Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΣΚΟΥΡΤΩΝ


-α μέρος-

Η ιστορία είναι ένα σκοτεινό πέλαγος και ο ιστορικός ερευνητής ένας βουτηχτής, που βουτά στα θολά νερά, χωρίς να ξέρει αν θα ανακαλύψει ποτέ τους πολυπόθητους θησαυρούς. Η δουλειά του ιστορικού ερευνητή, μοιάζει πολύ με κείνη του αρχαιολόγου. Γιατί οι επιστολές είναι κι αυτές σαν τα αγάλματα και τα πολύτιμα αγγεία. Όσο πιο παλιές, τόσο μεγαλύτερη η αξία τους. Οι παλιές επιστολές ζωντανεύουν κόσμους, αντιπαλεύουν τη λήθη και ενισχύουν την ιστορική μνήμη. Ο ιστορικός ερευνητής, δε βρίσκει πάντα θησαυρούς όμως. Τις περισσότερες φορές επιστρέφει με άδεια χέρια, κουρασμένος από το δύσκολο ταξίδι. Άλλες φορές φέρνει ψήγματα, υποψίες μονάχα θησαυρών, που δεν προσφέρουν πολλά, απλά τονώνουν το ηθικό του να συνεχίσει.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν σήμερα, να αισθάνομαι λίγο περήφανος, γιατί μετά από πολλούς κόπους, κατάφερα να ανασύρω από τη λήθη ένα γεγονός που δε γνωρίζει κανείς. Εντελώς άγνωστο μα πέρα για πέρα αληθινό. Πρόκειται για τη μάχη των Σκούρτων που έγινε στα Σκούρτα φυσικά (το χωριό περικυκλώθηκε) στις 22 Απριλίου 1825 μεταξύ 400 Τούρκων ιππέων του Ομέρ πασά του Ευρίπου και 50 περίπου ντόπιων μη αμιγώς πολεμιστών Σκουρταναίων, από το πρωί της ημέρας εκείνης που ήταν Τετάρτη, μέχρι το μεσημέρι. Το γεγονός αυτό είναι πια αδιαμφισβήτητο και μας το πιστοποιούν δύο επιστολές από διαφορετικές πηγές, που βρήκα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Η πρώτη, σταλμένη από την Γενική Αστυνομία Μεγάρων προς τη Γενική Αστυνομία Ναυπλίου στις 23 Απριλίου 1825 και η δεύτερη από τη Σαλαμίνα –από δημογέροντες των Σαλώνων – προς την κυβέρνηση στις 26 Απριλίου 1825.
Οι δύο επιστολές μεταξύ τους συμφωνούν στα βασικά, στη διάρκεια της μάχης, στον τόπο, στην ημερομηνία 22 Απριλίου διαφωνούν όμως κάπως στους αριθμούς των νεκρών, των πληγωμένων και των αιχμαλώτων. Ο Αστυνόμος Μεγάρων Επισκόπου στην αναφορά του, κάνει λόγο για 10 νεκρούς Σκουρταναίους, 2 Δερβενοσαλεσιώτες και έναν Σαλαμίνιο, χωρίς να αναφέρει τις απώλειες των Τούρκων, ενώ η αναφορά των δημογερόντων Σαλωνιτών, κάνει λόγο για δύο Σκουρταναίους, δύο λαβωμένους και τρεις αιχμαλώτους, ενώ αναφέρει και τις απώλειες των Τούρκων οι οποίες ήταν 5 νεκροί αλλά και κάποιοι πληγωμένοι. Συμφωνούν σχεδόν και στον αριθμό των προβάτων που έκλεψαν οι Τούρκοι φεύγοντας. Ο Αστυνόμος μιλά για 3000 ''πράματα'' ενώ οι δημογέροντες για 4000. Ο Επισκόπου επίσης μιλά και για ένα μιντάτι (βοήθεια) που πήγε στους Σκουρταναίους προς το τέλος της μάχης, χωρίς να ξεκαθαρίζει όμως από πού ήρθε και πόση ήταν αυτή η βοήθεια που όμως δεν πρόλαβε να πολεμήσει. Απλά βλέποντάς τους οι Τούρκοι να έρχονται από μακριά, μάζεψαν στα γρήγορα όσα πρόβατα μπόρεσαν και απομακρύνθηκαν πάλι από το Δερβενοσάλεσι (Πύλη) και την μονή οσίου Μελετίου, απ' όπου ήρθαν.

Πριν φτάσουμε όμως στη μάχη των Σκούρτων, ας προσπαθήσουμε να την εντάξουμε στο ιστορικό της πλαίσιο, παρακολουθώντας συνάμα και την πορεία του καπετάν Θανάση Σκουρτανιώτη λίγους μήνες πριν απ΄αυτό το γεγονός. Γιατί η μάχη των Σκούρτων έχει σχέση με το πρόσωπό του. Δυστυχώς όμως δεν βρισκόταν την ημέρα εκείνη στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για να την υπερασπίσει. Τα Σκούρτα στις 22 Απριλίου 1825, τα υπεράσπισαν επί τρεις περίπου ώρες, μονάχα 50 απλοί κάτοικοι Σκουρταναίοι -ανάμεσά τους ίσως και κάποιοι εν ενεργεία πολεμιστές, που εκείνη την ημέρα βρίσκονταν τυχαία στα Σκούρτα- αγωνιζόμενοι κυριολεκτικά όλοι, υπέρ βωμών και εστιών... 

Ιστορικό πλαίσιο της μάχης των Σκούρτων-Η στρατιωτική πορεία του καπετάν Θανάση Σκουρτανιώτη τους μήνες που προηγήθηκαν αυτής της μάχης και επιστολογραφία 

Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης με τους Δερβενοχωρίτες πολεμιστές του, ήταν τα καταλυτικά πρόσωπα και το ουσιαστικό αίτιο της μάχης των Σκούρτων. Η επίθεση έγινε για λόγους εκδίκησης του Ομέρ του Ευρίπου απέναντι στον καπετάνιο και στους Δερβενοχωρίτες συμπολεμιστές του, επειδή εκείνες τις ημέρες οι Τούρκοι τον νόμιζαν νεκρό ή τουλάχιστον θανάσιμα πληγωμένο ''... κι ο πόλεμος έγινε εις τα σκούρτα και το αίτιον είναι ότι ήκουσαν ότι ο καπετάν θανάσης ελαβόθη και τρόπον τινά ότι απόθανε...'' τη στιγμή βέβαια που ο καπετάνιος είχε απλά τραυματιστεί στο δεξί χέρι σε μια μάχη στις Λιβανάτες και βρισκόταν τραυματίας σε νοσοκομείο της Σαλαμίνας. 
Θα προσπαθήσουμε όμως, πριν ασχοληθούμε με αυτή καθ' αυτήν τη μάχη, να την εντάξουμε στο ιστορικό της πλαίσιο και να παρακολουθήσουμε την στρατιωτική πορεία του Αθανασίου Σκουρτανιώτη λίγο καιρό πριν από αυτήν τη μάχη, μέσω της επιστολογραφίας του που βγαίνει σήμερα πρώτη φορά στο φως, για να κατανοήσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε αυτή η μάχη.

Ποια είναι λοιπόν τα μεγάλα γεγονότα στην επαναστατημένη ελληνική επικράτεια, που πλαισιώνουν τη μάχη των Σκούρτων;
Στη Δυτική Ελλάδα ο Κιουταχής φτάνει στο Μεσολόγγι  στις 15 Απριλίου 1825 και αρχίζει τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, που θα λήξει ένα περίπου χρόνο αργότερα με τη μεγάλη έξοδο. Στην Πελοπόννησο έχει ήδη εισβάλλει ο Ιμπραήμ. Από τα τέλη Ιανουαρίου 1825, έχει τελειώσει ο δεύτερος εμφύλιος στην Πελοπόννησο με νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων. Σε αυτόν τον πόλεμο, η κυβέρνηση με πρωτομάστορα τον Κωλέττη, είχε καλέσει τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, Γκούρα, Στάθη Κατζικογιάννη, Καραϊσκάκη, Μακρυγιάννη, Νάκο Πανουριά, Δυοβουνιώτη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να χτυπήσουν τους αντικυβερνητικούς οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη, Σισίνη, Ζαϊμη, Νικηταρά, Νοταραίους και άλλους. Σε αντίθεση με ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα, σε αυτόν τον εμφύλιο έχει λάβει μέρος και ο οπλαρχηγός των Δερβενοχωρίων καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης με εκατόν πενήντα άντρες του, μετά από διαταγές που έλαβε από την κυβέρνηση και τον Κωλέττη.
Εδώ η διαταγή της κυβέρνησης...

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Το Εκτελεστικόν Σώμα
Προς το υπουργείον πολέμου
Θέλει διατάξει τον αντιστράτηγον Σκουρτανιώτη με τους υπό την οδηγίαν του στρατιώτας να εκστρατεύσει αμέσως και να μεταβή εις Κόρινθον όπου διετάχθησαν να μεταβώσι και τα λοιπά στρατεύματα υπό την οδηγίαν του στρατηγού Ιωάννη Γκούρα. 
τη 20 Νοεμβρίου 1824 Ναύπλιον
ο επιτροπικώς / αναγνώστης σπηλιωτάκης / Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης / Ιωάννης Κωλέττης

αλλά και μετά από πρόσκληση του αρχιστράτηγου ανατολικής Στερεάς Γιάννη Γκούρα όπως βλέπουμε σε επιστολή του ίδιου του Σκουρτανιώτη, που τη στέλνει όμως πριν ακόμη φτάσει στα χέρια του η διαταγή της κυβέρνησης...


