και η κατανάλωσις των πολεμοφοδίων των μαχομένων Θηβαίων»
Σύμφωνα με τον Βάγιαννη λοιπόν και σε αντίθεση με τον Τσεβά, η μάχη στο περίβολο δε κράτησε πολύ. Οι Έλληνες μαχητές πολύ γρήγορα αναγκάσθηκαν να κλειστούν στο εκλησσάκι της Αγίας Σωτήρας, απ’ όπου αμύνονταν από πέντε τρύπες. Οι απώλειές των Τούρκων σύμφωνα με τον Βάγιαννη, προέρχονταν από την άμυνα των Ελλήνων από αυτές τις πέντε τρύπες! Προσωπικά θεωρώ από δύσκολο έως αδύνατο κάτι τέτοιο. Ποιες ήταν αυτές οι πέντε τρύπες; Ίσως κάποια μικρά παράθυρα και τα τρίλοβα του ιερού. Η οπτική από εκεί των αμυνόμενων και η δράση πυρός είναι πολύ περιορισμένη ώστε να έχει «μεγάλη φθορά ο εχθρός» και να αντέξουν οι έγκλειστοι μέχρι τη νύχτα! Επιπλέον λόγω της περιορισμένης οπτικής και δράσης των πυρών των Ελλήνων από τις πέντε μικρές τρύπες, θα ήταν πολύ εύκολη η πρόσβαση των Τούρκων στο τοίχο της εκκλησίας και η άνοδός τους στη σκεπή για να κάνουν αυτό που τελικά έκαναν. Να ανοίξουν τρύπες στην οροφή, να ρίψουν εύφλεκτες ύλες και να κατακάψουν τους Έλληνες αγωνιστές. Αλλά αυτό οι Τούρκοι σύμφωνα με τον Βάγιαννη δε το αποτολμούν παρά πολύ αργότερα.
«η δε κατάστασις αύτη εξηκολούθησε μέχρι βαθείας νυκτός ότε οι Τούρκοι αποκαμόντες ητοιμάσθησαν προς αναχώρησιν»
Οι Τούρκοι για πολλές ώρες προσπαθούν να σκοτώσουν τους Έλληνες αντάρτες μέχρι «βαθείας νυκτός» δε τα καταφέρνουν και ετοιμάζονται να αναχωρήσουν.
«ότε τυχαίως εις μοναχός εν τω ναώ προ της μάχης καταφυγών όπως σωθή και κρυφίως εξελθών συνελήφθη υπό της οπισθοφυλακής, προς ην εκ φόβου ανεκοίνωσεν ότι εντός του ναού μεταξύ των πολιορκηθέντων υπάρχει και ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και ότι ήδη στερούνται πολεμοφοδίων. Οι Τούρκοι επί τη αγγελία μένουσιν έκπληκτοι, έξαλλοι δε εκ χαράς ότι θα συλλάβωσιν αιχμάλωτον τον Καπετάν-Θανάση ειδοποιούσι το στράτευμα όπερ επανελθόν ήρξατο αύθις δι’ επανειλημμένων εφόδων και αλλαλαγμών να προσβάλλη το τείχος του ναού….μέχρις ου ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης του ναού έρριπτον διαφόρους πεπυρακτωμένας ύλας και ούτω πάντες πλην ενός ….υπέστησαν τον υπέρ πίστεως και ελευθερίας μαρτυρικόν θάνατον»
Να και ο μοναχός (Πανάρετος;) λοιπόν, άλλο ένα κοινό σημείο με τον Τσεβά. Σύμφωνα με τον Βάγιαννη όμως, οι Τούρκοι ετοιμάστηκαν να φύγουν αργά τη νύκτα μη δίνοντας μεγάλη σημασία πια στους εγκλείστους, θεωρώντας τους ίσως ένα μικρό και ακίνδυνο απόσπασμα (που όμως διαθέτουν γι’ αυτό όλη τη μέρα τους μέχρι βαθειάς νυκτός και ίσως πολλές απώλειες) ώσπου η τυχαία έξοδος του μοναχού (πώς τον άφησε ο Σκουρτανιώτης και οι πολιορκούμενοι να φύγει, από τη στιγμή που δεν είχαν ριφθεί ακόμα εύφλεκτες ύλες και δεν ήταν νεκροί, πληγωμένοι ή ζαλισμένοι;) τους πληροφόρησε πως μέσα στο ναό είναι ο Δερβενοχωρίτης οπλαρχηγός Σκουρτανιώτης (που τόσα τους έχει κάνει). Μόνο ακούγοντας το όνομα του Σκουρτανιώτη οι Τούρκοι αλαλάζουν από χαρά και επιστρέφουν! Εδώ η πένα του Βάγιαννη, μάλλον θέλει να ηρωοποιήσει ακόμη περισσότερο τον μάρτυρα αρχηγό και τραβάει τη πλοκή της μάχης πέρα από τη πραγματικότητα. Οι διαφορές με τη διήγηση του Τσεβά είναι εμφανείς και μάλλον ο δεύτερος είναι πιο κοντά στη πραγματικότητα, αν και ούτε κείνος αποφεύγει τη πρόκληση να ηρωοποιήσει τον αρχηγό με το να το να ισχυριστεί στη διήγησή του, πως ήταν ο τελευταίος (όπως και ο Βάγιαννης) επιζών λες και τα οβούζια και οι αυτοσχέδιες βόμβες έκαναν διάκριση σε αρχηγούς και μη.
Το τέλος του αρχηγού κατά Βάγιαννη έρχεται την επόμενη αυγή μέσα στο ιερό. Ο Σκουρτανιώτης «άμα τη Ηώ εν τω ιερώ εξέπνεεν» ενώ ο Τσεβάς τοποθετεί το τέλος του αρχηγού στη πόρτα όπου ως τελευταίος μαχόμενος αποκρούει τους Τούρκους που επιτίθενται και πέφτει διαμελισμένος από μία βόμβα.
Και (αναφέρομαι στη διήγηση του Βάγιαννη) εφόσον οι Τούρκοι εχαροποιήθησαν τόσο πολύ με την πληροφορία πως ο Σκουρτανιώτης ήταν μέσα στην εκκλησία, γιατί αφού έριξαν εύφλεκτες ύλες, δεν περίμεναν για να τον πιάσουν εάν έχει γλιτώσει, να σιγουρευτούν εάν είναι ήδη νεκρός, ή κατά την πάγια συνήθειά τους, να του πάρουν το κεφάλι για να το επιδείξουν όπως έκαναν (για παραδειγματισμό) στους φημισμένους εχθρούς τους; Σύμφωνα με τον Βάγιαννη λοιπόν, οι Τούρκοι έριξαν ευφλεκτες ύλες και έφυγαν, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα. Οπωσδήποτε η διήγηση του Βάγιαννη έχει κενά και αντιφάσεις.
Ένα αξιοσημείωτο βέβαια ακόμα στη διήγηση του Βάγιαννη σε σχέση με το Τσεβά, είναι ότι λείπει εντελώς το μικρό τσοπανόπουλο, ο Τάσος.

«άμα δε αγγέλει όπως οι εν Χοστίοις άνδρες σπεύσωσιν σε βοήθεια»
Αυτό λέει ο Βάγιαννης κάποια στιγμή προηγούμενα και δε το σχολίασα τότε γιατί πρέπει να το δούμε ξεχωριστά. Η βοήθεια αυτή κατά τον Βάγιαννη, είναι ο αδερφός του Θανάση, Γεώργιος Σκουρτανιώτης και ο γιος του Δρίτσουλα Λουκάς με δύναμη 200 περίπου ανδρών, οι οποίοι βρίσκονται στα Χόστια, σε προχώματα του Ελικώνα!!
«Οι Τούρκοι μετά το απαίσιον κατόρθωμά των περισυλλεξαντες τους φονευθέντας νύκτωρ ανεχώρησαν, καθ’ όν χρόνον επικουρία εκ διακοσίων περίπου ανδρών υπό τον Γεώργιον Σκουρτανιώτη και Λουκάν Δρίτσουλαν, είχε καταλάβη τα επί του Ελικώνος προχώματα…»
Ένα ερώτημα βέβαια που πλανιόταν αλλά δε το είχε θέσει κανείς μέχρι σήμερα, είναι πού βρισκόταν ο Γιώργης κατά τη μάχη του Μαυροματίου. Ο Βάγιαννης ισχυρίζεται πως ο Γιώργης ήταν κοντά δύο ώρες περίπου από το Μαυρομάτι, μαζί με το Λουκά το γιο του Δρίτσουλα, επικεφαλής διακοσίων ανδρών!
Μα τότε τι έκαναν οι «ωκυποδέστεροι αγγελιοφόροι» κατά Τσεβά; Και είναι δυνατόν, αν ο Σκουρτανιώτης είχε δίπλα του ένα τόσο αξιόμαχο στράτευμα, να μη στείλει αγγελιοφόρους εκεί για βοήθεια; Γιατί το απόσπασμα όταν πλησιάζει στο Μαυρομάτι να ενωθεί κατά Βάγιαννη με τον Σκουρτανιώτη, δηλώνει πλήρη άγνοια
«Οι επικεφαλής του σώματος αγνοούντες τα διατρέξαντα και βλέποντες να επικρατή ησυχία εν τω πεδίω, ανέμεναν την μετά των λοιπών συγκέντρωσιν»
Κατά Βάγιαννη δηλαδή, ό Σκουρτανιώτης, δεν είχε την στοιχειώδη εξυπνάδα, να στείλει έναν αγγελιοφόρο προς τον αδερφό του και τους 200 για βοήθεια, που έστω κι αν δε πρόφταιναν, θα ήξεραν τουλάχιστον ότι εκεί γίνεται μάχη και δε θα περίμεναν «την μετά των λοιπών συγκέντρωσιν»πέφτοντας τελικά απ' τα σύννεφα!
Και σε αυτό το σημείο λοιπόν η διήγηση του Βάγιαννη μπάζει και δεν είμαι σίγουρος αν πράγματι υπήρχε αυτό το σώμα των 200 ανδρών τόσο κοντά στο Αθανάσιο Σκουρτανιώτη. Εάν υπήρχε πάντως, τι πιο απλό, από το να μη δώσουν τη μάχη στο Μαυρομάτι, αλλά να υποχωρήσουν τακτικά για να παρασύρουν τους Τούρκους πάνω του και να τους αντιμετωπίσουν όλοι μαζί στα βουνά που θα είχαν και στρατηγικό πλεονέκτημα;
Και κάτι ακόμα. Αν αποδεχθούμε την άποψη του Βάγιαννη πως ο Γιώργης βρισκόταν κοντά και πήγε στο πεδίο της μάχης το επόμενο πρωί, είναι δυνατόν να μη θέσουμε το ερώτημα γιατί αυτός δε πήρε τα σώματα (έστω καμένα ή δαμελισμένα) των αδερφών του (Θανάση και Κώτσιου) να τα μεταφέρει στα Δερβενοχώρια για να τα θάψει; Τάφος στα Δερβενοχώρια του Θανάση δεν υπάρχει και όλα συνηγορούν, πως εκείνος θάφτηκε στο περίβολο της Αγίας Σωτήρας, σε ομαδικό τάφο μαζί με τους άλλους πεσόντες συναγωνιστές του.



