Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Επιστροφή του Αθ. Σκουρτανιώτη στα Δερβένια-Οργάνωση στις νέες συνθήκες-Η μάχη στη μονή Οσίου Μελετίου

.


(Ομέρ Βρυώνης)


«ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ» ΣΤΑ ΔΕΡΒΕΝΙΑ

Δε γνωρίζουμε πόσο έμεινε ο Σκουρτανιώτης στην Αθήνα και στη πολιορκία της Ακρόπολης. Ο καπετάνιος δεν είχε ποτέ κάποιον ιστορικό κοντά του να ανιστορεί τα καθημερινά καθέκαστα και έτσι, ό, τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε για την στρατιωτική του πορεία, μπορούμε να τα εξάγουμε μονάχα από σκόρπια σημεία του Βαγιάννη, του Τσεβά, του Μακρυγιάννη, από τις επιστολές του ίδιου του Σκουρτανιώτη και γενικότερα από την μελέτη των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε χρονιάς του πολέμου. Λαμβάνοντας φυσικά υπ’ όψη, την ιδιαιτερότητα του τόπου που εκ των πραγμάτων τάχθηκε εκείνος να φυλά. Των Δερβενίων. Είναι για μένα σα να έχω ελάχιστα κομμάτια ενός σπασμένου μα πολύτιμου αγγείου. Τα τοποθετώ στη θέση τους σκιαγραφώντας τα κενά, προσπαθώντας συνάμα να μειώσω στο ελάχιστο την συμμετοχή της αυθαιρεσίας στο όλο εγχείρημα. Σε αυτό το σημείο, ας μου συγχωρεθούν τα όποια λάθη.
Ένα άλλο ερώτημα επίσης που μπορεί να τεθεί, είναι πόσοι ήταν οι άνδρες που τον ακολούθησαν στην Αττική και στην αρχή της επανάστασης. Αποδείξεις πάλι δεν έχουμε. Αν λάβουμε υπ’ όψη μας όμως, πως ο Σκουρτανιώτης διέθετε ήδη ένα απόσπασμα που μπορούσε να φτάσει τους 100 άνδρες κάτω από ειδικές συνθήκες και αν λάβουμε επίσης υπ’ όψη τον ενθουσιασμό που εκείνες τις ημέρες κυριαρχούσε -η Πελοπόννησος και η Στερεά βρίσκονταν υπό επαναστατικό πυρετό- μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε πως γύρω από τον Σκουρτανιώτη συνάχτηκαν γρήγορα από τα Δερβενοχώρια, τη Λιάτανι, το Σχηματάρι και τη Τανάγρα 150 άντρες τουλάχιστον. Αφού όρισε προφυλακές στα Δερβένια για να έχει μάτια και πληροφορίες, κατηφόρισε στην Αττική το πρώτο δεκαήμερο του Απρίλη και ενώθηκε με τον Χατζη-Μελέτη Βασιλείου υπό τις διαταγές του Δήμου Αντωνίου. Λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων της Αθήνας μέχρι το τέλος περίπου του Απριλίου. Η πόλη των Αθηνών αλώθηκε στις 26 του Απρίλη και οι Τούρκοι κλείσθηκαν στην Ακρόπολη, όπου άρχισαν να πολιορκούνται. Προσωπική μου γνώμη, πως ο Σκουρτανιώτης δεν στάθηκε πολύ στην πολιορκία της Ακρόπολης. Ήδη ο Ομέρ Βριώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ έχουν εισέλθει στην Αν. Στερεά να καταπνίξουν την επανάσταση. Έχει μεσολαβήσει η μάχη της Αλαμάνας και ο θάνατος του Διάκου από τις 23 του Απρίλη 1821, οπότε ο κίνδυνος για τα Δερβενοχώρια είναι μεγάλος. Ο Σκουρτανιώτης σύμφωνα με τη λογική, τέλη Απριλίου, θα πρέπει να επέστρεψε με τους άντρες του στα Δερβένια για να οργανώσει από δω και μπρος τον αγώνα από κει.
