...κρίνω περιττόν να αναφέρω τον ένθερμον ζήλον, και τας όσας κατά δύναμιν εκδουλεύσεις εδυνήθην να προσφέρω εις την πατρίδαν και εις όσον καιρόν εφύλαττον τον τόπον θηβών δεν απετόλμησε ο εχθρός να κάμη την παραμικράν καταδρομήν. σπεύδω λοιπόν να προσφέρω και αύθις εις την σεβαστήν διοίκησιν τον ίδιον ζήλον μου και επειδή ο εχθρός καθημερινώς λεηλατεί και αιχμαλωτεί τους αδελφούς μας και ο τόπος επαπειλείται από μέγαν κίνδυνον... να δυνηθώ να προφθάσω τους δυστυχείς αδελφούς μας από τον επαπειλούμενον κίνδυνον. μ' όλον ότι εισέτι δεν ημπορώ να ησυχάσω από τους δριμυτάτους πόνους της πληγής μου, δε βαστά η ψυχή μου να βλέπω τους αδελφούς μας να αιχμαλωτούνται αδίκως...

αθανάσιος σκουρτανιώτης

ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ


Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

ΒΙΝΤΕΟ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΩΤΗΡΑ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ





Η λήψη έγινε το καλοκαίρι του 2008

Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821



Δεν είμαι ιστορικός. Σε όλη μου την ζωή μέχρι σήμερα, προσπαθούσα απλά να είμαι ένας υποφερτός λογοτέχνης. Η ενασχόλησή μου με την ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821, είχε την αιτία της σε ένα προσωπικό χρέος. Στην αναζήτηση της αλήθειας για την ζωή και τον θάνατο ενός προγόνου μου. Του οπλαρχηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτη που έδρασε στην ανατολική κυρίως Στερεά, από την αρχή της επανάστασης του 1821 μέχρι στις αρχές Νοεμβρίου 1825, όπου σε μια απέλπιδα μάχη στο Μαυρομάτι Θηβών εναντίον εξακοσίων περίπου Τούρκων πεζών και ιππέων, έχασε την ζωή του σε ολοκαύτωμα μέσα σε μια εκκλησιά, μαζί με τους σαράντα πέντε συντρόφους του. Η έρευνα για την ζωή και τον θάνατο του στρατηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτη που άρχισε το 2007, με μύησε αργά αλλά σταθερά στα μυστικά και στην γοητεία αυτής της ένδοξης εποχής, την οποίαν μπορώ πια να πω μετά από οκτώ χρόνια έρευνας, πως την ερωτεύτηκα. Ερωτεύθηκα την αυθεντικότητα και την αλήθεια της. Την αρχέγονη δυναμική της.  
Το 2010 περίπου, συνέβη κάτι σημαντικό και απ’ αυτήν την άποψη υπήρξα πολύ τυχερός.  Άνοιξαν τα Γενικά Αρχεία του Κράτους στο διαδίκτυο. Μπορούσε πια κανείς από το σπίτι του, να βυθιστεί στον ωκεανό των εγγράφων του αγώνα του 1821 και να ξαναζωντανέψει λεπτομέρειες από τις μικρές και μεγάλες στιγμές αυτής της εποχής. Επιχείρησα λοιπόν αυτή τη βουτιά, με κύριο προσανατολισμό την αρχική έρευνά μου για τον πρόγονό μου οπλαρχηγό, αλλά παράλληλα ανέσυρα από τα βάθη αυτού του απέραντου ωκεανού των εγγράφων, επιστολές διάφορες από την αρχική μου πρόθεση, οι οποίες όμως μου έκαναν για κάποιο λόγο εντύπωση. Στην πορεία, συνειδητοποίησα πως είχα συνάξει έναν μικρό θησαυρό από τέτοιες επιστολές, που μπορεί να μην είχαν καμιά σχέση με τον στρατηγό Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, μπορούσαν όμως ανεξάρτητα ιδωμένες, να αποτελέσουν μια ξεχωριστή, πολύ ενδιαφέρουσα εργασία που μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια τέτοια «παράπλευρη απώλεια» μακριά από τις αρχικές μου προθέσεις. 
Η εργασία αυτή, δεν έρχεται να αμφισβητήσει τα μύρια όσα έχουν γραφεί για την ελληνική επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα, αλλά απλά να τα συμπληρώσει. Οποιαδήποτε διάψευση, θα είναι ακούσια και θα στηρίζεται σε αποδείξεις. Γίνεται βέβαια εύκολα κατανοητό, πως πρόκειται για μια πρωτογενή έρευνα στην οποία προσπάθησα να χρησιμοποιήσω τη μέθοδο της αναπαρθένευσης. Τούτο σημαίνει, πως προσπάθησα να ξεχάσω όσα είχα διαβάσει και ήξερα από άλλα βιβλία, ώστε να αφήσω τα αυθεντικά έγγραφα να με διδάξουν τη δική τους αλήθεια.  Έτσι έχουμε μια εργασία, που διηγείται τα πράγματα με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο, πλησιάζει λεπτομέρειες της ιστορίας, αφήνοντας να εννοηθεί το γενικό και μένει πια στον αναγνώστη να αξιολογήσει αυτήν την προσπάθεια. Και όχι μόνο. Να βοηθήσει τους ιστορικούς μας στον αγώνα τους να πλησιάσουν όσο το δυνατόν περισσότερο στην αληθινή εικόνα του 1821. Ελπίζω βέβαια, να αξιολογηθεί με επιείκεια μια ιστορική εργασία ενός μη ιστορικού, που δε γνωρίζει τους επιστημονικούς τρόπους να αξιοποιήσει καλύτερα τα στοιχεία και τα ευρήματα της έρευνάς του.  
Στο θέμα μας τώρα.
                                                                       
Θέλω να εκφράσω εξ’ αρχής μια άποψη που ίσως θεωρηθεί αναθεωρητική αλλά δεν είναι. Εξ' άλλου πάντα βλέπω με κάποια επιφύλαξη τους αναθεωρητές διακρίνοντας στο έργο τους πολλές φορές, όχι τόσο την αγάπη για την αλήθεια, αλλά την ανάγκη τους να εξυπηρετήσουν μέσω της ιστορίας , την ιδεολογία τους. Η άποψη που θα παραθέσω αμέσως, δεν έχει προέλθει από μιαν ανόητη επιθυμία να πάω κόντρα στις διαμορφωμένες απόψεις, ούτε για να πω κάτι εντυπωσιακό ώστε να τραβήξω την προσοχή. Έχει προέλθει από το κουραστικό και πολλές φορές επώδυνο σκύψιμο, πάνω στις αυθεντικές επιστολές των Γενικών Αρχείων του Κράτους. 
Σε αντίθεση λοιπόν με την επικρατούσα άποψη, πιστεύω πια πως τις παραμονές του εθνικού αγώνα του 1821, η Ελλάδα δεν ήταν μια φτωχή αλλά μια ευημερούσα χώρα, η οποία στηριζόταν σε έναν αξιοθαύμαστο παραγωγικό ιστό.  Σε όλη την επικράτεια υπήρχαν ευημερούντα χωριά με σχετικά μεγάλο αριθμό κατοίκων που δε μαστίζονταν από την αστικοποίηση και τη φυγή και πόλεις με σχετικά μικρό αριθμό κατοίκων σε σχέση με τις σημερινές, αλλά όμορφες, υποφερτές και ευημερούσες. Στα χωριά οι οικογένειες ήταν συνήθως αγροτοκτηνοτροφικές, αλλά και ψαράδες, διατηρούσαν δηλαδή είτε κτήματα, είτε κοπάδια,  είτε ένα μικρό καϊκι και κάθε οικοκυριό είχε μεγάλον βαθμό αυτονομίας, αφού εκτός από τα αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα που ήταν συνήθως σε μεγάλο βαθμό εξασφαλισμένα, διατηρούσε στην αυλή του φούρνο για να ψήνει τα ψωμιά του, τζάκι μέσα στο σπίτι για να ζεσταίνεται και να ψήνει τα φαγητά , αργαλειό για να φτιάχνει τα υφαντά και τα ρούχα του και διάφορους τεχνίτες εντός του χωριού, σιδεράδες, παπουτσήδες, καρνάγια, που  κάλυπταν οποιαδήποτε ανάγκη.  Οι πόλεις από την άλλη, συγκέντρωναν  τον αστικό πληθυσμό,  τα εργοστάσια ή τις βιοτεχνίες της εποχής, μεγάλα υφαντουργεία, οπλουργεία και διαφόρων ειδών μαγαζιά και εργαστήρια. Τις πόλεις και τα χωριά ένωναν δρόμοι και μονοπάτια της εποχής, όπου έμποροι με άμαξες, ιππείς, αλλά και στρατολάτες, μετέφεραν παντού προϊόντα και υπηρεσίες. Τα λιμάνια έσφυζαν από ζωή και εμπορεύματα, υπήρχαν ελληνικά ναυπηγεία, αλυκές, τελωνεία μέχρι ιχθυοτροφεία! Ναι καλά διαβάσατε, στην Ελλάδα του 1821, υπήρχαν ακόμη και ιχθυοτροφεία. Η κάθε περιφέρεια διατηρούσε τα συγκριτικά οικονομικά της πλεονεκτήματα, η Λειβαδιά στο βαμβάκι και τα υφαντά, η Θήβα στο μετάξι, τα ορεινά ακόμη Δερβενοχώρια που εκτείνονταν τότε από την βόρεια πλευρά του Κιθαιρώνα προς την Θήβα, μέχρι τα Μέγαρα και την Κόρινθο, είχαν αξιοζήλευτη κτηνοτροφία, έπαιρναν κάθε χρόνο δασμούς από επιχειρηματίες που νοίκιαζαν τα δάση και εκμεταλλεύονταν το ρετσίνι, δασμούς ακόμη κι από βελανίδια ή είχαν αξιολογότατες οικονομικές απολαβές λόγω προστασίας σε ταξιδιώτες και εμπορεύματα που διέσχιζαν τα επικίνδυνα δερβένια για να βγουν ασφαλείς στην Αθήνα ή την Πελοπόννησο, η οποία Πελοπόννησος, είχε και αυτή με την σειρά της περιοχές με σημαντικότατα οικονομικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Το Αιγαίο και όλη την Μεσόγειο,  όργωναν καθημερινά ελληνικά πλοία, μεταφέροντας παντού και φέρνοντας από παντού χιλιάδες διαφορετικά εμπορεύματα. Στην Ελλάδα λοιπόν του 1821, υπήρχε έναν αξιοθαύμαστος παραγωγικός ιστός με εκατοντάδες μαστορικές και τέχνες, οι οποίες σήμερα είναι δυστυχώς χαμένες. Όλα αυτά βέβαια δε σημαίνουν, πως η ευημερία αυτή οφειλόταν στο διοικητικό σύστημα των Οθωμανών οι οποίοι τελικά δεν ήταν, παρά εντελώς αδιάφοροι απέναντι σε όλα αυτά. Το μόνο που τους απασχολούσε ήταν η δεκάτη. Ή το τριτοδέκατο. Η ευημερία, ήταν καθαρό επίτευγμα των Ελλήνων, που απέδειξαν πως κάτω από ζυγό και κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες, μπορούσαν να επιβιώνουν, να αναπτύσσονται και να ευημερούν. 
Τις παραμονές της ελληνικής επανάστασης οι Έλληνες διατηρούσαν δικαίωμα μικρής ή μεσαίας ιδιοκτησίας απέναντι σε μια οριζόντια Οθωμανική αυτοκρατορία, που είχε υπο την κατοχή της αρκετά και τα εύφορα κτήματα, τα οποία είτε τα καλλιεργούσαν οι ίδιοι, είτε τα ενοικίαζαν στους χριστιανούς Έλληνες και ζητούσαν από αυτούς, το ανάλογο μερίδιο απ’ όλες αυτές τις δραστηριότητες. Η φορολογία δεν ήταν εξοντωτική. Στις περιπτώσεις που τα κτήματα ήταν τούρκικα και τα καλλιεργούσαν Έλληνες, έπρεπε να αποδοθούν τα τρία δέκατα στους Οθωμανούς, στην περίπτωση που τα κτήματα ήταν ελληνικά, έπρεπε να αποδοθεί το ένα δέκατο. Έχω στα χέρια μου έγγραφα μάλιστα μετά την επανάσταση, που κάτοικοι κάποιων περιοχών, διαμαρτύρονται για την φορολογία που επιβάλλει η προσωρινή κυβέρνηση μετά την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου τον Ιανουάριο του 1822, λέγοντας χαρακτηριστικά πως ''ούτε επί Τουρκίας δίδαμε τόσα πολλά''. Τι σημαίνει όμως ο όρος «οριζόντια»; Σε πολλούς ξένους περιηγητές, έκανε εντύπωση το γεγονός, πως οι Τούρκοι τους υποδέχονταν στα πλούσια δώματά τους, ξαπλωμένοι στα ντιβάνια, καπνίζοντας αργιλέδες. Τους υποδέχονταν δηλαδή σε οριζόντια στάση. Ένδειξη καλοπέρασης, αλλά και μαλθακότητας. Με λίγα λόγια, ένδειξη παρακμής. Κι αν οι προεστοί και οι κοτζαμπάσηδες είχαν υιοθετήσει τον ίδιο τρόπο ζωής με την ανώτερη τάξη των Τούρκων, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ήταν όρθιοι, ζωντανοί και δραστήριοι. 
Η Ελληνική επανάσταση λοιπόν, δεν ήταν αποτέλεσμα απόγνωσης αβράκωτων. Δεν ήταν αποτέλεσμα απόγνωσης πεινασμένων και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να την εξηγήσουμε με όρους Γαλλικής επανάστασης.  Ο Μακρυγιάννης όταν πήρε τα όπλα, ήταν ένας αρκετά ευκατάστατος Έλληνας, που είχε κατορθώσει από το τίποτα μέσα στην Τουρκοκρατία, να γίνει έμπορος δημητριακών και να δημιουργήσει πολύ νέος ακόμη, μια μικρή περιουσία. Γιατί πήρε τα όπλα ο Μακρυγιάνννης; Γιατί τα πήρε ο Ανδρούτσος, που όπως ο ίδιος ομολογεί, πλούτιζε επί Τούρκων; Γιατί πείστηκαν ακόμη και οι προύχοντες και κοτζαμπάσηδες Μαυρομιχαλαίοι να ξεκινήσουν την επανάσταση; Οι Σισίνηδες; Οι Νοταράδες; Αν προσπαθήσουμε λοιπόν να εξηγήσουμε τα πράγματα με όρους «Γαλλικούς» θα φτάσουμε σε αδιέξοδα. Επαναστάσεις, δεν κάνουν μόνον οι πεινασμένοι. Και η ελληνική επανάσταση, το αποδεικνύει περίτρανα αυτό. Γιατί ήταν αποτέλεσμα ενσυναίσθησης ανωτερότητας και δύναμης, απέναντι σε μια οριζόντια Οθωμανική αυτοκρατορία. Η ελληνική επανάσταση ήταν εξέγερση όρθιων και ζωντανών νοικοκυραίων, μικρονυκοκυραίων, αλλά και πιο φτωχών που συνειδητοποίησαν ξαφνικά, πως δεν είχαν κανέναν λόγο πια να χαλιναγωγούνται με οποιονδήποτε τρόπο από τους Τούρκους. Η ελληνική επανάσταση, ήταν ο ξεσηκωμός ενός έθνους, να αποκτήσει ξανά την αυτονομία και την ταυτότητά του, να πιάσει ξανά το χαμένο νήμα και να ενωθεί με την ιστορική του μνήμη.  Γατί πάνω απ' όλα η επανάσταση του 1821, ήταν επανάσταση ιστορικής μνήμης.   