*Για την ιστορία να αναφέρω το εξής: Σε επίσκεψή μου τον Ιούλιο του 2008 στην Αγία Σωτήρα, ώρα απογευματινή με καθαρή ατμόσφαιρα και γνωρίζοντας τη κατάθεση του Βάγιαννη περί φωτιάς του Τσουνάρη στη Ρετσώνα για να ειδοποιήσει για έξοδο των Τούρκων, προσπάθησα να διακρίνω έστω τους λόφους της Ριτσώνας και στάθηκε αδύνατο. Θεώρησα τότε πολύ δύσκολο να δουν οι αντάρτες από κει τις φωτιές του Τσουνάρη και μάλιστα σε μια εποχή όπως τέλη Οκτώβρη ή αρχές Νοέμβρη που η υγρασία είναι δεδομένη στην ατμόσφαιρα και μειώνει την ορατότητα μακριά. Εκτός βέβαια και αν δε διέκριναν το σημάδι της φωτιάς αλλά τους καπνούς. Ο Βάγιαννης βέβαια δε λεει ότι ο Σκουρτανιώτης ήθελε να διακρίνει τις φωτιές από το Μαυρομάτι, αλλά από τον Ελικώνα, που είναι μεν πιο μακριά από τη Ριτσώνα, αλλά οπωσδήποτε πιο ψηλά.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Τι γράφει ο Βάγιαννης για τον Σκουρτανιώτη και τη μάχη του Μαυροματίου


Μιας και ο αρχικός στόχος αυτού του ιστολογίου είναι να συγκεντρώσει το υλικό για τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη από τους περισσότερους ιστορικούς που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, θεμιτό είναι να παρακολουθήσουμε και τον Ευκλείδη Βάγιαννη στο έργο του ΤΥΧΑΙ ΘΗΒΑΙΩΝ.
Να σημειωθεί ότι το έργο του Βάγιαννη τυπώθηκε το 1895 πολλά χρόνια πριν γραφεί το βιβλίο του Τσεβά. Ο Βάγιαννης είναι κοντύτερα στα γεγονότα του 1821, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα πως όσα αναφέρει εκείνος είναι και η πραγματική αλήθεια. Απλά αναφέρουμε το γεγονός της πρότερης συγγραφής του έργου του Βάγιαννη σε σχέση με το έργο του Τσεβά.



ΕΥΚΛΕΙΔΟΥ Λ. ΒΑΓΙΑΝΝΗ

ΤΥΧΑΙ ΘΗΒΑΙΩΝ

-Έχει τυπωθεί στην Αθήνα το 1895 από τα τυπογραφεία της Εστίας-
Τεύχος 1ον
Σελ. 20-27

Ο περί των όλων αγών

Οι Έλληνες τω πολιτισμώ επόμενοι της Ιταλίας διά της ευφυίας των και της εν Πάδουα εκπαιδεύσεώς των προήχθησαν διερμηνείς και γραμματείς του Σουλιμάνου, επί της εποχής του οποίου η Ευρώπη συνέλεγε πληροφορίας περί της χώρας, εξ’ ης επήγασαν αι ωραίαι τέχναι. Η επιρροή αύτη η εν τοις ανακτόροις εξασκουμένη μεγάλως ωφέλησε το βεβαρυμένον έθνος, όπερ και τοι διαμεμελισμένον διά της μικράς ταύτης ανέσεως των δεινών ηδυνήθη να τηρήση εν πάσαις ταις πόλεσιν ειδός τι αστυνομίας πολιτικής και θρησκευτικής εξασκουμένης υπό του ιερού κλήρου, δι ου επήλθεν η ενότης του ελληνικού λαού εμπνεομένου εκ του αυτού πνεύματος και των αυτών ελπίδων. Η προπαρασκευαστική αύτη αναζύμωσις των Ελλήνων διά της συστάσεως διαφόρων σχολών, της επαυξήσεως του θρησκευτικού αισθήματος, της προόδου του εμπορίου και της αναπτύξεως αρχαίων σπερμάτων της ελευθερίας, έσχεν αντίκτυπον την περί απελευθερώσεων ιδέαν, ην η θρησκεία και η γλώσσα διετήρει ζώσαν.
Έκτοτε πας Έλλην μη ανεχόμενος τον ζυγόν και εμπνεόμενος φιλελευθέρων φρονημάτων κατέφευγεν εις τα όρη σκοπόν έχων την υπεράσπιισιν της Πατρίδος του εξ ενδεχομένων πιέσεων. Ούτω δε εσχηματίσθησαν ένοπλοι ομάδες, αίτινες δι’ αιφνιδίων επιθέσεων, τους μεν κατά τόπους Διοικητάς απησχόλουν, τους δε Οθωμανούς εξηνάγκαζον να μεταναστεύωσιν εις ασφαλή μέρη. Κατά την εποχή ταύτην συν τη αναπτύξει και η ναυτιλία ανεζωπύρωσε τας δυνάμεις του ελληνικού Λαού, όστις αναγεννάτο μορφούμενος, η δε κατάστασις προεμήνυε κρίσιν αναπόφευκτον, ης η έκρηξις του επαναστατικού κρατήρος ανησύχει τα πνεύματα τόσο των Ευρωπαίων, όσον και των Ελλήνων. Τεθεισών των βάσεων της εθνεγερσίας επί της αναμορφώσεως, χάρις εις τας ενεργείας της Φιλικής Εταιρίας και του ιερού κλήρου, εν τη καρδία παντός Έλληνος ανεπτύχθη ιερόν αίσθημα, όπερ επί τη αναμνήσει της ιστορίας των προγόνων διέγνω διά της παρούσης δυνάμεως ελπίδα αποτινάξεως του ζυγού. Οι Έλληνες εν τω ιερώ φρονήματι συσσωματούνται η ταχύπτερος φήμη ως αστραπή μεταδίδει την ιεράν αυτών απόφασιν και ο αγών άρχεται.
Οι Θηβαίοι, άμα το τηλεβόλον ήρξατο εκτελούν το έργον της ελευθερίας, πάνοπλοι ευρέθησαν επί των ορέων. Πρώτοι οι Θεσπιείς κατελθόντες εκ του χωρίου Βάγια εις την θέσιν Άγιος Νικόλαος συνεπλάκησαν μετ’ ολίγων Οθωμανών και οι Πλαταιείς ένοπλοι αφιχθέντες παρέμενον μεσημβρινώς της πόλεως. Οι Τούρκοι υποχωρήσαντες επολιορκήθησαν εντός της πόλεως και ιδόντες προφανή τον κίνδυνον προσεκάλεσαν τους προκρίτους εν συμβουλίω. Την επομένην της ιεράς ημέρας συνελθόντες οι Οθωμανοί υπό τον Σαλή-Βέην απεφάσισαν ν’ αποσυρθώσιν εις Χαλκίδα και καλέσαντες επιτροπήν εκ μεν της πόλεως πενταμελή, εκ δε των επαναστατών τους Αθανάσιον Σκουρτανιώτη και Γεώργιον Πετηνάρην εξητήσαντο δεκαήμερον προθεσμίαν, όπως μεταφέρωσι τας αποσκευάς των εις Χαλκίδα. Οι Θηβαίοι μη έχοντες κατ’ αυτών αφορμάς συνήνεσαν εις πενθήμερον και εις την ανύψωσιν της σημαίας της ελευθερίας. Πάραυτα δε εν μέσω του αναβρασμού και της δεινουμένης καταστάσεως ο μεν Αθανάσιος Σκουρτανιώτης ανέλαβε την σύστασιν σώματος προς απόκρουσιν του εχθρού, εν δε τη πόλει ως και τοις πέριξ δήμοις ανετέθη τοις προκρίτοις η αστυνομική επιτήρησις. Όντως το πράγμα ην έξοχον να τίθενται αι πρώται βάσεις κανονικής τάξεως.
Οι εν Χαλκίδι καταφυγόντες Οθωμανοί βαρέως φέροντες την προσβολήν εξήρχοντο ένοπλοι του πορθμού και ελεηλάτουν την Αυλίδα και Τανάγραν. Το πρώτον έτος, η επαρχία εγένετο παλαίστρα αιματηρών αγώνων, ο οπλαρχηγός όμως Αθανάσιος Σκουρτανιώτης έγνω να περιαγάγη τα πράγματα εις τοιαύτην θέσιν, ώστε οι εν Χαλκίδι Τούρκοι, οίτινες ωνειροπόλησαν ταχείαν νίκην και αύθις εσκέπτοντο περί αποχωρήσεως εκ των Δερβενοχωρίων. Ούτω δε μέχρι του έαρος του επομένου έτους καθ’ άπασαν την Βοιωτία και την Μεγαρίδα το όνομα Σκουρτανιώτης ενέπνεε τοις μεν Έλησιν άνεσιν των δεινών και αναπτέρωσιν των υπέρ ελευθερίας ελπίδων, τοις δε Τούρκοις τρόμον και φυγήν.
Η προσωρινή Κυβέρνησις πληροφορούμενη την γενναιοψυχίαν, στρατηγικήν ικανότητα και τους αγώνες του Αθανασίου Σκουρτανιώτου ανέθεσεν αυτώ την αρχηγίαν των ενεργειών καθ’ άπασαν την Βοιωτίαν.
Ο αρηίφυλος οπλαρχηγός καίτοι άγων το τριακοστόν δεύτερον έτος συναισθανθείς, ην ευθύνην ανέλαβεν απέναντι της Πατρίδος του και καλέσας τους σωματάρχας Ιωάννην Δρίτσουλαν και Κόλιαν εκ Θίσβης, Γεώργιον Πετεινάρην, Τσουνάρην εκ Θεσπιών και τους αντοπροσώπους της πόλεως και υπομνήσας αυτοίς το προς την πατρίδα εκάστου καθήκον, μετά σύσκεψιν απεφάσισεν αυτοίς μεν κατά Δρίτσουλα να διευθύνωσι το προς απόκρουσιν του εχθρού σώμα, ο Τσουνάρης να φρουρηθή εις τον Ανηφορίτην της Ρετσώνης προς υποστήριξιν κατά των εκ του Ευρίπου εξερχομένων προς δήωσιν των πέριξ χωρίων Οθωμανών, ο Πετηνάρης να περιφέρηται από του Κιθαιρώνος μέχρι του Σφιγγίου ή Φαγά όρους και να επιταχύνωσι την ανέγερσιν προχείρων οικημάτων ανά τας κρύπτας του Ελικώνος και Κιθαιρώνος προς προφύλαξιν των γυναικοπαίδων εν ενδεχομένη ανάγκη. Ο ίδιος δε μετά του υπ’ αυτόν σώματος μεταβάς άνω του Νεοχωρίου των Θεσπιών ανήγειρε προχώματα επί του κωνοειδούς υψηλού λόφου του Ελικώνος, αφ’ ου καλώς ηδύνατο να διακρίνη τα διά πυρών σημεία του Τσουνάρη επί των λόφων της Ρετσώνης και συνέστησε τοις Θηβαίοις ν’ απομακρύνωσι της πόλεως τας αποσκευάς, ως και τοις πρεσβυτέροις όπως μετά των γυναικοπαίδων καταφύγωσι εις ασφαλή μέρη.