Εδώ να πούμε, πως τα Δερβένια που σημαίνουν περάσματα, ήταν από την αρχή της επανάστασης μέχρι το θάνατό του, η αδιαφιλονίκητη δικιά του περιοχή. Κανένας ποτέ δεν αμφισβήτησε την κυριαρχία του εκεί. Γνώριζε τη περιοχή άριστα πριν την επανάσταση και είχε ήδη οργανωμένο δίκτυο πληροφοριών και τροφοδοσίας. Τα Δερβενοχώρια ήταν η φωλιά του αετού. Από κει έλεγχε, νότια τα στενά της Κάζας και το δρόμο προς Ελευσίνα και τον Ισθμό, δυτικά το κάμπο της Θήβας, βόρεια τους Τούρκους της Χαλκίδας, την Αυλίδα και τον Ωρωπό και ανατολικά την δίοδο της Χασιάς στην Αθήνα. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα και πιο νευραλγικά σημεία της Ελληνικής επανάστασης. Από τα Δερβένια περνούσαν ταχυδρόμοι από και προς την Αττική και Πελοπόννησο, περνούσαν τρόφιμα, όπλα, πολεμοφόδια, χρήματα, πολεμιστές. Με αυτά τα δεδομένα, έπρεπε πια ο αρχηγός να καθορίσει την πορεία του από δω και μπρος.
Σε αυτή τη φάση της ελληνικής επανάστασης, δεν υπάρχει κυβέρνηση να συνδυάσει κεντρικά τον αγώνα. Ό, τι γίνεται, είναι προσωπικές ή συνδυασμένες αποφάσεις πρώην αρματολών, κλεφτών και καπεταναίων με τους δημογέροντες, τους προκρίτους και τον ξεσηκωμένο λαό. Σε αυτό το νευραλγικό σημείο λοιπόν, ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει ότι πρέπει πια να οργανωθεί βάση των καινούριων δεδομένων. Δεν είναι πια ο αρχηγός ενός αποσπάσματος που σκοπός του είναι η διατήρηση της ειρήνης. Βρίσκεται πια σε πόλεμο και πρέπει να συντονιστεί στις νέες συνθήκες. Αντιλαμβάνεται από την αρχή, πως η περιοχή που εκ των πραγμάτων τάχθηκε να φυλάει, έχει μια σπάνια ιδιαιτερότητα, σχετικά με άλλες περιοχές. Τον θέλει πάντα εκεί. Δε του αφήνει πολλά περιθώρια ελευθερίας και απομάκρυνσης. Πρώτον γιατί στα Δερβενοχώρια υπάρχει πάντα μεγάλος αριθμός άμαχου πληθυσμού και γυναικόπαιδα. Ο Σκουρτανιώτης ήταν ο εκ φύσεως προστάτης τους και οι Τούρκοι της Χαλκίδας πάντα κοντά. Δεύτερον γιατί ως ο μοναδικός ανατολικά συγκοινωνιακός κόμβος τα Δερβένια, που ενώνουν Ρούμελη με Πελοπόννησο, χρειαζόταν έναν ικανό καπετάνιο που να μην απομακρύνεται απ’ αυτήν, όχι μόνο για να την διατηρεί συνεχώς ελεύθερη, αλλά για να εκμεταλλεύεται άριστα τα πλεονεκτήματά της (κλέψιμο αλληλογραφίας εχθρού, επίθεση σε εφοδιοπομπές, παρατήρηση δυνάμεων του εχθρού, εξασφάλιση φίλιων επικοινωνιών, ροή πολεμοφοδίων πληροφοριών, τροφίμων κτλ). Ο Σκουρτανιώτης ήταν με λίγα λόγια, ο φυσικός προστάτης των Δερβενίων και αυτό ακριβώς, του αποστερούσε το δικαίωμα απομάκρυνσής του από αυτά. Ο Σκουρτανιώτης δεν είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων μέσα στην Ελληνική επανάσταση, όπως άλλοι καπεταναίοι και οπλαρχηγοί που εμφανίζονται πότε στο Μεσολόγγι, πότε στην Άμφισσα, πότε στην Αθήνα και πότε στη Πελοπόννησο. Εκ των πραγμάτων ήταν ταγμένος να φυλάει τα Δερβένια, όπως τόσο εύστοχα έχει παρατηρήσει και ο Φανόπουλος. Το σχοινί στο πόδι του καπετάνιου ήταν κοντό.