Σεβαστή Διοίκησις!
Ο στρατηγός Ι. Γκούρας με είχε γράψει από τας Αθήνας διά να έλθω εις Κόρινθον υπό την οδηγίαν του. εγώ του απεκρίθην ότι δεν ημπορώ να ακολουθήσω χωρίς διαταγήν της Σεβαστής Διοικήσεως [διαταγή υπάρχει όπως είδαμε πιο πάνω, απλά δεν την έχει λάβει ακόμα) η γενναιότης του μου είπε ότι εγώ αποκρίνομαι. Εκστράτευσα λοιπόν χωρίς διαταγή, διά το οποίον ζητώ συγχώρεσιν. Άφηκα διά καραούλι μόνον πενήντα στρατιώτας και επήρα εδώ εκατόν πενήντα.
Παρακαλώ Σεβαστή Διοίκησις, οποία οικονόμηση θα γένει διά τα άλλα στρατεύματα, να γένει και διά τους δικούς μου οι οποίοι είναι νηστικοί. Μένω με το ανήκον σέβας. 
1824 Νοεμβρίου 29 εκ Κορίνθου
ο ταπεινός πατριώτης
θανάσης σκουρτανιώτης

Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης μπαίνει στην Πελοπόννησο στις 29 Νοεμβρίου του 1824, ενώ ίχνη της πορείας του στον Μοριά υπάρχουν σε διάφορες επιστολές της εποχής από τον Αη Γιώργη Κορίνθου, το Μπογιάτι Πελοποννήσου, την Τριπολιτσά, ίσως και το Άργος. Βλέπουμε δηλαδή, πως από το 1824, ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης, παύει να είναι ένας τοπικός καπετάνιος περιορισμένης ευθύνης που προστατεύει μόνο τον τόπο του τα Δερβενοχώρια δρώντας μόνο στην Βοιωτική και Αττική γη και μετατρέπεται σε έναν καπετάνιο με ευρύτερες ευθύνες και προοπτική. Ακολουθεί τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής μακριά από τον τόπο του. Η συμμετοχή του στον Β εμφύλιο είναι πια αδιαμφισβήτητο γεγονός, αλλά η πορεία του στην Πελοπόννησο ένα ξεχωριστό κεφάλαιο που θα μας απασχολήσει κάποια άλλη φορά. Αποχωρεί από την Πελοπόννησο στις 20 Ιανουαρίου 1825 με τη λήξη του εμφυλίου. Εδώ η επιστολή του ίδιου του Κωλέττη, που τον διατάζει να φύγει πια από την Πελοπόννησο, αφού έχει τελειώσει ο εμφύλιος και να επιστρέψει στην πατρίδα του...


Προς τον γενναιότατον χιλιάρχον αθανάσιο σκουρτανιώτη
Επειδή και τα στρατεύματα της σεβαστής διοικήσεως εσυνάχθησαν πολλά, και πλέον καμμία ανάγκη δεν είναι, διά τούτο διατάττεσαι να περιλάβεις τους υπό την οδηγίαν σου στρατιώτας και να απεράσης εις την πατρίδα σου, και φθάνοντας εκεί να διαλύσεις τους στρατιώτας αυτούς και να σταθής μόνον με πενήντα, με τους οποίους να προσέχεις τα εκεί περίχωρα από τους εχθρούς και υγίαινε. 
τη 19η Ιανουαρίου 1825 
Τριπολιτζά
ο πατριώτης/ Ιωάννης Κωλέττης

Όπως βλέπουμε, ο Κωλέττης δεν του μειώνει μονάχα το βαθμό κατά λάθος ή εσκεμμένα (είναι αντιστράτηγος από τον Οκτώβριο του 1824 με την βούλα του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού και όχι χιλίαρχος όπως τον προσφωνεί στην επιστολή) αλλά του μειώνει και το στράτευμα. Να πω επίσης, πως έχει προηγηθεί ήδη μία μείωση του Σώματος του Σκουρτανιώτη το Φθινόπωρο του 1824, από 300-400 πολεμιστές που παρουσιάζει στις καταστάσεις του το καλοκαίρι του 1824, η κυβέρνηση επικαλούμενη τα πολλά έξοδα, του μειώνει τον αριθμό σε 200. Δεν ξέρω αν αυτό έχει σχέση με τον μεγάλο καυγά που έγινε εκείνη την εποχή μεταξύ ενός στρατιώτη του Σκουρτανιώτη και ενός του Ευμορφόπουλου στα Μέγαρα που κατέληξε σε φόνο (ο στρατιώτης του Σκουρτανιώτη σκότωσε τον στρατιώτη του Ευμορφόπουλου) και οι διαξιφισμοί που ακολούθησαν μεταξύ των δύο αρχηγών. Γιατί ο μεγάλος αγαπημένος του Κωλέττη στην περιοχή, δεν είναι ο Σκουρτανιώτης αλλά ο Ευμορφόπουλος. Από την αρχή της επανάστασης μέχρι το τέλος αυτής, ο στρατηγός Ευμορφόπουλος είχε πάντα μια προστατευτική ομπρέλα στην κυβέρνηση, ακόμη κι όταν η συντριπτική πλειοψηφία των Μεγαρέων και των Κουντούρων ήταν ενάντιά του, ακόμη κι όταν ο ίδιος ο έπαρχος Δερβενοχωρίων Νάκης τάσσεται απέναντί του, ακόμη κι όταν οι κάτοικοι της Μεγαρίδας και των Δερβενοχωρίων αιτούνται με υπογραφές την απομάκρυνσή του από τον τόπο τους. Και αυτή η προστατευτική ομπρέλα ήταν πάντα ο Κωλέττης.
Όμως αυτά δεν είναι της ώρας, οπότε ας επανέλθουμε...
Θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε τον Κωλέττη. Γιατί ενδέχεται να μειώνει το στράτευμα του Σκουρτανιώτη χωρίς να έχει τίποτα κακό στο πίσω μέρος του μυαλού του. Να το έκανε μόνο και μόνο για λόγους μείωσης των εξόδων της κυβέρνησης. Γιατί είναι αλήθεια πως βρισκόμαστε ακόμη στον χειμώνα. Και όλοι ξέρουν ότι τον χειμώνα οι Τούρκοι δεν κάνουν πολεμικές επιχειρήσεις και άρα οι πολλοί στρατιώτες όντως δε χρειάζονται. Γιατί όμως δε μειώνει και το στράτευμα του Ευμορφόπουλου την ίδια εποχή; Αφήνει τον Σκουρτανιώτη μονάχα με πενήντα άντρες να ελέγχει και να εποπτεύει μια τεράστια περιοχή και μάλιστα σχετικά πεδινή, από τον ευφυέστατο, απρόβλεπτο και σκληρό Ομέρ του Ευρίπου, την ώρα που ο Ευμορφόπουλος με 300 και 400 άνδρες στέκονταν στα Μέγαρα χωρίς να κάνουν τίποτα ουσιαστικό εκείνη την εποχή και χωρίς να αντιμάχονται κανέναν! Αν φτάσαμε στον θάνατο του Σκουρτανιώτη λίγους μήνες αργότερα, τούτο έχει σχέση φυσικά με την εμμονή του Κωλέττη να κρατά σε χαμηλό αριθμό το στράτευμα του Θανάση Σκουρτανιώτη κατά την διάρκεια του 1825. Και δεν ξέρουμε ακόμη τον πραγματικό λόγο αυτής της στάσης του Κωλέττη. Φοβόταν κάτι από τον Σκουρτανιώτη; Τον αντιπαθούσε; Εποφθαλμιούσε την θέση του για να την δώσει στον γαμπρό του Μασκλαβάνη, όπως προσπάθησε να κάνει όταν πραγματικά σκοτώθηκε ο Σκουρτανιώτης, δίνοντας μάλιστα στον Μασκλαβάνη για την ίδια περιοχή 250 άνδρες; Όπως και νάχει, δεν υπάρχει χειρότερο για έναν καπετάνιο της εποχής από το να λάβει διαταγή μείωσης του στρατεύματός του. Μείωση του στρατεύματος σήμαινε πολλά. Πρώτα πρώτα προσβολή προς τον καπετάνιο γιατί μια τέτοια διαταγή, πλήττει τη στρατιωτική του υπόσταση. Μετά τον βάζει στην δύσκολη θέση να διαλέξει ποιους θα κρατήσει από τους στρατιώτες του και ποιους θα διώξει. Έχουμε δηλαδή δυσαρεστημένους συμπολεμιστές και αρχίζουν οι έριδες μεταξύ τους και με τον αρχηγό. Οι διωγμένοι είναι πια ''άνεργοι'' και χωρίς μισθό. Ξανοίγονται και πλιατσικολογούν ίσως για να επιβιώσουν και όλα χρεώνονται στον αρχηγό γιατί πρόκειται για πρώην στρατιώτες του. Έχουμε δηλαδή και έριδες του αρχηγού με τους απλούς χωρικούς. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να είναι κανείς καπετάνιος εκείνη την εποχή. Είναι υπεύθυνος για τους μισθούς, την τροφή, τον ύπνο τις πολεμικές επιχειρήσεις, ακόμη και για τις αυθαίρετες πράξεις τους. Ο καπετάνιος δίνει λόγο για όλους και για όλα. Αυτός είναι ο αποδέκτης των παραπόνων. Και των παραπόνων των αντρών του φυσικά. Είχε πολύ δίκιο ο Κολοκοτρώνης όταν έβλεπε τους πειθαρχημένους Γάλλους στρατιώτες του τακτικού και έλεγε πως από κείνους μπορώ να διοικήσω εκατό χιλιάδες. Αν οι Γάλλοι αξιωματικοί είχαν 20 δικούς μου έλεγε, θα τα παρατούσαν την άλλη μέρα. Μεγάλη πράγματι αλήθεια. Ο καπετάνιος της εποχής έπρεπε να είχε ατέλειωτη υπομονή για να αντέχει τα καπρίτσια των στρατιωτών του. Που μπορεί να ήταν σκληροτράχηλοι και άριστοι πολεμιστές, αλλά είχαν και τις απαιτήσεις τους. Κι αν δεν ικανοποιούνταν έφευγαν και έψαχναν για άλλο καπετάνιο. Αν λοιπόν παρακολουθήσουμε το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του καπετάν Θανάση Σκουρτανιώτη, θα δούμε πως δεν ήταν παρά ένας Γολγοθάς, ένα μαρτύριο από μικρά δράματα, που κορυφώθηκε με το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου.
Ας επιστρέψουμε όμως στην ιστορία...

