ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ

...κρίνω περιττόν να αναφέρω τον ένθερμον ζήλον, και τας όσας κατά δύναμιν εκδουλεύσεις εδυνήθην να προσφέρω εις την πατρίδαν και εις όσον καιρόν εφύλαττον τον τόπον θηβών δεν απετόλμησε ο εχθρός να κάμη την παραμικράν καταδρομήν. σπεύδω λοιπόν να προσφέρω και αύθις εις την σεβαστήν διοίκησιν τον ίδιον ζήλον μου και επειδή ο εχθρός καθημερινώς λεηλατεί και αιχμαλωτεί τους αδελφούς μας και ο τόπος επαπειλείται από μέγαν κίνδυνον... να δυνηθώ να προφθάσω τους δυστυχείς αδελφούς μας από τον επαπειλούμενον κίνδυνον. μ' όλον ότι εισέτι δεν ημπορώ να ησυχάσω από τους δριμυτάτους πόνους της πληγής μου, δε βαστά η ψυχή μου να βλέπω τους αδελφούς μας να αιχμαλωτούνται αδίκως...


τη 20 μαϊου 1825
ναύπλιον
ο πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

Ο Γιώργης Σκουρτανιώτης κτυπά τον Κιουταχή στη Θήβα τον Αύγουστο του 1827, την πιο δύσκολη στιγμή της ελληνικής επανάστασης




Κιουταχής


Από την Γενική εφημερίδα της Ελλάδος στα τέλη Αυγούστου του 1827, μαθαίνουμε ότι ο Γιώργης Σκουρτανιώτης κτυπά στη Θήβα δυνάμεις του Κιουταχή που αποχωρούν από την ανατολική Ελλάδα.
Το γεγονός είναι πολύ σημαντικό. Γιατί βρισκόμαστε σε μια ιστορική συγκυρία, που ο Κιουταχής έχει κυριεύσει την Αθήνα, έχει ήδη συμβεί η καταστροφική μάχη του Ανάλατου, η Ακρόπολη μετά την πολύμηνη πολιορκία από τον Αύγουστο του 1826, έχει παραδοθεί με συνθήκες στα χέρια των Τούρκων και το στράτευμα των έντεκα χιλιάδων Ελλήνων μετά από τον θάνατο του Καραϊσκάκη έχει αποχωρίσει από την Αθήνα και έχει διασκορπιστεί. Ο Κιουταχής αφού πέτυχε κατά τα φαινόμενα τους σκοπούς του (κατάληψη του Μεσολογγίου, κατάληψη της Αθήνας και της Ακρόπολης) εγκαθιστά ικανή δύναμη φρουράς στην Αθήνα και αποχωρεί με το σύνολο της δύναμής του για τον βορρά, πιστεύοντας πως έχει καταπνίξει κάθε επαναστατική εστία. Αναχωρώντας όμως από τη Θήβα, ο Γεώργιος Σκουρτανιώτης με 300 πολεμιστές του επιτίθεται, σκοτώνει 20 Οθωμανούς, τους παίρνει και πολεμοφόδια, στέλνοντας στον ίδιον τον Κιουταχή αλλά και στους υπόλοιπους Έλληνες ένα ηχηρό μήνυμα. ίσως την πιο δύσκολη στιγμή της ελληνικής επανάστασης. Πως τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμη!
Ας διαβάσουμε όμως το απόσπασμα της εφημερίδας...

Εγχώριοι ειδήσεις
Εκ Σαλαμίνος, 24 Αυγούστου (1827)

Εκ πολλών ερχομένων ενταύθα εκ Μεγάρων, ειδοποιούμεθα, ότι ο Κιουταχής ανεχώρησεν εκ Θηβών με τα στρατεύματά του. 
Το αυτό μας εβεβαίωσε και ο γραμματεύς του Στρατηγού Κριεζώτου ως αληθέστατον, και προσέτι ότι εις την φυγήν των αυτήν, τους εκτύπησεν ο καπετάν Σκουρτανιώτης φονεύσας εξ αυτών περί τους 20 και τους επήρε και πολλά πράματα. 