Το «εκ των πραγμάτων» στα Δερβένια όμως, σημαίνει και άλλα πράγματα. Σημαίνει και έναν ιδιαίτερο καπετάνιο. Η δύναμη των αντρών του, με βάση τον πληθυσμό των Δερβενοχωρίων και των γειτονικών χωριών, δε θα μπορούσε ποτέ να ξεπεράσει τους 300 κι αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιδρομών που θα πολεμούσαν ίσως ακόμα και ηλικιωμένοι. Η δύναμη κρούσης του Σκουρτανιώτη υπό κανονικές συνθήκες δε θα μπορούσε να είναι πάνω από 100 ή 150 άτομα. Αυτό το όριο, του στερούσε το δικαίωμα επιλογής μιας ‘’μεγάλης μάχης’’ με σοβαρό αντίκτυπο στην ελληνική επανάσταση. Η μόνη διέξοδός του, ήταν ο ανταρτοπόλεμος, η παρακολούθηση του εχθρού και μεταφορά πληροφοριών. Αυτό όμως το μειονέκτημα, η αποστέρηση δηλαδή παραπάνω φιλοδοξιών, καθώς και η στέρηση ελευθερίας δράσης σε όλη την επικράτεια της επαναστατημένης Ελλάδας, μπορεί να ερμηνευτεί και ως τροχοπέδη στη παραπέρα στρατολόγηση ακόμα κι αν υπήρχε μια τέτοια δυνατότητα. Πολλοί πολεμιστές από τα Δερβενοχώρια και τα γειτονικά χωριά, αν είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στον Σκουρτανιώτη που ήταν ταγμένος στα Δερβένια και σε κάποιον άλλον οπλαρχηγό που είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων και μεγαλύτερα σχέδια, πιθανόν να προτιμούσαν για τυχοδιωκτικούς λόγους και από φιλοδοξία τον δεύτερο. Αλλά απέναντι σε αυτό το μειονέκτημα προτάσσει την χαρισματική του προσωπικότητα που τον κάνει αγαπητό στους περισσότερους. Και έτσι προσελκύει το μάχιμο αντρικό δυναμικό της περιοχής κάτω από τις διαταγές του. Προσαρμόζει τη δομή και την οργάνωση της δύναμής του με βάση την κατάσταση που αντιμετωπίζει κάθε φορά, εκμεταλλευόμενος τη μορφολογία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής. Δεν έχει συνήθως τη δύναμή του συγκεντρωμένη όλη μαζί, εκτός και αν έχει αποφασίσει να λάβει μέρος σε μεγαλύτερη μάχη. Κρατά μια δύναμη είκοσι ή τριάντα αντρών γύρω του και έχει τις υπόλοιπες ομάδες διασπαρμένες στα διάφορα χωριά. Βρίσκεται πάντα σε επαφή με αυτές τις ομάδες και με ένα του σύνθημα μέσα σε δύο το πολύ ώρες, μπορεί να συγκεντρώσει μια δύναμη 150 ανδρών. Οι διασπαρμένες ομάδες είναι επιφορτισμένες με διάφορα καθήκοντα, παρακολούθησης του εχθρού, ελέγχου των διόδων, μεταφέρουν μηνύματα, τρόφιμα, χτυπάνε εφοδιοπομπές ή ταχυδρόμους του εχθρού. Και φυσικά ενημερώνουν ανά πάσα στιγμή για τα τεκταινόμενα τον αρχηγό. Με αυτό τον τρόπο η δύναμή του είναι ελαστική, πολύφθαλμη και σχεδόν «αόρατη» στον εχθρό. Δεν υπάρχει συγκεντρωμένο στράτευμα που το βλέπει ο εχθρός να το αντιμετωπίσει, παρά μικρές ομάδες που χτυπούν αιφνιδιαστικά κι εξαφανίζονται στα όρη. Μα όλες αυτές οι ομάδες, έχουν ένα κέντρο. Τον αρχηγό.
Αυτό τον τρόπο οργάνωσης επιλέγει ο Θανάσης Σκουρτανιώτης και έτσι θα πορευτεί με απόλυτη επιτυχία τα επόμενα χρόνια, παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει από καιρό σε καιρό.
Ας επιστρέψουμε όμως στα γεγονότα.