Μετά τη νίκη τους οι κυβερνητικοί στον Β εμφύλιο και αφού φυλακίζουν στη Ύδρα όλους τους κορυφαίους αντιπάλους όπως τον Κολοκοτρώνη, αγνοώντας την είσοδο στην Πελοπόννησο του Ιμπραήμ, στρέφουν την προσοχή τους στην Ρούμελη πια και στον μεγάλο κίνδυνο γι’ αυτούς, που άκουγε στο όνομα Οδυσσέας Ανδρούτσος. Ο οποίος βέβαια μετά από το ανήλεο κυνήγι που έχει δεχθεί από την κυβέρνηση,  έχει αναγκαστεί να συμπράξει με τους Τούρκους του Ομέρ του Ευρίπου μαζί με το Σώμα του και τον Μάρτιο του 1825, βρίσκεται μαζί τους στις Λιβανάτες. Ο Ανδρούτσος, δυστυχώς εκείνη την εποχή είναι για την πλειοψηφία των Ελλήνων, εξ' αιτίας και δικών του λαθών αλλά και μετά από την προπαγάνδα της κυβέρνησης (που διασπείρει παντού ότι θα εισβάλλει μαζί με τους Τούρκους στην Αθήνα, σπέρνοντας παντού την καταστροφή) είναι λοιπόν για την πλειοψηφία των Ελλήνων ένας προδότης και η κυβέρνηση στέλνει εναντίον του και με τις ευλογίες της κοινής γνώμης, τον Γκούρα, τον Στάθη Κατζικογιάννη, τον Ρούκη, αλλά και τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, ο οποίος αρπάζει την ευκαιρία να ζητήσει διαταγή αύξησης του στρατεύματός του...


Προς το Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα
Επειδή και κατά την διαταγήν της Σ. Διοικήσεως, η οποία και με διαττάτει ότι με πεντήκοντα στρατιώτας να εκστρατεύσω, είναι ένα από τη μη δυνατά, καθ' ότι ο πόλεμος δεν είναι μόνον διά Τούρκους αλλά είναι και διά τον φθορέα Οδυσσέα, διά τούτο ειδοποιώ την Σ. Διοίκησιν, αν το κρίνει εύλογον, να λάβω δευτέραν διαταγήν, διατάττοντας με τους διακόσιους στρατιώτας όπου είχον και πρότερον, διά να ημπορέσω με αυτούς να καταβάλλω τας ενάντιας δυνάμεις των εχθρών, αγκαλά και οι ίδιοι καπετανέοι με επαρακίνησαν εις το να ειδοποιήσω αυτά την Σ. Διοίκησιν. Τώρα δε έρχεται εις τα αυτόθι ο αδελφός μου γεώργιος μετά του εξαδέλφου μου παπά αθανάσιου, οι οποίοι έχουν εν εαυτώ και τον κατάλογον των στρατιωτών, όστις διαλαμβάνει τα όσους μισθούς έχουν να λάβουν οπού είναι πέντε μήνες απλήρωτοι. και παρακαλώ την Σ. Διοίκησιν, εις ούσα φιλοδίκαιος να δοθώσιν οι μισθοί οι δεδουλευμένοι. εύελπις ων ότι δεν θέλω αποτύχη της αιτήσεως, και μένω με βαθύτατο σέβας.
τη 28 Φεβρουαρίου 1825 εν Μεγάροις 
ο ευπειθείς πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης

Τώρα βέβαια ανοίγει μια άλλη ιστορία, που δεν θα την αναλύσουμε σε αυτό το κεφάλαιο, γιατί θα ξεφύγουμε εντελώς από το θέμα. Ο αδελφός του Γιώργος με τον παπαθανάση πηγαίνουν όντως στο Ναύπλιο όπως λέει πιο πάνω ο καπετάνιος, αλλά αντί να λάβουν μισθούς και διαταγή αύξησης του στρατεύματος, φυλακίζονται πάραυτα ως προδότες γιατί τάχα είχαν μυστικές συμφωνίες, συναντήσεις και συναναστροφές με τον Ανδρούτσο! Μένουν 20 μέρες στην φυλακή -έχω στα χέρια μου και την σχετική αλληλογραφία από αυτό το θέμα, καθώς και την ανάκριση από την αστυνομία του παπαθανάση- όμως γύρω στις 20 Μαρτίου αφήνονται ελεύθεροι. Στο θέμα αυτό όμως, θα αναφερθώ όπως είπα σε άλλο κεφάλαιο εξ' αιτίας του ειδικού του βάρους, αφού αφορά και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και την όποια σχέση του με τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη.
Ωστόσο ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, εκστρατεύει στις Λιβανάτες εναντίον των Τούρκων και του Ανδρούτσου μαζί με τον αδελφό του Λουκά, αφού είχε διαταγή από την κυβέρνηση. Επειδή όμως δεν πήρε ποτέ απάντηση στην επιστολή-αίτηση για αύξηση του στρατεύματός του, παίρνει κι άλλους εβδομήντα μαζί του, μετά από παρότρυνση και ευθύνη του ίδιου του Γκούρα. Δηλαδή εκστρατεύει προς τις Λιβανάτες με 130 άντρες συνολικά. Η συγκεκριμένη εκστρατεία όμως -η δεύτερη μέσα σε τρεις μήνες μακριά από την πατρίδα του- διαφέρει από την προηγούμενη. Στην πρώτη που πήγε στην Πελοπόννησο, ήταν ακόμη χειμώνας. Τέλη Νοεμβρίου. Ο Ομέρ σπάνια έκανε εξόδους από τα φρούρια της Χαλκίδας τον χειμώνα. Τώρα όμως έμπαινε Άνοιξη. Ο Ομέρ αργά ή γρήγορα, θα άρχιζε τις εξόδους στην ευρύτερη Βοιωτική και Αττική γη για λεηλασίες. Ο Γκούρας, ο Κατζικογιάννης που υποτίθεται πως προστάτευαν την Αθήνα θα έλειπαν. Ο Σκουρτανιώτης που προστάτευε το Μαρκόπουλο, τον Ωρωπό, την Θήβα και τα Δερβενοχώρια θα έλειπε. Το πεδίο θα έμενε ορφανό και απροστάτευτο στις ορέξεις του Ομέρ. Όπως και έγινε. Αλλά αδυνατούμε να κατανοήσουμε αυτά τα καταστροφικά λάθη της ελληνικής κυβέρνησης. Έχει τουλάχιστον τρία μέτωπα ανοιχτά με τον εχθρό (Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, Κιουταχή στο Μεσολόγγι και Ομέρ στον Εύριπο) και εκείνη ακριβώς την εποχή, έχει κλείσει τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά και άλλους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς σε φυλακή στην Ύδρα και συγκεντρώνει όλα τα ελληνικά στρατεύματα της Ανατολικής Στερεάς για να κυνηγήσουν τον Ανδρούτσο στις Λιβανάτες! Όσο για το Μεσολόγγι, σχεδόν αδιαφορεί...

Σε μια σκληρή μάχη στις 4 Απριλίου 1825 στις Λιβανάτες με τους Τούρκους -πριν ακόμη παραδοθεί ή συμφωνήσει ο Ανδρούτσος με τον Γκούρα να παρατήσει τους Οθωμανούς και να ενωθεί με τα κυβερνητικά στρατεύματα- ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης τραυματίζεται άσχημα στο δεξί του χέρι και μεταφέρεται στην Σαλαμίνα για να γιατρευτεί, αφήνοντας πίσω τον αδελφό του Λουκά με όλους τους υπόλοιπους Δερβενοχωρίτες πολεμιστές. Ανάμεσά τους είναι σίγουρα οι πιο δικοί του, ο αδερφός του ο Κώτσιος, ο ξάδελφός του και πολέμαρχος Κώτζο Βόγκλης, ο Γιάννης Βιέννας, οι αδερφοί Κουκούλεζα, ο Σταμάτης Μπουγέσης κ.α. Όλος ο ανθός των Δερβενοχωριτών πολεμιστών. Από το νοσοκομείο της Σαλαμίνας (που μπορεί να είναι και η μονή της Φανερωμένης) τραυματισμένος πια ο Δερβενοχωρίτης οπλαρχηγός, στέλνει την παρακάτω επιστολή στον Κωλέττη...


Εκλαμπρότατε

από το προς το σεβαστόν Εκτελεστικόν γράμμα θέλει ιδεασθεί και η εκλαμπρότης σας διά τα συμβάντα της μάχης όπου κατά τας 4 του παρόντος κατά του εχθρού εκάμαμε, ομοίως και την κατά του δεξιού μου χεριού πληγήν. Την υπεράσπισιν και ευσπλαχνία όπου εις τον αδελφό μου εδείξατε όντας εις φυλακήν, με κανέν τρόπον δεν δύναμαι να την ανταμείψω, δεν αμφιβάλλω όμως ότι εκ τούτου τόσον η σεβαστή διοίκησις, καθώς και η εκλαμπρότης σας να εβεβαιώθειτε την αθωότητά μου, και τον πατριωτισμό μου. [εννοεί φυσικά την υπόθεση για την ανάμιξη του ονόματός τους ως κρυφών φίλων του Οδυσσέα Ανδρούτσου και αφήνει υπόνοιες πως έχει μεσολαβήσει ο Κωλέττης για να απελευθερωθούν και να κηρυχθούν αθώοι]. 
Εκλαμπρότατε εγώ απ' αρχής την εκλαμπρότητά σας εγνώρισα πατέραν και υπερασπιστήν των δικαιωμάτων μου. και πάλιν εις τούτο επιμένω και δεν αμφιβάλλω ότι θα με αφήσει ποτέ η έκλαμπρος αγάπη σας. σας παρακαλώ όμως να μην καταδεχθείτε να είμαι μεταξύ των άλλων παραπονεμένος, διότι εν ω όλοι επληρώθησαν τους μισθούς, μόνος εγώ κατατίνομαι στενοχωρούμενος καθημερινώς από τους συντρόφους. πλην αφ ου εις όλα ως γνήσιος πατήρ με υπερασπίστης, παρακαλώ και εις τούτο να μη υστερήσης της  καλοσύνης σας. και επειδή βιάζωμαι από τους συντρόφους θέλει στείλω άνθρωπόν μου διά να ζητήση παρά της σεβαστής διοικήσεως τους μισθούς. λάβετε την συνήθη γενναίαν φροντίδα διά να δοθή ένα τέλος των αυτών μισθών. να ελευθερωθώ και εγώ από τα καθημερινάς κραυγάς των συντρόφων. είμαι εύελπις εις την ταπεινή μου πρόσκληση και περιμένω έκλαμπρον γράμμα σας με σέβας υποσημειούμαι.
τη 7 Απριλίου 1825
σαλαμίνα
ο πατριώτης / αθανάσιος σκουρτανιώτης

Μία αναφορά μόνο στους πόνους της πληγής, καμία διαμαρτυρία για τις μάχες, κανένα παράπονο που παρολίγο θα έχανε τη ζωή του. Δεν φοβάται τους Τούρκους, ούτε τα βόλια των εχθρών, ούτε τις μάχες. Εκείνο που τον πτοεί, είναι μονάχα ο καθημερινός βραχνάς των συντρόφων για τους μισθούς. ''Να ελευθερωθώ από τας καθημερινάς κραυγάς''!!. Ας φανταστούμε την πίεση λοιπόν του άνδρα. Να βρίσκεται στον πόλεμο με χίλιες σκοτούρες, μακριά από την οικογένειά του έτσι κι αλλιώς, η οποία με την ευκαιρία να πούμε πως βρισκόταν στην Σαλαμίνα ίσως από φόβο αντιποίνων, όπως μας φανερώνει ο Γιώργης μέσα από την φυλακή του Ναυπλίου σε επιστολή του προς την κυβέρνηση τον Μάρτιο του 1825...