                                                                                                              
Δεν ξέρω επίσης, ποια εμμονή μας θέλει τόσα χρόνια να προσπαθούμε να αποδείξουμε πως η επανάσταση του 1821 ήταν αποτέλεσμα μια αφόρητης τυραννικής κατάστασης. Μιας απίστευτης καταπίεσης. Αέναες συζητήσεις για το αν υπήρχαν ή όχι τα κρυφά σχολειά, για το αν οι Τούρκοι ήταν ή δεν ήταν σκληροί δυνάστες. Αν δηλαδή δεν ήταν τόσο σκληροί δυνάστες, δε θα έπρεπε να γίνει η ελληνική επανάσταση; Δε θα έπρεπε να αυτονομηθούμε σαν έθνος; Δε θα έπρεπε να ενωθούμε ξανά με την ιστορική μας μνήμη; Δηλαδή αν βρούμε ένα έγγραφο που να λέει πως η Σχολή της Δημητσάνας λειτουργούσε ελεύθερα 60 ή 70 τουλάχιστον χρόνια πριν τον ξεσηκωμό, τι σημαίνει αυτό; Πως οι Τούρκοι ήταν ήπιοι και δεν έπρεπε να ξεσηκωθούμε εναντίον τους; Αστεία πράγματα αλήθεια, μα κάποτε θα πρέπει  να ωριμάσουμε. Ο Τουρκικός ζυγός έπρεπε να αποτιναχτεί, γιατί έτσι ή αλλιώς οι Τούρκοι δυνάστευαν έναν λαό που η λαμπρή ιστορική του μνήμη –η μακροβιότερη του κόσμου- είναι ένα αθάνατο δέντρο που έχει ρίζες προϊλιαδικές, ομηρικό κορμό, κλασσικά αρχαιοελληνικά κλαδιά και βυζαντινά άνθη. Οι δε καρποί του, είναι διασπαρμένοι σε ολόκληρο τον κόσμο. Γι’ αυτό, η ελληνική επανάσταση απέναντι στους Οθωμανούς, δε θα πρέπει να συνδέεται με τον βαθμό της καταπίεσης των Οθωμανών απέναντι στους Έλληνες. Πρέπει να σταματήσει αυτό το ιστορικό λάθος. Η ελληνική επανάσταση, ήταν έτσι κι αλλιώς, ένα ιστορικό καθήκον, μια νομοτέλεια, μια αναπόφευκτη ειμαρμένη. Κοντολογίς, δεν ήταν μια αντίδραση απελπισίας απεγνωσμένων σκλάβων, αλλά αποτέλεσμα ενσυναίσθησης μιας τεράστιας δυναμικής και προοπτικής…
Ήταν όλα τόσο παραδείσια όμως στην Ελλάδα, τις παραμονές της επανάστασης; Η οικονομική ευημερία σήμαινε πως οι Έλληνες περνούσαν πλουσιοπάροχα όλοι και ήταν ευτυχισμένοι; Όχι φυσικά. Όσο ψέμα περιέχει ο μύθος της Ψωροκώσταινας, άλλο τόσο ψέμα περιέχει και η άποψη πως οι Έλληνες τις παραμονές της επανάστασης περνούσαν όλοι πλουσιοπάροχα και ήταν ευτυχισμένοι. Εξ’ άλλου, η επιβίωση είναι πάντα δύσκολη, ακόμη και σε περιόδους ευημερίας. Πόσο μάλλον, όταν αυτή η ευημερία συμβαίνει κάτω από το βάρος ενός ζυγού. Όταν αυτή η ευημερία των απλών αγροτών και κτηνοτρόφων, των απλών τεχνιτών και εργατών, των κατόχων μικρών εργαστηρίων, των σκληρά εργαζομένων καπεταναίων και ναυτών, οι κάθετες τάξεις των ανθρώπων της παραγωγής δηλαδή, έπρεπε να θρέφουν και τάξεις που είχαν μάθει να τα περιμένουν έτοιμα. Έλληνες κοτζαμπάσηδες και Τούρκους αξιωματούχους. Όλο το γραφειοκρατικό και διοικητικό σύστημα, από τη μικρή περιοχή του καθενός, μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Μπέηδες, αγάδες και πασάδες, που ζούσαν μέσα στη χλιδή, εξ’ αιτίας της φορολογίας των ανθρώπων της παραγωγής. Και τον στρατιωτικό μηχανισμό που φύλαγε την οριζόντια αυτή τάξη. Στην προκειμένη όμως οι κάθετες τάξεις που κρατούσαν κυρίως το βάρος, ήταν οι χριστιανικές παραγωγικές τάξεις, γιατί οι μουσουλμανικές σήκωναν συνήθως μικρότερα φορτία. Σε πολλές περιπτώσεις βέβαια, υπήρχε αυθαιρεσία των Τούρκων. Σε πάμπολλα έγγραφα λίγο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι Τούρκοι αναφέρονται ως βάρβαροι, ως τύραννοι. Και σε πολλά επίσης έγγραφα φανερώνεται η αλαζονεία τους. Ακόμη και μέσα στην επανάσταση, παρατηρούνται τουρκέματα με τη  βία γυναικών και παιδιών, καταπατήσεις με το ''έτσι θέλω'' αγάδων σε ελληνικά κτήματα και ιδιοκτησίες. Όμως η Οθωμανική αυτοκρατορία, παρά τη βία και την αυθαιρεσία που επιδεικνύει σε πολλές περιπτώσεις, δεν κατορθώνει να κρύψει την παρακμή της. Και οι όρθιοι, δραστήριοι Έλληνες δε θα μπορούσαν να βρουν καλύτερη ευκαιρία για να χτυπήσουν.
Με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, οι Τούρκοι που βρίσκονταν στον ελλαδικό χώρο δεν ήταν πολλοί, αφού ποτέ ουσιαστικά δεν εποίκησαν μαζικά την Ελλάδα, αν και σε αρκετά μέρη της Πελοποννήσου είχαν αρχίσει να σχηματίζονται τούρκικα χωριά.  Βρισκόταν όμως ο γραφειοκρατικός και στρατιωτικός μηχανισμός τους, ικανός αριθμός γαιοκτημόνων Τούρκων οι οποίοι είχαν μάλιστα αρχίσει, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο να δημιουργούν  και τούρκικα χωριά, υπήρχαν όμως και κάποιοι Τούρκοι χαμηλής τάξης που δεν ανήκαν ούτε στον γραφειοκρατικό, ούτε στον στρατιωτικό, ούτε στον φεουδαρχικό μηχανισμό, αλλά είχαν έρθει από ανάγκη, τυχοδιωκτισμό ή για άλλους λόγους στον ελλαδικό χώρο, έκαναν διάφορες εργασίες όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες και κάποιοι μάλιστα, συνεργάζονταν ως ισόνομοι συνεταίροι σε μικροεπιχειρήσεις μαζί τους. Όλοι αυτοί οι Τούρκοι λοιπόν με το ξέσπασμα της επανάστασης, κλείστηκαν μέσα στα φρούρια. Στον Εύριπο, στην Κάρυστο, στην Ακρόπολη, στο Ναύπλιο, στην Πάτρα, στην Κόρινθο, στην Τριπολιτσά και αλλού, αφήνοντας πίσω σπίτια, κτήματα, ελαιώνες, αμπέλια, φόρους, προσόδους από αλυκές, έσοδα από τελωνεία και δασμούς, όλον δηλαδή τον οικονομικό μηχανισμό του ελλαδικού χώρου που μέχρι τότε τους έθρεφε. Οι Έλληνες για πρώτη φορά μετά από τετρακόσια χρόνια βρίσκονται μπροστά σε έναν αδιάθετο πλούτο, που όμως για να εξασφαλισθεί θα πρέπει να δημιουργηθεί ελληνικό κράτος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, υψώνεται στη συνείδησή τους, ένας άλλος τύπος ανθρώπου που θα αποτελέσει την επόμενη άμεση περίοδο, τον ήρωα που με τους αγώνες και το αίμα του, θα εγγυηθεί τη δημιουργία αυτού του κράτους. Δεν είναι άλλος από τον Έλληνα πολεμιστή που αναλαμβάνει την ευθύνη να βγάλει τους Τούρκους από τα κάστρα και τα φρούρια και να τους διώξει μια για πάντα από την Ελλάδα. Και όπως είπαμε, υπάρχει ένας αξιοθαύμαστος παραγωγικός ιστός, για να θρέψει, να δυναμώσει και να κρατήσει ζωντανό αυτόν τον πολεμιστή, ώστε να πετύχει τον στόχο του. Κι όμως! Αν ρωτήσεις σήμερα κάποιον για τα οικονομικά της επανάστασης του 1821, το πρώτο που θα του έρθει στο μυαλό, είναι τα αγγλικά δάνεια!  Μένει έκθαμβος όμως κανείς, με τέτοιες χρόνιες διαστρεβλώσεις. Όσο για την ιστορία μας, σε μερικά σημεία, ίσως θα πρέπει να ξαναγραφεί. Τα αγγλικά δάνεια εξανεμίσθηκαν εν μία νυκτί σε λάθος χέρια και μείναμε και χρεωμένοι. Την ελληνική επανάσταση τη γέννησε και την εξέθρεψε στη μεγαλύτερη διάρκειά της, αποκλειστικά ο ελληνικός λαός! Τα έσοδα από τα εθνικά και ιδιόκτητα κτήματα. Οι πρόσοδοι από διάφορες οικονομικές δραστηριότητες. Μόνο η επαρχία Ανδρούσης, μπορούσε να δώσει ετήσιο εισόδημα στο εθνικό ταμείο τριακόσιες χιλιάδες γρόσια! Την ελληνική επανάσταση την εξέθρεψαν οι απλοί χωριάτες αγρότες, που έδιναν αυτοθέλητα ή όχι το σιτάρι και το κριθάρι τους στους πολεμιστές, οι απλοί κτηνοτρόφοι σε όλη την επικράτεια που έδιναν αυτοθέλητα ή όχι το τυρί, το βούτυρο, τα πρόβατα και τα γίδια τους. Ο απλός αγρότης, ο απλός κτηνοτρόφος και ο απλός πολεμιστής, δημιούργησαν αυτό το θαύμα, μόνιασαν, αλλά και συγκρούστηκαν μεταξύ τους, αυτοί άρχισαν και τελείωσαν την ελληνική επανάσταση με ανείπωτο αίμα και πόνο και δε χρωστάμε τίποτα σε κανέναν! Ή αν χρωστάμε, χρωστάμε πολύ λίγα σε σχέση με αυτά που προσπαθούν να μας πείσουν πως χρωστάμε. Είναι πολλοί εκείνοι -και μιλώ για Έλληνες- που μας θέλουν συνεχώς εξαρτημένους στον ξένο παράγοντα, για να απομυζούν ως τσιμπούρια το αίμα αυτής της εξάρτησης. Η γενιά τους μετά τον θάνατο του Καποδίστρια, πάει βασίλειο! Και κάποτε θα πρέπει να τελειώσει αυτό το παραμύθι με το Ναβαρίνο. Πως τάχα οφείλουμε την απελευθέρωσή μας στους ξένους. Οι Έλληνες δε θα είχαν ανάγκη κανένα Ναβαρίνο εάν ντόπιοι και ξένοι πράκτορες είχαν αφήσει τον Καραϊσκάκη να τελειώσει την υπόθεση με τον Κιουταχή στην Αθήνα όπως αυτός ήξερε και δεν του έβαζαν συνεχώς εμπόδια, για να πάμε στην καταστροφική μάχη του Ανάλατου και να διαλυθεί το ελληνικό στρατόπεδο. Για να μη πω για τις βάσιμες υποψίες δολοφονίας του... 





ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Σε αντίθεση με άλλους πολιτισμούς και σε αντίθεση με τα προστάγματα των νέων καιρών, η ουσία του ελληνικού πολιτισμού είναι ατομοκεντρική και  βασισμένη στην ατομική ελευθερία. Οι  Έλληνες ποτέ δεν έπαψαν να οργανώνονται στρατιωτικά, πολιτικά και κοινωνικά  κάτω από αρχηγούς, αλλά χωρίς να χάνουν τα βασικά συστατικά της ατομικής τους ελευθερίας, που ήταν η έκφραση των συναισθημάτων και της γνώμης τους. Ο Αχιλλέας της Ιλιάδας, έχει ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα και τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τον Αγαμέμνονα όταν νιώσει αδικημένος, έχει το δικαίωμα να μαλώσει μαζί του, να τον βρίσει,  να μην υπακούσει και να απέχει από τη μάχη. Ή -για να πάμε σε ένα άλλο παράδειγμα- οι στρατιώτες του Οδυσσέα -που σε όλο το έργο ονομάζονται σύντροφοί και όχι απλοί στρατιώτες- δεν είναι παρακατιανοί.  Είναι ίσοι μεταξύ ίσων, πρώτος δε μεταξύ ίσων ο Οδυσσέας. Πολεμούν και αποφασίζουν μαζί του, μοιράζονται τα λάφυρα και όταν υποψιάζονται άδικα πως στον ασκό του Αιόλου ο Οδυσσέας έχει χρυσάφια και όχι αέρηδες που τα κρατά για τον εαυτό του, άρα ''τους έχει ρίξει'' νομιμοποιούνται όταν αυτός κοιμάται, να ψάξουν τον ασκό με τις γνωστές βέβαια συνέπειες. Έχουν επίσης δικαίωμα και στην παρακοή. Τρώνε τα βόδια στο νησί του Ήλιου, παρά τις αντίθετες διαταγές.
Ο ελληνικός πολιτισμός λοιπόν, είναι βασισμένος στην ατομική ελευθερία (που πολλές φορές υπερβαίνει τα όρια και γίνεται αυθαιρεσία) και διαθέτει επίσης και το χαρακτηριστικό της μέχρι φθόνου ισότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα λίγο αργότερα βέβαια, ο εξοστρακισμός στην αρχαία Αθήνα, αυτών που γίνονταν περισσότερο δυνατοί από τους άλλους. Αντίθετα, σε άλλους πυραμιδικούς πολιτισμούς (Αιγυπτιακό, Περσικό, Κινέζικο) η εξουσία που ασκείται είναι συντριπτική και συνθλιπτική προς τα κάτω. Ο Φαραώ, ο Βασιλέας, ο Αυτοκράτορας, είναι θεοί και η παραμικρή λέξη τους, αδιαμφισβήτητη προσταγή. Ακόμη και στη μεγάλη Ρώμη που υποτίθεται ότι είχε επηρεαστεί από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, ο αυτοκράτορας θεοποιήθηκε. Μονάχα στην Ελλάδα δεν μπέρδεψαν ποτέ τους Θεούς με την κοσμική εξουσία. Χωρίς να χάνουν την αίσθηση της ατομικής ελευθερίας, δεν τόλμησαν ποτέ, ακόμη και οι δυνατότεροι απ' αυτούς, να θεωρήσουν εαυτούς ισάξιους των Θεών. Τούτο όμως το ατομοκεντρικό ελληνικό πνεύμα κάτω από τους Θεούς, έρχεται σε αντίθεση με τα προστάγματα των νέων καιρών.  Απ' ότι δείχνουν τα πράγματα, τα σύγχρονα κέντρα της εξουσίας, επιθυμούν μια οπισθοδρόμηση, ίσως συμφέρει καλύτερα να έχουν να κάνουν, όχι με ατομοκεντρικές κοινωνίες που βασίζονται στον σεβασμό των υποκειμένων και της ατομικής ελευθερίας, όχι με κοινωνίες νοικοκυραίων, αλλά με κοινωνίες μεταναστών-σύγχρονων δούλων. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, το ελληνικό πνεύμα, αυτή η βαθιά ιστορική μνήμη, πρέπει να χτυπηθεί στη ρίζα της. Γιατί αποτελεί ανάχωμα προς αυτήν την κατεύθυνση και το πνεύμα του είναι εχθρός των σύγχρονων επιταγών μιας εξουσίας σκοτεινής δυσκολοψηλάφητης και αόρατης, που σκοπεύει σε ωχρά, αδύναμα και αναλώσιμα υποκείμενα. Αυτή είναι η μάχη που δίδεται τους καιρούς μας ενάντια στον ελληνικό πολιτισμό και σε αυτήν τη μάχη πρέπει να επιστρατευθούμε για να διατηρήσουμε τον όποιον θησαυρό σμιλεύθηκε τόσο υπέροχα τα τελευταία τρεις-τέσσερις χιλιάδες χρόνια, σ' αυτήν την όμορφη γωνιά της γης και έφτασε να επηρεάσει τελικά, ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Ο πάνδημος ξεσηκωμός των Ελλήνων το 1821, απέδειξε τη σημασία της ιστορικής μνήμης ως συνδετικού ιστού ενός έθνους, ακόμη κι όταν εκείνο βρίσκεται για αιώνες κάτω από την κυριαρχία ενός άλλου. Η ιστορική μνήμη αν και άυλη, είναι το σκληρό οστό που συνδέει την απίστευτη ποικιλομορφία των ανθρώπων ενός έθνους μέσα στον χρόνο, πιο σημαντική ακόμη και από το αίμα και από τη γλώσσα και από τη θρησκεία. Και είναι πραγματικά άξιο μελέτης, πώς καταφέρνει να περάσει αλώβητη ακόμη και μέσα από τις σκοτεινότερες εποχές, για να αναστηθεί ξαφνικά στα μυαλά απογόνων, που τινάζονται να την υπερασπισθούν και με τη ζωή τους ακόμη, να πιάσουν το χαμένο νήμα και να ενωθούν μαζί της, παραμερίζοντας κάθε μικρό ή μεγάλο εμπόδιο. Είναι αρχέγονη η ανάγκη κάθε γενιάς να συνδέται με την ιστορική της μνήμη και τους προγόνους της. Από την εποχή των σπηλαίων ακόμη, που τα βράδια μετά από τις περιπέτειες μιας ολόκληρης ημέρας, μαζεύονταν όλοι γύρω από μια φωτιά και οι γεροντότεροι διηγούνταν στους μικρότερους, παλαιές ιστορίες και κατορθώματα των προγόνων στο κυνήγι, μεταλαμπάδευαν δηλαδή αριστοτεχνικά την ιστορική μνήμη σε κάθε γενιά, που την απορροφούσε όπως απορροφά η ξερή γη την πολυπόθητη βροχή.  
Η ελληνική λοιπόν ιστορική μνήμη, είχε περάσει με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο στον  Έλληνα του 1821. Και αυτό δεν ήταν έργο μόνο λογίων. Αν έχει αλήθεια ο εθνικός μύθος του κρυφού σχολειού, αυτή η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς εδώ. Οι ιερείς και στο πιο μικρό χωριό, μετέδιδαν στα παιδιά αυτήν την ''αίσθηση της διαφορετικότητας''  με λίγα λόγια την κοινή ιστορική μνήμη. Και είναι ίσως η στιγμή που επιτέλους ο χριστιανισμός συμμαχεί με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και παραδέχεται το φως του. Γιατί από τα στόματα των ιερέων, ξεπηδούν λέξεις όπως ''Όμηρος'', ''Αχιλλέας'', ''Πλάτωνας'' μόνο και μόνο για να μεταδώσουν τα ισχυρά πρότυπα και να διατηρήσουν την ιστορική μνήμη. Και ήταν αυτή ακριβώς η ιστορική μνήμη που διαχώριζε τον χριστιανό Έλληνα από τον Τούρκο ή άλλους καταπιεσμένους στην Οθωμανική αυτοκρατορία λαούς. Το πώς αυτή η θαυμάσια και ισχυρή ιστορική μνήμη διασώθηκε μέσα στους αιώνες και έφτασε μέχρι το 1821, αποτελεί ίσως αντικείμενο μιας άλλης μελέτης, γεγονός όμως είναι πως και ο πιο αγράμματος Έλληνας του 1821, διέθετε την αίσθηση και την επίγνωση πως συνδεόταν με ένα μεγάλο και ένδοξο παρελθόν και τούτο ακριβώς, ενίσχυε τη θέλησή του να ενωθεί με αυτό το παρελθόν. Από τα στόματα των πολεμιστών του 1821, καθημερινά ακούγονταν τα ονόματα του Αχιλλέα, του Ηρακλή, του Οδυσσέα, του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αλέξανδρου, αλλά όμως και του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Είναι εκπληκτική η ρήση του Κολοκοτρώνη σε διάλογό του με τον ναύαρχο Άμιλτον: ''Ο βασιλεύς μας (εννοώντας τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο) εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα''. Ο Άμιλτον σάστισε. "Ποια φρουρά και για ποια φρούρια μιλάς;" Και ο Κολοκοτρώνης απαντά: ''Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά!''. Εκπληκτική ρήση που διατρανώνει με τον καλύτερο τρόπο την ενότητα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τη συνέχειά του τον Βυζαντινό ελληνισμό, όχι από το στόμα ενός σπουδαγμένου καλαμαρά, αλλά από το στόμα του μεγαλύτερου και σπουδαιότερου αγράμματου πολεμιστή του 1821, που δείχνει πως αυτή η αίσθηση της συνέχειας δεν ήταν μια κατευθυνόμενη αλήθεια επεξεργασμένη σε κέντρα μορφωμένων Ελλήνων, αλλά κοινή συνείδηση του ίδιου του λαού! Και επιμένω σε τούτο, γιατί εδώ και πολλά χρόνια έχει φωλιάσει σαν καρκίνος η άποψη, πως ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, δεν έχει καμιά σχέση με τον Βυζαντινό ελληνισμό, άποψη ανόητη και εντελώς ανιστόρητη, αλλά πάνω απ' όλα καταστροφική γιατί δεν αφήνει τους νεοέλληνες να προχωρήσουν δυναμικά μπροστά, ακριβώς γιατί τροφοδοτεί μια πνευματική εμφύλια διαμάχη ακριβώς στη ρίζα των φτερών του ελληνικού έθνους. Ο βυζαντινός ελληνισμός είναι εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και όχι μια ξαφνική και άδικη διακοπή ή μια συνωμοσία εναντίον του. Αυτό αν κατανοηθεί από όσους  εκούσια ή ακούσια τροφοδοτούν αυτόν τον καρκίνο, τα πνευματικά άλογα του νέου ελληνισμού και τα φτερά του, θα αφεθούν επιτέλους ελεύθερα να δοκιμάσουν τη θέλησή τους στις σύγχρονες προκλήσεις της ιστορίας. Γιατί αυτή τη στιγμή και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, μοιάζουμε ως σύνολο, πνευματικά διχασμένοι. Και αυτό είναι μια καταστροφική τροχοπέδη. Όποτε κάποιοι σπηρουνίζουν τα άλογα ώστε να ξεκινήσουν μπροστά, την ίδια ακριβώς στιγμή κάποιοι τραβάνε τα γκέμια προς τα πίσω! Εκείνοι οι δυτικοαναθρεμμένοι νάρκισσοι λοιπόν, που περνούν τους εαυτούς τους για σπουδαίους και υποκλίνονται μόνο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, οικτίροντας τη συνέχειά του το Βυζάντιο, διαισθάνονται άραγε πόσο κακό κάνουν; Ποιος τους στέρησε την ελευθερία να αγαπούν την αρχαία Ελλάδα; Ποιος τους στέρησε την ελευθερία να αγαπούν το Απολλώνειο ή Διονυσιακό πνεύμα να αγαπούν τους αρχαίους Θεούς και κάθε μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας; Γιατί κατηγορούν συνεχώς τον χριστιανισμό, που είναι εξέλιξη και συνέχεια της αρχαίας θρησκείας και προσπάθησε να διορθώσει αυτά που οδήγησαν σε παρακμή αυτό το μεγαλείο; Έχουν πραγματικά κατανοήσει τι ακριβώς ήταν και είναι ο χριστιανισμός, ή πιστεύουν ακόμη την παιδαριώδη, αφελή όσο και απλοϊκή άποψη, πως ο χριστιανισμός ήταν μια συνωμοσία της Ιερουσαλήμ ενάντια στην αρχαία Αθήνα; Έχουν κατανοήσει πως η παρακμή της αρχαίας Ελλάδας είχε προηγηθεί της εμφάνισης του χριστιανισμού ή επιμένουν ακόμη σε χίμαιρες; Έχουν κατανοήσει πως τα κυριότερα διδάγματα του χριστιανισμού ήταν κατακτήσεις των προσωκρατικών Ελλήνων φιλοσόφων; Έχουν κατανοήσει ότι τον δρόμο για τον χριστιανισμό τον έστρωσε ο Σωκράτης με τον Πλάτωνα γιατί έβλεπαν την παρακμή που ερχόταν ακάθεκτη; Έχουν κατανοήσει πως ο χριστιανισμός ήταν η απάντηση στην αλαζονεία που κατέστρεψε την αρχαία Αθήνα ή θα συνεχίζουν να βουλιάζουν τον εαυτό και το έθνος τους μέσα στη λάσπη μιας διαχρονικής και καταστροφικής συνωμοσιολαγνείας; Έχουν αντιληφθεί πως ο χριστιανισμός ήταν ο ιδιοφυής τρόπος των Ελλήνων να αποδομήσουν την κραταιά και βλάσφημη Ρώμη που είχε φτάσει στην τέλεια ύβρη; Επιτέλους, πότε θα καταλάβουν πως η υπόθεση του χριστιανισμού ήταν μια καθαρά ελληνική υπόθεση;; Πως αν δεν υπήρχαν οι Έλληνες, το όνομα του χριστιανισμού σήμερα θα ήταν μια ανύπαρκτη λέξη; Ως πότε τούτοι οι διχαστές θα τραβούν τα γκέμια προς τα πίσω, καθηλώνοντάς μας κοντά δύο αιώνες στο ίδιο σημείο; Ως πότε θα μπερδεύουν τη γνήσια ουσία του χριστιανισμού με τον φονταμενταλισμό κάποιων στοιχείων του χριστιανικού ιερατείου; 