Ο Ομέρ Βριώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ, βρίσκεται προ των πυλών. Πρώτο μέλημα του Σκουρτανιώτη από τη στιγμή που επέστρεψε από την Αθήνα εξ’ αιτίας του κινδύνου, να έρθει σε επαφή αυτές τις καίριες στιγμές, με τους δυτικούς καπετάνιους Διοβουνιότη, Πανουριά, Ανδρούτσο, που βρίσκονται στο δρόμο των δύο Τούρκων πασάδων. Αγγελιοφόροι μεταφέρουν τα τεκταινόμενα από εκεί και αυτός με τη σειρά του ειδοποιεί καπεταναίους στην Αττική και τη Πελοπόννησο. Μέσω των Δερβενίων, με ταχύτατο ρυθμό για την εποχή, οι καπεταναίοι της Πελοποννήσου, γνωρίζουν τι συμβαίνει ανά πάσα στιγμή στη Ρούμελη και το αντίστροφο. Αφού ο Σκουρτανιώτης οργανώνει και εξασφαλίζει την επικοινωνία μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων, στρέφει τα μάτια του στον Εύριπο και τη Χαλκίδα. Στο απόρθητο φρούριο των Τούρκων –που υπάρχει ακόμη και σήμερα- στο Καράμπαμπα. Οι Τούρκοι του Καράμπαμπα έχουν ισχυρή δύναμη. Χαρακτηριστικό είναι, το ότι μέχρι το τέλος του πολέμου το 1829 το φρούριο του Καράμπαμπα δεν έπεσε. Ούτε καν μετά τη μάχη της Πέτρας. Ήταν ένας θύλακας που κράτησε μέχρι το τέλος. Παραδόθηκε ειρηνικά, αφού υπογράφηκαν οι συνθήκες ανεξαρτητοποίησης της Ελλάδας. Μέγιστος κίνδυνος λοιπόν για την ελληνική επανάσταση, ήταν το φρούριο του Ευρίπου, που η δύναμή του θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην επανάσταση. Κι ο Σκουρτανιώτης το γνώριζε αυτό. Από τη πρώτη στιγμή λοιπόν μέχρι τον θάνατό του όπως θα δούμε, ανοίγει ένα λυσσαλέο πόλεμο με τους Τούρκους της Χαλκίδας. Ορίζει προφυλακές, τους παρακολουθεί, γνωρίζει, πόσοι είναι, τι κάνουν και όταν εξορμούν τους επιτίθεται με ανταρτοπόλεμο και αν είναι μικρά αποσπάσματα τα αποδεκατίζει.
Αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμη μέχρι εκεί.
Προς το παρόν, ορίζει προφυλακές για να τους παρακολουθεί. Ο μεγάλος κίνδυνος για την ώρα, βρίσκεται δυτικά και έχει ενημερώσει γι’ αυτό το κίνδυνο τους Πελοποννήσιους, που μαθαίνουν για το κατόρθωμα του Ανδρούτσου στη Γραβιά, που αναπτέρωσε μεν το ηθικό των Ελλήνων, που στοίχισε στους Τούρκους 300 περίπου νεκρούς, που καθυστέρησε λίγες ημέρες, αλλά δεν κατόρθωσε να σταματήσει την επέλαση των δύο πασάδων που έχουν αλώσει και ανακαταλάβει ήδη τη Λιβαδειά. Ο Σκουρτανιώτης στέλνει στους Πελοποννήσιους για βοήθεια και μαθαίνει από εκείνους για το κατόρθωμα του Κολοκοτρώνη στο Βαλτέτσι στις 13 Μαίου και την αρχή της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Το σύνθημα είναι πως αν δεν αναχαιτιστούν οι Τούρκοι στη Στερεά, θα πάει χαμένο και το Βαλτέτσι και η πολιορκία της Τρίπολης. Οι Πελοποννήσιοι αποφασίζουν τελικά να στείλουν βοήθεια.
«…Ταύτα μαθαίνοντες οι εν Τρίπολει Έλληνες, έσπευσαν να ενισχύσωσι τον εν Βοιωτία διεξαγόμενον αγώνα, εκ της επιτυχίας του οποίου εξηρτάτο η ιδία των ασφάλεια…» γράφει ο Τσεβάς.
Έρχεται ο Νικηταράς και ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με αξιόλογη δύναμη. Ο Σκουρτανιώτης τους ενημερώνει και οι δύο Πελοποννήσιοι συνεχίζουν δυτικά. Πηγαίνουν Λιβαδειά να βοηθήσουν, εκτιμούν τη κατάσταση και στέλνουν αγγελιοφόρους για παραπάνω βοήθεια. Τσαλαφατίνος και Κυριακούλης Μαυρομιχάλης έρχονται από τη Πελοπόννησο και συναντούν τον Σκουρτανιώτη στα Δερβενοχώρια. Εκείνος τους ενισχύει με Δερβενοχωρίτες και αναχωρούν δυτικά. Ο Σκουρτανιώτης μένει στα Δερβένια για να ελέγχει τα σημαντικά στενά και τους Τούρκους της Εύβοιας.