Είναι πολλοί σήμερα ανάμεσά μας, που πιστεύουν πως μετά την πτώση και της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, η ελληνική επανάσταση απέτυχε. Και πως την έσωσαν τάχα οι ξένοι με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου. Χωρίς να αμφισβητούμε τη συνεισφορά της συγκεκριμένης ναυμαχίας στα γεγονότα που ακολούθησαν, θα πρέπει παράλληλα να μην την υπερτιμήσουμε. Γιατί η ναυμαχία του Ναυαρίνου πρώτον δεν ήταν ένα προγραμματισμένο γεγονός από τις μεγάλες δυνάμεις, αλλά άρχισε από μια τυχαία μικροσυμπλοκή που εξελίχθηκε τελικά σε ναυμαχία, ο δε ναύαρχος Κόδριγκτον έπεσε σε δυσμένεια στη χώρα του εξ' αιτίας της ναυμαχίας αυτής. Η πολιτική βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων αμέσως μετά, δεν οφείλεται στη νικηφόρα ναυμαχία, αλλά στον αιματηρό κύκλο των θυσιών των Ελλήνων όλων των προηγούμενων ετών. Και η συνειδητοποίηση από πλευράς της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, πως ο στρατιωτικός βραχίονας των Ελλήνων δεν είχε υποστεί όλα αυτά τα χρόνια καμία ανεπανόρθωτη ζημιά, αλλά παρέμενε ενεργός, δυνάμενος να συνεχίσει τη δράση του για πολλά χρόνια ακόμη. Μπορεί να είχε υποστεί όλα αυτά τα χρόνια πρόσκαιρες ήττες, μπορεί ενίοτε να χωριζόταν, να σκόρπιζε και να αποσυρόταν στα βουνά, αλλά δεν είχε κατεβάσει ποτέ τα όπλα, δεν είχε υποστείλει ποτέ την επαναστατική σημαία και είχε πάντα τη δυνατότητα γρήγορης ανασυγκρότησης. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Στερεά και στην Πελοπόννησο, παρέμεναν ενεργές, διασκορπισμένες σε διάφορους τόπους, αναμένοντας σε περίπτωση ήττας καλύτερες συνθήκες και την πρώτη ευκαιρία ξανά, για να επανέλθουν στο προσκήνιο. Η επανάσταση δεν είχε σβήσει και αν δεν υπήρχε πολιτική παρέμβαση ή θα χυνόταν άσκοπα αίμα λίγα χρόνια ακόμη ή οι Έλληνες θα απελευθερώνονταν σύντομα μόνοι τους, όπως λίγο έλειψε να απελευθερωθούν με τον Καραϊσκάκη αν δεν σκοτωνόταν ή αν δεν ''τον σκότωναν'' τον Απρίλιο, λίγο πριν την τελική του αναμέτρηση με τον Κιουταχή. Και μια απελευθέρωση των Ελλήνων που θα στηριζόταν αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, δεν ήταν στις προθέσεις των μεγάλων δυνάμεων για πολλούς λόγους. Αυτή η συνειδητοποίηση λοιπόν από μέρους τους, τις έκανε να αποφασίσουν πως έπρεπε επιτέλους να παρέμβουν, για να λύσουν το ελληνικό ζήτημα πολιτικά και να αποκομίσουν οι ίδιες το μεγαλύτερο όφελος που μπορούν, από τη δεδομένη δημιουργία του νέου κράτους. Το χάσμα που είχε δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια και το αίμα που χώριζε τους Έλληνες και τους Τούρκους, δεν άφηνε κανένα περιθώριο κοινής συμβίωσης σε Στερεά και Πελοπόννησο ξανά. Οι Αγγλογάλλοι, μετά το έπος του Μεσολογγίου και τις χρυσές σελίδες που έγραψαν οι Έλληνες στη δεύτερη πολιορκία της Ακρόπολης, κατανόησαν πια, πως το ''ελευθερία ή θάνατος'' δεν ήταν απλά ένα σύνθημα που το είχε κινήσει ένας αρχικός ενθουσιασμός, αλλά κοινή και βαθιά συνείδηση όλων των Ελλήνων. Δε θα έκαναν σπιθαμή πίσω από τη σφοδρή επιθυμία τους να διώξουν από τα πατρογονικά μέρη τον Τούρκο, παρά μόνο νεκροί.