Οι εν Χαλκίδι Τούρκοι μη ανεχόμενοι τον κατά ξηράν αποκλεισμόν εξέχονται του πορθμού, κατευοδουμένου του έαρος. Ο Τσουνάρης διά πυρών δίδει το σημείον της εξόδου πολυαρίθμου στρατιάς και υποχωρεί προς Θήβας, ας εύρεν ερήμους, διότι πάντες οι κάτοικοι είχον καταφύγη εις ασφαλή μέρη ανά τας υπωρείας των ορέων.
Ο εξελθών στρατός υπό τον Ομέρ-Βριώνην συνεποσούτο εις χιλίους τακτικούς και ευαρίθμους ατάκτους Τούρκους εκ των αποδιωχθέντων των Θηβών, οίτινες μένεα πνέοντες εις εκδίκησιν διήλθον δηούντες πάσαν την χώραν μέχρι της πόλεως των Θηβών, ην λεηλατήσαντες και εν μέρει αποτεφρώσαντες ενεκατέλιπον άνευ ναών και διηυθήνθησαν μέχρι του Δήμου Πέτρας της Λεβαδείας, ένθα μη ευρόντες αντίστασιν απανήρχοντο, όπως συνεχίσωσι το έργον της καταστροφής.
Ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης ανά τον Δήμον Θίσβης ευρισκόμενος μαθών τας δηώσεις και τους βανδαλισμούς των Τούρκων εσπευμένως μετά τεσσαράκοντα αριτόλμων ανδρών καταλαβάνει το Κεφαλάρι του Μαζιού, αφ’ όπου θα διήρχετο ο εχθρικός στρατός, άμα δε αγγέλει όπως οι εν Χοστίοις άνδρες σπεύσωσιν εις βοήθειαν. Η αιφνιδία όμως εμφάνισις του εχθρού ην απροσδόκητος και η επικουρία καθίστατο αδύνατον εντός ολίγων ωρών να καταφθάση, ώστε μετά μικράν συμπλοκήν προς εικοσάδα εφίππων, ο Σκουρτανιώτης παρήγγειλεν υποχώρησιν εις το περίβολον του εν Μαυροματίω ναού τιμωμένου επ’ ανόματι της Αγίας Σωτήρας. Ιδών όμως ότι ολόκληρον το εχθρικόν στράτευμα ώδευε κατ’ αυτών λέγει προς τον Ιωάννη Δρίτσουλαν να απέλθωσι και να οχυρωθώσιν εις τας επί του Ελικώνος προχώματα των μέχρι ου καταφθάσει η επικουρία, αλλ’ οι αρχηγοί διχογνωμούσι και ο Δρίτσουλας απαντά: «Όλο εσύ Καπετάν Θανάση θ’ ακούεσαι, σήμερα είνε μέρα που θα φανή και ο Δρίτσουλας» τότε ο συνετός οπλαρχηγός ανταπαντά: «Καπετάν Γιάννη δε φοβούμαι όλην την Τουρκιά και διά να μη με νομίσητε δειλόν θα μείνωμεν, μάθε όμως ότι η παλληκαριά θέλει και μυαλό και ότι η πατρίδα μας έχει ανάγκην από τέτοια παλληκάρια ωσάν αυτούς που βλέπεις» δεικνύων τους περί αυτόν άνδρας.
Ο ακραιφνής πατριώτης και σώφρων αρχηγός ενέδωκε λόγω υπερτάτης φιλοτιμίας μη εκληφθή ως αποφεύγων να συμπλακή και ούτω εισελθόντες εντός του περιβόλου του ναού εμάχοντο αληθώς μετ’ απαραμίλλου γενναιότητος. Στενώς όμως πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να κλεισθώσιν εντός του ναού, αφ’ όπου πεισματωδώς διά πέντε οπών ημύνοντο. Μέχρι νυκτός αντετάχθησαν ανδρείως και το αποτέλεσμα της μάχης μεθ’ όλην την πολυάριθμον εχθρικήν δύναιν απέβη αμφίβολον. Μάτην οι Τούρκοι απεπειρώντο προσβολήν δι’ εφόδων, ων συνέπεια ην τόσον μεγάλη η φθορά του εχθρού, όσον και η κατανάλωσις των πολεμοφοδίων των μαχομένων Θηβαίων, η δε κατάστασις αύτη εξηκολούθησε μέχρι βαθείας νυκτός ότε οι Τούρκοι αποκαμόντες ητοιμάσθησαν προς αναχώρησιν. Η εμπροσθοφυλακή ως και το κύριον σώμα είχον προχωρήσει, ότε τυχαίως εις μοναχός εν τω ναώ πρό της μάχης καταφυγών όπως σωθή και κρυφίως εξελθών συνελήφθη υπό της οπισθοφυλακής, προς ην εκ φόβου ανεκοίνωσεν ότι εντός του ναού μεταξύ των πολιορκηθέντων υπάρχει ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και ότι ήδη στερούνται πολεμοφοδίων. Οι Τούρκοι επί τη αγγελία μένουσιν έκπληκτοι, έξαλλοι δε εκ χαράς ότι συλλάβωσιν αιχμάλωτον τον Καπετάν Θανάση ειδοποιούσι το στράτευμα όπερ επανελθόν ήρξατο αύθις δι’ επανειλημμένων εφόδων και αλλαλαγμών να προσβάλλη το τείχος του ναού. Επί ώραν η επικρατούσα ταραχή των φωνών, της κλαγγής των όπλων, των πυρών και των εφόδων ην απερίγραπτος, μέχρι ου ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης του ναού έρριπτον διαφόρους πεπυρακτωμένας ύλας και ούτω πάντες πλήν ενός διά της φυγής πρό της μάχης σωθέντος υπέστησαν τον υπέρ πίστεως και ελευθερίας μαρτυρικόν θάνατον.
Οι Τούρκοι μετά το απαίσιον κατόρθωμά των περισυλλέξαντες τους φονευθέντας νύκτωρ ανεχώρησαν, καθ’ όν χρόνον επικουρία εκ διακοσίων περίπου ανδρών υπό των Γεώργιον Σκουρτανιώτη και Λουκάν Δρίτσουλαν είχε καταλάβη τα επί του Ελικώνος προχώματα. Οι επικεφαλής του σώματος αγνοούντες τα διατρέξαντα και βλέποντες να επικρατή ησυχία εν τω πεδίω ανέμενον την μετά των λοιπών συγκέντρωσιν. Άμα όμως τη Ηώ, διακρίναντες οι εκ του Ελικώνος την επελθούσαν κατά την νύκταν συμφοράν και αυθωρεί κατελθόντες προσέδραμον εν τω ναώ, καθ’ ην ώραν ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης εν τω ιερώ εξέπνεεν.
Επί τω θλιβερώ αγγέλματι του θανάτου του πρώτου Βοιωτού μάρτυρος πανταχόθεν συνηθροίσθησαν εις την εκ του καπνού μελανωθείσαν εκκλησίαν, ένθα μετά δακρύβρεχτον μνημόσυνον υπέρ της ψυχής του πρώτου μάρτυρος οπλαρχηγού και των υπ’ αυτόν ανεκήρυξαν αρχηγόν μεν τον αδελφόν του γενναίου οπλαρχηγού Γεώργιον Σκουρτανιώτην, σωματάρχας δε τους και πρώην μετά του Λουκά Δρίτσουλα υιού του εν τω ναώ υπέρ ελευθερίας μαρτυρήσαντος. Πάντες δε οι σωματάρχαι εντός του ναού συνελθόντες ξιφήρεις ώμοσαν να διευθυνθώσιν εις τα μέρη ένθα ετάχθησαν και να εξαγοράσωσι το αίμα των αδελφών των. Ετέρα όμως επιβαλλομένη ανάγκη μεγίστου κινδύνου διασώσεως των γυναικοπαίδων ανά τας νήσους ηνάγκασεν αυτούς να εγκαταλείψωσι το σχέδιον της εκδικήσεως.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Η άλλη άποψη για τον Δρίτσουλα


Μια άλλη άποψη για τον Δρίτσουλα, εκφράζει ο Αντώνης Α. Βασιλείου στο βιβλίο του «ΔΕΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΔ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΠΑΓΩΝΑ» στις σελ 48 και 49.
Ας την παρακολουθήσουμε:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΤΟ ΚΥΝΗΓΗΜΑ

Σαν συνέχεια απ’ όσα είπα στο προηγούμενο κεφάλαιο, να και μια διαταγή από τα Γ.Α.Κ., όπου ο φάκελλος Εκτελεστικού, από τις 19.3.1825, που γράφει ανάμεσα στα άλλα:
«Να στρατολογήση όσους στρατιώτας εγκριθή και να αποσπάση πολλούς από εκείνους οι οποίοι ακολουθούν τον αντιδιοικητικό και ανάξιον του Ελληνικού ονόματος Οδυσσέα»
Το έγγραφο αυτό που νομίζει κανείς πως απευθύνεται στον πιο φανατικό εχθρό του, αφορά τον μέχρι χθες υπαρχηγό του που τον εγκατέλειψε, τον Γιώργη Μαργωνίτη.
Φαντασθήτε, τι εξαγορά συνειδήσεων γίνηκε τότε, μήπως δεν έφθασαν να πληρώσουν κι αυτά τ' αδέλφια του, τον Βαγγέλη, τον Γιαννάκη και τον Πάνο;
Κι ακόμη, δεν ερχόμαστε να πιστέψουμε αυτό του στρατηγού Μακρυγιάννη για τον Θηβαίο ήρωα στρατηγό Θανάση Σκουρτανιώτη, που έγινε ολοκαύτωμα στην Αγία Σωτήρα του Μαυροματίου;
«Και τον γενναίο αγωνιστή Σκουρτανιώτη το Θανάση, με σαράντα ανθρώπους, ποιος τον πρόδωσε εις τους Τούρκους και τους κάψαν όλους σε μια Εκκλησιά;»