''...παραστάται οι οποίοι γνωρίζουν καλώς τόσον τας πιστάς προς την πατρίδα εκδουλεύσεις του αυταδέλφου μου, καθώς τον χαρακτήρα του υποκειμένου του, και τέλος πώς ημπορούσαμεν να κάμωμεν εν τοιούτον άνομον κίνημα, εν ω όλας τα φαμελίας μας τας εχωμεν εις κούλουρι... ''

Και για να επιστρέψουμε στον Θανάση και στα βάσανά του, που έχει φύγει τους τελευταίους 4 μήνες δύο φορές σε μακρινές εκστρατείες, όπου δεν υπάρχει πάντα μέριμνα από τη κυβέρνηση. Να είναι υπεύθυνος για το τι θα φάνε και πώς θα συντηρηθούν καθημερινά 150 άντρες σε έναν ξένο τόπο, ή αν και πότε θα πληρωθούν. Καθημερινά να είναι αποδέκτης παραπόνων, διαμαρτυριών, κραυγών όπως λέει ο ίδιος. Δεν μπορεί να ησυχάσει ούτε όταν πληγώνεται. Πάντως από το νοσοκομείο στέλνει επιστολές μπας και συγκινήσει τον Κωλέττη και την κυβέρνηση να του δοθούν οι καθυστερούμενοι μισθοί πέντε μηνών, για να πληρώσει επιτέλους τους άντρες του, ενώ συνάμα τον καίει και η μεγάλη προσβολή να μείνει εκείνος, που πριν ένα χρόνο είχε πάνω από 400 άντρες, μονάχα με πενήντα. Στέλνει από την Σαλαμίνα κι άλλη επιστολή στον Κωλέττη...


Την εκλαμπρότητά σας προσκυνώ

σήμερον στέλνω προς την σεβαστήν διοίκησιν τον αυτάδελφόν μου μετά του αλέξη και γραμματικού μου, διά να περιλάβουν τους μισθούς κατά τον λογαριασμόν οπού έχω δοσμένον πρότερον. παρακαλείσθαι λοιπόν και η εκλαμπρότητά σας με την συνήθη καλοσύνη σας να τους οδηγήσετε διά να τελειώσουν ογλήγορα, επειδή μεταξύ των πόνων της πληγής μου, έχω και τας καθημερινάς κραυγάς των συντρόφων, μην λύψητε παρακαλώ ως πατήρ την αυτή παρακάλεσίν μου, και θέλω είμαι υπόχρεος διά πάντα. Τους παρήγγειλον εισέτι να ζητήσουν παρά της σεβαστής διοικήσεως μιαν διαταγήν προς αύξησιν του σώματός μου, διότι δεν καταδέχωμαι να ατιμασθώ τώρα εις τα γηράματα με πενήντα μόνο στρατιώτας, εις τούτο δεν αμφιβάλλω ότι και η εκλαμπρότης σας θέλει με υπερασπισθήται, κανέν νέον δεν έχομεν σας ξαναπροσκυνώ και μένω.
τη 13 Απριλίου 1825
εκ σαλαμίνος
πρόθυμος δούλος 
αθανάσιος σκουρτανιώτης

Τον βασανίζουν οι σύντροφοι που του ζητούν καθημερινά τους καθυστερημένους μισθούς, μα περισσότερο τον βασανίζει η ατίμωση να μείνει μονάχα με πενήντα στρατιώτες τώρα στα γεροντάματα! Κι όμως, δεν είναι ακόμα ούτε 32 ετών!!
Εδώ βέβαια υπάρχει και μία φράση που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη... ''επειδή και μεταξύ των πόνων της πληγής μου, έχω και τας καθημερινάς κραυγάς των συντρόφων''. Αυτό σημαίνει πως έχει συντρόφους γύρω του, εκείνη την στιγμή στο νοσοκομείο. Μεταξύ των πόνων της πληγής και κραυγές. Οπότε δύο τινά συμβαίνουν. Είτε πρόκειται για πρώην συντρόφους, από τους ''διωγμένους'' δηλαδή μετά την μείωση του στρατεύματος, που έμαθαν πως βρίσκεται στην Σαλαμίνα και πήγαν να ζητήσουν τους καθυστερημένους μισθούς, είτε ο καπετάνιος ήρθε από τις Λιβανάτες μαζί με το επιτρεπτό από την κυβέρνηση Σώμα του των 50 πολεμιστών, αφήνοντας στις Λιβανάτες τον Λουκά με τους υπόλοιπους 70. Δίνω συντριπτικές πιθανότητες στην πρώτη περίπτωση, για δύο βασικούς λόγους. Μιλάει για κραυγές. Η κραυγή είναι προϊόν θυμού και οι 50 δικοί του που τον ζουν από κοντά, δεν έχουν κανέναν λόγο να συμπεριφέρονται έτσι εν μέσω μιας εκστρατείας, τη στιγμή μάλιστα που ο αρχηγός είναι τραυματισμένος. Μόνος ένας ''διωγμένος'' κραυγάζει ζητώντας τους μισθούς του. Ο δεύτερος λόγος, είναι ότι αν είχαν έρθει οι 50 δε θα βρίσκονταν στο νοσοκομείο καθημερινά να τον τυραννούν, αλλά θα συνέχιζαν τις πολεμικές τους δραστηριότητες είτε στον Ανηφορίτη, είτε στα παράλια Ωρωπού-Μαρκόπουλου, είτε στα Δερβενοχώρια, προλαβαίνοντας μάλιστα και τη μάχη των Σκούρτων. Οι επιστολές όμως όπως θα δούμε, μας λένε πως ο Ομέρ είναι καιρό αντουφέκιστος. Από το Μαρκόπουλο μέχρι την Θήβα και την Λειβαδιά, δε συναντά ντουφέκι. Το μόνο ντουφέκι που συνάντησε ήταν στα Σκούρτα, αλλά από ντόπιους μη ενεργούς πολεμιστές τους περισσότερους ''είχαν τας φαμελίας τους πλησίον'' λένε οι επιστολές. Άλλος ένας λόγος ήταν, ότι το ελληνικό στράτευμα δεν είχε τελειώσει τη δουλειά στις Λιβανάτες. Ούτε ο Ανδρούτσος είχε συνενωθεί-παραδοθεί ακόμη, οπότε δεν είχαν κανέναν λόγο να τα παρατήσουν και να φύγουν. Επίσης, σε μια επιστολή όπως θα δούμε παρακάτω, ο Σκουρτανιώτης λέει... ''εγώ εντός ολίγου ελπίζω να γιατρευθώ απ' την πληγήν και να αναχωρήσω διά στρατόπεδον'' που σημαίνει πως δεν έφυγε από τις Λιβανάτες μόνιμα μαζί με το σώμα του, αλλά εξ' αιτίας μονάχα του τραυματισμού του και έχει σκοπό να επιστρέψει.Όλα συντείνουν λοιπόν, πως ο καπετάνιος μεταφέρθηκε στη Σαλαμίνα χωρίς το στράτευμά του, συνοδευόμενος μονάχα από 3-4 πολεμιστές και σίγουρα από τον γραμματικό του Αναστάσιο Θεοδωριάδη, κρίνοντας από τον γραφικό χαρακτήρα των επιστολών της Σαλαμίνας εκείνων των ημερών.

Στις 7 Απριλίου όμως, ο Οδυσσέας σε αντίθεση με ό, τι διασπείρει η κυβερνητική προπαγάνδα, μη δυνάμενος να σηκώσει όπλα εναντίον ομοεθνών, έρχεται σε συμφωνίες με τον Γκούρα να παρατήσει τους Τούρκους και να προσχωρήσει μαζί με το Σώμα του στο Ελληνικό στρατόπεδο. Ο Λουκάς Σκουρτανιώτης, βρίσκεται εκεί με τους υπόλοιπους Δερβενοχωρίτες και ειδοποιεί αμέσως τον αδερφό του...

Προς τον γεναιότατον αντιστράτηγον κύριον καπετάν Αθανάσιον Σκουρτανιώτην, αδελφικώς χαιρετώ.

Επειδή και σήμερον με το αδελφικόν μου σας ειδοποιώ ότι θεία χάριτι υγιαίνομεν έως την σήμερον με την δύναμιν του αγίου Θεού. Ομοίως να δίδη και εις την Γεναιότη σας ο πανάγαθος Θεός.
Πλην σήμερον σας ειδοποιούμε τα πάντα τα ό, τι ακολουθούν εδώ εις το ορδί. Λοιπόν χθες, εις τας επτά του παρόντος μηνός, εις τας δέκα ώρας της ημέρας, εβγήκεν ο καπετάν Οδυσσεύς από τους Τούρκους, ανεχώρησε με όλους τους ανθρώπους και επήγεν εις τον στρατηγόν Γκούραν. Μάλιστα είπαν να έβγουν και όλοι οι αρβανίται. Είναι να πηγαίνουν επάνω εις το Ζητούνι και να μείνουν μόνον οι Τούρκοι και να πέσουν επάνω τους να τους κτυπήσουν. Όμως έως την σήμερον, δεν έγινεν καμμία διόρθωσις, ούτε κανένας πόλεμος. Λοιπόν ανίσως και ακολουθήση τίποτις νέον, πάλιν σας ξαναγράφω παρευθύς όμως ζαερές δεν μας ήλθεν έως σήμερον. Ανίσως και δεν έλθη ζαερές, έχουν να ανοίξουν εις τα χωριά. Πλην η γεναιότη σας να μας γράψετε με τον ίδιον να μάθωμεν διά την καλή σου υγείαν και πώς πηγαίνει το χέρι σου να χαιρόμεθα.