Ο ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ 1821
ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΗΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΣΤΗΣ

H έκρηξη της επανάστασης του 1821, έφερε στο προσκήνιο τον Έλληνα πολεμιστή, που αναλάμβανε την ευθύνη να αναμετρηθεί με μια αυτοκρατορία -την οποία έτρεμαν ακόμη και οι χώρες της Δύσης- και να πραγματοποιήσει το όραμα της κοινής συνείδησης. Να εκδιώξει από τα ελληνικά χώματα το ξένο σώμα που δεν έδεσε ποτέ με τον τόπο και δεν ήταν άλλο από τους Οθωμανούς. Τρομακτική ευθύνη αλήθεια. Ο Έλληνας πολεμιστής μετατρέπεται από τη μια στιγμή στην άλλη, από έναν απλό υπήκοο-σκλάβο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε έναν Τιτάνα-πολεμιστή-ελευθερωτή, που έπρεπε να παλέψει ενάντιά της και είχε πλήρη συνείδηση της ιστορικής του ευθύνης. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, ήταν και αλαζόνας! Ο προσανατολισμός σαφής. Να εκδιώξει όπως είπαμε τον Τούρκο, αλλά να επωφεληθεί και προσωπικά από αυτήν την εκδίωξη. Και τούτο το τελευταίο, είναι πολύ σημαντικό. Γιατί όσο προσπαθούμε να εξηγήσουμε την ελληνική επανάσταση μονάχα με ιδεαλιστικούς όρους, χάνουμε όχι μόνο την ουσία αλλά και την αλήθεια. Και τούτο, διότι εμμένοντας στην ιδεαλιστική σφαίρα, δε θα κατανοήσουμε και δε θα εξηγήσουμε ποτέ ατομικές συμπεριφορές που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια αυτής της επανάστασης και έχουν να κάνουν όχι μόνο με την αντιμετώπιση πρακτικών καθημερινών προβλημάτων και αναγκών που έπρεπε να λύσουν οι πολεμιστές, αλλά και με την ίδια τους την ιδιοσυγκρασία, η οποία βέβαια δεν ήταν αμιγώς ιδεαλιστική. Ο πολεμιστής του 1821, δεν ήταν ένα άυλο φάντασμα προϊόν μια μεγαλόπνοης ιδέας ή μιας εξωραϊσμένης εικόνας των απογόνων του. Ήταν ένας άνθρωπος πραγματικός, υλικός, με ανάγκες, ελαττώματα και προτερήματα αναγκασμένος και κείνος  να πορευθεί από τη χώρα του ''εγώ'' στην μακρινή χώρα του ''εμείς''. Είχε μια αρχέγονη προσωπικότητα και δυναμική, που μόνο με τον πολεμιστή της Ιλιάδας μπορεί να συγκριθεί. Πράγματι, οι ομοιότητες είναι εκπληκτικές. Ο πόλεμός τους ήταν βέβαια ιερός, απελευθερωτικός και ουσιαστικά αμυντικός, αλλά από καθαρά στρατηγική άποψη μπορεί να θεωρηθεί επιθετικός, αφού γρήγορα έκλεισαν τους Τούρκους στα φρούρια και άρχισαν πολιορκίες, έχοντας πια να κάνουν με πολλές ''Τροίες'' σε ολόκληρη τη Στερεά, την Πελοπόννησο, σε διάφορα νησιά και την Κρήτη. Ενίοτε βέβαια οι ρόλοι εναλλάσσονταν. Και είχαν κάθε λόγο να πολεμήσουν. Η επανάσταση δε σήμαινε μόνο την ανάκτηση της ελευθερίας από ιδεαλιστική σκοπιά, αλλά τεράστια κέρδη, ακόμη και για τους πολεμιστές. Γιατί η επανάσταση ήταν μια εκ θεμελίων ανακατάταξη. Οι Τούρκοι από τη στιγμή που κλείστηκαν στα φρούριά τους, άφησαν πίσω όλον τον οικονομικό και παραγωγικό ιστό που τους έθρεφε. Ιστός, που έπεσε πια στα χέρια των Ελλήνων.
Αλλά ας δούμε το ελάχιστο από όλα αυτά, ώστε να κατανοήσουμε πόσο κερδοφόρος ήταν αυτός ο πόλεμος, ακόμη και για τον πιο μικρό και ασήμαντο Έλληνα πολεμιστή. Ας δούμε πόσο κερδισμένος μπορεί να ήταν λοιπόν ο απλός πολεμιστής, στην περίπτωση που σκότωνε έναν Τούρκο και τον λαφυραγωγούσε. Τα ρούχα, τα σπαθιά, τα μαχαίρια, το καριοφίλι, η πιστόλα και γενικά ο εξοπλισμός ενός απλού Οθωμανού, στοίχιζαν την εποχή εκείνη με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς, από 500 και μπορούσε να φτάσει στα δύο ή τρεις χιλιάδες γρόσια. Να μη μιλήσουμε για τα χρήματα που πιθανόν να είχε στο κιμέρι του ή για την περίπτωση που διέθετε και άλογο. Τεράστιο ποσό για την εποχή αν λάβουμε υπόψη πως ο μηνιαίος μισθός του Έλληνα αγωνιστή, ήταν 20-25 μονάχα γρόσια! Έχω στα χέρια μου έγγραφο της εποχής, που δείχνει πως αγοράστηκε σπίτι μόλις με 1600 γρόσια! Φαντασθείτε λοιπόν πόσο επικερδής ήταν ο πόλεμος την εποχή εκείνη, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Θέλω να πω με τούτα εδώ, πως μέσα σε όλα τα άλλα τα ιερά, θα ήταν εσκεμμένη εθελοτυφλία και στρουθοκαμηλισμός, να παραβλέψουμε τον "τυχοδιωκτισμό" του Έλληνα πολεμιστή την περίοδο της ελληνικής επανάστασης. Κάτω από αυτό το πρίσμα θα κατανοήσουμε καλύτερα όσα συνέβησαν. Η ωφελιμιστική ανθρώπινη φύση, δε θα μπορούσε παρά να δει σ' αυτήν τη μεγαλειώδη επανάσταση και τεραστίων διαστάσεων ανακατάταξη και μια μοναδική ευκαιρία να ικανοποιηθεί. Και από αυτόν τον κανόνα, δε θα μπορούσε να εξαιρεθεί ο πρωταγωνιστής αυτών των εξελίξεων, που ήταν ο Έλληνας πολεμιστής. Ο οποίος, προσέβλεπε μεν σε μια ελεύθερη Μητέρα Πατρίδα, περίμενε όμως κι απ' αυτήν να καλυτερεύσει την κοινωνική, οικονομική, πολιτική  και στρατιωτική του θέση. 
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη αντίφασή του. Μέσα του πάλευε το προσωπικό με το γενικό καλό, σε μια αέναη καθημερινή σύγκρουση από την αρχή μέχρι το τέλος της επανάστασης. Γιατί ο Έλληνας πολεμιστής της εποχής εκείνης, μπορούσε την ίδια στιγμή να βρεθεί στο πεδίο της μάχης και να δώσει τη ζωή του σε μια αναμέτρηση με τον εχθρό, παίρνοντας δύναμη από την πίστη του στον χριστιανικό Θεό, την ίδια όμως στιγμή, μπορούσε να αρπάξει τα όπλα ή τα χρήματα ενός αδύναμου συνέλληνα ή να κλέψει τα ζώα και τα τρόφιμα ενός φτωχού χωρικού για να τραφεί και αν εκείνος διαμαρτυρηθεί, να τον δείρει κιόλας! Είναι απίστευτος ο αριθμός των εγγράφων στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, που μας δείχνουν πως τέτοιες τακτικές και συμπεριφορές από πλευράς Ελλήνων καπεταναίων και στρατιωτών, δεν ήταν μεμονωμένα περιστατικά αλλά σχεδόν ο κανόνας.
Είπα πιο πάνω, πως ο πολεμιστής του '21 όσο απαίδευτος κι αν ήταν σε γραμματικές γνώσεις, είχε σαφή επίγνωση του ιστορικού του ρόλου. Απαίδευτος γραμματικά, αλλά δεξιοτέχνης στο περιβάλλον του. Ένας δεξιοτέχνης που από τη μια στιγμή στην άλλη μεταμορφώθηκε σε ημίθεο και τιτάνα γιατί ανέλαβε μια τρομακτική ευθύνη. Πήρε στην πλάτη του τις τύχες, όλων των επόμενων γενεών της φυλής του. Ένιωσε ξαφνικά τους ιστορικούς προβολείς στραμμένους πάνω του, γιατί είχε πλήρη συνείδηση της απίστευτης πράξης του. Να αναγεννήσει από τις στάχτες του ένα ολόκληρο έθνος! Πόσες γενιές μέσα στην ιστορία έχουν ένα τέτοιο προνόμιο; Μπορούμε μόνο να φανταστούμε πόσο αυτή η ξαφνική μεταμόρφωση προς τα άνω -το αντίθετο εντελώς της Καφκικής μεταμόρφωσης που μάλλον υποβιβάζει- δηλητηρίαζε ενίοτε αυτόν τον πολεμιστή με το δηλητήριο του εγωισμού και της αλαζονείας. Σε ένα υπό δημιουργία εκ θεμελίων και όχι στατικό σύμπαν έδρασε ο πολεμιστής του '21 και ως τιτάνας ή ημίθεος που ήταν -ή ένιωθε πως ήταν- συγχωρούσε τα πάντα στον εαυτό του. Γι' αυτό πολύ συχνά, ξεπερνούσε τα όρια.
Η σχέση του με τα όπλα ήταν μοναδική. Τα όπλα για τον πολεμιστή της επανάστασης, δεν είχαν μόνο λειτουργικό ή οικονομικό χαρακτήρα στην περίπτωση που πουλούσε τα περίσσια του λάφυρα, αλλά προσέδιδαν στον ιδιοκτήτη απίστευτο γόητρο. Έλαμπαν  πάνω του ασημοκαπνισμένα καριοφίλια και σπάθες, σκαλισμένες μπιστόλες, πανέμορφα γεμάτα σχέδια ξίφη και μαχαίρια, παλάσκες γεμάτες στολίδια. Τα όπλα τα ζήλευαν και τα ποθούσαν. Ήταν η τιμή τους. Καθένα είχε την ιστορία του. Ήταν σημάδι αξιοσύνης. Καλά όπλα φανέρωναν ανδρεία ή ανώτερη κοινωνική τάξη. Ξύλινες μπιστόλες και ευτελή όπλα, φανέρωναν κιοτή ή φτωχό πολεμιστή κατώτερης τάξης.  Στις διάφορες εκστρατείες βέβαια, δεν έπαιρναν συνήθως μαζί τους ούτε τις καλύτερες φορεσιές, ούτε τα καλά τους όπλα. Για τις μάχες είχαν στολές καθημερινής χρήσης και όπλα πιο ευτελή. Για δύο βασικούς λόγους. Ο ένας για να μην αποτελούν αντικείμενο κλεψιάς από άλλους πολεμιστές. Ο άλλος για να μη στοχοποιούνται από τους αντιπάλους ως αντικείμενα λαφυραγώγησης. Χρυσοκέντητες πλουμιστές φορεσιές και ασημοποίκιλτα όπλα, μαγνήτιζαν τις κάνες των εχθρών και τραβούσαν όλα τα βόλια πάνω τους. 
Ο πολεμιστής του εικοσιένα ήταν λιανός. Δεν υπήρχε ούτε κιλό περιττό πάνω του. Εξ' άλλου ήταν υποχρεωμένος να περπατά ασύλληπτα χιλιόμετρα κάθε μέρα πάνω σε κακοτράχαλα βουνά και πεδιάδες, μόνος απέναντι σε όλες τις καιρικές συνθήκες. Νέοι πολύ νέοι. Ο μέσος όρος του Έλληνα πολεμιστή της επανάστασης, ήταν εικοσιπέντε ετών. Από δεκαοκτώ μέχρι τριάντα τρία. Μονάχα κάποιοι καπετάνιοι, ξεπερνούσαν την ηλικία των τριάντα πέντε ετών. Πολλοί περιηγητές της εποχής έχουν αφήσει γραπτά με την εικόνα των Ελλήνων πολεμιστών της εποχής. Μακριά μαλλιά λαμπυριστά που ανέμιζαν, άλλοι τα είχαν ξυρισμένα στους κροτάφους και στο μπροστινό μέρος της κεφαλής, βρώμικες φουστανέλες μα καθαρά και καλογυαλισμένα όπλα που άστραφταν, μπρούτζινο δέρμα ηλιοκαμένο, αγέρωχη περπατησιά, περήφανο και λιτό φέρσιμο σμιλεμένο μέσα στις στερήσεις και τη φωτιά των μαχών, που φανέρωνε συνάμα μιαν ανεξαρτησία και μιαν αδιόρατη περιφρόνηση υπεροχής. Πόσες δεκάδες χρόνια και πόσες γενεές, έπρεπε να εργαστούν μυστικά στο σκοτάδι για να σφυρηλατήσουν και να φανερώσουν ξαφνικά αυτήν την κορυφαία εικόνα ανατροπής;




Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΕ ΤΟΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1822!