Τα γεγονότα τούτα είναι κατοπινά, 26 Οκτωβρίου 1825, αλλά δε θα τ’ ανέφερα εάν μέσα σ’ αυτά δεν ήταν μπλεγμένο τ’ όνομα ενός Δρίτσουλα, από τα πρωτοπαλήκαρα του Ανδρούτσου, που ξαφνικά βρίσκεται ν’ ακολουθεί τον Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι.
Στις 14 του Μάρτη έφθασε κι ο Γκούρας στη Λειβαδιά. Άγνωστο με τι τρόπο κατάφερε τους καπεταναίους Τρίτσουλα, Γιάννη Παππά και Μαριωτίνη ν’ αφήσουν τον αρχηγό τους Οδυσσέα.
Έγινε κυβερνητικός λοιπόν ο Τρίτσουλας ή Δρίτσουλας, για να συνεχίση το προδοτικό του έργο εναντίον όλων όσων παρέμειναν πιστοί στον Αρχηγό και μεταξύ αυτών ήταν και ο Σκουρτανιώτης, που είχε κινήση να βοηθήση τον Αρχηγό έπειτα από ειδοποίηση.
Γράφει ο ιστορικός των Θηβών, ότι «ο Δρίτσουλας αντέστη, θερμώς παρακαλών τον Σκουρτανιώτη να μη φύγωσι και βεβαιών αυτόν ότι δε θα είναι περισσότεροι των 150-200, οι μέλλοντες να επιτεθούν κατ’ αυτών Τούρκοι»
Τώρα πώς ο Δρίτσουλας βρέθηκε ανάμεσα στους σκοτωμένους της Εκκλησίας, είναι άλλο ζήτημα, ας το βρη ο ιστορικός.
»


Προσωπικά εξεπλάγην διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές του Βασιλείου. Γιατί ενώ όλοι οι ιστορικοί μέχρι σήμερα, ρίχνουν δάφνες στη θυσία του Δρίτσουλα δίπλα στο Σκουρτανιώτη, ο Βασιλείου τον χαρακτηρίζει προδότη και ισχυρίζεται ουσιαστικά πως εκείνος παρέσυρε τον Σκουρτανιώτη να δώσει μάχη στο Μαυρομάτι, δίνοντάς του ψεύτικες πληροφορίες για τον αριθμό των πολεμιστών του εχθρού.
Δε μπορώ να γνωρίζω πώς έφτασε ο Βασιλείου στα παραπάνω συμεπεράσματα.
Γεγονός είναι πάντως, πως ο Δρίτσουλας ήταν πρωτοπαλλίκαρο του Ανδρούτσου και ότι στη πιο κρίσιμη στιγμή του, δεν ήταν δίπλα του. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά προς το παρόν δε γνωρίζουμε τους λόγους που τη συγκεκριμένη περίοδο ο Δρίτσουλας ήταν μακριά από τον τέως αρχηγό του.
Ερωτηματικά σίγουρα ανεγείρει και η στάση του να δράσει χωρίς την εντολή Σκουρτανιώτη, να κτυπήσει τους Τούρκους, να κυνηγηθεί από αυτούς και κυριολεκτικά να τους φέρει πάνω στο Σκουρτανιώτη, τη στιγμή ακριβώς που εκείνος άλλα ετοίμαζε. Είχε στα χέρια του χαρτί της κυβέρνησης που τον διόριζε αρχηγό Στερεάς και τις επόμενες μέρες είχε κανονίσει σύναξη των καπεταναίων στα Παραπούγγια, για κοινή δράση κάτω από τις οδηγίες του. Το γιατί ο Δρίτσουλας επέλεξε χωρίς την εντολή ή σύμφωνη γνώμη του Σκουρτανιώτη να απομακρυνθεί από το κυρίως απόσπασμα, να τους κτυπήσει ενώ τους παρακολουθεί καιρό και σίγουρα γνωρίζει πόσοι είναι, προδίδοντας τη παρουσία των Ελλήνων πολεμιστών, να τους οδηγήσει πάνω στο Σκουρτανιώτη και να τον εξαναγκάσει ουσιαστικά σε μια πάρωρη μάχη, είναι ένα μεγάλο όντως ερωτηματικό.
Το άλλο αναπάντητο ερωτηματικό (αν υποθέσουμε πως έδρασε προδοτικά) είναι γιατί σκοτώθηκε και εκείνος σε αυτή τη μάχη. Θα μπορούσε να οδηγήσει τους Τούρκους πάνω στο Σκουρτανιώτη και να φύγει.
Λέει ακόμη κάτι ο Βασιλείου εξ’ ίσου σημαντικό. Πως ο Σκουρτανιώτης «είχε κινήση να βοηθήση τον αρχηγό έπειτα από ειδοποίηση»
Αυτό δεν είναι αλήθεια, εκτός κι αν ξέρει κάτι παραπάνω ο Βασιλείου και δε μας το λέει. Ο Σκουρτανιώτης ήταν τραυματισμένος, είχε όντως πρόθεση να πάει κοντά στον Ανδρούτσο στο στρατόπεδο των Λειβανατών –το λέει ο ίδιος στο γράμμα του στο Βουλευτικό- αλλά δεν είχε ακόμα κινήσει, όπως ισχυρίζεται ο κ. Βασιλείου, εκτός κι αν ο Βασιλείου ως "κινήση" εννοεί την υποτιθέμενη μελλοντική συνάντηση Ανδρούτσου-Σκουρτανιώτη στη Σαλαμίνα. Γιατί αν είναι έτσι, όντως ο Σκουρτανιώτης είχε κινήσει (με τον τραυματισμό ή αυτοτραυματισμό του) και βρισκόταν ήδη στη Σαλαμίνα, αναμένοντας(;) τον Ανδρούτσο.

Την άποψη του Βασιλείου πάντως τη κρατάμε, χωρίς να την ενστερνιζόμαστε προς τον παρόν. Ίσως κάποτε έρθουν στο φως στοιχεία που θα μας βοηθήσουν περισσότερο.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Το παζλ



Με αφορμή την επιστολή Σκουρτανιώτη στις 11 Απριλίου 1825 προς το βουλευτικό, σε συνδυασμό με τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που λάβαιναν χώρα τη συγκεκριμένη περίοδο στον Ελλαδικό χώρο, μπορούμε πιστεύω, να κάνουμε μια προσπάθεια για να ενώσουμε τα κομμάτια και να ρίξουμε λίγο φως στους τελευταίους μήνες της ζωής του Θανάση Σκουρτανιώτη. Μια περίοδος της ζωής του, που δυστυχώς εδώ και 183 χρόνια, παραμένει σκοτεινή κι ανεξερεύνητη.

Είναι ηλίου φαεινότερον, ότι ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, δέχθηκε τρομερές πιέσεις από τον Γκούρα και την κυβέρνηση στην αρχή της εκστρατείας εναντίον του Ανδρούτσου, ώστε να λάβει μέρος και ο ίδιος σε αυτήν. Εκείνο επίσης που είναι πολύ σημαντικό και αξίζει έρευνας, είναι ότι εκείνη ακριβώς την εποχή, ο Γιώργης βρίσκεται στη φυλακή της αστυνομίας και αντιμετωπίζει κατηγορίες προδότη.
Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 7ος , σ. 175. «Ανεγνώσθη αναφορά του Παπά Θανάση και Γεωργίου Σκουρτανιώτου [στις 17 Μαρτίου 1825], ευρισκομένων εις την φυλακήν της Αστυνομίας επί λόγω ότι είναι προδόται. Εστάλη εις του Υπουργείον της Αστυνομίας με απόφασιν του Βουλευτικού και, αν τω όντι, ως λέγουσιν είναι αθώοι της συκοφαντίας να ελευθερωθώσι της φυλακής»
Για τα ''περί προδοσίας'' του Γιώργη θα τα ερευνήσουμε φυσικά, όσο και τους λόγους που ο Γιώργης κατηγορείται εκείνη ακριβώς την εποχή ως προδότης. Αυτό που έχουμε μόνο να πούμε τώρα, είναι ότι σε καμμία περίπτωση δε συνάδει αυτή η κατηγορία, ούτε με τη πρότερη, αλλά ούτε με την μετέπειτα αξιοθαύμαστη πορεία του μέχρι το τέλος της επανάστασης και τη μάχη της Πέτρας. Μάχης, που ο ρόλος του Γιώργη υπήρξε καθοριστικότατος για την νικηφόρα έκβασή της. Ο Υψηλάντης του είχε αναθέσει την αρχηγία του κεντρικού τμήματος πεντακοσίων ανδρών του ελληνικού στρατού που δέχθηκε τις κύριες επιθέσεις των Τούρκων. Ο Γιώργης και οι άντρες του, πολέμησαν όπως πάντα λυσαλέα και απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις, οδηγώντας ουσιαστικά σε νίκη των φίλιων δυνάμεων και εξαναγκάζοντας τους Τούρκους να συρθούν σε διαπραγματεύσεις για να περάσουν προς το Βορά και να μην επιστρέψουν ποτέ πια στη Νότια Ελλάδα. Η νίκη στη μάχη της Πέτρας, ήταν ουσιαστικά η επικύρωση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. To ότι ο Γιώργης μέχρι το 1837 ήταν ένας από τους τρεις υπασπιστές του Όθωνα, δείχνει πόσο είχε εκτιμηθεί η μεγάλη του προσφορά στον αγώνα. Το 1837 όμως, αρνήθηκε να εκτελέσει εντολή του Όθωνα να χτυπήσει τον Κριεζώτη που βρίσκονταν σε συνεννοήσεις με τον Μακρυγιάννη και με άλλους για το Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια του βασιλέα και αποσύρθηκε στα κτήματά του στον Ωρωπό, όπου και πέθανε το 1852 σε ηλικία 52 ετών.
Πόση βαρύτητα να δώσει κανείς όμως στα περί προδοσίας του Γιώργη, όταν το ίδιο το έγγραφο της κυβέρνησης, μιλάει για "συκοφαντία"; Η συκοφαντία λοιπόν εναντίον του Γιώργη, έχει δύο πιθανούς δημιουργούς. Ο ένας, κάποιος επίδοξος μνηστήρας της θέσης του Θανάση. Γιατί ουσιαστικά αυτόν σημαδεύει η λάσπη, αφού ο Γιώργης δεν έχει προφθάσει ακόμη να βγει απ' τη σκιά του.
Ο άλλος πιθανός δημιουργός, η ίδια η κυβέρνηση, για να χρησιμοποιήσει τα δύο αδέρφια κατά το δοκούν. Η συκοφαντία για προδοσία, ήταν μια προσφιλής μέθοδός της εκείνη την εποχή, για να ελέγχει τους οπλαρχηγούς και να πραγματοποιεί τα σχέδιά της.
Να που ο Θανάσης λοιπόν, βρίσκεται ξαφνικά εξ' αιτίας αυτού του γεγονότος, σε πολύ δύσκολη και μειονεκτική θέση, απέναντι στο βουλευτικό και τη κυβέρνηση.