Για να το δούμε όμως καλύτερα. Απέτυχε πράγματι η ελληνική επανάσταση την Άνοιξη του 1827;
Μήπως οι Οθωμανοί ανέκτησαν ξανά μετά τον Κιουταχή τον οικονομικό έλεγχο Στερεάς και Πελοποννήσου, τον έλεγχο των λιμανιών, των φόρων, των τελωνείων, των δρόμων, των δερβενίων και των δασών; Μήπως κατέλαβαν την έδρα της κυβέρνησης που βρισκόταν στο Ναύπλιο; Μήπως οργάνωσαν ξανά το οθωμανικό σύστημα της παλιάς διακυβέρνησης; Τίποτα από αυτά. Ο οικονομικός έλεγχος Στερεάς και Πελοποννήσου παρέμενε στα χέρια των Ελλήνων και ο διοικητικός μηχανισμός που είχε προκύψει από την πρώτη κιόλας Εθνοσυνέλευση τον Ιανουάριο του 1822, παρέμενε αλώβητος και ενεργός. Σε όλες τις περιοχές και επαρχίες υπήρχαν φροντιστές του στρατού, αστυνομία, υπουργεία, κυβερνητικοί αντιπρόσωποι, έπαρχοι και τοπικές δημογεροντίες που ήταν επιφορτισμένες με τη διοίκηση και υπεύθυνες για τη συγκέντρωση των προσόδων. Ο αστικός τούρκικος πληθυσμός που βρισκόταν στην Ελλάδα πριν την επανάσταση είχε αποχωρίσει, εκτός από έναν μικρό αριθμό πολιτών Τούρκων στο φρούριο της Πάτρας. Oι υπόλοιποι ήταν στρατιωτικές μονάδες Οθωμανών και Τουρκαλβανών αποκλεισμένες σε κάποια φρούρια, όπως της Πάτρας, του Νεοκάστρου, του Ευρίπου, που φοβούνταν να ξεμυτίσουν. Επιδίδονταν μόνο σε γρήγορες εξόδους για λεηλασίες ώστε να εξασφαλίσουν κάποια τρόφιμα. Γιατί οι Έλληνες πολεμιστές, καραδοκούσαν παντού και έλεγχαν την ενδοχώρα. Ακόμη και στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ, λίγα είχε καταφέρει με τους Νενέκους και τα προσκυνοχάρτια, αφού το ''φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους'' του Κολοκοτρώνη, κρατούσε τα χωριά της Πελοποννήσου σε επαναστατικό πυρετό και εγρήγορση, ακόμη κι αν τα ισοπέδωνε, τα έκαιγε ή τα χάιδευε ο Ιμπραήμ. Λίγο αργότερα δολοφονήθηκε κι αυτός ακόμη ο Νενέκος από τον Αθανάσιο Σαγιά με διαταγή του Κολοκοτρώνη. Ποια επανάσταση έσβησε λοιπόν; Τι σόι καραμέλα είναι αυτή που μασάνε πολλοί τελευταία;
Στη μάχη του Ανάλατου χάθηκαν γύρω στους χίλιους πεντακόσιους Έλληνες πολεμιστές. Το υπόλοιπο στράτευμα παρέμεινε ζωντανό. Απλά τα διάφορα τμήματά του απομακρύνθηκαν από τον Πειραιά, το Φάληρο και την Αθήνα  και διασκορπίστηκαν το καθένα στην περιοχή του, περιμένοντας την επόμενη ευκαιρία ανασυγκρότησης. Οι Τζαβελαίοι, οι Μποτσαραίοι, οι Σκουρτανιωταίοι, οι Γιολδασαίοι, ο Ίσκος, ο Νάκος Πανουριάς κι ο Δυοβουνιώτης, ο Κριεζώτης, οι Κολοκοτρωναίοι, ο Παναγιώτης Γιατράκος, οι Δεληγιάννηδες, οι Ζαϊμηδες, οι Σισίνηδες, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Νικηταράς, ο Μαυροβουνιώτης, ο Βαρνακιώτης, ο Θοδωράκης ο Γρίβας, οι Πλαπουταίοι, ο Ρούκης, οι Νοταράδες, όλοι αυτοί οι αγέρωχοι και τόσοι άλλοι ακόμη εμπειροπόλεμοι με τα σώματά τους, δεν εξαϋλώθηκαν ξαφνικά μετά τον Κιουταχή. Τα σώματα αυτά δεν πέταξαν τα όπλα, δεν έμειναν αδρανή, αλλά παρέμεναν πάντα σε ετοιμότητα και με ελπίδα ανασυγκρότησης στην πρώτη ευκαιρία. Το κάθε σώμα επέστρεψε στην περιοχή του, ελέγχοντάς την ταυτόχρονα από τους Τούρκους και διατηρώντας την ελεύθερη. Ο Φαβιέρος με τους τακτικούς του εκστρατεύει για να απελευθερώσει τη Χίο τον Οκτώβριο του 1827,  δύο μήνες αφότου φεύγει από την Αθήνα ο Κιουταχής και λίγες ημέρες πριν την ναυμαχία του Ναυαρίνου! Και επιχειρεί μάλιστα από εκεί, και απόβαση απέναντι στα μικρασιατικά παράλια! Τη στιγμή που οι μεγάλες δυνάμεις του είχαν απαγορεύσει να μεταβεί με τα στρατεύματά του στη Χίο! Ποια επανάσταση λοιπόν απέτυχε; Τα παραμύθια που μας λεν οι ημιμαθείς Εσπερόδουλοι για να βγάλουν άχρηστους τους Έλληνες και όλες τις θυσίες τους και να δώσουν τα εύσημα της ελευθερίας των Ελλήνων στους ξένους; Η πολιτική παρέμβαση των ξένων έγινε γιατί συνειδητοποίησαν πως παρά την πτώση του Μεσολογγίου και της Ακρόπολης, τίποτα δε χάθηκε για τους Έλληνες και πως οι Τούρκοι πια δεν έχουν κανένα μέλλον τουλάχιστον στη Στερεά και την Πελοπόννησο (για την ώρα). Η επανάσταση θα ήταν χαμένη όντως, εάν είχαν αφανιστεί εντελώς αυτοί οι δέκα χιλιάδες ικανότατοι πολεμιστές της Στερεάς που είχαν δώσει απίστευτες μάχες στο πεδίο των Αθηνών την Άνοιξη και άλλοι δέκα χιλιάδες περίπου μπαρουτοκαπνισμένοι στην Πελοπόννησο. Όμως δε συνέβη κάτι τέτοιο. Οι πολεμιστές ήταν ολοζώντανοι με το δάχτυλο στη σκανδάλη.  Η επίθεση του Γιώργη Σκουρτανιώτη στο ασκέρι του Κιουταχή στη Θήβα αυτήν την κρίσιμη στιγμή της ελληνικής επανάστασης, αυτό ακριβώς λέει. Πως χάθηκε μια μάχη, όχι όμως ο πόλεμος. Είμαστε όλοι εδώ, έτοιμοι να πολεμήσουμε ξανά! Πολύ γρήγορα τούτο αποδείχτηκε βέβαια με τις μάχες που άρχισαν στη Στερεά τον επόμενο χρόνο με αρχηγό τον Υψηλάντη και ολοκληρώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1829 με τη μάχη της Πέτρας. Το ελληνικό στρατόπεδο ανασυγκροτήθηκε και τελικά νίκησε. Και στο Μεσολόγγι και στη Ναύπακτο και στην ανατολική Στερεά.