Την επανάσταση από τα μέσα Μαρτίου του 1821 μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς στα τέλη Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, την κίνησε ο ενθουσιασμός. Και ίσως ήταν αυτός ο γενικός ενθουσιασμός με τα απίστευτα αποτελέσματά του, που μας δίνει σήμερα το δικαίωμα να υποστηρίξουμε πως η ουσιαστική απελευθέρωση των Ελλήνων, συνέβη τον πρώτο κιόλας χρόνο της επανάστασης. Δεν ξέρω αν μοιάζει και τούτη η άποψη αιρετική, αλλά έχω πολλούς λόγους να πιστεύω πως το ελληνικό κράτος δε δημιουργήθηκε επτά χρόνια αργότερα με τον ερχομό του Καποδίστρια, αλλά τον Φεβρουάριο του 1822! Η Πελοπόννησος και μεγάλο τμήμα της Στερεάς, απελευθερώθηκαν μετά από μια σειρά νικηφόρων μαχών κατά την διάρκεια του 1821. Μάχες όπως της Γραβιάς, της Αλαμάνας, του Βαλτετσίου, των Βασιλικών και της άλωσης της Τριπολιτσάς. Όλες αυτές οι νικηφόρες άλλες ηθικά άλλες ουσιαστικά μάχες, εκδίωξαν πολλούς Τούρκους από την ελληνική επικράτεια, ενώ τους υπόλοιπους τους έκλεισαν ασφυκτικά μέσα στα κάστρα τους. Αυτές οι μάχες σε συνάρτηση με την πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, δημιούργησαν εκ του μη όντος ελληνικό κράτος, από τον πρώτο κιόλας χρόνο της επανάστασης. Και τούτο γιατί όλος ο παραγωγικός ιστός στην ελληνική επικράτεια, έπεσε ξαφνικά στα χέρια των Ελλήνων και οι Τούρκοι δεν είχαν πια καμία πρόσβαση και κανένα δικαίωμα σ' αυτόν, ενώ η Εθνοσυνέλευση όχι μόνο νομιμοποίησε την επανάσταση και έθεσε το ιδεολογικό πλαίσιο που έπρεπε αυτή να κινηθεί, αλλά όρισε και κανονική κυβέρνηση με ανώτατα όργανα, με υπουργεία και διοικητικό μηχανισμό σε όλη την επικράτεια! Οι Τούρκοι από αυτήν τη στιγμή κι έπειτα, ήταν ξένο σώμα σε εχθρικό έδαφος. Αποκλεισμένοι στα κάστρα τους, δεν είχαν καμία πρόσβαση πουθενά παρά μονάχα παράνομα με γρήγορες εξόδους, για να προβούν σε αστραπιαίες λεηλασίες και να εξασφαλίσουν προσωρινά λίγα τρόφιμα. Βρίσκονταν ήδη σε εχθρικό έδαφος! Την Ελλάδα λοιπόν την απελευθέρωσαν και την επαναδημιούργησαν μονάχα Έλληνες, δρώντας αστραπιαία τον πρώτο χρόνο της επανάστασης και δημιουργώντας από τον Φεβρουάριο του 1822 κανονική κυβέρνηση που δεν έδρευε σαν κυνηγημένη στα βουνά, αλλά ελεύθερα σε πόλεις όπως στο Ναύπλιο, την Αθήνα, τη Σαλαμίνα, το Μεσολόγγι, την Αίγινα. Η οποία κυβέρνηση απέκτησε πολύ σύντομα υπόσταση και ισχύ  σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, συνομιλούσε σχεδόν ισότιμα μαζί τους, ανεξάρτητα έαν δεν είχε επίσημα επικυρωθεί αυτή η σχέση ακόμη. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι άλλωστε η διαπραγμάτευση των αγγλικών δανείων από το 1823 κιόλας; Ποιος δίδει τα χρήματά του σε μια κυβέρνηση και σε ένα κράτος χωρίς προοπτική; Η εντύπωση πως έχει δημιουργηθεί ήδη καινούριο κράτος, πως το ποτάμι είχε βρει το δρόμο του και δε θα γύριζε ποτέ ξανά πίσω, δεν υπήρχε όμως μονάχα στους Έλληνες και σε αρκετούς Ευρωπαίους, αλλά και στους απλούς Τούρκους. Αρκετοί απ' αυτούς μετά από τις πρώτες μάχες, άρχισαν να ξεπουλούν μπιρ παρά τα υποστατικά και τα κτήματά τους σε Έλληνες για να διασώσουν ό, τι μπορούν από αυτό που είχε ήδη συντελεστεί. Και αυτό που είχε συντελεστεί ήταν πραγματικά ένα θαύμα. Δημιουργία ελληνικού κράτους από τον Φεβρουάριο του 1822! Απλά όσα ακολούθησαν τα επόμενα έξι χρόνια, έγιναν μόνο και μόνο για να παραδεχτεί τελικά η Πύλη και αρκετοί συντηρητικοί μηχανισμοί στην Ευρώπη, το συνταρακτικό και μη αναμενόμενο γεγονός, πως μέσα σε έντεκα μόλις μήνες οι Έλληνες τα είχαν βάλει και είχαν νικήσει μια ολόκληρη αυτοκρατορία, που την έτρεμαν όλες οι αυλές και οι μεγαλεπήβολοι πολιτικοί της Ευρώπης. Αυτό που είχε ήδη συντελεστεί ήταν τόσο αστραπιαίο και μεγάλο, που ο Σουλτάνος και... ''οι Μέτερνιχ της Ευρώπης'' ήθελαν κάποια χρόνια ακόμη να το καταπιούν και να το χωνέψουν. Και δεν είναι μόνο δική μου αυτή η θεώρηση. Ο πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης Γεώργιος Κουντουριώτης δηλώνει στις 12 Ιανουαρίου το 1824 σε διακύρηξή του προς τους ''Κατοίκους των Ελευθέρων Νήσων του αιγαίου πελάγους''... ''Ιδού και τέταρτον ήδη έτος της ανεξαρτησίας μας...'' (ΒΛΑΧΕΚΤ5, 17). Ναι, ίσως πολλά πράγματα έχουν αποκρυφεί όλα αυτά τα χρόνια, άλλοτε εσκεμμένα άλλοτε από άγνοια, για να ενισχύσουν την επίσημη μέχρι σήμερα άποψη πως η απελευθέρωση των Ελλήνων έγινε μονάχα μετά από παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, αλλά ουσιαστικά το φίδι από την τρύπα το έβγαλαν οι ίδιοι οι Έλληνες, από τον πρώτο κιόλας χρόνο της επανάστασης, χωρίς καμία ουσιαστική βοήθεια από πουθενά! Οι διάφορες εκστρατείες πολυάριθμων Τούρκων από τον βορρά τα επόμενα χρόνια, ήταν ουσιαστικά ανούσιες. Γίνονταν μόνο Άνοιξη και καλοκαίρι. Τον χειμώνα οι Οθωμανικές μισθοφορικές στρατιές Τουρκαλβανών, αποσύρονταν πάλι στο βορρά. Έσπερναν για λίγο τον τρόμο και την καταστροφή, απελευθέρωναν προσωρινά κάποια κάστρα, αιχμαλώτιζαν και εξανδραπόδιζαν αρκετούς Έλληνες στις εφορμήσεις τους, αλλά δεν προσέφεραν στον Σουλτάνο καμία χρόνια και σταθερή νίκη. Αυτό συνέβη με την εκστρατεία του Ομέρ Βρυώνη στην ανατολική Στερεά τον πρώτο χρόνο της επανάστασης. Έκαψε τη Λειβαδιά, τη Θήβα, έλυσε την πολιορκία της Ακρόπολης, αλλά στην ουσία δε νίκησε κανέναν στρατό. Δεν τόλμησε να εισέλθει καν στην Πελοπόννησο. Τον χειμώνα αποσύρθηκε ξανά στον βορρά και οι Έλληνες ανασυντάχθηκαν ώστε το επόμενο καλοκαίρι του 1822, απέκρουσαν δυναμικά και κατέστρεψαν την πολυάριθμη στρατιά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Αλλά και η εκστρατεία των Δερβίς Πασά και Πεφκόρτσαλη τον τρίτο και του Κιουταχή το τέταρτο και πέμπτο χρόνο, ενώ φάνηκε να χαρίζουν νίκες στον Σουλτάνο όπως στο Μεσολόγγι, στην Ακρόπολη, στο Χαϊδάρι, στον Πειραιά, ακόμη και στον Ανάλατο το 1827, αποδείχτηκαν και κείνες πρόσκαιρες και δεν έφτασαν να ανακόψουν την πορεία προς την επίσημη απελευθέρωση. Οι Έλληνες στις μεγάλες δυσκολίες, όταν ο εχθρός από τον βορρά ήταν πολυάριθμος, χρησιμοποιούσαν τη στρατηγική υποχώρηση. Αραίωναν και εξαφανίζονταν στα βουνά, μα πάντα επέστρεφαν και πύκνωναν για να συνεχίσουν. Δεν ηττήθηκαν ουσιαστικά ποτέ, αλλά συνέχισαν και το 1828 και το 1829 με τις αιματηρές μάχες του Υψηλάντη στη Θήβα και στην ανατολική Στερεά, μέχρι που φτάσαμε στην τελική μάχη και τη νίκη της Πέτρας το Σεπτέμβριο του 1829. Από την άλλη, ούτε ο Ιμπραήμ που άρχισε να αποβιβάζει πολυάριθμα στρατεύματα την Άνοιξη του 1825 στην Πελοπόννησο, κατόρθωσε σπουδαία πράγματα. Δεν κατέκτησε καν το Ναύπλιο που ήταν η κεφαλή της επανάστασης, η έδρα της προσωρινής κυβέρνησης, ενώ υπέστη και ήττα στους Μύλους. Δεν εισήλθε καν στην ανατολική Στερεά. Η εμπλοκή του ήταν μεν αιματηρή, καταστροφική και επίφοβη, άλλοτε τρομακτική και ουσιαστική με τη συνεισφορά του στη πτώση του Μεσολογγίου, το κάψιμο των χωριών και τα προσκυνοχάρτια που μοίραζε στην Πελοπόννησο, αλλά εκ του αποτελέσματος κρίνεται, πως ακόμη και αυτή η τεράστια, πολυθρύλητη εκστρατεία του Αιγύπτιου πασά στην Ελλάδα, δεν ήταν τίποτε άλλο τελικά, παρά μια ανούσια και χωρίς αντίκρισμα περιοδεία. Η μοναδική στιγμή που θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, πως υπάρχει ένας κλονισμός αυτού του νέου κράτους, είναι μετά τη μάχη του Ανάλατου την Άνοιξη του 1827 και τη διάλυση του ελληνικού στρατεύματος των έντεκα χιλιάδων στρατιωτών, που είχε συναχτεί στην Αθήνα απέναντι στον Κιουταχή. Γιατί ο Καραϊσκάκης ήταν ήδη συνεννοημένος με τον Κολοκοτρώνη, πως όταν ξεμπέρδευε με τον Κιουταχή, θα μετέφερε όλο αυτό το στράτευμα στην Πελοπόννησο για να εκδιώξουν όλοι μαζί πια και τον Ιμπραήμ. Όμως ακόμη κι αυτή η ήττα προβληματίζει, τόσο από τον ύποπτο θάνατο του Καραϊσκάκη, όσο κι από την ύποπτη βιασύνη των Τσωρτς και Κόχραν να οδηγήσουν σε μια μάχη το ελληνικό στράτευμα με τον ''δικό τους τρόπο''. Μάχη την οποία και έχασαν βέβαια με τον ''δικό τους τρόπο'' και εξ' αιτίας αυτής της ήττας, σκόρπισε το ελπιδοφόρο στράτευμα. Δε χάθηκε, δε καταστράφηκε. Απλά σκόρπισε, όπως είχε γίνει και σε άλλες περιπτώσεις με προοπτική ανασύνταξης. Για το πόσο ενέχονται οι μεγάλες δυνάμεις για την καθοριστική αυτή ήττα που έγινε με δική τους και μόνο υπαιτιότητα, είναι πασιφανές. Και ίσως η ναυμαχία του Ναυαρίνου λίγους μήνες αργότερα να ήταν στην καλύτερη περίπτωση το αντιστάθμισμα αυτής της ενοχής. Στη χειρότερη, να ήταν όλα ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, ακόμη και η δολοφονία του Καραϊσκάκη, ώστε να αποσπασθεί η ευθύνη και το τιμόνι του χειρισμού των γεγονότων από τα χέρια των Ελλήνων και να πάει στα χέρια των ξένων. Γιατί μια νίκη απέναντι στον Κιουταχή από τον Καραϊσκάκη, θα ήταν το επιστέγασμα της ελληνικής ανεξαρτησίας από τους ίδιους τους Έλληνες κάτι που ίσως ήταν ενάντια στα σχέδια των ξένων, οι οποίοι ήθελαν την Ελλάδα προτεκτοράτο και όχι μια πλήρως ανεξάρτητη χώρα, η οποία θα είχε διατηρήσει την κατακτηθείσα ήδη ελευθερία της από τον Φεβρουάριο του 1822, μονάχα με τις δικές της δυνάμεις. 
Για να επιστρέψουμε όμως. Ναι, η Ελλάδα απελευθερώθηκε ουσιαστικά τον Φεβρουάριο του 1822. Και ίσως ήταν αυτή η γρήγορη νίκη των Ελλήνων, που αποπροσανατόλισε πολλούς, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο και άρχισαν να ξεχνούν τόσο νωρίς τον υπάρχοντα ακόμη εχθρό και να αναλώνονται για την πίτα της εξουσίας σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, κορυφώνοντας τους διαξιφισμούς τους σε -τουλάχιστον δύο- εμφυλίους πολέμους.


Γιώργος Πύργαρης




Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Η ΠΕΡΙΕΡΓΗ ''ΕΞΟΡΙΑ'' ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΚΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΟΥ ''ΓΚΟΒΕΡΝΟ ΜΙΛΙΤΑΡΕ''




Εδώ και δεκατέσσερα χρόνια, ερευνώ τον ήρωα της ελληνικής επανάστασης Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, που βρήκε μαζί με άλλα πενήντα περίπου παλικάρια, μαρτυρικό θάνατο στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Μαυρομάτι Θηβών στις 3 Νοεμβρίου του 1825, πολεμώντας επτακοσίους περίπου Τούρκους του Ευρίπου. Πρόκειται περί ενός εκκωφαντικού ολοκαυτώματος, ισάξιου με το ολοκαύτωμα του Σαμουήλ ή του Αρκαδίου. Αφού οι Έλληνες πολεμιστές αμύνθηκαν γενναία -σε πρώτη φάση κρατώντας τη μάνδρα γύρω από το ναό- απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις προκαλώντας τους μάλιστα ανυπολόγιστη φθορά, στο τέλος δίχως μπαρουτόβολα πια αναγκάστηκαν να καταφύγουν μέσα στο ναό όπου εν τέλει απεπνίγησαν και κατακάηκαν όλοι μέχρι ενός, όταν οι Οθωμανοί έριξαν από τη στέγη οβούζια, αναμμένα φουσέκια, ρετσίνια και άλλες εύφλεκτες ύλες. 

Πρόκειται περί μιας τεράστιας θυσίας που δυστυχώς έχει αποσιωπηθεί από την επίσημη ιστορία. Σήμερα όμως προσεγγίζοντας ξανά το γεγονός, κατανοούμε ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ μεγάλο. Γιατί γνωρίζουμε πια, πως ο Σκουρτανιώτης αποφάσισε να μπει σ' αυτήν τη μάχη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι είναι χαμένη, επιδιώκοντας ηθική και όχι υλική νίκη, όπως ακριβώς ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες. 
Η άποψη πως η μάχη και το ολοκαύτωμα Μαυροματίου λησμονήθηκαν τυχαία από την επίσημη ιστορία, επειδή τάχα τέτοια γεγονότα ήταν συνηθισμένα εκείνη την εποχή, είναι παντελώς αβάσιμη, παράλογη και ανιστόρητη. Κανένα πολεμικό γεγονός με τέτοιες ηθικές προεκτάσεις, δεν έχει λησμονηθεί από την επίσημη ιστορία! Ούτε ένα! Δεν είναι σε καμιά περίπτωση τυχαίο το γεγονός, σαράντα δύο παλικάρια να πολεμούν με τέτοιο πείσμα, ενάντια σε επτακόσιους πεζούς και καβαλάρηδες οπλισμένους σαν αστακούς Οθωμανούς, να πέφτουν όλοι μέχρι ενός και μάλιστα με τέτοιον φρικτό τρόπο. Ποιο άλλο τέτοιο γεγονός λησμονήθηκε τόσο αλόγιστα από την επίσημη ιστορία; Γι' αυτό είναι δικαιολογημένες και εύλογες οι απορίες όσων έχουν εντρυφήσει έστω και στο ελάχιστο στη μάχη του Μαυροματίου. 
Αλήθεια, γιατί αποσιωπήθηκε αυτή η μάχη;


Δέκα τέσσερα ολόκληρα χρόνια, προσπάθησα να μη πω κακιά κουβέντα, να σταθώ στη μέση, να διατηρήσω την ουδετερότητα του ιστορικού ερευνητή, προσπάθησα ακόμη να δικαιολογήσω κάποιες αποφάσεις του Κωλέττη ως επιβεβλημένες από τις συνθήκες, όμως τόσα χρόνια έρευνας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και σε βιβλία ιστορικά της εποχής, καθώς και τα στοιχεία που αποκόμισα απ' αυτήν την χρόνια έρευνα, νομίζω ότι όχι μόνο μου δίνουν το δικαίωμα, αλλά με αναγκάζουν πια να απαντήσω. Η μάχη του Μαυροματίου αποσιωπήθηκε, γιατί ήθελε να αποσιωπηθεί ο Κωλέττης! Γιατί το γεγονός, δεν έχει μόνο ηθικές αλλά και πολιτικές προεκτάσεις!