1825 Απριλίου 8 Λιβανάτες
Ο αδελφός σας Λουκάς γράφω*

[*την συγκεκριμένη επιστολή την βρήκα στο αρχείο της Ύδρας]

Ο Θανάσης μόλις λαμβάνει το γράμμα, σπεύδει να ενημερώσει τη διοίκηση για το σημαντικό αυτό γεγονός που ίσως βάλει τέλος στην καταστροφική της έχθρα με τον Ανδρούτσο...

Προς το σεβαστόν βουλευτικόν

Έν γράμμα του αυταδέλφου μου προς εμέ εκ του στρατοπέδου λυβανάτων, σημαδεμένο από τας 8 του παρόντος με γράφει ότι στας 7 του αυτού κατά την δεκάτην ώραν, ο Οδυσσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδυγίαν του στρατιώτας. 
Παρεκίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά ζητούνη και να τους επαρατήσουν μονάχους. Έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών να τους κτυπήση και εις τούτου ελπίζωμεν τον τέλειον αφανισμόν του εχθρικού στρατοπέδου. Είθε όμως αύριο και εμαγεύουν την ψυχήν του Οδυσσέως φρονήματα πατριωτισμού και ιερού ζήλου.
Το πρωτότυπον γράμμα σήμερον το διεύθυνον προς το σεβαστόν εκτελεστικόν και εξ’ αυτού θέλει πληροφοριθή εντελώς το σεβαστόν βουλευτικόν. 
Το στρατόπεδο στενοχωράται τροφών και ανάγκη να προφθασθή διά να μην ακολουθήσουν καταχρήσεις και αρπαγάς, τα οποία είναι επακόλουθα της πείνας. 
Εγώ ελπίζω εντός ολύγου να γιατρευθώ από την πληγήν την οποία από τας 4 του ιδίου έλαβον και να αναχωρισω εις στρατόπεδον.
Ταύτα επί του παρόντος αναφέρω και με σέβας όψομαι δι υμάς.

Την 11 απριλίου 1825
Εν Σαλαμίνα
ο πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης 

Κάνει λόγο για συνένωση του Οδυσσέα με τα κυβερνητικά στρατεύματα. Χαίρεται και συνάμα έμμεσα συμβουλεύει την κυβέρνηση να συγχωρήσει τον Ανδρούτσο και να ασχοληθεί με τους Τούρκους και τις τροφές που λείπουν από το στρατόπεδο. [Για την συγκεκριμένη επιστολή και τα μηνύματα που στέλνει εμμέσως πλην σαφώς ο καπετάνιος στην κυβέρνηση, έχω κάνει εκτενή αναφορά και στο πρώτο βιβλίο για τον οπλαρχηγό, το άρθρο όμως υπάρχει και σε αυτό το μπλογκ σε παλαιότερη δημοσίευση κι όποιος επιθυμεί ας το ψάξει].Ο Γκούρας, στέλνει και κείνος αναφορά στην κυβέρνηση για το ίδιο γεγονός...

«Διά της παρούσης μου αναγγέλω την 7 τρέχοντος, ήτις είναι η παράδοση του Οδυσσέως ομού με 800 άλλους υπό την οδηγίαν του εις τον Αρχηγόν των στρατευμάτων της Διοικήσεως»

Η διαφορά των δύο επιστολών είναι ότι ο Σκουρτανιώτης μιλά για συνένωση Οδυσσέα και Γκούρα, ενώ ο Γκούρας μιλά για παράδοση του Ανδρούτσου σ' αυτόν. Αλλιώς τα βλέπει ο Σκουρτανιώτης, αλλιώς ο Γκούρας. Εις μάτην όμως οι προσπάθειες του Σκουρτανιώτη να εξομαλύνει τα πράγματα, που τελικά παίρνουν τον δρόμο που όλοι ξέρουμε. Ο Γκούρας αφού για λίγες ημέρες αφήνει τον Ανδρούτσο να τριγυρίζει ελεύθερος στο στρατόπεδο, γρήγορα τον συλλαμβάνει και μετά από μια βόλτα στη σπηλιά και στα πρώην μέρη του -οι κακές γλώσσες λένε πως τον πήγε εκεί επειδή ήθελε να του αποσπάσει τους κρυμμένους θησαυρούς- τον μεταφέρει στην Αθήνα. Τόσο ενάντια προς το πρόσωπο του Ανδρούτσου ήταν διαμορφωμένη η κοινή γνώμη εκείνη την εποχή, που καθώς ο πρώην φρούραρχος της Ακρόπολης μεταφέρεται δεμένος στην Αθήνα, πλήθος κόσμου δεξιά και αριστερά του δρόμου, τον βρίζει, τον φτύνει, τον προπηλακίζει. Τελικά κλείνεται στην Ακρόπολη, όπου την νύχτα της 5ης Ιουνίου 1825 δολοφονείται άνανδρα, χωρίς δίκη. 
Αλλά δεν έχουμε πάει ακόμη μέχρι εκεί. 
Βρισκόμαστε ακόμη στα μέσα του Απρίλη, όπου ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης, είναι στη Σαλαμίνα τραυματισμένος και το Σώμα του με τους καλύτερους πολεμιστές και πολέμαρχους των Δερβενοχωρίων, βρίσκεται ακόμη στις Λιβανάτες.
Και εδώ βρίσκονται τα αίτια της μάχης των Σκούρτων...


Δερβενοχώρια* το Σούλι της Ανατολικής Στερεάς και o τρόπος πολέμου του Σκουρτανιώτη, οι κοσιάδες

(*Κατά την περίοδο του 1821, οι Έλληνες λέγοντας Δερβενοχώρια, εννοούσαν την ευρύτερη περιοχή από της παρυφές του Κιθαιρώνα στο Κριεκούκι, την Κάζα, τα χωριά του οροπεδίου Σκούρτα, Πύλη, Πάνακτο κτλ. Βίλια, Κούντουρα, Μέγαρα και ίσως Περαχώρα. Το επονομαζόμενο δηλαδή, Μεγάλο Δερβένι. Εδώ χρησιμοποιώ την έννοια Δερβενοχώρια με την σημερινή της σημασία, τα 5 χωριά μονάχα του οροπεδίου, Σκούρτα, Πύλη, Πάνακτο κτλ)

Ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης με τους σκληροτράχηλους ορεσίβιους άντρες του, αποτελούν για τον Ομέρ πασά του Ευρίπου, τον υπαριθμόν ένα κίνδυνο από την αρχή της επανάστασης. Τον παρακολουθούν πάντα –ακόμη κι όταν πήγαν στην Πελοπόννησο άφησαν πίσω 50 άνδρες στο καραούλι του ανηφορίτη- του κλέβουν τους ζαερέδες, επιτίθενται στα αποσπάσματα και στους ταχυδρόμους του, του δημιουργούν μεγάλες φθορές στη μάχη του Μαραθώνα τον Ιούνιο του 1824 με τις κοσιάδες κι ακόμη, λίγο πριν φύγουν για την δεύτερη εκστρατεία εναντίον των Τούρκων και του Οδυσσέα, του κλέβουν ζώα με ζαερέδες και φορτώματα, που προορίζονταν για το τούρκικο στράτευμα στις Λιβανάτες και για άλλη μια φορά τον ντροπιάζουν, αφήνοντας το τούρκικο στρατόπεδο ανεφοδίαστο, όπως βλέπουμε σε επιστολή του επάρχου Δερβενοχωρίων Νάκη στις 14 Μαρτίου 1825, λίγο πριν φύγει δηλαδή ο Σκουρτανιώτης για τις Λιβανάτες...




''... πεζός δε ελθών εκ των έξω μερών χθες μας λέγει ότι ο Κ. Σκουρτανιώτης έπιασε 60 ζώα με ζαερέδες, εκ της Ευρίπου προς τον Οδυσσέα, ερχόμενα...''

Τα εξήντα ζώα με τα φορτώματα βέβαια θεωρούνται λάφυρο πολέμου και σύμφωνα με τον άγραφο νόμο της εποχής -που υποστηρίχτηκε ο νόμος αυτός και από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην αρχή της επανάστασης- τα μοιραζόταν ο καπετάνιος με τους πολεμιστές του.