Και σε αυτές τις μάχες αργότερα της ανατολικής Στερεάς, ξέρουμε πια πως ο ρόλος του Γιώργη Σκουρτανιώτη ήταν καθοριστικός. Και στο Μαρτίνο και στις αιματηρότατες μάχες της Θήβας και του Ανηφορίτη και στον Ωρωπό. Όπως φυσικά και στη μάχη της Πέτρας, όπου το τμήμα του Σκουρτανιώτη δέχτηκε τις κύριες επιθέσεις των Τούρκων και τις απέκρουσε. Ο στρατάρχης Υψηλάντης μάλιστα κάνει ειδική μνεία για τον καπετάνιο στην αναφορά του προς τον πληρεξούσιο Αυγουστίνο και τον Κυβερνήτη. Όλες οι πηγές συνεχίζουν να μας εκπλήσσουν ευχάριστα, καθώς όλο και περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως για το ποιόν του ανδρός. Πρόκειται τελικά για μια ηρωική όσο και αγνή προσωπικότητα, που δυστυχώς μέχρι σήμερα έχει μείνει στη σκιά του αδελφού του που χάθηκε στο Μαυρομάτι, λόγω του δοξασμένου θανάτου του τελευταίου. Σήμερα όμως που όλο και περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως, μας αποκαλύπτουν μια μοναδική και αγέρωχη προσωπικότητα του στρατιωτικού βραχίονα, με τεράστια προσφορά και στον αγώνα, αλλά και στις εξελίξεις δημιουργίας του ελληνικού κράτους αργότερα. Και μάλιστα σε νεαρότατη ηλικία. 27 περίπου ετών ήταν το 1827 και ηγούνταν σημαντικού καπετανάτου που είχε δώσει πολύ πριν -από το 1826 κιόλας- τα διαπιστευτήριά του, όπως στη μάχη της Αράχωβας. Ή στις μάχες του Φαλήρου και ειδικά στη μάχη στα Μποστάνια την άνοιξη του 1827... ''Λαμπρύνεται εκεί μέσα ο Γιώργης Σκουρτανιώτης, ο Σπύρος ο Δοντάς Αθηναίος, ο Σωτηρόπουλος, ο Χελιώτης- πολέμησαν αντρείως. Η πατρίς τους χρωστάγει χάριτες ολουνών όσων ήταν μέσα..'' γράφει ο Μακρυγιάννης. Κι όπως μας πληροφορεί ο Κασομούλης στα Στρατιωτικά Ενθυμήματά του  ''... ο Γεώργιος Σκουρτανιώτης δεν δικαιούνταν (τυπικά) πεντακοσιαρχία λόγω (νεαρής) ηλικίας, αλλά απολάμβανεν την υπόληψιν όλων διά την γενναιότη του.'' Και αυτός ακόμη ο στρατάρχης Ανατολικής Στερεάς Υψηλάντης, πιέζει το 1829 και από τις μάχες της Θήβας, τον πληρεξούσιο Αυγουστίνο και τον Κυβερνήτη Καποδίστρια ''να δοθεί πεντακοσιαρχία στον γενναίο Γεώργιο Σκουρτανιώτη διότι την δικαιούται από τας μάχας του Πειραιά (το 1827) και διότι είναι ο μόνος που ημπορεί να σταματήσει σήμερα τους λιποτάκτας, καθώς οι στρατιώται τον εμπιστεύονται''!!
Ε δεν μπορεί τόσο μεγάλοι άνδρες, σαν τον Μακρυγιάννη, τον Κασομούλη και τον Δημήτριο Υψηλάντη, που γνώριζαν τον Γιώργη Σκουρτανιώτη από κοντά και τον είχαν δει να διοικεί και να πολεμά, να λανθάνουν!