Όπως προκύπτει από την έρευνά μου, μεγάλη ευθύνη για την αποδυνάμωση του στρατιωτικού Σώματος Σκουρτανιώτη, άρα και της καταστροφής του από τα Οθωμανικά στρατεύματα του Ομέρ του Ευρίπου, φέρει ο ίδιος, αφού μέσα σε τέσσερις μήνες -από το Οκτώβριο του 1824 μέχρι τον Ιανουάριο του 1825- μείωσε με δικές του διαταγές και ευθύνη το στρατιωτικό Σώμα του Σκουρτανιώτη, από 430 που είχε το καλοκαίρι του 1824 σε μόλις 50, χωρίς να δίνει καμία σημασία στις αλλεπάλληλες εκκλήσεις του καπετάνιου για αύξηση της δύναμής του. Και οι εκκλήσεις του ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένες. Γιατί είχε να εποπτεύει μ' αυτούς τους 50 άντρες, μια τεράστια περιοχή που άρχιζε από τον Μαραθώνα, Καπανδρίτι, Κάλαμο, Ωρωπό, Δήλεσι και συνέχιζε στον Αυλώνα, Εύριπο, Χάλια, Ανηφορίτη, Δερβενοχώρια, στρατόπεδο Αέρος, Μέγαρα, Κάζα, Θήβα, όλες τις βόρειες παρυφές του Κιθαιρώνα, μέχρι την Πέτρα Βοιωτίας -για να μη πούμε και για τις εκκλήσεις των προκρίτων Σαλώνων, οι οποίοι τον ζητούσαν απεγνωσμένα και στα Σάλωνα. Η απόφαση λοιπόν του Κωλέττη να αφήσει τον Σκουρτανιώτη μονάχα με 50 άντρες σ' αυτήν την τεράστια και άκρως επικίνδυνη περιοχή, που οθωμανικά στρατεύματα μπορούσαν να κατέβουν ανά πάσα στιγμή από τα Σάλωνα, αλλά που την ταλαιπωρούσαν κυρίως οι καθημερινές σχεδόν έξοδοι στρατευμάτων του Ομέρ πασά του Ευρίπου, με επτακόσιους ή χίλιους πολεμικούς άντρες κάθε φορά, μονάχα εγκληματική και μάλιστα εσκεμμένα εγκληματική μπορεί να χαρακτηριστεί.


Ι. Κωλέττης
Ο Κωλέττης αποφάσισε ξαφνικά το Φθινόπωρο του 1824 να ''μικρύνει'' τον Σκουρτανιώτη. Αργότερα να τον εξοντώσει. Στο πρόσωπο του Σκουρτανιώτη ο Κωλέττης είχε διακρίνει έναν ατίθασο και υπό εκκόλαψη νέο Ανδρούτσο. Στον Β' εμφύλιο στην Πελοπόννησο που έμειναν αρκετές ημέρες μαζί και τον γνώρισε καλύτερα από κοντά, ενισχύθηκε αυτή η άποψή του. Ένα μήνα αργότερα, αμέσως μετά τα γεγονότα της λήξης του εμφυλίου, του μειώνει το στράτευμα σε 50. Το ευχαριστώ που συμμετείχε στον εμφύλιο. Και δε του ξαναδίδει πια μισθούς. Όπως οδήγησε με μαεστρικό τρόπο τον Ανδρούτσο στην αγκαλιά των Τούρκων, ώστε να χαρακτηριστεί προδότης και να τον δολοφονήσει με τις ευλογίες σχεδόν της κοινής γνώμης, έτσι οδηγεί αργά και μεθοδικά τον Σκουρτανιώτη στη στρατιωτική του αποδυνάμωση, στην οικονομική κατάρρευση, στην προσωπική του αποκαθήλωση και τέλος ακόμη και στη φυσική του εξόντωση. Για τον Κωλέττη, έπρεπε εκείνη την εποχή να εξαφανιστεί κάθε ίχνος στρατιωτικής απείθειας. Να κοπεί κάθε κεφάλι που ξεχωρίζει. Να ξεμπερδέψει μια για πάντα με το ''γκοβέρνο μιλιτάρε'', με την ευρύτερη έννοια του όρου. Ο άνθρωπος ήταν αδίστακτος και έχω αποδείξεις γι' αυτό. Πιθανότατα να προκάλεσε και ο ίδιος τη μάχη του Μαυροματίου! 
Και δε μιλώ στην τύχη...

Έναν μήνα μόλις πριν το ολοκαύτωμα Μαυροματίου, σε μια σκληρή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και την κυβέρνηση σχετικά με την κατακράτηση από μέρους του των εθνικών εισοδημάτων της περιοχής των Θηβών -ενέργεια από τη μια συνήθης για τους οπλαρχηγούς της εποχής, από την άλλη και ενέργεια απελπισίας αφού δεν μπορούσε να θρέψει το στράτευμά του διαφορετικά μιας και δεν του έδιναν τους μισθούς των αντρών του εδώ και ένα χρόνο- το υπουργείο πολέμου τον προειδοποιεί και τον απειλεί: ''... επειδή αν απειθήσεις ήξευρε καλώς, ότι το υπουργείον χωρίς αναβολήν, θέλει φερθεί προς εσέ διαφορετικώς...εν Ναυπλίω τη 29η Σεπτεμβρίου 1825''. Την ίδια εποχή επίσης, ο Κωλέττης βάζει τον παραστάτη Θηβών Βρυζάκη, να γράψει μια επιστολή-κόλαφο προς την κυβέρνηση εναντίον του Σκουρτανιώτη και να ζητήσει την αντικατάστασή του. Σε μια εποχή που όλοι οι οπλαρχηγοί της Στερεάς και του Μοριά έχουν υποκύψει, που ο Ανδρούτσος ήταν ήδη πέντε μήνες νεκρός, που όλοι οι στρατιωτικοί -ακόμη και ο μεγάλος Κολοκοτρώνης- είχαν προσκυνήσει την κυβέρνηση και ο Καραϊσκάκης εδώ κι ένα χρόνο είναι ευπειθής παρά τη δολοφονία του Ανδρούτσου, γιατί θέλει το ντεσκερέ που του δίνει τα Άγραφα, ο μόνος που σηκώνει κεφάλι -έστω και από απόγνωση- και έρχεται σε αντιπαράθεση μαζί της είναι ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης. Αντιλαμβανόμενος πια την καταστροφική πολιτική που ασκεί πάνω του ο Κωλέττης, αντιδρά. Επισκέπτεται τον έπαρχο Θηβών Αθανάσιο Οικονόμου και έξαλλος βρίζει με πολύ σκληρά λόγια τους ιθύνοντες και την κυβέρνηση. Ο Αθανάσιος Οικονόμου ειδοποιεί φυσικά άμεσα τον προϊστάμενό του έπαρχο Σαλώνων -ειδικά διορισμένο από την κυβέρνηση λίγους μήνες πριν για να συνδράμει στο κυνήγι των αντικυβερνητικών στρατιωτικών και ιδιαίτερα του Ανδρούτσου- Παναγιώτη Λοιδορίκη κι εκείνος με τη σειρά του ενημερώνει το Ναύπλιο...
''...ύβρισε και Δημογέροντες και Έπαρχον και Διοίκησιν με τας πλέον αναιδείς εκφράσεις...''... 
Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, αποτελεί τελειωτικά ξένο σώμα για την κυβέρνηση. Όχι μόνο είναι απόκληρος, αλλά πρέπει να βγει κιόλας από τη μέση. Αλλιώς θα έδινε το κακό παράδειγμα ξανά στους στρατιωτικούς, που οι πολιτικοί πάλευαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια να τους χειραγωγήσουν και επιτέλους το είχαν καταφέρει. Τα εθνικά εισοδήματα των επαρχιών, ανήκαν πια στην κυβέρνηση και όχι στις τοπικές δημογεροντίες όπως γινόταν μέχρι τότε. Η πράξη του Σκουρτανιώτη να κατακρατήσει μέρος των εισοδημάτων της επαρχίας του, για να εξασφαλίσει κάποιους μισθούς των αντρών του -έστω κι αν αυτό αποτελούσε παραδοσιακή συνήθεια μέχρι τότε- θεωρούνταν πια τεράστια πολιτική και οικονομική βλασφημία. Πέρα από αυτό, ο Σκουρτανιώτης εξύβρισε την κυβέρνηση! Ήταν πια απειθής. Εξελισσόταν σε νέο Ανδρούτσο! Έδειχνε το κακό παράδειγμα και έπρεπε να παταχθεί άμεσα και ανελέητα!
Όλα αυτά ένα περίπου μήνα πριν το Μαυρομάτι... 

Νάταν άραγε η ξαφνική και μη αναμενόμενη εμφάνιση των Τούρκων στα ψηλώματα του Μαυροματίου η απάντηση της κυβέρνησης; Να ήταν άραγε η ξαφνική εμφάνισή τους στην Αγια Σωτήρα η πραγματοποίηση της απειλής ''το υπουργείον θέλει φερθεί προς εσέ διαφορετικώς'';;; Ποιος ο ρόλος του αμφιλεγόμενου Δρίτσουλα τελικά σ' αυτήν την υπόθεση; Γιατί αν το δούμε με ψυχρή εντελώς ματιά, αυτός ήταν που πήρε τους Τούρκους από τον κάμπο ενώ όδευαν προς τη Λειβαδιά και τους έφερε πάλι πίσω και καταπάνω στον Σκουρτανιώτη! Αυτός ήταν που επέμενε τόσο έντονα να παραμείνει και να δώσει μάχη. Αυτός ήταν που επέμενε πως οι Τούρκοι ήταν μονάχα διακόσιοι, ενώ ήταν επτακόσιοι!

Γιάννης Δρίτσουλας

Και για να πάω ακόμη πιο πέρα. Ποιος ήταν ο ρόλος του Γκούρα -που δε βρισκόταν πολύ μακριά από το Μαυρομάτι εκείνες τις ημέρες, αλλά κάπου ανάμεσα στα Σάλωνα και τη Δομβραίνα και είχε  υπό την σκέπη του -από τις αρχές Μαρτίου του 1825- το άλλοτε κακό ορφανό του Ανδρούτσου, Γιάννη Δρίτσουλα; Μήπως δεν ήταν ο Γκούρας το μακρύ χέρι, ο εντολοδόχος και ο εκτελεστής όλης της βρώμικης δουλειάς του Κωλέττη;; Όσο για τα κροκοδείλια δάκρυα στην επιστολή του προς την κυβέρνηση για τη μάχη του Μαυροματίου ''...συμβάν ανέλπιστον και λυπηρότατον...'' τα έχουμε ξαναδεί αυτά τα δάκρυα στις επίσημες επιστολές του για τον θάνατο του Ανδρούτσου, ενώ είχε διατάξει ο ίδιος αυτόν τον θάνατο. Ο Γκούρας ακόμη κι αν συμπαθούσε τον Σκουρτανιώτη, δε θα δίσταζε να εκτελέσει διαταγή του Κωλέττη. Ήταν το σπαθί και ο εκτελεστής των εντολών της κυβέρνησης. Ακόμη και των βρώμικων εντολών. Τίποτα προσωπικό, δουλειά ήταν. Τόσο σκληρά, επώδυνα και αντιφατικά ήταν τα πράγματα και οι σχέσεις μεταξύ των πολεμιστών, σ' αυτήν την αιματοβαμμένη επανάσταση.
Και ακόμη, ποιος ήταν ο ρόλος του ουρανοκατέβατου στη μάχη Μαυροματίου Αναστάση Λεβεντάκη, που ο Στάθης Κατσικογιάννης, ο εξ' απορρήτων υπαρχηγός και το alter ego του Γκούρα, τον συστήνει λίγους μήνες πριν στον Κωλέττη για να τον χρησιμοποιήσει όπως θέλει και να του κάνει ''τα θελήματα'';... ''... ...αυτού έρχεται ο εξάδελφός μου αναστάσης λεβεντάκης ο οποίος είναι άξιος .......................... διωρίζοντάς τον όπου αγαπάτε και κοντά οπού θέλει σας χρησιμεύση...''

Όμως, μήπως αδικούμε τον Κωλέττη; Μήπως του έχουμε προσάψει άδικα τον τίτλο του ''μεγάλου αδελφού'', του αδίστακτου ραδιούργου και του εντολέα δολοφονιών; Ήταν πράγματι έτσι ή μήπως είναι θύμα μιας παράλογης συνωμοσιολαγνείας; Έχουμε αποδείξεις ότι πράγματι διέταζε δολοφονίες ή είναι όλα μονάχα εικασίες;
Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι βρώμικες εντολές, δίδονταν ''στοματικώς''. Δηλαδή προφορικά, με ειδικούς και πολύ έμπιστους απεσταλμένους, για να μην αφήνουν ίχνη και να μην υπάρχουν αποδείξεις. Έτσι, είναι πολύ δύσκολο να βρούμε σήμερα αποδείξεις βρώμικων εντολών και συνήθως τα συμπεράσματα τα βγάζουμε μετέπειτα, από τη λογική εξήγηση των περιστατικών και γεγονότων.
Ωστόσο, η αφέλεια του Στάθη Κατσικογιάννη τον Φεβρουάριο του 1825, μας έχει δώσει ένα μοναδικό ντοκουμέντο για το ποιόν του ανδρός Ιωάννου Κωλέττη. Το έγγραφο, το βρήκα στα ΓΑΚ και απ' όσο ξέρω τουλάχιστον, παρουσιάζεται για πρώτη φορά σήμερα.
Βρισκόμαστε στον Φεβρουάριο του 1825. Ο Β' εμφύλιος έχει τελειώσει, ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι αντίπαλοι του Κωλέττη είναι σε φυλακή στην Ύδρα και η κυβέρνηση είναι ελεύθερη πια να στρέψει ολοκληρωτικά την προσοχή της στον επόμενο κίνδυνο γι' αυτήν, που ακούει στο όνομα Οδυσσέας Ανδρούτσος. Η κυβέρνηση έχει δώσει εντολή στον Γιάννη Γκούρα να συνάξει στρατεύματα και να κινηθεί εναντίον του. Όμως παράλληλα με αυτά, ο Γκούρας στέλνει τον έμπιστό του Στάθη Κατσικογιάννη στην Πελοπόννησο να συναντηθεί με τον Κωλέττη και να λάβει περαιτέρω ή κρυφές εντολές. Ο Στάθης Κατσικογιάννης από την Τριπολιτσά, αμέσως μετά τη συνάντηση με τον Κωλέττη, στέλνει μια επιστολή σε κάποιον καπετάν Αναστάση από την Πέρα Χώρα της Κορίνθου, όπου του μεταφέρει επ' ακριβώς το σχέδιο του Κωλέττη. Παρακαλώ, διαβάστε με προσοχή...

αδελφέ μου καπετάν αναστάση αδελφικώς ασπάζομαι

''............ λοιπόν εγώ ομίλησα με τον εκλαμπρότατον κύριον κολέττην .................. αυτά όμως μας είπεν, ότι άμα οπού λάβεις το παρόν μου να κάμης όσους ανθρώπους ημπορέσης τριάντα σαράντα πενήντα και να περάσης πέρα αμέσως και να πας στον δυσσέα να γραφθής κοντά του και διά λουφέδες μη παρακάνης τζεφάδες (παζάρια) όσα σου δώσει ας σου δώσει, και όταν λάβης τον καιρόν σκότωσέ τον.........'' (!!!!)

Να που δεν ήμαστε λοιπόν συνωμοσιολάγνοι. Ίσως είναι το μοναδικό γραπτό ντοκουμέντο μέσα στον ωκεανό των εγγράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους, οπού ενοχοποιεί απροκάλυπτα τον Κωλέττη για σαφή εντολή δολοφονίας του Ανδρούτσου από Έλληνες και μάλιστα με πανούργο σχέδιο. Να γραφεί ο καπετάν Αναστάσης με τους άντρες του  ως φίλος στη δύναμη του Ανδρούτσου και μόλις βρει την ευκαιρία να τον σκοτώσει πισώπλατα! Στο ίδιο γράμμα ο Στάθης Κατσικογιάννης, διευκρινίζει πως η διοίκηση μετά απ' αυτό θα τον κάνει στρατηγό!

''... και η διοίκησις θέλει σε τιμήση καθώς πρέπει οπού να σε κάμη και στρατηγόν, σε κουβεντιάζει και ο παπάς στοματικά...''

Να και το ''στοματικά'' που λέγαμε. Ο Στάθης Κατσικογιάννης μέσα στην αφέλειά του να γράψει όλα αυτά, ενώ μπορούσε να τα μεταφέρει προφορικά στον καπετάν Αναστάση ο απεσταλμένος παπάς, μας χάρισε μια πολύτιμη και τρανή απόδειξη που φωτίζει τη μεγάλη αλήθεια της εποχής. Ο Κωλέττης όντως διέταζε δολοφονίες Ελλήνων και πως τα έμπιστα εκτελεστικά του όργανα, ήταν ο Γκούρας και ο Στάθης Κατσικογιάννης. Και δυστυχώς ο Σκουρτανιώτης τον Αύγουστο και το Φθινόπωρο του 1825, όταν αποφασίζει να σηκώσει μπαϊράκι εναντίον της κυβέρνησης, ήταν παγιδευμένος σ' αυτό το επικίνδυνο δολοφονικό τρίγωνο.

