Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (3)

Τον αγαπούσε κι ας συνέχισε να τον πικραίνει. Γιατί δεν ήταν μόνο τα παραπάνω. Τελευταία ο Γιώργης είχε κατηγορηθεί μαζί με έναν παπά για ύποπτες συναλλαγές με τους Τούρκους. Για νταραβέρια μαζί τους και ίσως καπάκια.* Έκανε καναδυό μήνες φυλακή. Το γεγονός είχε πειράξει πολύ τον Θανάση. Άντεξε το ότι τον παράτησε, μα δεν άντεχε να λέρωνε και το όνομά του. Ένα όνομα που είχε χτίσει τόσο δύσκολα. Δεν ήξερε καν αν ήταν αλήθεια όλα αυτά ή ο μικρός είχε πέσει θύμα των καιρών. Δεν είχε ιδέα. Πάντως όταν τον επισκέφθηκε στη φυλακή εκείνος έσκιζε τα ρούχα του, πώς όλα ήταν συκοφαντίες. Και ήταν, γιατί βγήκε γρήγορα έξω. Οι κατηγορίες δε στηρίζονταν. Περισσότερο όμως επηρέασε την απελευθέρωσή του ο Γκούρας, παρά ο ίδιος. Κι αυτό τον πείραξε. Ότι δεν εισακουόταν πια όπως παλιά. Και πως ο Γιώργης με την ορμή και την επιπολαιότητά του, σκίαζε το δικό του όνομα. Προσπαθούσε να υποσκελίσει με τα καμώματά του τον ίδιο και την ιστορία του.