Ας συνεχίσουμε όμως.
Σε επίσκεψή μου κάποτε στα Σκούρτα, έγινα αποδέκτης της προφορικής παράδοσης που λέει ότι ''πέρασε κάποτε από δω ο Γκούρας για να μαζέψει στρατό και του γύρισαν τη πλάτη''
Ασφαλώς γι' αυτή την περίοδο πρόκειται. Ο Γκούρας ξέρουμε σίγουρα ότι στις 14 Μάρτη 1825 βρίσκεται στη Λιβαδειά, συνεχίζοντας τη στρατολόγηση και εξαγοράζοντας συνειδήσεις, χρησιμοποιώντας τα χρήματα του δανείου μαζί με τον Κωλλέτη, όχι εναντίον των Τούρκων αλλά κατά του Ανδρούτσου. Ακόμα και τα αδέρφια του ίδιου του Ανδρούτσου επιχειρεί, να στρέψει εναντίον του. Ο Γκούρας όμως δε βρέθηκε ξαφνικά στη Λιβαδειά. Πριν από κει, έχει περάσει μέσω Χασιάς κι απ' τα Δερβενοχώρια. Ο σκοπός του είναι η στρατολόγηση όσων περισσότερων μπορεί, εναντίον του Ανδρούτσου. Εκείνος από την άλλη, του έχει λύσει τα χέρια -γιατί έστω κι αν εξαναγκάστηκε- το γεγονός είναι πως έχει συμπράξει με τους Τούρκους, μαζί με άλλους 800 υπό την οδηγία του. Το σύνθημα λοιπόν της κυβέρνησης και του Γκούρα σε αυτή την ιστορική πια εκστρατεία, είναι πως ο Ανδρούτσος πρόδωσε τον αγώνα και αυτομόλησε στους Τούρκους. Ο Ανδρούτσος είναι προδότης! Με αυτόν τον αέρα ο Γκούρας φτάνει στα Δερβενοχώρια, φέρνοντας στον Θανάση και μια συμφωνία προς διαπραγμάτευση. Την απελευθέρωση του Γιώργη, την απόσυρση των κατηγοριών περί προδοσίας εναντίον του, με αντάλλαγμα να τον ακολουθήσουν τα δύο αδέρφια με τα απόσπασματά τους, στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Πρόκειται φυσικά για καθαρό εκβιασμό.
Ο καπετάνιος των Δερβενοχωρίων, βρίσκεται ξαφνικά παγιδευμένος. Από τη μιά η συνείδησή του, από την άλλη η σκληρή πραγματικότητα. Από τη μια ξέρει καλά ποιος είναι ο Ανδρούτσος. Ακόμη κι αν δεν έχει τη καλύτερη γνώμη γι' αυτόν, έχει επίγνωση της αναγκαιότητάς του, αυτή τη τρομερά δύσκολη για την ελληνική επανάσταση εποχή. Από την άλλη, εξαρτάται άμεσα από τη κυβέρνηση για συνέχιση του εφοδιασμού των αντρών και του αποσπάσματός του. Γνωρίζει καλά επίσης, ότι μία άρνηση όχι μόνο του στερεί την τροφοδοσία, αλλά τον τοποθετεί αυτόματα στη μαύρη λίστα, γεγονός που μπορεί να αποβεί μοιραίο ακόμα και για την ίδια του τη ζωή. Ακόμη -και ίσως το σημαντικότερο συναισθηματικά για κείνον- ότι ο αδερφός του, βρίσκεται στα νύχια του Γκούρα και της κυβέρνησης.
Δύσκολη αλήθεια στιγμή. Το δίλλημα τεράστιο. Ο Γκούρας έχοντας στο χέρι τον αδερφό του, του ζητάει να τον ακολουθήσει. Χαμογελώντας τον εκβιάζει. Ο Θανάσης πρέπει να αποφασίσει.

Είναι άξιο θαυμασμού όμως, που κάτω από αυτές τις συνθήκες, αποφασίζει να αρνηθεί να λάβει μέρος στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Πράγματι. Αυτή τη δύσκολη στιγμή χρησιμοποιεί την διπλωματία. Προφασιζόμενος σοβαρό κίνδυνο επίθεσης των Τούρκων της Χαλκίδας στα Δερβενοχώρια εάν γίνει αντιληπτή η απουσία του, αρνείται να ακολουθήσει τον Γκούρα. Δέχεται όμως, να αποσυρθούν οι κατηγορίες εναντίον του Γιώργη, να απελευθερωθεί και να ακολουθήσει εκείνος το Γκούρα με ένα μικρό απόσπασμα. Ίσως να δίνει ακόμα και μια αόριστη υπόσχεση, πως αν σιγουρευθεί για μη επίθεση των Τούρκων στα Δερβενοχώρια, μπορεί να ακολουθήσει και ο ίδιος αργότερα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η επιστολή του στις 11 Απριλίου προς το βουλευτικό, αποκτάει ακόμη μεγαλύτερη σημασία και βαρύτητα.
Με λίγα λόγια, πιστεύω πως προσπάθησαν να εμπλέξουν τον Σκουρτανιώτη μέσω του αδερφού του για να τον έχουν του χεριού τους και να τον μετατρέψουν σε υποχείριό τους.
Δε ξέρουμε πώς πήραν ο Γκούρας και η κυβέρνηση την "ντρίμπλα" του Σκουρτανιώτη. Το γεγονός πάντως είναι, πως κάποια συμφωνία μεταξύ τους επιτεύχθει. Ο Γκούρας αποστέλλει στη κυβέρνηση μήνυμα, να απελευθερωθεί ο Γιώργης. Το παραπάνω έγγραφό της στις 17 Μαρτίου (αν τω όντι, ως λέγουσιν είναι αθώοι της συκοφαντίας να ελευθερωθώσι της φυλακής) δηλώνει ουσιαστικά την απελευθέρωσή του. Με την εντολή όμως, να ακολουθήσει αμέσως το Γκούρα. Η κυβέρνηση με το να αποσπάσει έστω και τον αδερφό του Θανάση εναντίον του Ανδρούτσου, ίσως μένει προσωρινά ικανοποιημένη.
Ο Γιώργης απελευθερώνεται πολύ σύντομα, ίσως περνάει από τα Σκούρτα να πάρει κάποιες εντολές από τον αδερφό του και ένα μικρό απόσπασμα και αναχωρεί εσπευσμένα να συναντήσει το Γκούρα.
Αυτός είναι ο λόγος λοιπόν, που ο Γιώργης βρίσκεται στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου μαζί με τον Γκούρα. Και δε πρέπει να μας ξενίζουν τέτοιες συμπεριφορές πια. Δε βρισκόμαστε στο ρομαντικό 1821 που όλοι οι Έλληνες είναι μονιασμένοι για τον ιερό σκοπό. Βρισκόμαστε πια στο 1825 και το ιδεότυπο είναι διαφορετικό. Εμφύλιος, εσωτερικές διαμάχες και έριδες για τις θέσεις και οφίτσια, διασπάθιση χρήματος και καταρακωμένο ηθικό αποτελούν τις αδρές πινελιές που μπορούν να ζωγραφίσουν τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ο Θανάσης είναι φυσικά παγιδευμένος. Για ένα διάστημα τηρεί στάση αναμονής και πληροφορείται από τον αδερφό του για ό,τι συμβαίνει στην εκστρατεία. Ο Γιώργης ακολουθεί τον Γκούρα υποχρεωτικά και από ανάγκη και σίγουρα δεν ανήκει στους έμπιστούς του. Αλλιώς θα ήξερε τις κρυφές προθέσεις εναντίον του Ανδρούτσου και δε θα έγραφε στο Θανάση το γράμμα "περί συνένωσης"
Δεν γνωρίζουμε επίσης, εάν έχουν προηγηθεί και άλλα γράμματα του Γιώργη προς το Θανάση ή αν ο Θανάσης είχε αλληλογραφία με τον ίδιο τον Ανδρούτσο, γιατί τα αρχεία που τυχόν κρατούσαν οι δυό τους, δε βρέθηκαν ποτέ.
(Αξίζει όμως να προσέξουμε ακόμη κάτι εδώ. Στη συστατική επιστολή του Υψηλάντη για τον Ανδρούτσο, που μεταφέρει ο Παγώνας και δημοσιεύσαμε στις υποσημειώσεις του προηγούμενου κεφαλαίου, ο Υψηλάντης λέει, ότι ο Ανδρούτσος με άλλους ένδεκα θα έρθουν στη Σαλαμίνα. Αυτά τη 1η Απριλίου βέβαια, πριν τραυματισθεί ακόμα ο Θανάσης. Ο οποίος μόλις τραυματίζεται στις 4 Απριλίου, δεν πηγαίνει για να γιατρευθεί οπουδήποτε αλλού, παρά στη Σαλαμίνα. Αυτό είναι απλή σύμπτωση ή υπάρχει κάποια συνεννόηση μεταξύ Παγώνα, Σκουρτανιώτη και Ανδρούτσου για συνάντηση στη Σαλαμίνα; Για να μη πω και το άλλο. Έχω έντονη την πεποίθηση και υποψία, πως ο τραυματισμός του Σκουρτανιώτη στις 4 Απριλίου, είναι αυτοτραυματισμός για να αποφύγει να τηρήσει τυχόν υπόσχεσήτου να ακολουθήσει τον Γκούρα ή για να κατασκευάσει την δικαιολογία να μεταβεί στη Σαλαμίνα, εάν υποτεθεί πως έχει τελικά εκεί συνάντηση με τον Ανδρούτσο μετά από ειδοποίηση του Παγώνα που εκείνες τις ημέρες βρίσκεται όντως στη "περιοχή Σκουρτανιώτη" Μέγαρα, Δερβενοχώρια, Κάζα κτλ. Ο Βασιλείου στο βιβλίο του ''Δέκα ανέκδοτες επιστολές του Ανδρούτσου στο Γ. Παγώνα λέει πως ο Σκουρτανιώτης ''έχει λάβει ειδοποίηση να κινήσει για να βοηθήσει τον αρχηγό'')
Ας επιστρέψουμε όμως.
Ο Θανάσης όλο αυτό το διάστημα που ο Γιώργης βρίσκεται μαζί με τον Γκούρα προς τις Λειβανάτες, συνεχίζει να παρενοχλεί τους Τούρκους της περιοχής του, αναμένοντας τις εξελίξεις από κει. Σε μια μικροσυμπλοκή στις 4 Απριλίου 1825 τραυματίζεται και πηγαίνει στη Σαλαμίνα για να γιατρευθεί. Εκεί λαμβάνει το γράμμα από τον Γιώργη, πως όλα βαίνουν καλώς. Ο Οδυσσέας παράτησε τους Τούρκους και ενώθηκε με τον Γκούρα. Από κοινού θα χτυπήσουν τους Τούρκους. Ο Γιώργης αντιλαμβάνεται από αυτά που βλέπει στην αρχή, πως δε γεννάται θέμα σύλληψής του Οδυσσέα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά Οδυσσέας και Γκούρας έχουν αποφασίσει να κινηθούν μαζί εναντίον των Τούρκων. Όντως αυτή η εντύπωση δινόταν τις πρώτες μέρες της ''συνάντησης'' του Οδυσσέα με τον Γκούρα. Ο τελευταίος υποδέχεται στη σκηνή του τον τέως αρχηγό του συγκινημένος τάχα και τον φιλάει σταυρωτά. Είναι το φιλί του Ιούδα μα ο Γιώργης δε το ξέρει. Στέλνει ανακουφισμένος την επιστολή της ''συνένωσης'' Οδυσσέα και Γκούρα στον Θανάση και εκείνος με τη σειρά του το ίδιο ανακουφισμένος τις επιστολές του σε βουλευτικό και εκτελεστικό αντίστοιχα. Είναι τόσο χαρούμενος γι' αυτή τη συνένωση, που στο τέλος της επιστολής προς το βουλευτικό, προσθέτει πως ''όταν γιατρευθώ, θα μεταβώ και γω στο στρατόπεδο''
Η επιστολή του κυοφορεί βέβαια και μια ανησυχία για το τι θα ακολουθήσει, έστω κι αν αυτή η ανησυχία είναι κεκαλυμμένη. Προσπαθεί να προλάβει τα χειρότερα -αυτά που τελικά έγιναν- μην επιμένοντας στην ''φιλία'' του Ανδρούτσου με τους Τούρκους, αλλά προτάσοντας έμμεσα την ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων, το καθήκον απέναντι στον αφανισμό του εχθρικού στρατοπέδου και την ανάγκη να προφθασθεί το ελληνικό στρατόπεδο από τροφές. Η επιστολή Σκουρτανιώτη τελικά, είναι μια παρότρυνση προς τις δύο υπέρτατες εξουσίες το βουλευτικό και το εκτελεστικό, να αφήσουν στην άκρη το μίσος τους για τον Ανδρούτσο και να ασχοληθούν με το πραγματικό κίνδυνο που είναι οι Τούρκοι.