Η μάχη της μονής οσίου Μελετίου

Ο Ομέρ Βριώνης όμως επελαύνει. Οι δυτικοί οπλαρχηγοί αν και ενισχύθηκαν από Πελοποννήσιους δεν μπορούν να τον συγκρατήσουν. Φτάνει στη Πέτρα, τη Θήβα και κατευθύνεται στα στενά της Κάζας ενώ οι Έλληνες σε αυτή την επέλαση διασκορπίζονται και υποχωρούν. Ο Σκουρτανιώτης ενώνεται με τους Πελοποννήσιους που έχουν υποχωρήσει και αυτοί σε Κριεκούκι και Κάζα διά μέσου των Θεσπιών. Ο Ομέρ όμως ενισχυμένος από 2.500 με τον Δεμήρ πασά, είναι ασταμάτητος. Περνάει από τη Κάζα και καίει τα Βίλια, ενώ αποσπάσματα Τούρκων χτενίζουν τη περιοχή. Τα Δερβενοχώρια πρώτη φορά μετά από αιώνες, κινδυνεύουν σοβαρά. Αλλά δε κινδυνεύουν μόνο τα Δερβενοχώρια. Πριν από αυτά, στο διάβα ακριβώς των Τούρκων, τρία χιλιόμετρα μετά τη Κάζα, στις παρυφές της Πάστρας είναι η μονή που Σκουρτανιώτης μεγάλωσε. Η μονή του οσίου Μελετίου. Ευτυχώς έχει μεριμνήσει να δημιουργήσει προμαχώνα πάνω από τη μονή. Οι στιγμές είναι δύσκολες. Δε κινδυνεύει μόνο το μοναστήρι, αλλά και τα Δερβενοχώρια με τους άμαχους και τα γυναικόπαιδα. Ο Σκουρτανιώτης οργανώνει την άμυνα του μοναστηριού, με ντόπιους ενώ ζητάει από τους Πελοποννήσιους βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης. Μετά από αυτό, σπεύδει να οργανώσει την άμυνα στα Δερβενοχώρια σε περίπτωση που οι Τούρκοι συνεχίσουν. Μεγάλο απόσπασμα 250 Τούρκων, στρέφεται προς τη μονή. Η μονή υποστηρίζεται από προμαχώνα που μέσα του βρίσκονται 70 Έλληνες. Άλλοι πολεμιστές έχουν κλειστεί μέσα στη μονή να αμυνθούν από εκεί. Οι Τούρκοι αρχίζουν τις επιθέσεις χωρίς αποτέλεσμα. Οι πολεμιστές του προμαχώνα και της μονής αμύνονται γενναία. Οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται γρήγορα πως ο προμαχώνας που βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο τους δημιουργεί πολλά προβλήματα. Τα πυκνά πυρά του των αντρών από εκεί, δε τους αφήνουν να πλησιάσουν στο τοίχος της μονής. Οργανώνουν συντεταγμένη επίθεση στον προμαχώνα, προσπαθώντας να του βάλουν φωτιά. Τη κρίσιμη εκείνη στιγμή, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης που κατείχε άλλη παρακείμενη θέση, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, σπεύδει να βοηθήσει και ενώ οι Τούρκοι είναι απασχολημένοι με τη προσπάθεια κατάληψης του προμαχώνα, τους αιφνιδιάζει μαζί με 20 άντρες. Περνούν με γυμνά τα σπαθιά ανάμεσα από τους Τούρκους και ενισχύουν τόν προμαχώνα. Οι Τούρκοι συνεχίζουν τις επιθέσεις χωρίς αποτέλεσμα. Τέλος, αποφασίζουν να παρατήσουν κάθε προσπάθεια, αλλά με οβούζια και άλλες εύφλεκτες ύλες προκαλούν ζημιές στη μονή.
Οι Τούρκοι δε κατευθύνονται στα Δερβενοχώρια.
Οι Πελοποννήσιοι που είχαν έρθει για βοήθεια, επιστρέφουν στη Πελοπόννησο και οι Έλληνες επαναστάτες αποσύρονται στα όρη. Ο Ανδρούτσος προσπαθεί να ανακόψει τις συγκοινωνίες των Τούρκων μεταξύ των πόλεων της Λιβαδειάς και της Λαμίας.
Ο Ομέρ Βριώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ, αφού διασκορπίζουν τους επαναστάτες, επιστρέφουν στη Θήβα, αναμένοντας τον Βεϋράν πασά με δύναμη 8.000 ανδρών. Το δρόμο όμως του Βεϋράν τον ανακόπτουν στη λεωφόρο Βασιλικών στη Λαμία οι Γκούρας, Διοβουνιώτης, Πανουριάς, Καλύβας και άλλοι, όπου και τον νικούν παίρνοντας πολλά λάφυρα.
Ο Ομέρ Βριώνης αφήνει υπέυθυνο σε Θήβα και Λιβαδειά τον Κιοσέ Μεχμέτ και αναχωρεί για την Έυβοια.