Ναι, ούτε τον αδερφό του δεν είχε πια μαζί του, πώς να τα έβαζε με το ετοιμοπόλεμο και έμπειρο στράτευμα του Ομέρ;
Ένιωθε περισσότερο αδύναμος από ποτέ. Αν μετρούσε τους έμπιστούς του πια, δε θάβρισκε πάνω από δέκα. Ο εμφύλιος, οι διχόνοιες κι αυτή η δίψα που είχε απλωθεί σαν αρρώστια παντού να πιάσουν όλοι πόστα, είχε αποδυναμώσει τους οπλαρχηγούς. Η κυβέρνηση στους ημέτερους έδινε μιστούς και πολεμοφόδια με το τσουβάλι,για να
διατηρούν και να αυξάνουν το στράτευμά τους, σε άλλους τάδινε με το στανιό και με χίλια παρακάλια, για ν’ αποδυναμωθούν. Και τελευταία, μάλλον δεν ανήκε στους ημέτερους, αν έκρινε από τα ελάχιστα που τούστελναν.
Μα τότε γιατί αυτή η εξωφρενική διαταγή της αντιστρατηγίας; Μήπως ήταν όλα ένα
οργανωμένο σχέδιο να τον εξοντώσουν; Μήπως…μήπως αυτός ο αδίσταχτος ο Γκούρας, τον είχε διαβάλει πείθοντας τη κυβέρνηση να τον βγάλει από τη μέση, για να βάλει στη θέση του τον Γιώργη, που τον είχε του χεριού του; Μήπως ο Γκούρας θέλει μ' αυτό το τρόπο να πάρει τον έλεγχο, ακόμα και των Δερβενοχωρίων;
Ο Θανάσης κοίταξε τριγύρω μη τον δει κανένα μάτι. Είχε βουρκώσει.
Όχι…όχι… Κι αν ακόμη είναι έτσι, ο Γιώργης δε θα έχει ιδέα. Κι αν είναι έτσι, απλά δε μπορεί να δει τα σχέδια του Γκούρα. Μπορεί να είναι φιλόδοξος ο Γιώργης και ορμητικός, αλλά δε θα έφτανε σε τέτοιο σημείο ποτέ.
Από την άλλη μπορεί να μην είναι τίποτα όλα αυτά. Μπορεί ο ίδιος να είναι καχύποπτος μόνο. Μπορεί τα πράματα να είναι όπως τα λέει το γράμμα. Η κυβέρνηση βλέποντας τριγύρω τη κατάντια, να έβαλε στην άκρη ημέτερους και μη και να σκέφθηκε μόνο το καλό της πατρίδας. Στη Βοιωτία έκανε ό, τι ήθελε ο Ομέρ, έπρεπε κάποιος να τον σταματήσει. Για να κλείσουν πάλι οι πόρτες για τη Πελοπόννησο. Να ξανανθίσει η επανάσταση.
Έπειτα, δεν είχε έρθει ποτέ σε σύγκρουση με τους κυβερνώντες. Δε τους είχε φιλήσει βέβαια και το κώλο, αλλά δε τάβαλε ποτέ ανοιχτά μαζί τους. Όποιος ήταν στη κυβέρνηση τον είχε αποδεχτεί. Αυτός ήταν στρατιωτικός, δεν έμπαινε στα παιχνίδια τους. Αν είχαν κάποιο λόγο να τον εξοντώσουν, αυτός ήταν μια αχνή φιλία με τον Ανδρούτσο. Μα με τον Ανδρούτσο ήταν φίλοι ένα σωρό οπλαρχηγοί. Και ποιος δεν ήταν; Ναι είχε εξοργιστεί όταν τον σκότωσαν, πρώτα γιατί ήταν παλικάρι και τον έτρεμαν οι Τούρκοι, και δεύτερο γιατί μ’ αυτό που τούκαναν, περιφρονούσαν και έβαζαν στην άκρη όλο το στρατιωτικό συνάφι, που έπαιζε τη ζωή του κορώνα γράμματα, για να δίνουν αυτοί διαταγές και να παριστάνουν τους σπουδαίους. Κι ο ίδιος ήξερε καλά πως ο θάνατος του Ανδρούτσου, ήταν ένα σαφές μήνυμα προς όλους τους οπλαρχηγούς.
«Καθίστε καλά γιατί θα πάθετε τα ίδια. Κουμάντο τώρα κάνουν οι πολιτικοί!»
Όλες αυτές τις σκέψεις του όμως, δε τις είχε ομολογήσει, παρά στους έμπιστούς του. Δεν υπήρχε περίπτωση να έχει μιλήσει κάποιος απ’ αυτούς, οπότε τζάμπα φοβόταν.
Το γράμμα της κυβέρνησης τότε, δε μπορεί παρά να είναι ειλικρινές. Η κυβέρνηση δε ζητούσε τίποτε άλλο αυτές τις δύσκολες ώρες, παρά έναν ηγέτη στη Βοιωτία που θα αναδιοργάνωνε τον αγώνα, θα ένωνε όλους τους οπλαρχηγούς από κάτω του για να αντιμετωπίσουν τον Ομέρ και να κλείσουν τους δρόμους για τη Πελοπόννησο όπως παλιά. Ο Διάκος έλειπε πια, ο Ανδρούτσος έλειπε, ο Γκούρας ήταν μισητός. Έπρεπε να αδράξει την μεγάλη ευκαιρία και να συνδέσει το όνομά του με την αναγέννηση της επανάστασης και γιατί όχι, την απελευθέρωση της πατρίδας. Μα για να γίνει αυτό, έπρεπε να πείσει πρώτα τους ίδιους τους Δερβενοχωρίτες που τους προστάτευε χρόνια, πως δεν ήταν προστάτης πια μόνο των Δερβενοχωρίων, αλλά όλης της Βοιωτίας. Και για το λόγο αυτό, έπρεπε να φύγει και να οργανώσει τον αγώνα δυτικά. Γιατί δεν ήταν μόνο το γράμμα. Τελευταία, όλο και πλήθαιναν οι παραινέσεις των κατοίκων των δυτικών χωριών, να πάει να τους βοηθήσει και να κάνει αισθητή τη παρουσία του εκεί που οι Τούρκοι είχαν ξεσαλώσει. Κι αν δε τόχε τολμήσει μέχρι σήμερα, ήταν γιατί δεν ήθελε να μπει χωρίς άνωθεν διαταγή στα χωράφια μικροοπλαρχηγών που δυστυχώς πολλοί απ’ αυτούς ήταν κοινοί κατσικοκλέφτες. Μα τώρα τα πράματα ήταν αλλιώς. Ακόμα και σ’ αυτούς έπρεπε να βάλει σειρά. Είχε διαταγή.
Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης σηκώθηκε απ’ το βράχο. Τα καστανά του μαλλιά που έπεφταν ίσια στους ώμους ανέμισαν στο ψυχρό αεράκι. Ήταν κι αυτός ωραίος άντρας. Φιλική φυσιογνωμία. Άνθρωπος, που από τη πρώτη στιγμή που τον αντίκριζες, δεν είχες τίποτα να φοβηθείς και τον εμπιστευόσουν με τη πρώτη. Δεν ήταν τυχαία η αγάπη που τούχε ο απλός κόσμος. Δεν έκρυβε μέσα του άλλα. Αστραφτερό γυαλί πέρα ως πέρα. Λίγο κάτω από ένα ογδόντα. Μελαψός και αδύνατος, χωρίς τίποτα περιττό πάνω του, μα συνάμα δυνατός και σβέλτος. Ένα ελάφι του βουνού. Ένα γνήσιο λουλούδι του τόπου.
Άκουσε ένα σφύριγμα και είδε από μακριά τον δεκαοχτάχρονο Νίκο Γκέλη που ερχόταν να συνεχίσει αυτός τη προφυλακή. Άρχισε να κατεβαίνει απ' τη φυλάχτρα. Σε λίγο θα νύχτωνε. Μόλις αντάμωσαν, ο καπετάνιος χάιδεψε πατρικά τα μαλλιά του μικρού Γκέλη και τον προέτρεψε να έχει τα μάτια του ανοιχτά και να προσέχει.
Μετά, πήρε ήρεμος κι αποφασισμένος το δρόμο για τα Σκούρτα που βυθίζονταν αργά αργά στο σκοτάδι.



(συνεχίζεται)

*Καπάκια: Προέρχεται από τη τούρκικη λέξη Kapak που σημαίνει συμφιλίωση. Θεωρούνταν οι μυστικές συμφωνίες –συνήθως των οπλαρχηγών της Στερεάς- με τους Οθωμανούς, που γίνονταν για διάφορους λόγους. Ήταν ουσιαστικά μια τακτική πρόσκαιρου προσκυνήματος και ανακωχής με τον εχθρό, για να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος , να σωθούν άμαχοι από σφαγές ή για να ανανεωθεί η άμυνα. Τα καπάκια είχαν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές προς όφελος της επανάστασης. Στα χέρια των πολιτικών όμως, έγιναν πολιτικό όπλο, γιατί μπορούσαν κατά το δοκούν, να κατηγορούν οπλαρχηγούς για προδοσία κτλ. Τα καπάκια ήταν προσφιλής και αποδεκτή τακτική πολλών οπλαρχηγών της Στερεάς, όπως του Ανδρούτσου, του Καραϊσκάκη και πολλών άλλων.