Επικίνδυνη επιστολή όμως, παρά τη συντομία, τη λιτότητά και τους χαμηλούς τόνους της. Πολύ επικίνδυνη για έναν "αδιάφορο'' κατά Φανόπουλο, που ήδη έχει αρνηθεί στον Γκούρα και τη κυβέρνηση να λάβει μέρος ο ίδιος στην εκστρατεία εναντίον του Ανδρούτσου και αποφασίζει να πάει μόνο όταν εκείνος επιστρέφει και -κατά τα φαινόμενα- θα είναι πάλι αρχηγός.
Ο Σκουρτανιώτης με αυτή την επιστολή χαιρετίζει την ένωση των Οδυσσέα-Γκούρα. Έστω κι αν γράφει τόσο λιτά και ''φορώντας γάντια'' λέει αυτό που έχει να πει. Δεν επιμένει στο γεγονός της αυτομόλησης του Ανδρούτσου στους Τούρκους, αλλά χαίρεται με την μεγάλη επιστροφή.
Είναι δύσκολη εποχή. Οι περισσότεροι οπλαρχηγοί σκύβουν το κεφάλι μπροστά στο βουλευτικό και γνωρίζοντας τις προθέσεις του, κάνουν πέρα τον Ανδρούτσο. Κι ο Σκουρτανιώτης όμως γνωρίζει, όμως βάζει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του, χαιρετώντας ουσιαστικά την επιστροφή του, διατρανώνοντας την αναγκαιότητά του και θεωρώντας τον ακόμα στρατιωτικό αρχηγό των Ελλήνων.

Δυστυχώς όμως, άλλες ήταν οι βουλές του Κωλλέτη και του Γκούρα. Ο Ανδρούτσος μπορεί στην αρχή να τριγυρίζει ελεύθερος και να κάνει σχέδια επίθεσης εναντίον των Τούρκων, μα πολύ γρήγορα οι πραγματικές προθέσεις του βουλευτικού και όσων τον εξώθησαν στα άκρα και στην αυτομόληση, φανερώνονται. Δε περνούν πολλές μέρες και συλλαμβάνεται. Οδηγείται σιδηροδέσμιος στην Αθήνα όπου και δολοφονείται. Ο Σκουρτανιώτης, δεδομένης της αρχικής του άρνησης να λάβει μέρος στην εκστρατεία εναντίον του και δεδομένης ακόμα της επιστολής προς το βουλευτικό που καταδεικνύει τη θετική του στάση απέναντι στην επιστροφή του, είναι πια ανεπανόρθωτα εκτεθειμένος έναντι των δόλιων που κατέχουν εκείνη τη στιγμή την εξουσία.

Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στους Σκουρτανιώτες διαφαίνεται από τη πρώτη στιγμή αφότου ξέμπλεξαν με τον Ανδρούτσο. Τέσσερις μήνες αργότερα, ο Θανάσης προάγεται σε αντιστράτηγο και αρχηγό ανατολικής Στερεάς. Ακολουθώντας όμως το χρέος της καινούριας προαγωγής του, αποχωρεί απ' τα Δερβενοχώρια, παίρνει το δρόμο για το γολγοθά του Μαυροματίου, όπου και χάνει τη ζωή του μαζί με τους συντρόφους του.
Μετά τον θάνατό του, η κυβέρνηση δεν διορίζει αντικαταστάτη τον αδερφό του Γιώργη, τον άξιο κατά κοινή ομολογία πολεμιστή και ηγέτη, όπως πραγματικά ήταν και περίτρανα μέχρι το τέλος της επανάστασης απέδειξε, αλλά κάποιον Μασκλαβάνη, ατυχή επιλογή του στρατηγού Μορφόπουλου, ανθρώπου της κυβέρνησης.
Το ότι τελικά ο Γιώργης πήρε την οπλαρχηγία και ότι κατόρθωσε να αναδειχθεί σε έναν ηγέτη αντάξιο του αδερφού του και μάλιστα πέρα από την επικράτεια των Δερβενοχωρίων, σε όλη τη Στερεά -από την Αθήνα μέχρι τη Πέτρα- αλλά και την Εύβοια, το ότι του εμπιστεύθηκαν τις πιο καίριες πολεμικές θέσεις οι μεγαλύτεροι αστέρες της ελληνικής επανάστασης, όπως ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης και αυτός ακόμα ο Υψηλάντης, αυτό οφείλεται μόνο στην αδιαμφισβήτητη στρατιωτική του αξία και στα διαπιστευτήριά του στις μάχες όπου ετάχθη.

Παρ' όλα αυτά όμως, επειδή αποδείξεις δεν υπάρχουν, αφήνουμε πάντα μια πόρτα ανοιχτή, στο να μην υπάρχει τελικά καμιά συνομωσία της κυβέρνησης εις βάρος του Θανάση Σκουρτανιώτη, όσον αφορά τον διορισμό του σε αρχηγό των όπλων ανατολικής Στερεάς, που είναι ουσιαστικά το αίτιο που εκείνος άφησε τα Δερβενοχώρια και οδηγήθηκε στη καταστροφική μάχη του Μαυροματίου. Υπάρχει ενδεχόμενο, η κυβέρνηση να έχει εκτιμήσει πραγματικά τη προσφορά και τον χαρακτήρα του, γι' αυτό να τον προβίβασε σε στρατηγό. Αλλά κι αυτό όμως, δεν αποκλείει το γεγονός, να έπεσε θύμα αντιζηλίας άλλων οπλαρχηγών, ακόμα κι αν είναι εντελώς αθώα σε αυτή τη περίπτωση η κυβέρνηση.
Η έρευνά μας όμως συνεχίζεται. Ας ελπίσουμε να φτάσουμε κάποτε στην αλήθεια και σε πιο ασφαλή συμπεράσματα.




*Πριν από την εύρεση αυτής της επιστολής, δε μπορούσα να δικαιολογήσω την παρουσία του Γιώργη στο εκστρατευτικό σώμα του Γκούρα και υπέθεσα πως τα δύο αδέρφια βρίσκονται σε διένεξη. Γι' αυτό και στο λογοτεχνικό κείμενο ''Μυρίζουν ακόμη λιβανιά'' ανέπτυξα κάτω απ' αυτό το πρίσμα το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Και φυσικά πρέπει να επιστρέψω και να το αλλάξω. Αν τα αδέρφια βρίσκονταν σε διένεξη, δε θα κρατούσε ο Γιώργης ενήμερο τον Θανάση για το τι συμβαίνει εκεί. Ο Γιώργης βρίσκεται στις Λειβανάτες επειδή είναι παγιδευμένος. Ο Θανάσης, κάτω από καθεστώς τρομερής πίεσης, κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει ό,τι μπορεί μετά από την άρνησή του να λάβει ο ίδιος μέρος στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Είναι φανερό λοιπόν, πως τα δύο αδέρφια, είχαν πάντα τις καλύτερες σχέσεις, μέχρι το θάνατο του Θανάση και δεν είχαν φυσικά, καμία διένεξη μεταξύ τους.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Η επιστολή Σκουρτανιώτη στο βουλευτικό στις 11 Απριλίου 1825



Η επιστολή Σκουρτανιώτη προς το βουλευτικό στις 11 Απριλίου 1825 είναι πολύ σημαντική για κάθε ερευνητή, όχι μόνο για να ανακαλύψει τα αισθήματα και τη στάση του Σκουρτανιώτη προς τον Ανδρούτσο, αλλά και να δει μια άλλη εκδοχή της σύλληψης του πρωτοκαπετάνιου της Ρούμελης. Ιστορικά βρισκόμαστε στην κρίσιμη εκείνη στιγμή, που ο Ανδρούτσος πέφτει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στα χέρια του Γκούρα. Ακολουθεί η μεγάλη πτώση του, η κάθοδος στην Αθήνα και μέσα σε δύο μήνες περίπου η δολοφονία του. Τέσσερις μήνες μετά την δολοφονία Ανδρούτσου, πέφτει κι ο Σκουρτανιώτης νεκρός στο Μαυρομάτι, κάνοντας πολλούς να μιλούν, ανάμεσά τους και ο στρατηγός Μακρυγιάννης, για προδοσία και ξεκαθάρισμα από το στρατιωτικό σκηνικό των Ανδρουτσικών οπλαρχηγών.