Ο ύποπτος ρόλος του Δρίτσουλα άλλωστε, δεν έχει περάσει απαρατήρητος ούτε από τον Αντώνη Α. Βασιλείου. Στο βιβλίο του ''Δέκα ανέκδοτες επιστολές του Οδ. Ανδρούτσου στον Γεωργάκη Παγώνα'' γράφει...

''... Τα γεγονότα τούτα είναι κατοπινά, 26 Οκτωβρίου 1825, αλλά δε θα τ’ ανέφερα εάν μέσα σ’ αυτά δεν ήταν μπλεγμένο τ’ όνομα ενός Δρίτσουλα, από τα πρωτοπαλήκαρα του Ανδρούτσου, που ξαφνικά βρίσκεται ν’ ακολουθεί τον Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι.
Στις 14 του Μάρτη έφθασε κι ο Γκούρας στη Λειβαδιά. Άγνωστο με τι τρόπο κατάφερε τους καπεταναίους Τρίτσουλα, Γιάννη Παππά και Μαριωτίνη ν’ αφήσουν τον αρχηγό τους Οδυσσέα (ο τρόπος σε μένα τουλάχιστον είναι γνωστός πια, αφού έχω βρει στα ΓΑΚ το αντίστοιχο έγγραφο)
Έγινε κυβερνητικός λοιπόν ο Τρίτσουλας ή Δρίτσουλας, για να συνεχίση το προδοτικό του έργο εναντίον όλων όσων παρέμειναν πιστοί στον Αρχηγό και μεταξύ αυτών ήταν και ο Σκουρτανιώτης (στο συγκεκριμένο λανθάνει ο Βασιλείου, από τα μέχρι τώρα στοιχεία δεν προκύπτει από πουθενά πως ο Σκουρτανιώτης είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τον Ανδρούτσο, ή πως τον θεωρούσε αρχηγό. Από την πλευρά του δεν ήθελε καν να είναι απειθής απέναντι στην κυβέρνηση, απλά αντέδρασε και σήκωσε κεφάλι όταν συνειδητοποίησε πως το ''μπλέξιμό'' του με την κυβέρνηση και τον Κωλέττη, τον είχαν οδηγήσει μέσα σε ενάμισι χρόνο, στον οικονομικό και στρατιωτικό του αφανισμό) Γράφει ο ιστορικός των Θηβών, ότι «ο Δρίτσουλας αντέστη, θερμώς παρακαλών τον Σκουρτανιώτη να μη φύγωσι και βεβαιών αυτόν ότι δε θα είναι περισσότεροι των 150-200, οι μέλλοντες να επιτεθούν κατ’ αυτών Τούρκοι. Τώρα πώς ο Δρίτσουλας βρέθηκε ανάμεσα στους σκοτωμένους της Εκκλησίας, είναι άλλο ζήτημα, ας το βρη ο ιστορικός... ''

Νάταν λοιπόν ο άτυχος και στοχοποιημένος οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, το τελευταίο θύμα αυτού του κύκλου βίας και αίματος που είχε αρχίσει ο Κωλέττης με το ανήλεο κυνήγι των ''ιδιαίτερων'' στρατιωτικών, τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, τις φυλακίσεις τόσων Πελοποννήσιων αρχηγών και αυτού ακόμη του Κολοκοτρώνη μέχρι την άνανδρη δολοφονία του Ανδρούτσου στην Ακρόπολη; Μήπως έξι μήνες πριν, η κυβέρνηση δεν είχε φυλακίσει στο Ναύπλιο τον αδερφό του Αθανασίου Σκουρτανιώτη, Γεώργιο, μαζί με τον έμπιστο ιερέα και ξάδελφό τους παπαθανάση από το Δερβενοσάλεσι (σημερινή Πύλη), κατηγορώντας τους πως βρίσκονταν σε μυστικές συνεννοήσεις με τον Ανδρούτσο;;; Ναι, υπάρχουν βάσιμες υποψίες προδοσίας στο Μαυρομάτι, προδοσία για την οποία μιλά απερίφραστα και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του...''...και τον γενναῖον ἀγωνιστῆ Σκουρτανιώτη τον Θανάση με σαράντα ἀνθρώπους ποιος τον πρόδωσε εἰς τους Τούρκους και τους κάψαν ὅλους σε μίαν ἐκκλησιά;''.

Όσο κι αν προσπαθούμε λοιπόν να αποστρέψουμε τα μάτια από την αλήθεια, όσο κι αν προσπαθούμε να πιστέψουμε πως όλα είναι καλά, να αγνοήσουμε ακόμη και τον Μακρυγιάννη, όσο κι αν επιμένουμε να βλέπουμε στη μάχη του Μαυροματίου μονάχα την εθνική της πλευρά και να την αναλύουμε ως μια περήφανη και περίφημη μάχη ανάμεσα  σε Έλληνες και Οθωμανούς, τελικά δεν είναι μόνο αυτό. Τα κρίσιμα ερωτήματα αυτής της μάχης και οι εμφανέστατες γύρω μας ενδείξεις πάντα θα κραυγάζουν, πάντα θα στρέφουν το πρόσωπό μας μέχρι να δούμε την πραγματική της διάσταση. Ο Κωλέττης πρόσφερε ως Ιφιγένειες τον Σκουρτανιώτη και τους άντρες του στα σπαθιά και τη φωτιά του Ομέρ, μόνο και μόνο για να σκοτώσει έναν ολόκληρο κόσμο και να γεννήσει έναν άλλον. Αυτόν της ολιγαρχίας μιας μικρής δράκας πολιτικών, που θα είχαν ξεμπερδέψει μια για πάντα με τους στρατιωτικούς και θα αλώνιζαν ασύδοτοι στο νέο συγκεντρωτικό κράτος.

Η βαριά σκιά του τα επόμενα είκοσι περίπου χρόνια ενεργού συμμετοχής στις κυβερνήσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, επηρέασε τους πρώτους ιστορικούς, ώστε να τηρήσουν σιγή για το ηχηρότατο κατά άλλα ολοκαύτωμα Μαυροματίου και να αποκρύψουν τις μεγάλες ευθύνες του πανίσχυρου τότε πολιτικού ανδρός. Έτσι, το όνομα ''Σκουρτανιώτης'' μπήκε σε περίεργη καραντίνα και η συγκεκριμένη μάχη στον πάγο. Οι επόμενοι ιστορικοί, ακολουθώντας την εύκολη οδό να στηρίζονται μονάχα στους προηγούμενους χωρίς να πραγματοποιούν σχεδόν ποτέ καμία πρωτογενή έρευνα, συνέχισαν άθελά τους την εγκληματική αποσιώπηση. Έτσι η μάχη Μαυροματίου για πολλά χρόνια παρέμενε ένα τοπικό μονάχα θέμα που αφορούσε ελάχιστους παράγοντες των Θηβών, του Μαυροματίου, των Σκούρτων ή κάποιους απόγονους του καπετάνιου στις Μουσταφάδες. Ή ασχολήθηκαν μαζί της μονάχα περιφερειακοί ιστορικοί ερευνητές, όπως ο Τσεβάς. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα κινδύνεψε να λησμονηθεί παντελώς, αυτό το πολεμικό γεγονός, που όμως δεν πέρασε απαρατήρητο στην εποχή του. Έχουμε αποδείξεις, πως το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη δημιούργησε ψιθύρους, αντιδράσεις και τριγμούς στην κυβέρνηση, οι οποίες όμως δεν ξεπέρασαν τους τέσσερις τοίχους του υπουργείου πολέμου ή τους διαδρόμους της τότε Βουλής στο Ναύπλιο. Απεκρύβησαν γρήγορα και δεν πήραν μεγάλες διαστάσεις. Μονάχα κάποιες διαταγές που αντέδρασαν πεισματικά στη θέληση του Κωλέττη τότε και μάλιστα ακύρωσαν δικές του διαταγές για το θέμα του αντικαταστάτη του Σκουρτανιώτη, μαρτυρούν πόσο είχαν οργιστεί μαζί του κάποιοι μέσα από την κυβέρνηση εκείνη την εποχή, για τον χειρισμό συνολικά της ''υπόθεσης Σκουρτανιώτη''.
Αυτή η περίεργη και χρόνια αποσιώπηση λοιπόν της μάχης του Μαυροματίου, μόνο ως ένδειξη ή ακόμη και απόδειξη ενοχής μπορεί να εκληφθεί.

Το ολοκαύτωμα Μαυροματίου δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός, δεν είναι απλά μια χαμένη και καταστροφική μάχη όπως τόσες άλλες, αλλά το εκκωφαντικό τέλος ενός ιδιαίτερου εμφυλίου πολέμου. Στη μάχη του Μαυροματίου συμπυκνώνονται τα ιερά και τα ανίερα, το φως και το σκοτάδι, όλες οι αντιφάσεις της επανάστασης του 1821. Ο Σκουρτανιώτης με τους άντρες του, δεν είναι μόνο οι ήρωες ενός εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου, δεν είναι μόνο οι σκληροί στρατιώτες που πολέμησαν λυσσαλέα έναντι υπέρτερων εχθρών και έδωσαν τη ζωή τους σε μια ''θερμοπυλική'' μάχη, αλλά και τα τελευταία θύματα της θανατηφόρας διαμάχης μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, διαμάχη που έχει αρχίσει από την Άνοιξη του 1822 με κύριο σταθμό και αφετηρία τις δολοφονίες του Νούτσου και Παλάσκα.
Παρεμπιπτόντως, ο Δρίτσουλας ήταν καθοριστικός συμμέτοχος και στις δολοφονίες του Νούτσου και του Παλάσκα, αλλά και στο ολοκαύτωμα του Μαυροματίου. Και στην αρχή δηλαδή, αλλά και στο τέλος αυτού του ιδιαίτερου εμφυλίου, που συνυπάρχει παράλληλα -άλλοτε ορατά, άλλοτε αδιόρατα- με τους άλλους δύο γνωστούς εμφυλίους. Ο Σκουρτανιώτης είναι ο τελευταίος στρατιωτικός που υψώνει έστω και τη τελευταία στιγμή, το ανάστημά του απέναντι στην κυβέρνηση. Μετά το Μαυρομάτι, δεν υπάρχει κανείς άτακτος οπλαρχηγός να σταθεί ορθός απέναντι στους πολιτικούς. Όλοι έχουν υποκύψει. Μεσολογγίτες και Σουλιώτες. Στερεοελλαδίτες και Πελοποννήσιοι. Βεΐκοι και Τζαβελαίοι. Ίσκοι και Καραϊσκοι. Μποτσαραίοι και Γιολτάσηδες. Ράγκοι και Ρούκηδες. Κολοκοτρωναίοι και Νοταράδες. Ζαϊμηδες και Σισίνηδες. Όλοι έχουν γονατίσει και φιλούν την άκρη της φουστανέλας του Κωλέττη και το γαντοφορεμένο χέρι του Μαυροκορδάτου. Οι πολιτικοί με τα δάνεια και τα χρήματα, ισοπέδωσαν εντελώς ''το γκοβέρνο μιλιτάρε'' μαζί με τον κόσμο που αυτό κουβαλούσε μέσα του.

Μετά το Μαυρομάτι, οδεύουμε οριστικά προς μια συγκεντρωτική εξουσία στο υπό σύσταση κράτος και η Ελλάδα προσανατολίζεται προς το πολιτικό πρότυπο που το κέντρο απορροφά όλες τις εξουσίες και τις οικονομικές απολαβές από τα διάφορα τμήματά του. Τα εθνικά εισοδήματα των επαρχιών συγκεντρώνονται πια προς το κέντρο, στα χέρια των ολίγων της εξουσίας και αυτοί έχουν το δικαίωμα και τη δύναμη να τα κατανείμουν όπως και όπου θέλουν. Πολλές φορές, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Από το Μαυρομάτι και πέρα, οι οπλαρχηγοί χάνουν εντελώς την όποια ανεξαρτησία τους. Κανείς απ' αυτούς δεν έχει δικαίωμα να τρέφεται από τα εισοδήματα της επαρχίας του και τις τοπικές δημογεροντίες, εκτός κι αν το επιτρέψει η κεντρική κυβέρνηση. Οι επαρχίες χάνουν τη μέχρι πρότινος δύναμή τους, παύουν να είναι αυτόνομες οντότητες Κοινών που διατηρούν έναν αξιοπρόσεκτο βαθμό αυτοδιάθεσης και οι οποίες λύνουν μόνες τα προβλήματά τους -τρόπος που είχε κάνει πολλές απ' αυτές να μεγαλουργήσουν ακόμη και μέσα στην Τουρκοκρατία- και μετατρέπονται σε αδύναμα γυμνά πουλιά,  που περιμένουν με ανοιχτό το στόμα την τροφή και όλες τις αποφάσεις από το κέντρο-μητέρα. Το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι, είναι ο μεγάλος σταθμός που διαχωρίζει τον παλαιό κόσμο της αποκεντρωμένης εξουσίας και των Κοινών, με το σύγχρονο κεντρικό κράτος. Από μια ''δημοκρατία επαρχιών'' που οι Έλληνες δημιούργησαν αργά και μεθοδικά ακόμη και κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, οδεύουμε προς το πρότυπο μιας συγκεντρωτικής ολιγαρχίας που θα κατέχει την εξουσία και θα βρίσκεται πια υπό την άμεση επήρεια διαφόρων κέντρων της Δύσης, ώστε να ελέγχουν εύκολα και να κατευθύνουν σύμφωνα με τη θέλησή τους το νέο κράτος. 

Από αυτήν την πλευρά πρέπει να δει η ιστορία τον Σκουρτανιώτη. Γιατί ο θάνατός του οριοθετεί το τέλος των Κοινών. Και είμαι σίγουρος πως αν τον δει έτσι, το ολοκαύτωμα Μαυροματίου θα αποκτήσει την αξία και τη σημασία που πραγματικά του αναλογεί, σε αντίθεση με την αποσιώπηση και τη λησμονιά που επιδίωξε και επέβαλλε ο Κωλέττης και σχεδόν διακόσια χρόνια τώρα, το κατάφερε. Και το οφείλει αυτό η ιστορία στον Σκουρτανιώτη. Αν ο Κωλέττης τον εξόντωσε φυσικά και προσπάθησε να εξαφανίσει τη μνήμη του, η ίδια έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει ένα πέρα για πέρα αδικημένο ολοκαύτωμα και να διασώσει αυτή τη μνήμη για πολλούς και ουσιώδεις λόγους.
Στο κάτω κάτω, το Μαυρομάτι είναι ένας μεγάλος ιστορικός σταθμός, που δυστυχώς ελάχιστοι μέχρι σήμερα έχουν εντοπίσει και ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης ο τελευταίος μετά τον Οδυσσέα, του ''γκοβέρνο μιλιτάρε''...

Γιώργος Πύργαρης



*Για όλα τα παραπάνω, υπάρχουν φυσικά και τα ανάλογα έγγραφα και παραστατικά από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Απλά δεν επιθυμώ να τα παρουσιάσω από τώρα. Θα παρουσιαστούν όμως σε βιβλίο που ετοιμάζω για τον Σκουρτανιώτη και το ολοκαύτωμα Μαυροματίου.

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ-Ο ΤΑΚΗΣ ΛΑΠΠΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗ


Ο Τάκης Λάππας για τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη






Ο βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών συγγραφέας Τάκης Λάππας, η φωνή του εικοσιένα όπως τον αποκάλεσαν άλλοι,  στο βιβλίο του ''ΑΘΑΝΑΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ'' σκιαγραφεί με λογοτεχνικό τρόπο προσωπικότητες ηρώων του 1821, όπως των Υψηλάντηδων, του μάρτυρα Ησαϊα Σαλώνων, του αρχοντόπουλου Νοταρά, του Κανάρη, του Νικηταρά, του Αγγελή Γοβγιού και στο διήγημα με τίτλο ''Αληθινό παραμύθι'' σκιαγραφεί τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και τη μάχη του Μαυροματίου. Ας το απολαύσουμε, γραμμένο από τη μοναδική πένα του Τάκη Λάππα...



ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Τον παππού μου, τον πατέρα της μητέρας μου, τον πρόκανα πολλά χρόνια, ώς που έγινα μεγάλο παιδί. Κοντά εκατό χρονών πέθανε. Κι αν δεν τσακιζόταν πέφτοντας απ' τ' άλογό του, μπορεί να ξεπερνούσε τα εκατό. Τόσο καλοστεκούμενος ήταν. Ψηλός, αδύνατος, ορθόστητος, με την άσπρη γενειάδα του, ντυμένος πάντα με την ολοκάθαρη φουστανέλα του και το γαϊτανόπλεκτο γιλέκι του.
Αυτός ήταν ο πρώτος που μου ξεσκέπασε την άγνωστη για μένα εποχή του εικοσιένα και μ' έκανε τόσο να το αγαπήσω.
Κάθε τόσο μας μιλούσε για την ελληνική επανάσταση, κι όλο και κάτι καινούριο είχε να μας πει. Με πόση λαχτάρα προσμέναμε τα εγγόνια του αυτές τις ιστορίες... Ήξερε κι άλλα πολλά γιατί ήταν διαβασμένος και είχε μακροταξιδέψει σε ξένες χώρες. Στο χωριό του το Δίστομο, τον είχαν για σοφό. Μας μολογούσε ακόμη για θρύλους και ιστορίες του τόπου μας, για νεράιδες και ξωτικά. Τι δε μας έλεγε! Μα τι το θες, σαν άρχιζε να ιστοράει κανένα περιστατικό του Εικοσιένα, άλλος άνθρωπος γινόταν. Θαρρούσες και τα όσα έλεγε, ο ίδιος τα είχε ζήσει! Και γω τότε ήμουν ο πρώτος από τα εγγόνια του που τον ζύγωνα και συνεπαρμένος τον κοίταζα κατά πρόσωπο, για να μην χάσω τίποτα απ' τα μολογήματά του. Θεός σχωρέστον, τον καλό κείνον άνθρωπο. Η μνήμη του πάντα με συντροφεύει και του χρωστάω πολλά. Μονάχα το φταίξιμό μου ήταν, που τα όσα μας ιστορούσε δεν τα κράτησα στο χαρτί μα στη μνήμη. Και είναι αλήθεια πως η παιδιάστικη θύμησή μου πολλά κράτησε, μα και πόσα τα χρόνια δε θα σβήσαν, που τώρα ούτε και τα φέρνει ο λογισμός μου...
Τα πιο πολλά που μας έλεγε για τον αγώνα ήταν άγνωστα. Αρκετά τα συνάντησα ύστερα στις μελέτες μου κι όμως ήταν αλήθεια!
Πού λοιπόν τα ήξερε ο παππούς μου, αφού δεν ήταν αγωνιστής, γιατί γεννήθηκε ύστερα από χρόνια; Ο πατέρας του ήταν ένας άτρομος πολεμιστής, ένας τρανός καπετάνιος. Ήταν Σουλιώτης. Κατέβηκε στον αγώνα ακολουθώντας τους Μποτσαραίους, κλείστηκε μαζί τους στο Μεσολόγγι, πήρε μέρος σε διάφορες μάχες και πολέμησε πλάι πλάι με τον μεγάλο της Ρούμελης, τον Καραϊσκάκη. Σαν τέλειωσε ο πόλεμος άραξε στη Ρούμελη, στο Δίστομο. Εκεί πέθανε, ενενηντάρης. Μα είχε το λογικό του και τη θύμησή του ως τη στερνή του ώρα. Τι και τι δεν τους μολογούσε για τις μάχες που ο ίδιος έλαβε μέρος...
-Με το νι και με το σίγμα τα θυμόταν ο συχωρεμένος, μας είπε κάποτε ο παππούς.
Μα και τούτος δε πήγαινε πίσω. Όσα από χρόνια του ιστόρησε ο πατέρας του, όλα τα θυμόταν με το νι και με το σίγμα... Στη μνήμη ο παππούς ήταν φαινόμενο κι ίσως ξεπέρασε κι αυτόν ακόμα τον πατέρα του.
Χρωστάω πολλά να γράψω για τον παππού και τον προπάππο μου. Κάποτε, ελπίζω το χρέος μου αυτό να το ξεπληρώσω...


Ο παππούς έμενε πάντα στο χωριό το Δίστομο. Τα παιδιά του είχαν εγκατασταθεί πια στην πολιτεία στη Λειβαδιά. Αυτός όμως σπάνια μας ερχόταν. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε όλοι εκεί για παραθέρισμα και μέναμε κοντά του δύο και τρεις μήνες. Μα και μέσα στον χρόνο, πάντα δυο τρεις φορές, θα πεταγόμαστε στο χωριό για δυο μέρες. Αγαπούσαμε πολύ τον παππού και τη γιαγιά, την άγια κείνη γυναίκα.
Μια χρονιά έτυχε ν' αρρωστήσω κι ο γιατρός διάταξε να φύγω απ' την πολιτεία για κανένα μήνα. Πού αλλού λοιπόν θα πήγαινα, απ' τ' αρχοντικό του παππού στο χωριό;
Θυμάμαι με πόση χαρά με δέχτηκε και τι και τι δεν κάνανε αυτός και η γιαγιά, να μ' ευχαριστήσουν και ν' αναλάβω μίαν ώρα αρχήτερα απ' την αρρώστια μου...

Ήταν στις αρχές του Οκτώβρη. Ο χειμώνας ήταν πρώιμος και στο χωριό, που άγρια το δέρνει ο βοριάς και βρίσκεται σε ψήλωμα, είχε κιόλας χειμωνιάσει.
Ανήμερα του Αι Δημητριού, κι από δυο μέρες τώρα, το χιόνι σκέπαζε το χωριό, και κάθε βράδυ καινούριο αυγάταινε το παλιό. Δεν ξέρω γιατί σε κείνα τα χρόνια ο χειμώνας ερχόταν πιο γρήγορα κι ήταν πιο άγριος. Τώρα σάμπως αλλιώτεψε ο καιρός...
Επειδή αυτήν την ημέρα γιόρταζα, ο παππούς και η γιαγιά δεν ξέρανε πώς να μ' ευχαριστήσουν. Ακόμα θυμάμαι τις αφράτες τηγανίτες με πετιμέζι μου μούφτιαξε η γιαγιά πριν ακόμα ξυπνήσω. Το δειλινό με τον παππού είχαμε καθίσει στο παραγώνι και χαιρόμαστε τη φωτιά. Νύχτα και μέρα το τζάκι δεν έσβηνε μα σήμερα ήταν γιορταστικά αναμμένο. Δύο τεράστια κούτσουρα πουρναρίσια καίγανε απ' την αυγή.





-Θα σου ψήσω κάστανα στη χόβολη, μου είπε φτιάχνοντας τη στάχτη στο τζάκι. Και για τη γιορτή σου σήμερα θα σε φιλέψω με κάτι που σου αρέσει!
Μεμιάς τα μάτια μου πέσανε στον τοίχο, που βρισκότανε τα άρματα του προπάππου Σουλιώτη. Το καριοφίλι του, το γιαταγάνι, η πάλα, ένα ζευγάρι κουμπούρια, οι μπαλάσκες, το χαϊμαλί, τα τσαπράζια και μερικά ακόμα της φορεσιάς του. Άλλα μαλαματοκαπνισμένα κι άλλα ασημένια. Όλα τους όμως καλά διατηρημένα απ' τον παππού μου, που ο ίδιος τα φρόντιζε, γιατί τα είχε σαν κειμήλια. Νόμιζα λοιπόν πως θα μου χάριζε κανένα απ' τ' άρματα για να το βάλω στη συλλογή μου από άρματα του Εικοσιένα που είχα κληρονομήσει απ' τον πατέρα μου. Κατάλαβε τη ματιά μου που έπεσε στ' άρματα και μου λέει...
-Όχι γιε μου, όχι απ' αυτά! Όσο ζω και βρίσκομαι καρφί δε θα φύγει από τον τοίχο! Σαν έρθει με το καλό ο καιρός και σταυρώσουν για πάντα τα χέρια μου, ε τότε τα παιδιά και τα εγγόνια μου, να τα μοιράσετε, να θυμάστε τον παππού σας τον Σουλιώτη καπετάνιο, τον Τζίμα Ζέρβα.* Για τη γιορτή σου σήμερα θα σου κάνω ένα άλλο φίλεμα, κάτι που σου αρέσει...
Κατάλαβα τότε πως κάποια ιστορία του εικοσιένα θα μου έλεγε. Και μ' όλο που τώρα πια ήμουν αρκετά μεγάλος, ζύγωσα και πάλι τον παππού, όπως συνήθιζα σαν ήμουνα μικρός.
Έβγαλε από την τσέπη του το μεγάλο μαύρο καλογερίστικο κομπολόγι του και το στριφογύρισε στο δεξί του χέρι, Έτσι έκανε πάντα όταν άρχιζε τις διηγήσεις του.
-Θα σου μολογήσω γιε μου σήμερα το βιος του καπετάν Σκουρτανιώτη... του Θανάση Σκουρτανιώτη... τον έχεις ακουστά αυτόν τον καπετάνιο του Ξεσηκωμού, όπως συνήθιζε πάντα ο παππούς να λέει την επανάσταση.
Με είδε σαστισμένον και χωρίς να μ' αφήσει να αποκριθώ εξακολούθησε...
-Καλά, τα βιβλία, τα χαρτιά δε μολογάνε τίποτα γι' αυτόν;
-Μμμ κάτι έχω διαβάσει μα...
-Ώστε κάτι γράφουν και γι' αυτόν! Μ' άλλα λόγια δεν περίσσεψε χαρτί και μελάνι για τον Σκουρτανιώτη; Καταλαβαίνω γιε μου, είναι κι αυτός απ' τους άγραφους...
Και βάλθηκε να χαράζει τα κάστανα και να τα σκεπάζει με τη ζεστή στάχτη.
-Ήταν Σουλιώτης παππού;
-Όχι από την Αραπιά!
Κατάλαβα πως η απάντηση ήταν ειρωνικιά. Δεν απάντησα. Τον άφησα μόνος του να εξακολουθήσει. Κι αφού τακτοποίησε τα κάστανα, γυρίζει και μου λέει...
-Ο Σκουρτανιώτης ήταν ντόπιος, ντόπιος! Να λίγο αλάργα από τη Θήβα, απ' το χωριό Σκούρτα, στα Δερβενοχώρια. Το σωστό του όνομα ήταν Θανάσης Γάτσης, μα τρανός καπετάνιος όπως ήταν πριν απ' τον Ξεσηκωμό μας, του κόλλησαν του χωριού του το όνομα για επίθετο. Ακούς εκεί να μη γράφουν για τον Σκουρτανιώτη, που κατεβατά ολάκερα θα έπρεπε να ιστοράνε το βιος και την πολιτεία του...
Τα τελευταία του λόγια τα είπε με παράπονο. Κι επειδή κατάλαβα πως ο παππούς θα τα έβαζε με τους ιστοριογράφους και τότε δε θα είχε τελειωμό, θέλησα να τον αποτρέψω ρωτώντας τον...
-Ο πατέρας σου παππού, σου είχε ιστορήσει γι' αυτόν;
-Αμ ποιος άλλος; Πολλές φορές μου μολογούσε για τον Σκουρτανιώτη, που τον είχε για έναν απ' τους τρανότερους ήρωες του Ξεσηκωμού...
Έβγαλε την καπνοσακούλα του και παίρνοντας λίγο καπνό, έστριψε τεχνικά σε τσιγαρόχαρτο το τσιγάρο του. Το άναψε με κάρβουνο απ' το τζάκι και καπνίζοντας ηδονικά, εξακολούθησε...
-Οι Γάτσηδες ήταν εφτά αδέρφια, ο πιο μεγάλος ήταν ο Θανάσης, μα κι ο πιο παλικαράς. ''Κορμί δράκοντα είχε και καρδιά λιονταριού'' μου έλεγε ο πατέρας μου. Σου είπα πως πριν απ' τον Ξεσηκωμό ήταν καπετάνιος στα Δερβενοχώρια. Σαν ξέσπασε ο πόλεμος, πήρε τα παλικάρια του και πολεμούσε κατά καιρούς κοντά στον Κριεζώτη, στο Βάσσο, στον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Στα 1825 τα τούρκικα ασκέρια αλώνιζαν στη Βοιωτία. Οι δικοί μας ζητούσαν και τη συνδρομή του Σκουρτανιώτη, που βρισκόταν τότε στα Δερβενοχώρια και τα φύλαγε. Σαν πήρε το μήνυμα ο Σκουρτανιώτης, ετοίμασε τα παλικάρια του, καμιά πενηνταριά, ναρθεί σε τούτα τα χώματα. Οι Δερβενοχωρίτες όμως από φόβο, δε θέλανε να τον αφήσουν να φύγει. Μα έλα που κείνος ήθελε να πάει να βοηθήσει τη Βοιωτία σε κείνη τη δύσκολη στιγμή! Ήρθε σε λόγια με τους χωριανούς του. ''Δε θ' αλαργέψω πολύ'' τους είπε, για να τους δώσει κουράγιο ''Να δω κοντά θα είμαι κι άμα σταθεί χρεία, θα τρέξω κοντά σας!''. ''Όχι, μη φύγεις!'' του φώναζαν κείνοι δειλιασμένοι. ''Εγώ θα πάω στο χρέος μου!''. Κι ετοίμασε τα παλικάρια του να φύγει. Τότε ο παπάς του χωριού, ένας χοντρόπαπας ίσαμε κει πάνω, που για το χόντρος του τον λέγανε Παπαδιπλό, του φωνάζει... ''Να πας και να μη ξαναγυρίσεις!''. Κοντοστάθηκε ο καπετάν Σκουρτανιώτης, απ' τα λόγια του Παπαδιπλού, που μοιάζανε με κατάρα, μα ύστερα χωρίς να τα λογαριάσει, αποφασιστικά κίνησε κι έφυγε.




Έφτασε στη Βοιωτία. Από κει έγραφε στους διάφορους καπεταναίους, να πάνε να τον ανταμώσουν ''γιατί έχουμε γάμο και δεν πρέπει να λείψει κανένας... τέτοιο χαροκόπι δε θα ματαδούμε άλλο!'' Λες γιε μου και σαν κάτι μέσα να του έλεγε το τι θ' ακολουθούσε.
Και παίζοντας καμπόσο νευρικά ο παππούς το κομπολόγι συνέχισε.
-Αστόχησα να σου πω. Είπαν ύστερα πως σαν έφευγε απ' τα Δερβενοχώρια, στο δρόμο του, δύο φορές ξεπετάχτηκε μπροστά του λαγός.
-Α μου έχεις πει κι άλλοτε παππού, πως οι κλέφτες σαν βρίσκανε λαγό στο δρόμο τους, το είχανε για κακοσημαδιά.
-Ναι γεια σου. Τα παλικάρια του Σκουρτανιώτη, δείλιασαν απ' τη γρουσουζιά κι ο αδερφός του ο Κώστας, που ήταν πάντα κοντά του, του λέει...
''Άσχημα κινήσαμε Θανάση. Απ' τη μια τα λόγια του Παπαδιπλού κι απ' την άλλη τούτοι οι λαγοί, δε θα μας βγει σε καλό!'' Κείνος αδιάφορος, σήκωσε τις πλάτες και του αποκρίθηκε... ''Ό, τι και να μας βρει Κώστα, καλώς ναρθεί! Εμείς κάνουμε το χρέος μας στη πατρίδα''...

Κώστας (Κώτσιος) Σκουρτανιώτης

Σαν και σήμερα, του Αι Δημητριού, στα 1825, έφτασε την αυγή ο καπετάν Σκουρτανιώτης, με καμιά πενηνταριά, στο χωριό Μαυρομάτι. Εδώ αντάμωσε και τον Βαγιώτη καπετάνιο Τζουνάρα με καμιά εικοσαριά νομάτους. Πήγε με τα παλικάρια του στην εκκλησιά, μέρα που ήταν, άναψε κερί, λειτουργήθηκε, και σαν σκόλασε, ζήτησε να μάθει κατά πού βρισκόταν ο εχθρός. Του είπαν πως κει κοντά τριγύριζαν.
Ο Σκουρτανιώτης για να μη δώσει βάρος στο χωριό, πήρε τα παλικάρια του και έριξε το ορδί του έξω από το Μαυρομάτι, εκατό μέτρα, στην εκκλησιά της Αγιά Σωτήρας. Τον ακολούθησε κι ένας καλογεράκος, που τον λέγανε Πανάρετο. Από κει ο καπετάνιος έστειλε το Δρίτσουλα, που ήταν απ' τα Χώστια και ήξερε τον τόπο καλά, με δέκα άλλους μαζί, να παρακολουθήσει κατά πού βρίσκονταν οι Τούρκοι.
Μια ώρα μακριά απ' το Μαυρομάτι, ο Δρίτσουλας είδε καμιά εικοσαριά καβαλαραίους Τούρκους νάρχονται ξέγνοιαστοι καταπάνω του. Κρύφτηκε με τα παλικάρια του και σαν ζύγωσαν, τους στρώνουν στο ντουφεκίδι. Σκότωσαν μερικούς κι άλλοι φύγανε. Μεμιάς γύρισε στον καπετάνιο του και του είπε το τι έτρεξε. ''Δεν έπρεπε Δρίτσουλα να τους βαρέσεις'' του λέει ο Σκουρτανιώτης ''κείνοι που γλίτωσαν θα ειδοποιήσουν τους άλλους πως δω γύρα βρίσκονται Έλληνες πολεμιστές... βιάστηκες να τους ντουφεκίσεις... για τούτο πρέπει τώρα να φύγουμε, να μη μας προκάνουν δωπέρα''.
Ο Δρίτσουλας που ήταν παλιό παλικάρι του Ανδρούτσου και είχε κλειστεί μαζί του στο χάνι της Γραβιάς, ήταν αλήθεια πως δεν τα καλολογάριαζε. Ριχνόταν μέσα στα όλα κι όπως ερχόταν.
''Μη με μαλώνεις καπετάνιε'' του αποκρίνεται ο Δρίτσουλας ''Οι Τούρκοι δε θα είναι περισσότεροι από εκατόν πενήντα ως διακόσιοι. Καλώς να μας έρθουν. Να, θα πιάσουμε εδώ τη μάντρα της Αγιά Σωτήρας. Θα τους τσακίσουμε! Έτσι κάναμε και με τον Δυσσέα στο χάνι της Γραβιάς. Θα σώσουμε την πατρίδα και θα δοξαστούμε!''
''Άσχημα τα λογαριάζεις Δρίτσουλα'' του λέει ο καπετάνιος του ''Οι Τούρκοι θα είναι πολλοί. Μπαρουτόβολα δεν έχουμε τόσα, για να τους βαστήξουμε δωπέρα. Θα πάθουμε ο, τι έπαθε ο Διάκος στην Αλαμάνα''.
Αυτό γιε μου που τους έλεγε ο Σκουρτανιώτης, ήταν και το σωστό. Μα δεν τον ακούσανε. Γιατί με τη γνώμη του Δρίτσουλα πήγανε και τ' άλλα παλικάρια, ως κι αυτός ακόμα ο αδερφός του καπετάνιου, ο Κώστας. Σα να τους έσπρωχνε η μοίρα τους να χαθούν.