Έχουμε λοιπόν, πολλά να πούμε για τον άνδρα. Προς το παρόν ας αρκεστούμε στο γεγονός, πως ήταν ο μοναδικός οπλαρχηγός που ενόχλησε τον Κιουταχή μετά από την παράδοση της Ακρόπολης και τα δικά του ντουφέκια ήταν τα μόνα εναντίον του Τούρκου πασά εκείνη την περίοδο. Ο Κιουταχής δεν υπέστη κάποια σοβαρή βλάβη από την επίθεση του Γιώργη στη Θήβα. 20 νεκροί Οθωμανοί και κάποια πολεμοφόδια που έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων, είναι ελάχιστος φόρος για μια τέτοια πολυάριθμη στρατιά. Σημασία όμως έχει το μήνυμα. Πως η οθωμανική τάξη που επιβλήθηκε από τον Κιουταχή εκείνη την περίοδο, είναι για άλλη μια φορά προσωρινή και εύθραυστη. ''Φεύγεις σαν νικητής, αλλά εμείς παραμένουμε εδώ με τα ντουφέκια στα χέρια, ώστε για άλλη μια φορά να ανατρέψουμε την τάξη που επέβαλλες''. Και τούτο το κατόρθωμα του Γιώργη δεν είναι μικρό. Γιατί τα όπλα του βρόντηξαν στην πιο κρίσιμη και απαισιόδοξη περίοδο του αγώνα.




Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2019

Ο Γιώργης Σκουρτανιώτης εγγυάται την ομαλή λειτουργία της Δ' κατά συνέχεια Εθνοσυνέλευσης




Ο Γιώργης Σκουρτανιώτης (αδερφός του Θανάση που έπεσε ένδοξα στο Μαυρομάτι) όπως αποδεικνύει η παρακάτω επιστολή, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους ως ανώτερος αξιωματικός στρατιωτικού τμήματος. Την ιστορία του την ερευνούμε ακόμη, αλλά σήμερα παρουσιάζουμε μια επιστολή του στον Πρόεδρο της Δ' κατά συνέχεια Εθνικής Συνελεύσεως που διεξαγόταν στο Άργος το καλοκαίρι του 1832 -ανάμεσα στα άλλα ψήφισε και την επιλογή του Όθωνα ως Βασιλέα της Ελλάδας- όπου εγγυάται μαζί με τους αξιωματικούς του, την ομαλή λειτουργία της.



Προς τον Σ. Πρόεδρον της κατ' επανάληψιν Δ' των Ελλήνων Συνελεύσεως

Σεβαστέ πρόεδρε

χθες δι' αναφοράς και το στρατιωτικόν τούτο σώμα εξέφρασε δι' ημών εις όλους τους Πληρεξουσίους το αίσθημά του, περί της εξακολουθήσεως των εργασιών της Εθνοσυνελεύσεως. 
Αλλά επειδή η μνησθείσα αναφορά δεν υπεγράφει εξ ενός εκάστου, διά την κακήν τύχην του μη ειδότος γράψαι, και τινές των Πληρεξουσίων δεν έδωκαν την απαιτουμένην πίστην εις αυτήν, είτε ειλικρινώς, είτε μη, το στρατιωτικόν τούτο σπεύδει κατ' επανάληψιν να σας βεβαιώση, Κύριε πρόεδρε και να σας παρακαλέση, να βεβαιώσητε εις τούτο και όλους τους Πληρεξουσίους, ότι δύνανται ελευθέρως να έλθωσιν εις τον ωρισμένον τρόπον της Συνελεύσεως, και εξακολουθήσωσι τας εργασίας των, εγγυώμενον την πληρεστάτην ασφάλειαν και ευταξίαν, και παραχωρεί ως υπεσχέθη, εις την άμεσον διεύθυνσην του αρχηγού της φρουράς, αν είναι ανάγκη, την απαιτουμένην φρουράν, από το ίδιον σώμα.
Οι αξιωματικοί του σώματος τούτου επεφορτίσθησαν να υπογράψωσι την παρούσαν, γενομένην διά της κοινής συγκαταθέσεως του σώματος, το οποίον σας παρακαλή να δώσητε την απαιτουμένην πίστιν και εξακολουθήσετε αφόβως και χωρίς καμίαν υποψίαν τας εργασίας σας. άλλως δε θέλει διαμαρτυρηθή επισήμως διά ν' απορρίψη τον οποίον η περίστασις τω επεφόρτισε μώμον. 
Διομολογούντες τα πατριωτικά μας αισθήματα υποσημειούμεθα.