Ας επιστρέψουμε όμως στις 11 Απριλίου που ο Σκουρτανιώτης λαβωμένος από μια συμπλοκή με τους Τούρκους, βρίσκεται στη Σαλαμίνα για να γιατρευτεί και από κει στέλνει δύο επιστολές. Τη μία την πρωτότυπη του αδερφού του από τις Λειβανάτες στο εκτελεστικό και την άλλη την δική του -που εξηγεί τι ακριβώς του γράφει ο αδερφός του προς το βουλευτικό. Η στιγμή για τον Ανδρούτσο είναι πολύ κρίσιμη και δύο άνθρωποι εξακριβωμένα, συνεχίζουν να τον υποστηρίζουν. Ο ένας είναι ο Υψηλάντης, που μέσω του καπετάνιου Παγώνα, έχει δώσει επιστολή ελεύθερης διόδου του Ανδρούτσου στην Σαλαμίνα ή όπου αλλού, επιστολή που δεν έφτασε τελικά ποτέ στα χέρια του Ανδρούτσου γιατί τον πρόλαβαν τα γεγονότα.** Ο άλλος είναι ο Σκουρτανιώτης στην επιστολή που σήμερα για πρώτη φορά δημοσιεύουμε ολόκληρη. Φωτογραφία της από το πρωτότυπο δημοσιεύσαμε ήδη στον κύκλο των φωτογραφιών για την Αγία Σωτήρα. Αναφορά γι' αυτήν έχει κάνει ο Φανόπουλος και έχει δημοσιεύσει ένα τμήμα της μόνο, προβαίνοντας και σε ανάλυσή της. Ανάλυση ομως, που γνωρίζοντας πια εμείς ολόκληρο το περιεχόμενό της επιστολής, δε μας βρίσκει σύμφωνους και την θεωρούμε επιδερμική.
ΓΑΚ,Κ,47,Β,φ.7,αρ.16



Προς το σεβαστόν βουλευτικόν*

Έν γράμμα του αυταδέλφου μου προς εμέ εκ του στρατοπέδου λυβανάτων, σημαδεμένο από τας 8 του παρόντος με γράφει ότι στας 7 του αυτού κατά την δεκάτην ώραν, ο Οδυσσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδυγίαν του στρατιώτας.
Παρεκίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά ζητούνη και να τους επαρατήσουν μονάχους. Έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών να τους κτυπήση και εις τούτου ελπίζωμεν τον τέλειον αφανισμόν του εχθρικού στρατοπέδου. Είθε όμως αύριο και εμαγεύουν την ψυχήν του Οδυσσέως φρονήματα πατριωτισμού και ιερού ζήλου.
Το πρωτότυπον γράμμα σήμερον το διεύθυνον προς το σεβαστόν εκτελεστικόν και εξ’ αυτού θέλει πληροφοριθή εντελώς το σεβαστόν βουλευτικόν.
Το στρατόπεδο στενοχωράται τροφών και ανάγκη να προφθασθή διά να μην ακολουθήσουν καταχρήσεις και αρπαγάς, τα οποία είναι επακόλουθα της πείνας.
Εγώ ελπίζω εντός ολύγου να γιατρευθώ από την πληγήν την οποία από τας 4 του ιδίου έλαβον και να αναχωρισω εις στρατόπεδον.
Ταύτα επί του παρόντος αναφέρω και με σέβας όψομαι δι υμάς.

Την 11 απριλίου 1825
Εν Σαλαμίνα
ο πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης




Αυτά από τον Σκουρτανιώτη. Ας πάμε όμως στην εφημερίδα των Αθηνών, που στις 24.4.25, δημοσιεύει μια αναφορά του Γκούρα στη Διοίκηση:

«Διά της παρούσης μου αναγγέλω την 7 τρέχοντος, ήτις είναις η παράδοση του Οδυσσέως ομού με 800 άλλους υπό την οδηγίαν του εις τον Αρχηγόν των στρατευμάτων της Διοικήσεως»

Παρατηρούμε καμιά διαφορά στις δύο επιστολές που αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα; Φυσικά. Ο Σκουρτανιώτης χρησιμοποιεί το ρήμα ‘’συνενώθη’’ ενώ ο Γκούρας αναφέρεται σε παράδοση.

Ας έρθουμε τώρα στο Φανόπουλο ‘’θήβα και λειβαδία χωραϊτες και χωρικοί στο 21’’ και ας δούμε τι λέει γι’ αυτή την επιστολή στη σελίδα 304, 305 στις υποσημειώσεις και 306 στις υποσημειώσεις:
«Στις 4 Απριλίου 1825 σε μια συμπλοκή τραυματίζεται ο ήρωάς μας και καταφεύγει στη Σαλαμίνα για να γιατρευτεί. Εκεί παίρνει ένα γράμμα από τον αδελφό του (προφανώς τον Γιώργη) από τις Λειβανάτες, που του γράφει, ότι στις 7 Απριλίου, ώρα 10 «ο Οδυσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν Γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδηγίαν του στρατιώτας. Παρακίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά Ζητούνι και να τους επαρατήσουν μονάχους…»
Αντίγραφο του γράμματος του αδελφού του, ο Θανάσης το στέλνει στο Βουλευτικό, πιστεύοντας, στην αφέλειά του, πως επιτελούσε ένα ιερό χρέος. Φυσικά ο αγαθός πολέμαρχος της Βοιωτίας εκτελούσε ένα ιερό χρέος. Το βουλευτιό όμως και η άθλια Κυβέρνηση, αφού άναψε τον εμφύλιο πόλεμο και ρήμαξε το Μωριά, εκτελούσε τους αγωνιστές και μεταξύ αυτών τον πρώτο των πρώτων, τον Οδυσσέα Αντρούτσο.


Και παρακάτω στις υποσημειώσεις των σελ. 305 και 306 συνεχίζει ο Φανόπουλος:

«Είμαστε υποχρεωμένοι, για την αποκατάσταση της αλήθειας, να σταθούμε λίγο γύρω από το τι έκαναν οι Θανάσης και Γιώργης Σκουρτανιώτης για να βοηθήσουν τον Οδυσσέα στις Λιβανάτες. Από το γράμμα που έστειλε ο Γιώργης από τις Λιβανάτες στον Θανάση, του οποίου φωτοτυπία έχω στα χέρια μου, φαίνεται ότι ο μεν Θανάσης βρισκόταν στη Σαλαμίνα νοσηλευόμενος, ο δε Γιώργης ήταν κοντά στο Γκούρα, που ήταν αρχηγός στην εκστρατεία κατά του Οδυσσέα. Και, αν παραδεχτούμε ότι δεν πήρε ενεργό μέρος κατά του Οδυσσέα, τότε (τι ήθελε στις Λιβανάτες; Και πού τα ήξερε με το νι και με το σίγμα, τα πράγματα πώς έγιναν;) έδειξε το λιγότερο, αδιαφορία.
Αυτά, στις κάπως αβασάνιστες κρίσεις του Αντώνη Α. Βασιλείου στο βιβλίο του «Δέκα Ανέκδοτες Επιστολές του Οδυσσέα Αντρούτσου προς το Γιωργάκη Παγώνα»