Ο Γκούρας λοιπόν, ο Ευμορφόπουλος, ο Στάθης Κατζικογιάννης, ο Διαμαντής Νικολάου, τόσοι άλλοι κι αυτός ο Ανδρούτσος ακόμη πριν παγιδευτεί και μπλέξει με τους Τούρκους, πολεμούσαν περιστασιακά τον Ομέρ όπως στις διάφορες αποτυχημένες πολιορκίες της Χαλκίδας, της Καρύστου, στα στενά της Παγώνδας, παρατώντας τις πολιορκίες και τις μάχες τις περισσότερες φορές στη μέση επειδή μάλωναν για την αρχηγία, ή τον πολεμούσαν μόνο όταν εκείνος απειλούσε την Αθήνα, όπως τον Ιούνιο του 1824 στην μάχη του Μαραθώνα. Μονάχα οι Δερβενοχωρίτες του Σκουρτανιώτη ασκούν συνεχώς ασφυκτική και αδιάλειπτη πίεση στον Ομέρ του Ευρίπου, από την αρχή της επανάστασης.
Τη συγκεκριμένη Άνοιξη του 1825, οι Τούρκοι με την είσοδο του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και την πολιορκία του Μεσολογγίου στη Δυτική Στερεά με τον Κιουταχή, προσπαθούν να κάμψουν την Ελληνική επανάσταση και ο Ομέρ με τη σειρά του δε μένει με σταυρωμένα τα χέρια. Από την αρχή της Άνοιξης, αρχίζει να επιδίδεται σε αλλεπάλληλες εξόδους από τα φρούρια της Χαλκίδας, προς τα παράλια της Αττικής, προς τη Θήβα και τη Λειβαδιά, πρώτον για λεηλασίες και να εξασφαλίσει τα τρόφιμα του επόμενου χειμώνα και δεύτερον για να κάμψει το ηθικό των επαναστατών στην Ανατολική Στερεά. Ο μόνος τόπος που ο Ομέρ δεν έχει πατήσει ακόμη, είναι τα Δερβενοχώρια, η πατρίδα του άσπονδου εχθρού, του Θανάση Σκουρτανιώτη. Ο Ομέρ είναι από τους πιο ιδιοφυείς πασάδες του Σουλτάνου. Κρατάει την Εύβοια στα στιβαρά του χέρια χωρίς απώλειες. Έχει αντέξει στην πολιορκία της Χαλκίδας, στην πολιορκία της Καρύστου, τους αποκλεισμούς από τη θάλασσα. Έχει ένα ολόκληρο δίκτυο πληροφοριών –ανάμεσά τους και κάποιους προδότες Έλληνες- που τον ενημερώνουν για τα πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι το τέλος της επανάστασης, δεν κατόρθωσε να τον νικήσει ολοκληρωτικά κανείς. Ούτε και ο Φαβιέρος με τον τακτικό στρατό του στην πολιορκία της Καρύστου το 1826, ούτε ο Υψηλάντης με δύο και τρεις χιλιάδες στράτευμα το 1829 στις αιματηρές μάχες στη Θήβα, στον Ανηφορίτη και στον Ωρωπό κατόρθωσε να τον νικήσει ολοκληρωτικά. Ο Ομέρ αποχώρησε από την Εύβοια, μονάχα μετά από συνθήκη και μετά από παρέμβαση των ξένων δυνάμεων το 1833. Και χωρίς να παραμείνει στην τελετή παράδοσης της πόλης της Χαλκίδας. Από περηφάνια. Αυτός ήταν ο Ομέρ. Ανίκητος. Αυτόν τον άνδρα αντιμετωπίζει από την αρχή της επανάστασης, ο γενναίος και ατρόμητος -όπως λέει ο Μακρυγιάννης- Θανάσης Σκουρτανιώτης με τους περήφανους Δερβενοχωρίτες του. Τον πολεμούν με κλεφτοπόλεμο και κοσιάδες, που ήταν ειδικός τρόπος πολέμου κλέφτικος και αρβανίτικος, υιοθετημένος πλήρως από τον Σκουρτανιώτη που τον είχε αναγάγει σε επιστήμη, σε βαθμό μάλιστα που άνθρωποι της κυβέρνησης να δυστροπούν κάπως, όπως εδώ ο Ματουλάκης που μιλά για τον Σκουρτανιώτη σε επιστολή του στον Κωλέττη...


''...αν με ρωτάς δε, σου λέγω την αλήθειαν, ότι έτζι είναι. Ο Κ. Σκουρτανιώτης είναι καλός πατριώτης, θέλει όμως τον πόλεμον να τον κάμει με τας λεγομένες κοσιάδες, και όχι καθώς η τάξις το θέλει...''

Ο τρόπος πολέμου ''κοσιάδες'' προέρχεται πιθανότατα από το κοπτικό εργαλείο κοσιά και τον τρόπο που εκείνο κόβει τα χορτάρια. Όχι όλα μαζί, αλλά λίγα κάθε φορά, έτσι που στο τέλος να πέσουν όλα. Δεν είναι κατά μέτωπο ολοκληρωτική επίθεση στον εχθρό, ώστε να κριθεί μεμιάς ο νικητής και ο χαμένος, αλλά τρόπος πολέμου φθοράς του εχθρού σε βάθος χρόνου. Τρόπος πολέμου εύκολα προσαρμόσιμος στη μορφολογία του εδάφους και στις συνθήκες κάθε περίπτωσης, γι' αυτό υπήρχαν διάφορες παραλλαγές, ανάλογα με το πεδινό ή ορεινό έδαφος, τον αριθμό του εχθρού, τη σύνθεσή του, την πρόθεσή του ή αν μετέφερε κάτι και τι. Βασιζόταν στην ψυχολογική πίεση του αντίπαλου, ώστε να μην νιώθει ασφαλής πουθενά. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις κοσιάδες είναι πάντα οι επιτιθέμενοι, έχουν το ψυχολογικό πλεονέκτημα, είναι συνήθως αόρατοι αλλά πάντα παρόντες, επιλέγουν τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο που θα χτυπήσουν, προσπαθώντας να μηδενίσουν τις δικές τους απώλειες, γιατί ο κάθε πολεμιστής του καπετανάτου, δε θεωρείται αναλώσιμο είδος όπως στον ευρωπαϊκό στρατό της εποχής, αλλά ξεχωριστή, αξιόλογη και μοναδική προσωπικότητα. Ο καπετάνιος δεν είναι σε απόσταση από τους άνδρες του, αλλά πρώτος μεταξύ ίσων. Διοικεί καπετανάτο αυτόνομο και ανεξάρτητο, διαρθρωμένο έτσι ώστε να συντηρείται και από τον εχθρό με τα λάφυρα, ενώ δεν ήταν ασυνήθιστο να πιάνουν αξιωματιούχους Τούρκους αιχμαλώτους και να τους ανταλλάσσουν για λύτρα, κάτι βέβαια που συνηθιζόταν γενικότερα την εποχή εκείνη και από την πλευρά των Τούρκων. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν, οι Δερβενοχωρίτες του Σκουρτανιώτη, στέκονταν συνεχώς στον Ανηφορίτη και έκοβαν την ανάσα του Ομέρ.  Και με το που ξεμυτούσε από τα φρούρια, τον περίμεναν στα στενά και στις χωσιές περιορίζοντας τις επιθετικές δραστηριότητες και τις εξόδους του, σκοτώνοντας κάθε φορά στρατιώτες του, προκαλώντας του συνεχείς απώλειες, παρασύροντάς τον σε παγίδες, κλέβοντάς του εφόδια και ειδοποιώντας τους Έλληνες χωρικούς να μαζέψουν τα πράματα και τα γεννήματα, πριν φτάσουν εκεί οι Τούρκοι για να τα πάρουν. Είμαστε σε θέση πια να πούμε, πως το καπετανάτο του Σκουρτανιώτη, ήταν ένα Σώμα επιλέκτων, εξειδικευμένων στον ακραίο ανταρτοπόλεμο. Δρώντας με αυτόν τον τρόπο οι Δερβενοχωρίτες, είχαν κάνει μεγάλη ζημιά στον Ομέρ τέσσερα ολόκληρα χρόνια, από την αρχή της επανάστασης. Υπήρχε μια προσωπική βεντέτα μεταξύ τους.
Μα για το πόσα προβλήματα δημιουργούσε ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης με αυτόν τον τρόπο πολέμου απέναντι στον Ομέρ όσο ζούσε, τι κι αν το πούμε εμείς, το ομολογεί ο πιο κατάλληλος να το ομολογήσει, μέσα σε μία φράση. Ο ίδιος ο αρχιστράτηγος ανατολικής Στερεάς ο Γιάννης ο Γκούρας, όταν μετά τον θάνατο του καπετάνιου, οι Τούρκοι βρίσκουν πια το πεδίο ελεύθερο και ξεσαλώνουν...


''... και καθ' εκάστην σχεδόν οι εν Ευρίπω ενθαρρυνθέντες από τον θάνατον του Σκουρτανιώτη εξερχόμενοι λεηλατούν την επαρχίαν Θηβών και μέρος των Αθηνών ... ''

Να πούμε όμως εδώ, πως από τον Μάιο του 1824 που ο Σκουρτανιώτης αναγνωρίζεται επίσημα από τη κυβέρνηση ως αξιωματικός της, αρχίζει να χάνει σταδιακά την ανεξαρτησία και αυτονομία του, ακόμη και τον τρόπο πολέμου του, αφού πια έπρεπε να ακολουθεί διαταγές, να συμμετέχει σε εκστρατείες, να συνεργάζεται με άλλα Σώματα και να ακολουθεί ίσως διαφορετικό τρόπο πολέμου από τον δικό του.

Για όλους τους παραπάνω λόγους όμως, δε θα ήταν καθόλου υπερβολή να υποστηρίξουμε, πως τα Δερβενοχώρια ήταν το Σούλι της Ανατολικής Στερεάς. Όταν λοιπόν στις 4 Απριλίου οι Τούρκοι στις Λιβανάτες, αντιλαμβάνονται ότι ο Σκουρτανιώτης τραυματίστηκε βαριά ή πέθανε, στέλνουν τη χαρμόσυνη γι’ αυτούς είδηση, στον πασά τους στον Εύριπο. Για τον Ομέρ είναι μια πολύ καλή είδηση. Ίσως η πιο καλή είδηση που άκουσε τελευταία. Όμως ρωτά δύσπιστος…
«Αλήθεια ωρέ; Τον φάγαμε τον άπιστο;»
Ο αγγελιοφόρος μεταφέρει ξανά όσα ήξερε.
«Ναι πασά μου. Τον είδαν να πέφτει στις Λιβανάτες. Είχε γεμίσει αίματα. Τον πήραν στα χέρια και τον τράβηξαν πίσω. Μάλλον πέθανε. Δεν τον ξαναείδαν από τότε στο ορδί! Και οι δικοί του είναι ακόμη εκεί. Στις Λιβανάτες!»
Ο πασάς έτριψε το σαγόνι του ενώ μια σπίθα ανείπωτου μίσους, ανακατεμένη με θρίαμβο γυάλιζε στα μάτια του. Τώρα μπορούσε να πατήσει και να εκδικηθεί τα Δερβενοχώρια. Μπορούσε ακόμη και να κάψει το χωριό του χειρότερου εχθρού του. Γιατί είναι πια αφύλαχτο...