Εν Άρια τη 26η Ιουλίου 1832

Ο Στρατηγός Γ. Σκουρτανιώτης

Οι Αξιωματικοί Μιχάλης Στέργιος, Γιαννάκης Πλάφισος. Αναστάσιος Μάγος, Κυριάκος Σόκος, Αντώνιος Καλίβαρης, Θόδωρος Καζάνης, Ιωάννης Κοντούλης


Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

Έχουμε γάμο...




''... Και ωσεί προαισθανόμενος το ένδοξον, αλλά θλιβερόν τέλος του ''έχουμε γάμο...'' έγραφε ''και δεν πρέπει να λείψη κανείς, διότι τέτοιο δεν θα ξαναϊδούμε άλλον.''

Έχουμε γάμο και δε πρέπει να λείψει κανείς!
Αυτή η φράση λοιπόν, αποδίδεται από τον Τσεβά στον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, την παραμονή ή τις παραμονές της ένδοξης μάχης του Μαυροματίου και του θανάτου του. Παράξενη φράση αλήθεια. Ποιητικά φορτισμένη. Ο πολέμαρχος Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, μεταμορφώνεται εδώ, έστω και για μια στιγμή σε ποιητή.
Όμως, είπε πραγματικά αυτή τη φράση ή ήταν μια ''ποιητική παρέμβαση'' του Τσεβά, μια αυθαίρετη εκ των υστέρων πινελιά που την χρέωσε στον Σκουρτανιώτη λίγο πριν περιγράψει το επερχόμενο δράμα; Ο ίδιος ξεκαθαρίζει εξ' αρχής, πως τη μάχη του Μαυροματίου έγραψε σύμφωνα με τις διηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων, όπως των τεσσάρων αγγελιοφόρων που έφυγαν την τελευταία στιγμή από το Μαυρομάτι, άρα ακολουθούσαν μέρες πριν τον Σκουρτανιώτη, του οπλαρχηγού Γκέλη που πήγε το ίδιο βράδυ εκεί μετά τη μάχη, του καλόγερου που βρισκόταν στο ναό και του μικρού Τάσου. Οπότε δεν έχουμε κανέναν λόγο να αμφισβητήσουμε τον Τσεβά στο συγκεκριμένο σημείο. Η φράση αυτή, πράγματι ειπώθηκε από τον Σκουρτανιώτη και μετά το δράμα συζητήθηκε από τους αυτόπτες μάρτυρες ξανά, τόσο που έφτασε στα αυτιά του ιστορικού Τσεβά 50-60 περίπου χρόνια αργότερα. 
Όμως γιατί ο Σκουρτανιώτης μίλησε τόσο αινιγματικά;
Υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου και ιδιαίτερα όταν πλησιάζει ένας απρόσμενος και τραγικός θάνατος, που μια αστραπή λάμπει ξαφνικά μέσα στο πνεύμα του. Μια λάμψη προφητική, ποιητική, ιδιαίτερη. Υπό κανονικές συνθήκες, η λέξη δε θα πρέπει να ήταν γάμος, αλλά μάχη, ή πόλεμος. Έχουμε μάχη, έχουμε πόλεμο και δεν πρέπει να λείψει κανείς! Όμως η λέξη γάμος τη στιγμή που ο Σκουρτανιώτης προσκαλεί άλλους οπλαρχηγούς και πολεμιστές κοντά του για να αντιμετωπίσουν τους σκληρούς Οθωμανούς του Ομέρ του Ευρίπου ηχεί παράξενα, μοιάζει αταίριαστη, παράταιρη. Είναι ένα αίνιγμα. Από πού κι ως πού γάμος μέσα στη φωτιά του πολέμου; Και μάλιστα γάμος που... ''τέτοιον, δεν θα ξαναϊδούμε άλλον!'';
Ναι, ο Σκουρτανιώτης έστω και για μια στιγμή μεταμορφώνεται σε ποιητή. Σε προφήτη. Δεν προσκαλεί τους οπλαρχηγούς της Βοιωτίας να είναι παρόντες σε καμία μάχη, αλλά σε γάμο. Τι γάμο αλήθεια;


....................................................