Αυτά κι απ’ το Φανόπουλο, μόνο που θάλεγα, πως αβασάνιστες κρίσεις είναι οι δικές του σε τούτο το ζήτημα. Πέρα ότι ο Φανόπουλος «κρύβει» την υπόλοιπη επιστολή, κυριολεκτικά προβαίνει σε εντελώς αβασάνιστα, επιφανειακά και αυθαίρετα συμπεράσματα.
Και για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, προσωπικά δεν θεωρώ άγιο τον Ανδρούτσο, οπότε δε με ενδιαφέρει αν ο Σκουρτανιώτης ήταν Ανδρουτσικός ή όχι. Με ενδιαφέρει μονάχα στο βαθμό, που ο θάνατός του, είχε κάποια σχέση με τυχόν φιλία μαζί του.
Αλλά τι ακριβώς κάνει εδώ αβασάνιστα ο Φανόπουλος;
Πρώτον κατηγορεί έμμεσα τους αδερφούς Θανάση και Γιώργο. Τον μεν Γιώργη ότι έλαβε μέρος μαζί με τον Γκούρα στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου, τον μεν Θανάση για αδιαφορία, αγαθότητα και αφέλεια. «Τι έκαναν οι Σκουρτανιώτες για να βοηθήσουν τον Οδυσσέα;» λέει ο Φανόπουλος.
Καμιά φορά οι «άκαπνοι» εμείς γραφιάδες δε φειδόμαστε κατηγοριών για ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους για να μιλάμε σήμερα λεύτερα.
Ας έρθουμε όμως στην επιστολή Σκουρτανιώτη, που δε λέει τίποτα διαφορετικό από αυτά που λέει και ο Γιώργης, αφού τη πρωτότυπη επιστολή του Γιώργη την προωθεί αυτούσια στο εκτελεστικό.
Τι λένε λοιπόν ο Γιώργης και Θανάσης στις επιστολές τους;
Ας πάρουμε ένα ένα τα κομμάτια.
«Έν γράμμα του αυταδέλφου μου προς εμέ εκ του στρατοπέδου λυβανάτων, σημαδεμένο από τας 8 του παρόντος με γράφει ότι στας 7 του αυτού κατά την δεκάτην ώραν, ο Οδυσσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδυγίαν του στρατιώτας.»
Χρησιμοποιούν το ρήμα « συνενώθη»!
Εγώ βλέπω τα δύο αδέρφια να αισθάνονται ανακούφιση που ο Ανδρούτσος παράτησε τους Τούρκους και ενώθηκε με τις ελληνικές δυνάμεις. Δεν μιλούν για «παράδοση» όπως αναφέρει στην αντίστοιχη επιστολή του ο Γκούρας.
Αυτό σημαίνει, πως μάλλον ο Γιώργης, δε γνωρίζει με το «νι και με το σίγμα» όπως ισχυρίζεται ο κ. Φανόπουλος τα πράγματα. Δεν είναι τόσο κοντά στον Γκούρα ώστε εκείνος να του εμπιστευτεί τον απώτερο στόχο του που είναι η σύλληψη του Ανδρούτσου. Ο Γιώργης και πολλοί άλλοι Έλληνες συμπολεμιστές του εκστρατευτικού σώματος του Γκούρα, βρίσκονται εκεί για να πολεμήσουν τους Τούρκους και όχι κατ' ανάγκη να αιχμαλωτίσουν τον Ανδρούτσο. Η αιχμαλωσία μάλλον είναι στόχος του Γκούρα και των ελαχίστων εμπίστων του μόνο. Έπειτα, πώς είναι δυνατόν ο Ανδρούτσος να «παραδοθεί» στον Γκούρα έχοντας υπό την οδηγία του 800 στρατιώτες; Είναι από αυτούς ο Ανδρούτσος; Δε παραδίδεται λοιπόν στην αρχή. Ίσως κι ο Γκούρας να ισχυρίζεται στις συνενοήσεις που προηγήθηκαν την "¨συνένωσης" ή "παράδοσης" ότι πρέπει να ενωθούν απέναντι στους Τούρκους. Ένα κόλπο για να καταφέρει να τον αιχμαλωτίσει στο τέλος.
Είναι όμως δυνατόν οι Σκουρτανιώτες να περνάνε στα ψιλά την «φιλία» του Ανδρούτσου με τους Τούρκους;
Κι όμως είναι, γιατί γνωρίζουν όσα έχει περάσει ο Ανδρούτσος για φτάσει στο σημείο εικονικά άλλωστε όπως το συνήθιζε να αυτομολήσει.
Ας συνεχίσουμε όμως να διαβάζουμε την επιστολή.
«Παρεκίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά ζητούνη και να τους επαρατήσουν μονάχους. Έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών να τους κτυπήση και εις τούτου ελπίζωμεν τον τέλειον αφανισμόν του εχθρικού στρατοπέδου.»
Ό Θανάσης εδώ, βιάζεται να εξηγήσει, πως ο Ανδρούτσος εργάζεται πια κατά των Τούρκων. Δεν επιμένει καθόλου στην υποτιθέμενη προδοσία. Για τα δύο αδέρφια είναι φανερό πώς ο εχθρός είναι οι Τούρκοι και όχι οι συνέλληνες.
Υποστηρίζουν ευθέως τον Ανδρούτσο. Τον δικαιολογούν και προσπαθούν να στρέψουν τη προσοχή της κυβέρνησης στα σχέδια του Ανδρούτσου από δω και μπρος, που είναι εναντίον των Τούρκων. Πού είναι η αδιαφορία τους λοιπόν, από τη στιγμή που με υπογραφές στέλνουν επιστολές στο βουλευτικό και το εκτελεστικό προσπαθώντας να δικαιολογήσουν ακόμη και τη τελευταία στιγμή τον Ανδρούτσο και να φωνάξουν προς όλες τις μεριές πως ο Ανδρούτσος είναι μαζί μας και θέλει να κτυπήσει τους Τούρκους;
Η μη επιμονή του Σκουρτανιώτη λοιπόν στη «φιλία» του Ανδρούτσου με τους Τούρκους, είναι μια λανθάνουσα προτροπή προς το εκτελεστικό και βουλευτικό.
Ο Ανδρούτσος είναι αναγκαίος, λέει, ας ξεχάσουμε τα μίση μεταξύ μας. Αν κάπου φταίει ο Οδυσσέας, άλλο τόσο φταίτε και σεις. Ο εχθρός είναι οι Τούρκοι και μόνο. Γι’ αυτό μιλούν για τα άμεσα σχέδια του. Ο στόχος είναι ο «αφανισμός του εχθρικού στρατοπέδου, αφήστε τον Ανδρούτσο ήσυχο» Αυτό λένε ουσιαστικά στο βουλευτικό και εκτελεστικό οι Σκουρτανιώτες. Πού είναι η αδιαφορία τους λοιπόν, όταν υψώνουν τη φωνή καιτο ανάστημά τους υπέρ του Ανδρούτσου; Ξέρει κανείς πολλούς αυτή την εποχή, που όλοι έχουν γυρίσει τις πλάτες στον Ανδρούτσο, να υψώνουν τη φωνή τους στο βουλευτικό και το εκτελεστικό και να βάζουν φαρδιές πλατιές τις υπογραφές τους υπέρ του;
Αλλά το ποιο συγκλονιστικό είναι άλλο. Και βρίσκεται στη φράση «έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών»
Έχειν! Ο Ανδρούτσος! Μετά ο Γκούρας και μετά οι λοιποί αρχηγοί!
Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης με αυτή τη φράση, αναγνωρίζει ακόμα τον Ανδρούτσο για αρχηγό και το φωνάζει στο Βουλευτικό!
Αλλά καθόλου αφελής ή αγαθός όπως νομίζει ο Φανόπουλος, προσθέτει και την παρακάτω φράση ''αυτοπροστασίας'' για να φυλάξει τα νώτα του. Γνωρίζει, ότι είναι ήδη αρκετά εκτεθειμένος.
«Είθε όμως αύριο και εμαγεύουν την ψυχήν του Οδυσσέως φρονήματα πατριωτισμού και ιερού ζήλου.»
Ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει τον άστατο χαρακτήρα του Ανδρούτσου και προσθέτει και αυτή τη φράση στο τέλος, για να μη βρεθεί προ εκπλήξεως. Εάν τα πράγματα πάνε στραβά, να οχυρωθεί πίσω της. Αυτή η φράση, είναι το τελευταίο οχυρό, εάν ο Ανδρούτσος τελικά χάσει τα πάντα. Σημασία έχει ότι βροντοφωνάζει ουσιαστικά στο βουλευτικό ότι ο Ανδρούτσος είναι ακόμα αρχηγός. Πως η επανάσταση παρ΄ολες τις ιδιοτροπίες και τα κακά του, τον χρειάζεται. Δε κάνει τίποτε άλλο ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, παρά να διατρανώνει την αναγκαιότητα του Ανδρούτσου σε αυτή τη κρίσιμη καμπή της ελληνικής επανάστασης.
Και συνεχίζει:
«Το πρωτότυπον γράμμα σήμερον το διεύθυνον προς το σεβαστόν εκτελεστικόν και εξ’ αυτού θέλει πληροφοριθή εντελώς το σεβαστόν βουλευτικόν.»
Εδώ ο Θανάσης ευελπιστεί σε τυχόν διαφωνίες και διαφορές πάνω στο ζήτημα του Ανδρούτσου μεταξύ βουλευτικού και εκτελεστικού. Πληροφορεί το πρώτο πως έχει και το δεύτερο γνώση ότι ο Ανδρούτσος ενώθηκε με την θέλησή του με τον Γκούρα και σκοπός του είναι να κτυπήσει τους Τούρκους. Ουσιαστικά λέει: Μην πειράξετε τον Ανδρούτσο γιατί γνωρίζει και το εκτελεστικό πως ενώθηκε και δεν παραδόθηκε. Μπαίνει ξανά στην υπηρεσία του αγώνα και αυτό πρέπει να το δείτε θετικά.
Γι’ αυτό είναι επικίνδυνο το γράμμα του Σκουρτανιώτη ακόμα και για τον ίδιο. Γιατί ουσιαστικά στρέφεται κατά των κρυφών προθέσεων του βουλευτικού να αφανίσουν τον Ανδρούτσο.
Γιατί πέρα από τα παραπάνω, στο τέλος της επιστολής, αυτός ο «αφελής, αγαθός και αδιάφορος» κατά Φανόπουλο στο συγκεκριμένο πάντα ζήτημα, κάνει ακόμη κάτι πιο επικίνδυνο.
Υποδεικνύει στο βουλευτικό τη δουλειά του.
«Το στρατόπεδο στενοχωράται τροφών και ανάγκη να προφθασθή διά να μην ακολουθήσουν καταχρήσεις και αρπαγάς, τα οποία είναι επακόλουθα της πείνας.»
Δουλειά σας, λέει στο Βουλευτικό, δεν είναι να βάζετε τους αρχηγούς να μαλώνουν μεταξύ τους, αλλά να μεριμνήσετε για τροφές. Αλλιώς θα είστε υπαίτιοι της αναρχίας, των καταχρήσεων και των αρπαγών. Επίσης κάτι πολύ σημαντικό. Με την "συνένωση" του Ανδρούτσου και τους άλλους 800 στρατιώτες υπό την οδηγία του, το ελληνικό στρατόπεδο αυξήθηκε ξαφνικά. Ο Σκουρτανιώτης επιμένει να τροφοδοτηθεί ο Ανδρούτσος και οι οχτακόσιοι. Όχι μόνο να μην κυνηγηθεί, αλλά να τροφοδοτηθεί! Κατά τα άλλα, σύμφωνα με το κ. Φανόπουλο, ο Θανάσης είναι αδιάφορος. Γι' αυτό πιστεύουμε πως η ανάλυσή του σε αυτό το ζήτημα και παρά το σεβασμό μας στη δουλειά του, είναι επιδερμική.
Και συνεχίζει:
"Εγώ ελπίζω εντός ολύγου να γιατρευθώ από την πληγήν την οποία από τας 4 του ιδίου έλαβον και να αναχωρισω εις στρατόπεδον.
Ταύτα επί του παρόντος αναφέρω και με σέβας όψομαι δι υμάς."

Εννοεί το στρατόπεδο των Λειβανατών. Από αυτή τη φράση διαφαίνεται ότι μάλλον έχει δώσει υπόσχεση στον Γκούρα -αφόρητα πιεσμένος όπως θα δούμε παρακάτω- πως σύντομα θα τον ακολουθήσει εναντίον του Ανδρούτσου. Ο ελαφρύς τραυματισμός του (υπάρχει περίπτωση να είναι και αυτοτραυματισμός για να αποφύγει να τηρήσει την υπόσχεσή του στον Γκούρα να τον ακολουθήσει) τον βγάζει προς στιγμήν από μια πολύ δύσκολη θέση. Όταν λαμβάνει όμως το γράμμα του Γιώργη περί συνένωσης και επιστροφής του Οδυσσέα στο ελληνικό στρατόπεδο, βιάζεται να δηλώσει, πως όταν γιατρευθεί (εντός ολύγου) θα μεταβεί στο στρατόπεδο (με αρχηγό τον Οδυσσέα για να κτυπήσουν όλοι μαζί τους Τούρκους)

Αφού γνωρίζουμε πια ολόκληρη την επιστολή, ας προσπαθήσουμε να φωτίσουμε περισσότερο αυτή τη καθοριστική για τις εξελίξεις που ακολούθησαν περίοδο, στο κεφάλαιο "παζλ" που ακολουθεί.






*Έχουμε διατηρήσει την ορθογραφία του Σκουρτανιώτη

**Πρόκειται για την εξής επιστολή δημοσιευμένη στο βιβλίο του Αντώνη Βασιλείου "ΔΕΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΔ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΠΑΓΩΝΑ" σελ. 51:

ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΑΡΧΟΥ ΔΗΜ. ΥΨΗΛΑΝΤΟΥ

Ο Ανδρίτζος ..... απέρχεται ενταύθα μεθ' άλλων ένδεκα εις Σαλαμίνα να λάβωσι τα όπλα και οίκοθεν να μεταβούν στη Σαλαμίνα.
Παρακαλούνται διά τούτο οι καθ' οδόν ν' αφήσουν αυτών ελευθέραν την δίοδον
Τη 1 Απριλίου 1825
Εκ Μεγάρων
ο κατά την Α. Ελλάδα
Στρατάρχης
Δ. Υψηλάντης


Αφού δημοσιεύει την επιστολή ο Βασιλείου, λέει στη σελ. 53 γι' αυτήν:

"...τούτη δεν είναι, παρά μια προσπάθεια του Υψηλάντη να σώση τον φίλο του στρατηγό, έστω και τη τελευταία στιγμή και μια δικαιολογία περί του πώς βρέθηκε στα χέρια του Γιωργάκη Παγώνα.
............
Φίλος αδελφοποιτός του Ανδρούτσου ο Παγώνας, ήταν αδύνατο να σταθή αδιάφορος στο μεγάλο κατατρεγμό.....Πλησιάζει ως φαίνεται τον Υψηλάντη.....του αποσπά την ελευθέραν δίοδον με ημερομηνία 1 Απριλίου 1825 και σπεύδει να τον συναντήση (τον Ανδρούτσο)
Αν υπολογίσουμε με ομαλές συνθήκες, μια πορεία από τα Μέγαρα στις Λιβανάτες, ήθελεν τουλάχιστον 4 ημέρες, αλλά με Τούρκους ενδιάμεσα...συνετέλεσαν ώστε ο Παγώνας να φθάση αργά. Ο Σταυραητός ήταν καλά κλεισμένος στα δίχτια πλέον των εχθρών του...."