Τα Σκούρτα κατά την περίοδο της επανάστασης, ήταν το κεφαλοχώρι των Δερβενοχωρίων. Εκτός από τον ντόπιο πληθυσμό, έβρισκαν καταφύγιο εκεί και πολλοί κατατρεγμένοι από τον κάμπο. Στα Σκούρτα πέρα από τον καπετάνιο Θανάση Σκουρτανιώτη υπήρχε φυσικά και ο ξάδελφός του πολέμαρχος Κώτζο Βόγκλης, όμως μέχρι το καλοκαίρι τουλάχιστον του 1825 ήταν μαζί και είχαν μεταξύ τους άριστες σχέσεις. Και στις δύο καταστάσεις των ονομάτων που πολεμούν μαζί με τον Σκουρτανιώτη, το όνομα του Κώτζου Βόγκλη φιγουράρει στις πρώτες θέσεις, στη δεύτερη μάλιστα κατάσταση μόλις τρίτο, πάνω από τα ονόματα κι αυτών ακόμη των αδελφών του. Ακόμη και στη μείωση του στρατεύματος που δέχτηκε ο Σκουρτανιώτης, είναι σίγουρο πως θα κράτησε τους πιο ικανούς και πιο δικούς του, ανάμεσά τους και τον Κώτζο Βόγκλη που θα τον ακολούθησε σίγουρα και στην Πελοπόννησο και στις Λιβανάτες. Όπως όλα δείχνουν, ο Κώτζο Βόγκλης αρχίζει να αυτονομείται και να δημιουργεί σιγά σιγά τη δική του ανεξάρτητη πολεμική ομάδα, από το καλοκαίρι του 1825 και ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Σκουρτανιώτη το Φθινόπωρο και ένας λόγος ήταν πως ήταν ο μικρότερος από την σκληροπυρηνική παρέα των συγγενών φίλων του Σκουρτανιώτη, όχι μόνο στο δέμας, αλλά και στην ηλικία. Συνεχίζει από τότε να πολεμά ασταμάτητα μέχρι το 1829 στα Δερβενοχώρια, στην Αττική, στο Χαϊδάρι και στον Πειραιά εναντίον του Κιουταχή, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πολέμησε στη μάχη της Αράχωβας με τον Καραϊσκάκη, στον Ανηφορίτη φυσικά με τον Υψηλάντη εναντίον του Ομέρ του Ευρίπου, όπως και στην πεδιάδα της Θήβας, στον Ωρωπό, στο Μαρτίνο και στη τελευταία μάχη του αγώνα, στη μάχη της Πέτρας. Εκτός λοιπόν από αυτούς τους δύο, τα Σκούρτα διαθέτουν και ικανό αριθμό εμπειροπόλεμων πολεμιστών. Στο στράτευμα του Σκουρτανιώτη το καλοκαίρι του 1824 είναι γύρω στους 100 Σκουρταναίους -έχουμε τις καταστάσεις και γνωρίζουμε τα ονόματά τους- ενώ υπάρχουν και άλλοι διασκορπισμένοι σε διάφορους καπεταναίους, όπως στον Ευμορφόπουλο, στον Γκούρα, στον Στάθη Κατζικογιάννη, στους Λεκκαίους, στον Σταμούλη Χονδρό, ενώ Σκουρταναίοι έχουν μεταφερθεί και στην Ύδρα ως φρουρά για τυχόν επίθεση εκεί του εχθρού. Πιθανολογώ ότι τα Σκούρτα εκείνη την εποχή, είχαν γύρω στους 250 πολεμιστές εν ενεργεία σε διάφορους καπεταναίους και συνολικό πληθυσμό γύρω στους 800 κατοίκους, αρκετοί όμως ίσως είχαν μετακομίσει τα τελευταία 2-3 χρόνια, για λόγους ασφαλείας στην Σαλαμίνα.


Μία σελίδα από τις πολλές των πολεμιστών του Αθανασίου Σκουρτανιώτη. Την συγκεκριμένη περίοδο (Ιούλιο 1824) είχε πάνω από 400 πολεμιστές από όλα τα χωριά των Δερβενοχωρίων, την Λιάτανι, το Κακοσάλεσι, το Συκάμινο, Μήλεσι, Κιούρκα, Καπανδρίτι, Μαρκόπουλο. Εδώ είναι η πρώτη σελίδα των Σκουρταναίων πολεμιστών. Στην αρχή της σελίδας τα ονόματα των πιο δικών του των αδελφών Γεωργίου Σκουρτανιώτη, Λουκά και  Κότζου Σκουρτανιώτη, Θανάση και Πανούση Πέππα, του ξαδέλφου του Κώτζου Βόγκλη κτλ. Ο πολέμαρχος του Δερβενοσαλεσίου Γιώργος Γκέλης, δεν υπάρχει στις καταστάσεις του Σκουρτανιώτη το 1824, γεγονός που μας δείχνει πως ο Γκέλης είχε ήδη ανεξαρτητοποιηθεί και είχε δημιουργήσει την δική του ομάδα ή πολεμούσε με άλλον καπετάνιο.

Ας δούμε όμως τις επιστολές για τη μάχη των Σκούρτων. 
Πρώτα την επιστολή της Αστυνομίας των Μεγάρων:




Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Γεν. Αστυνομία Μεγάρων
Προς την Γεν. Αστυνομίαν ναυπλίου

Ειδοποιώ ότι σήμερον μας ήλθεν είδησις, ότι Τούρκοι της Ευρίπου έχουν βγει ως τώρα δύο φορές. Την πρώτην φοράν ήλθαν εις το μαρκόπουλον και έκαμαν μεγάλην φθοράν, επήραν πράγματα δύο χιλιάδες γελάδια, μουλάρια, τέσσερους έλληνας από το κοτουμουλά το χωριό της λεβαδείας.
αφού δεν ήβραν τουφέκι έως χθες εσινίθισαν και εχθές Τετάρτη εξαναβγήκαν έως τετρακόσιοι νομάτοι καβαλαραίοι και ήρθαν εις τα σκούρτα και δερβενοσάλεσι και επήραν έως 3 χιλ. πράματα από δερβενοσάλεσι. εκίνισαν μετά διά τα σκούρτα όπου αυτού ήβραν ανθίστασιν από τους εντοπίους και έκαμαν πόλεμον από το πρωί έως το καλό μεσημέρι και εσκότωσαν έως δέκα νομάτους, και βλέποντας το άλλο μιντάτι όπου τους επίγενεν ανεχώρισαν και έφυγαν, πλην εις το δερβενοσάλεσι  εσκότωσαν δύο έλληνες και άλλον έναν κουλουριώτην.
Ο παπαχρήστος κουνδουριώτης όπου ευρίσκεται σιμά εις τον στρατηγόν Ιωάννην γκούραν γράφει ένα γράμμα προς των εδώ δημογερόντων μεγαρίτων ότι ένας πασάς ήλθεν εις το ζητούνι με εννέα χιλιάδες καθώς εβεβαιώθηκαν. να προσέχουν καλά να βάλουν καραούλια ότι δεν ηξεύρουν πόθεν έχουν να κτυπήσουν. ότι το δικό μας το στράτευμα είναι τρεις χιλιάδες μόνον . πολλά πρώιμα μας διεγείραν εφέτο ….. αυτά τα νέα έχομεν κατά το παρόν και ότι άλλον ήθελεν βεβαιωθούμεν θέλει κάμω το χρέος μου. μένω με όλο το βαθύτατο σέβας.
εν μεγάροις τη 23 απριλίου 1825

ο Γεν. Αστυνόμος / Αναστάσιος επισκόπου


Και η δεύτερη επιστολή των δημογερόντων Σαλώνων*:



Προς την σεβαστήν διοίκησιν
αναφερόμεθα εις την σεβαστή  διοίκησιν με την παρούσαν μας αναγκαίαν αναφοράν να παραστήσομεν τα όσα ακολουθούν σήμερον την αθλίαν επαρχία μας μάλιστα από τους τούρκους, καθημερινώς εξερχόμενους από την έβριπον. βγαίνουν εις όλα τα μέρη και κλέβουν ανθρώπους και πράγματα και την τρίτη κατά 22 [ήταν Τετάρτη και όχι Τρίτη στις 22 Απριλίου 1825] του τρέχοντος ήλθαν εις τον όσιον μελέτιον με μεγάλην ορμήν και ξαπλόθησαν πέριξ του χωριού των δερβενοχωρίων σκούρτα και καταμερίστηκαν και ευρέθησαν  καμιά πενηνταριά έλληνες εξ’ απροόπτου, είχον και τας φαμελίας τους πλησίον και έλαβον τα όπλα  και επολέμησαν δυο τρεις ώρες οι γενναίοι και δυστυχείς και σκότωσαν τέσσερους πέντε τούρκους και λίγους ελάβοσαν και μετά εδιαιρέθησαν εις τα βουνά και ηύραν τέσσερις χιλιάδες πράγματα. από χριστιανούς δύο εις το τόπον και δύο ελαβόθησαν και τρεις σκλαβόθησαν κι ο πόλεμος έγινε εις τα σκούρτα και το αίτιον είναι ότι ήκουσαν ότι ο καπετάν θανάσης ελαβόθη και τρόπον τινά ότι απόθανε, διά τούτο βγαίνουν με μεγάλην αφοβιά, διό παρακαλούμε θερμώς την σεβαστήν διοίκησιν και μητέρα μας να διορίσει με μιαν της διαταγήν να απέλθει το στρατόπεδό του από την οδηγία του στρατηγού γκούρα [εννοούν να επιστρέψει το Σώμα του από τις Λιβανάτες] διά να προφυλάξει τα μέρη αυτά από τα σταλθέντα από την έβριπον. μόνον ο αντιστράτηγος σκουρταναίος θέλει φανεί πλέον ζηλωτής και πατριώτης, από κανέναν άλλον η επαρχία αυτή έχειν ευχαρίστησιν.
μένωμεν ευπειθείς δούλοι με όλον το ανήκον σέβας

τη 26 απριλίου1825 εν σαλαμίνα



Υπογράφουν οι Δημογέροντες Σαλώνων:

Τράκος Τομαράς
Παναγιώτης σαπουντζής
αναγνώστης Χατζημήτρου
βασίλειος Παπασταμέλου

και διάφοροι άλλοι κάτοικοι:

λάμπρος οικονόμου
χατζηχρήστος
νικολός κοντοστάμου
σωτήρχος τομαρά
γιαννούλης νικολού
 και άλλοι...