Όπως κουβέντιαζαν λοιπόν να δούνε τι θ' αποκάνουν, θα φύγουν ή θα μείνουν, είδανε ένα τσοπανόπουλο να κατηφορίζει τρεχάτο κατά την Αγία Σωτήρα. Παράτησε τα προβατά του, που βόσκαγε πιο πάνω και ξυπόλητο όπως ήταν, με το ραβδί του στο χέρι τόβαλε στην τρεχάλα, να φτάσει στην εκκλησιά. Δε θα ήταν περισσότερο από δεκαπέντε χρονών και το λέγανε Τάσο.
-Το επίθετό του παππού; τον ρώτησα.
-Πολλά ζητάς. Ρώτησα και γω κάποτε τον πατέρα μου για έναν άλλον και ξέρεις τι μου αποκρίθηκε; ''Γιε μου οι άνθρωποι τότε δεν είχαν όλοι επίθετα, όπως τώρα. Δανεικά παίρνανε, του χωριού τους, το μικρό όνομα του πατέρα τους ή της μάνας τους και καμιά φορά του καπετάνιου τους. Να, μεις οι Σουλιώτες κρατάγαμε πάντα για επίθετο το βαφτιστικό όνομα του πατέρα μας. Έτσι κι εγώ μ' όλο που γεννήθηκα εδώ στο Δίστομο, κράτησα το Σουλιώτικο έθιμο και για επίθετο πήρα το μικρό όνομα του πατέρα μου.
Η διακοπή που έκανα του παππού, στάθηκε η αφορμή να στρίψει άλλο ένα τσιγάρο. Και καπνίζοντας εξακολούθησε...



-Πού είχαμε μείνει;
-Στο τσοπανόπουλο, τον Τάσο παππού.
-Α ναι. Έφτασε στην Αγιά Σωτήρα και λαχανιασμένο τους λέει... ''Καπεταναίοι, Τούρκοι έρχονται πολλοί! Γεμίσανε τον κάμπο. Τους είδα πάνω απ' το ψήλωμα στο Μεγάλο Πουρνάρι που βόσκαγα το κοπάδι μου. Έτρεξα μεμιάς να σας φέρω χαμπέρι''. Πετάχτηκαν όλοι και πρώτος ο Σκουρτανιώτης, που τους λέει δυνατά... ''Άϊντε συγυριστείτε γιατί δωπέρα θ' ανοίξουμε ντουφέκι. Ας χαθούμε για να μη μας πούνε κιοτήδες''. Κι άρχισαν να φτιάχνουν γύρω απ' την εκκλησιά στη μάντρα, πρόχειρα ταμπούρια. Τον Τάσο τον έδιωξε ο καπετάνιος να πάει και πάλι πάνω στο Μεγάλο Πουρνάρι. Από κει θα παρακολουθούσε τις κινήσεις του εχθρού και θα τους έφερνε ειδήσεις. Φώναξε ο Σκουρτανιώτης τέσσερα παλικάρια και τα έδιωξε να φύγουν τρέχοντας από διάφορες μεριές. ''Όποιους καπεταναίους δικούς μας συναντήσετε στη στράτα σας, να τους πείτε νάρθουν δωπέρα στην Αγιά Σωτήρα στο Μαυρομάτι. Αν μας βρούνε ζωντανούς να μας συντράμουν, ειδ' αλλιώς σκοτωμένους, να μας θάψουν. Να μη φάνε τα κουφάρια μας τα όρνια και τα ζουλάπια''. Αυτά τους έδωσε παραγγελιά ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης. Και μεμιάς τα τέσσερα παλικάρια ξεχυθήκανε τρέχοντας να φέρουν την παραγγελιά του.
Ένα από αυτά αντάμωσε τον πατέρα μου έξω από τη Λειβαδιά και του είπε όσα πιο πάνω άκουσες.
-Και πήγε ο πατέρας σου;
 -Ναι γιε μου, μα όσο να πάει το κακό είχε γίνει. Παρακάτω θα σου τα μολογήσω.
-Κι καλόγερος έμεινε μαζί τους;
-Ο Πανάρετος; ναι έμεινε κει στην εκκλησιά. Αυτός ύστερα μολόγησε στον πατέρα μου, τα όσα θα σου πω πιο κάτω.
Να μην τα πολυλογάμε, κατά τη μία η ώρα το μεσημέρι, φάνηκαν οι Τούρκοι, πεζοί και καβαλάρηδες, καμιά πεντακοσαριά. Ρίχτηκαν με ορμή κατα πάνω στη μάντρα της Αγια Σωτήρας. Μα οι Έλληνες από μέσα τους δέχτηκαν μ' αδιάκοπο ντουφεκίδι. Στρώμα κάτω τα τούρκικα κουφάρια. Αυτό όμως αντί να τους δειλιάσει, τους πεισμάτωνε πιο πολύ και πέφτανε κατά πάνω στους Έλληνες μανιασμένοι. Κι οι Έλληνες όμως τους καλοδέχονταν. Κατά τις τρεις η ώρα, ολόγυρα στη μάντρα θα ήταν καμιά εκατονπενηνταριά εχθρικά κουφάρια.
Οι Τούρκοι αποτραβήχτηκαν και σταματήσανε το ντουφεκίδι. Τότε ακούστηκε ο Σκουρτανιώτης να λέει στους συμπολεμιστές του... ''Τώρα ή θα φύγουν οι Αγαρηνοί ή θα τους έρθει μεντάτι... Αν είχαμε μπαρουτόβολα κι αν μας πρόφτανε βοήθεια άλλοι τόσοι όσοι ήμαστε, ε τότε η Αγια Σωτήρα θα σκέπαζε το χάνι της Γραβιάς!''.
Δεν είχε προκάνει να τελειώσει τα λόγια του ο καπετάνιος και φάνηκε ο Τάσος να κατηφορίζει τρέχοντας απ' το Μεγάλο Πουρνάρι κατά την Αγια Σωτήρα. Κατάλαβαν πως κάποια είδηση τους φέρνει. Σε λίγο βλέπουν τον μικρό τσοπάνη να σκαρφαλώνει πάνω στη μάντρα και να φωνάζει στους κλεισμένους πολεμιστές... ''Έρχονται κι άλλοι πολλοί από δω κι από κει κι από πάνω καβαλαραίοι!''. Και το τσοπανόπουλο, πηδώντας ανηφόρισε τρεχάλα και πάλι στο Μεγάλο Πουρνάρι.
Το άγγελμα του Τάσου, σήμαινε θάνατο για τους Έλληνες πολεμιστές. Μ' από κείνους ποιος να το λογαριάσει ή να δειλιάσει; Το δέχτηκαν ατάραχοι. Το μόνο που πρόσταξε ο καπετάν Σκουρτανιώτης, ήταν να μη σπαταλάνε τις ριξές τους, μα κάθε ντουφεκιά τους να σωριάζει σκοτωμένο κι έναν Τούρκο.

Η πληροφορία που τους έφερε ο μικρός Τάσος, δεν άργησε να βγει αληθινή. Σε λίγο ακούστηκαν να ζυγώνουν τα τούρκικα τουμπελέκια και να φαίνωνται τ' ασκέρια. Κοντά χίλια ντουφέκια, πεζούρα και καβαλαρία, έρχονταν κατά την Αγια Σωτήρα. Δε χασομερήσανε κι άρχισαν τα ρεσάλτα τους. Οι επιθέσεις τους όμως αυτές, ήταν πολύ μεγαλύτερες και πιο αποφασιστικές από τις προηγούμενες. Μα κι οι Έλληνες σωρό στοίβαζαν, απ' έξω από τη μάντρα τα τούρκικα κορμιά.
Ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει. Και στους Έλληνες πολεμιστές είχαν πια απομείνει από πέντε χαρτούτσια στον καθένα. Να γλιτώσουν κάνοντας γιουρούσι με τα σπαθιά στα χέρια, ήταν αδύνατο. Πώς θα περνούσαν απέναντι από τόσο εχθρό;
Ο Σκουρτανιώτης τότε πρόσταξε ν' αφήσουν τη μάντρα και να κλειστούν μέσα στην εκκλησιά της Αγια Σωτήρας. Και για να τους δώσει κουράγιο τους λέει... ''Αδέρφια μπορούμε να νικήσουμε, αν καθένας μας σκοτώσει από πέντε Τούρκους!''.
Απ' την εκκλησιά όμως ήταν δύσκολο να πολεμήσουν. Ένα ερημοκλήσι ήταν χωρίς παράθυρα. Και μόνο μια πόρτα είχε. Πού πρόφταιναν ν' ανοίξουν μασγάλια;
Γι' αυτό πιάσανε μερικοί τη μισάνοιχτη πόρτα και ντουφεκάγανε, κι άλλοι από μέσα γεμίζαν τα καριοφίλια, για να ρίχνουν ακατάπαυστα. Ο ίδιος ο Σκουρτανιώτης έμεινε στην πόρτα και μαζί του ο αδερφός του Κώστας, ο κουνιάδος του και ο Δρίτσουλας. Από κει τα καριοφίλια του θέρισαν τόσες ψυχές τούρκικες. Μα όσο πήγαιναν, τα χαρτούτσια λιγόστευαν κι οι ντουφεκιές αραίωναν.
Άρχισε να σουρουπώνει. Κι οι Τούρκοι γιε μου, πάντα στον Ξεσηκωμό μας, απέφευγαν νύχτα τον πόλεμο.
-Γιατί παππού;
-Γιατί δεν ξέρανε τι τους βρίσκει στο σκοτάδι. Οι κιοτήδες έχουν σύντροφο μόνο τη μέρα, ενώ τα παλικάρια δεν ξεχωρίζουν μέρα και νύχτα. Ό, τι τους λάχει.
Για να μη νυχτωθούν κειπέρα οι Τούρκοι και για να τελειώσουν με τους κλεισμένους μέσα στην Αγια Σωτήρα, σκέφτηκαν να πολεμήσουν με άλλο τρόπο. Σύναξαν από γύρω ξερά χαμόκλαδα και φρύγανα που βγάζανε πολύ καπνό. Απ' το Μαυρομάτι φέρανε κι ό, τι ρετσίνι βρήκανε μέσα στο χωριό. Είχαν μαζί τους και θειάφι.
Μερικοί τολμηροί τότε καταφέρανε ν' ανεβούν πάνω στη σκεπή της εκκλησιάς. Άνοιξαν τρύπες και ρίχνανε μέσα αναμμένα τα χαμόκλαρα, το θειάφι και το ρετσίνι. Η εκκλησιά άρχισε να γεμίζει καπνό, γιατί μόνο απ' τη μισανοιγμένη πόρτα μπορούσε να φύγει. Σου είπα, παράθυρα δεν είχε! Μα ο καπνός που έβγαινε, ήταν τίποτα μπροστά σε κείνον που οι Τούρκοι ρίχνανε αδιάκοπα απ' τις τρύπες της σκεπής. Οι πολεμιστές δεν μπορούσανε πια ν' αντέξουν. Ο ένας σωριαζότανε πάνω στον άλλον νεκρός. Σκάζανε απ' το θειάφι και το ρετσίνι. Σε λίγο εξηνταπέντε κορμιά κείτονταν άψυχα μέσα στην εκκλησιά της Αγια Σωτήρας. Δυο μονάχα ανάσαιναν. Ο Σκουρτανιώτης κι ο καλόγερος Πανάρετος. Αυτοί οι δυο είχαν πιάσει τη μισάνοιχτη πόρτα. ο Σκουρτανιώτηςκάπου κάπου ντουφεκούσε κι ο καλόγερος τον βοηθούσε, γεμίζοντας τα καριοφίλια. Από κει όμως μπορούσαν και παίρνανε λίγο αέρα. Μα σε λιγάκι, ούτε κι από κει μπορούσανε να βαστήξουν τη μυρωδιά απ' το ρετσίνι και το θειάφι. Ο καλόγερος τότε κλαίγοντας, λέει στον Σκουρτανιώτη... ''Καπετάνιε άσε με να πάρω λίγο αέρα!... Άσε με, έσκασα, δεν αντέχω άλλο!... Λυπήσου με... με φάγανε τα σκυλιά...''. Και κείνος του αποκρίνεται... ''Καλόγερε μη βιάζεσαι... Βάλε τη μύτη σου δω στην πόρτα κι ανάσαινε!...''
Σε κάποια στιγμή που ο Σκουρτανιώτης απ' το θειάφι και το ρετσίνι ζαλίστηκε, ο Πανάρετος άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω.




Δε πρόκανε να πάει δέκα δρασκελιές και τον πιάσανε οι Τούρκοι. Με τη φοβέρα του γιαταγανιού, ο καλόγερος μαρτύρησε πως κανένας πια δε ζούσε μέσα στην εκκλησιά, εξόν απ' τον Θανάση Σκουρτανιώτη, που βρισκόταν πίσω απ' την μισάνοιχτη πόρτα, ζαλισμένος όμως κι αυτός.
-Τον σκοτώσανε τον καλόγερο παππού;
-Όχι, τον αφήσανε λεύτερο. Αυτός ύστερα ιστόρησε, τα όσα είδε μέσα στην εκκλησιά. Ύστερα απ' την επανάσταση, ο Πανάρετος καλογέρεψε στο μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, στον Ελικώνα. Σ' όλη του τη ζωή, έκανε μνημόσυνα και τρισάγια για τους εξηνταέξι της Αγια Σωτήρας. Σ' ένα φύλλο στο Ευαγγέλιο, είχε γράψει πολλά απ' τα ονόματά τους, που τα ήξερε. Ποιος ξέρει τι να έγινε το Ευαγγέλιο κείνο, θα χάθηκε...
-Και μαζί μ' αυτό και τα ονόματα των μαχητών. Κι ο Σκουρτανιώτης παππού;
-Ναι ο Σκουρτανιώτης. Μ' όλο που οι Τούρκοι μάθανε απ' τον καλόγερο πως ήταν ζαλισμένος ή πιο καλά μισοπεθαμένος, ακόμα τον σκιάζονταν. Δεν είχαν το θάρρος να τον χτυπήσουν με τα σπαθιά τους ή με τα ντουφέκια τους. Κρυφά καταφέρανε να βάλουν στη μεριά της πόρτας δύο οβούζια με μακριά φιτίλια. Τα ανάψανε και σα σκάσανε κάνανε κομμάτια το Σκουρτανιώτη.

Είχε νυχτώσει πια. Οι Τούρκοι αφού ξεκάνανε έτσι άναντρα τους κλεισμένους στην Αγια Σωτήρα, φύγανε για τη Θήβα. Υποψιάστηκαν πως δε θ' αργούσανε να φτάσουν εκεί τα ελληνικά σώματα. Και πρώτος έφτασε ο πατέρας μου μ' εκατό παλικάρια. Μόλις χάραζε σαν ήρθε στην Αγια Σωτήρα... Τι να δούνε όμως; Εξηνταπέντε Έλληνες κείτονταν μέσα στην εκκλησιά. Απ' το θειάφι και το ρετσίνι ήταν κατάμαυροι... Άνοιξαν λάκκους και τους θάψανε στην αυλή της εκκλησιάς.
-Το Σκουρτανιώτη;
-Ο πατέρας μου μολογούσε πως απ' αυτόν δε βρήκαν σχεδόν τίποτα να θάψουν. Τα οβούζια σκόρπισαν τις σάρκες του. Μονάχα το δεξί του χέρι βρήκαν να βαστάει ακόμη το γιαταγάνι... Αυτό απόμεινε απ' τον ήρωα Σκουρτανιώτη...
-Και η θυσία του παππού, που ήταν απ' τις πιο μεγάλες του Εικοσιένα!
-Το χέρι του Σκουρτανιώτη το θάψανε όπως το βρήκανε, μαζί με το γιαταγάνι του...







Τάκης Λάππας
1958



*Και αν η διήγηση του Λάππα μοιάζει με παραμύθι, είναι πασιφανές πως έχει στηριχθεί στο μεγαλύτερο μέρος του στη διήγηση του Τσεβά. Πέρα από αυτό όμως, βάζει στη μάχη Μαυροματίου κάποια καινούρια στοιχεία, όπως ο προπάππους του Τζήμας Ζέρβας, τον οποίον όπως διηγείται ο Λάππας, τον βρήκε αγγελιοφόρος του Σκουρτανιώτη έξω από τη Λειβαδιά και εκείνος έτρεξε με εκατό στρατιώτες, αλλά έφτασε τα χαράματα της άλλης μέρας. ''Έφτασε βοήθεια, όμως πάρα καιρόν'' όπως λέει ο Οικονόμου, μόνο και μόνο για να θάψει τους ήρωες του Μαυροματίου. Στην αρχή δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί πολλές φορές τα όρια λογοτεχνίας  και ιστορίας είναι λίγο δυσδιάκριτα ειδικά σε συγγραφείς που σμίγουν αυτά τα δύο, όμως ο Τζήμας Ζέρβας ήταν υπαρκτό πρόσωπο τελικά. Αναφέρεται και ως Διαμαντής Τζήμας Ζέρβας, αλλά και ως Διαμαντής Ζέρβας, ήταν όντως Σουλιώτης και όντως διέτριβε στην περιοχή που λέει ο Λάππας. Τον βρήκα μετά από έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σε έγγραφο στις 9 Σεπτεμβρίου του 1824, όπου βρισκόταν τότε στην περιοχή, μεταξύ Σαλώνων, Άμπλιανης, Ταλαντίου και Λειβαδιάς. Οπότε θα πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπ' όψη μας, τα όσα διηγείται ο Λάππας, για το τι είδε ο Τζήμας Ζέρβας όταν έφτασε στο Μαυρομάτι και ας τα λέει σαν παραμύθι ή με λογοτεχνικό τρόπο ''... Μόλις χάραζε σαν ήρθε στην Αγια Σωτήρα... Τι να δούνε όμως; Εξηνταπέντε Έλληνες κείτονταν μέσα στην εκκλησιά. Απ' το θειάφι και το ρετσίνι ήταν κατάμαυροι... Άνοιξαν λάκκους και τους θάψανε στην αυλή της εκκλησιάς...'' που αφορούν απ' τη μια τον αριθμό των νεκρών, γιατί έχει μεγάλη σημασία η συμμετοχή η μη στη μάχη του Μαυροματίου του Τζουνάρα -αυτή η εμφάνιση 23 παραπάνω ανθρώπων την τελευταία στιγμή, πιθανόν να έγειρε την πλάστιγγα της απόφασης του Σκουρτανιώτη να παραμείνει και να δώσει τη μάχη- όπως πρέπει ακόμη να λάβουμε υπ' όψη μας και το ότι σύμφωνα με τη διήγησή του, από τον Σκουρτανιώτη βρήκαν μόνο το χέρι του να κρατάει ακόμη το γιαταγάνι κι έτσι τον θάψανε...