*Με τη πρώτη ματιά προκαλεί εντύπωση το γεγονός, πως οι δημογέροντες των Σαλώνων εκφράζουν ενδιαφέρον για την περιοχή των Θηβών, Λειβαδιάς και Δερβενοχωρίων και ζητούν -όπως είδαμε στην επιστολή- την επιστροφή του Σκουρτανιώτη από τις Λιβανάτες για να προσέχει αυτή την περιοχή από τους Τούρκους του Ευρίπου, μια περιοχή σχετικά μακριά από την δική τους. Όμως αν σκεφτούμε καλύτερα, υπάρχει εξήγηση. Τα Σάλωνα από την αρχή της επανάστασης, ήταν ο πρώτος κυματοθραύστης της Ανατολικής Στερεάς, των Τούρκων που έρχονταν από το βορρά και το Ζητούνι (Λαμία). Με τις εφόδους των Τούρκων του Ομέρ από τα νότια και ανατολικά, τα Σάλωνα δέχονταν πίεση από δύο αντίθετα μέρη και βρίσκονταν ουσιαστικά υπό κλοιό. Ζητούν λοιπόν την επιστροφή του Σκουρτανιώτη, ώστε να ησυχάσουν τουλάχιστον από τους Τούρκους του Ευρίπου. 

.................................................................

[Και βέβαια φαίνεται πως είχα δίκιο. Ψάχνοντας σήμερα να εξηγήσω αυτήν την παρέμβαση των Σαλώνων, βρήκα την παρακάτω επιστολή του επαρχείου Θηβών, Λειβαδιάς και Ταλαντίου στις 22 Απριλίου 1825 -την ημέρα δηλαδή που έγινε η μάχη των Σκούρτων. Η είδηση φυσικά της μάχης, δεν έχει πάει ακόμη στους γράφοντες την επιστολή, ζητούν όμως να αποσπασθεί αξιωματικός του Γκούρα από τις Λιβανάτες, για να προσέχει τους Τούρκους του Ευρίπου ώστε να μην εισχωρήσουν στα Σάλωνα. Η επίθεση των Τούρκων στα Δερβενοχώρια απλά ενίσχυσε την θέση τους, γι' αυτό τρεις μέρες αργότερα ζητούν να επιστρέψει συγκεκριμένα ο Σκουρτανιώτης...


''... Έξοχον Υπουργείον! υποψίαν έχουσι οι εγκάτοικοι τούτων των επαρχιών ότι οι της ευρίπου εχθροί θέλει έκβωσι, και προχωρέσουσιν εις τα ενδότερα μέρη των επαρχιών τούτων, και ούτως έχωμε χρεία διά να στειλει ο Σ. Γκούρας έναν των αξιωματικών διά να προκαταλάβη την θέσιν της Πέτρας....'']





Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Η μάχη της Πέτρας 12 Σεπεμβρίου 1829 και ο ρόλος του Γεωργίου Σκουρτανιώτη, από τον Δ. Υψηλάντη σε επιστολή προς τον κυβερνήτη Καποδίστρια





Η μάχη της Πέτρας που έγινε στης 12 Σεπτεμβρίου του 1829 μεταξύ των Ελλήνων, κάτω από τις διαταγές του Δημητρίου Υψηλάντη και των Τουρκαλβανών, κάτω από τις διαταγές του Ασλάν Μπέη, θεωρείται η τελευταία μάχη του αγώνα. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να προσφύγουν σε συμφωνίες για να τους αφήσουν οι Έλληνες να περάσουν προς βορρά και να μην επανέλθουν ποτέ πια στην Ανατολική Στερεά και την Πελοπόννησο. Η συμβολή σε αυτή τη μάχη του πεντακοσιάρχου Γεωργίου Σκουρτανιώτη και των ανδρών του, ήταν καθοριστική. Ο προμαχώνας του δέχτηκε την κύρια επίθεση του εχθρού όπως και αδιάκοπους κανονιοβολισμούς από 4 κανόνια των Οθωμανών και άντεξε, με την βοήθεια αργότερα και άλλων οπλαρχηγών που έσπευσαν στο σημείο για να συνδράμουν τον Γεώργιο Σκουρτανιώτη.
Εδώ έχουμε την αναφορά για την συγκεκριμένη μάχη του ίδιου του Υψηλάντη προς τον κυβερνήτη Καποδίστρια και όπως θα δούμε εξαίρει την συμβολή του εν λόγω οπλαρχηγού.




Εξοχώτατε!

Η υπ' αριθ' 8271 Αναφορά μου διασαφηνίζει προς την εξοχότητά σας την κατάστασιν και τα κινήματα του υπό την διεύθυνσίν μου Στρατού ως προς τους Τούρκους μέχρι της 9ης ημέρας του τρέχοντος Μηνός.
Την 10ην του ιδίου, εστρατοπεύδευσαν ο Οτζάκ αγάς Οσμάνης, μ' όλον τον τακτικόν, συμποσούμενον εις πραγματικούς 5500 πεζούς και 600 ιππείς και ο Ασλάν Μπεής Μουχουρτάρης έχων 1500 ατάκτους Αλβανούς εις του Σταυρού των Θηβών.
Την 11η πρωί, επλησίασαν το στρατόπεδο της Πέτρας ρίψαντες τα σκηνάς των μακράν βολής κανονίου, και εφανέρωσαν αμέσως το φθάσιμόν τους προς τους εις Λεβαδείαν Τούρκους με το εκ Συνθήματος ρίψιμον 3 κανονίων.
Εις την περίπτωσην αυτήν, εδιπλασίασα την απαιτουμένη προσοχήν των φυλακών και των προμαχώνων. Και, μ' όλον ότι οι Έλληνες εκ του ενός μεν μέρους εδειλίαζον κάπως βλέποντες ένα πολλαπλάσιον αριθμόν εχθρών, προετοιμασμένων μ' όλα τα μέσα εις την αποφασιστικήν διάβασήν των διά της Πέτρας και την επομένην κατάσχεσιν αυτής της σημαντικής θέσεως και εκ του άλλου μέρους εστενοχωρούντο από την έλλειψιν των τροφών των, ως μη προμηθευμένοι ακόμη με τα άλευρα της Φανερωμένης και υποχρεωμένοι να βράζουν μόνοι εις είδος χυλού τον αραβόσιτον και καλαμπόκι, όσον ευκολύνοντο να λαμβάνωσιν από τα πλήσια μέρη του κάμπου. Επροσπάθησα όμως, και δεν άφησα εις μίαν κρίσιμον στιγμήν αδύνατον την περί ης ό λόγος, εκτεταμένην θέσιν της Πέτρας.

Περί το λυκαυγές της 12ης, αφήσαντες οι Τούρκοι μικράν φρουράν εις το οχυρωμένον Στρατόπεδόν των, εκινήθησαν σύσσωμοι κατά της Πέτρας φέροντες και 4 κανόνια διά τον σκορπισμόν των προμαχώνων. Το ιππικό των εσχηματίσθη εις δύο γραμμάς υπό τους πρόποδάς της. Οι πεζοί τακτικοί διηρημένοι εις δύο ισομεγέθεις κολώνας, διευθύνθησαν κατά των προμαχώνων του χιλιάρχου (εννοεί τον χιλίαρχο Στράτο) και του Πεντακοσιάρχου Γεωργίου Σκουρτανιώτου, διά να περιστείλουν την δύναμή των. Αυτοί τους εδέχθησαν έξω των προμαχώνων. Η μάχη ήρχησε. Ο κανονιοβολισμός ηκολούθη αδιάκοπος. Τριακόσιοι πεζοί και ιππείς τακτικοί, κατέλαβον το προσεχές χωρίον των Βρασταμητών προς υπεράσπισην των οπισθίων της κινηθείσης κατά του Σκουρτανιώτου κολώνας. Οι Αλβανοί όλοι διεύθυνον το βήμα των κατά του Διασέλου. Το βοηθητικόν Σώμα της φρουράς υποχρεώθη να καταλάβη εν άλλο ύψωμα προς το πλάγιον των Βρασταμητών. Οι Αλβανοί επλησίασαν ορμητικοί ως 10 βήματα έξω του προμαχώνος (εννοεί του προμαχώνα του Γ. Σκουρτανιώτη). Εις την στιγμήν έτρεξαν βοηθοί οι χιλίαρχοι Διοβουνιώτης και Κριεζώτης με το περισσότερον μέρος των Στρατιωτών τους, και επέπεσον εναντίον τούτων όπου έκαναν την έφοδόν των, οδηγούμενοι από τον Ασλάν Μπέη. Από τούτο και την γενναίαν ανθίστασην του προμαχώνος, εματαιώθη η έφοδος, εκυνηγήθησαν οι Αλβανοί και μετά δύωρον ακόμη μάχην, υποχρεώθησαν όλοι οι Τούρκοι ν' αφήσωσι τας θέσεις των, φεύγοντας μεταξύ του αδιακόπου και πυκνού πυροβολισμού των Ελλήνων. Εις την ιδίαν στιγμήν επέπεσεν ο αρχηγός της φρουράς Σ. Μήλιος (εννοεί τον ΣπυροΜήλιο) κατά της δυνάμεως των Βρασταμητών και την απέδιωξεν ζημιουμένην.
Η ένδοξος αύτη Νίκη, εστεφάνωσεν εν τοσούτω την ανδρείαν των Σωμάτων. Η δε Σωτηρία των πεζών Τούρκων χρεωστείται εις την σημαντικότητα του ιππικού των και την συνέχειαν του λεπτοβολισμού των κανονίων. Η φθορά τους εις θανατωμένους και πληγωμένους, και μάλιστα του μέρους των Αλβανών, εστάθη μεγάλη κατά τας μετέπειτα ομολογίας των ιδίων. Μεταξύ των θανατωμένων, ευρέθη ένας εκατόνταρχος τακτικός και δύο σημαιοφόροι Αλβανοί. Από τους Έλληνες έπεσαν 3 και 12 επληγώθησαν. Τα τρόπαια της Νίκης είναι 2 σημαίαι και ικανός αριθμός αιχμαλώτων, οι οποίοι εδόθησαν έπειτα εις συναλλαγήν Ελλήνων χωρικών αιχμαλώτων.

(η μετάφραση και των υπολοίπων σελίδων, θα συνεχιστεί)