Το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου 1825, οι Οθωμανοί του Ευρίπου αφού έχουν ολοκληρώσει το φρικώδες έργο τους στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, αποσύρονται βιαστικά από τους χωμάτινους λόφους του Μαυροματίου, προς το δρόμο της Θήβας που θα τους οδηγήσει στη Χαλκίδα. Μαζί τους ίσως κουβαλούν τους νεκρούς τους -αν δε τους έθαψαν σε ομαδικό τάφο στα ψηλώματα- και ίσως κουβαλούν ακόμη και κάτι άλλο. Ένα πολύτιμο λάφυρο. Το κομμένο κεφάλι του Σκουρτανιώτη. Του μεγάλου εχθρού τους από την αρχή της επανάστασης, που προσπαθούν να τον εκδικηθούν τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Μπορεί να είχαν πολλές απώλειες σ' αυτήν τη μάχη, αλλά ο διοικητής του αποσπάσματος είναι ευχαριστημένος. Το να πάει  πεσκέσι στον Ομέρ το κεφάλι του ντεβριμτσή από τα Σκούρτα, είναι μεγάλο πράμα. Χαλάλι κι οι σκοτωμένοι. Δίπλα τους καθώς απομακρύνονται από τον τόπο του δράματος, γυαλίζουν αμυδρά στο λιγοστό φως του φεγγαριού που κάθε τόσο κρύβεται από σύννεφα, τα νερά της λίμνης της Κωπαϊδας.

...οι εχθροί απεσύρθησαν
σκότος πίπτει βαθύ
φρικιασμένος τριγύρω
κεκρυμμένος λαός
εις όρη και τρύπας

Λίγο πιο πάνω, μέσα στο εκκλησάκι της Αγια Σωτήρας, κείτονται άψυχα τα σώματα του Σκουρτανιώτη, του αδερφού του Κώτσιου, του Γιάννη Βιέννα, του Δρίτσουλα, του Λεβεντάκη και των υπολοίπων μαρτύρων πολεμιστών. Με ανοιχτά στόματα σα να γυρεύουν ακόμη απεγνωσμένα οξυγόνο, σώματα μελανά, τουμπανιασμένα, φρικώδη. Η σκεπή, οι εικόνες, το τέμπλο του ναού συνεχίζουν ακόμη να καίγονται. Οι καπνοί ανεβαίνουν στον νυχτερινό ουρανό και η θερμοκρασία μέσα στο ναό είναι ακόμη απαγορευτική για τα ανθρώπινα μέτρα. Ο καλόγερος καθισμένος στην άκρη της μάντρας του μικρού ναού, τρέμει. Αν μπορούσε κανείς να διακρίνει το πρόσωπό του μέσα στο σκοτάδι, θα ήταν ωχρό, πάνινο. Δεν μπορεί να συνέλθει ακόμη από το δράμα που έζησε. Δεν ξέρει τι να κάνει παρά στέκεται αναποφάσιστος, ακίνητος, μια μαύρη φιγούρα ριζωμένη στη μάντρα σαν αποτρόπαιο ανατριχιαστικό άγαλμα. Ένας κόμπος του έχει φράξει το λαιμό. Δεν μπορεί καν να κλάψει. Νιώθει στα κόκαλά του το κρύο της νύχτας που κατεβαίνει ακάθεκτο απ' τα βουνά μα φαίνεται να μην τον νοιάζει. Μονάχα ο μικρός Τάσος που παρακολούθησε τη φονική μάχη από τους λόφους δυτικά, τρέχει μες στο σκοτάδι να ειδοποιήσει το χωριό πως όλα τέλειωσαν, έφυγαν κι οι Τούρκοι.

Σε λίγο αρχίζουν να καταφθάνουν δειλά, οι πρώτες γυναίκες και οι άντρες του Μαυροματίου, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι. Δεν τολμούν ακόμη να πλησιάσουν τον ναό παρά κάθονται απόμερα έξω από τη μάντρα, έχοντας φράξει με τις παλάμες τα στόματα από τρόμο, μπροστά στην υποψία της τραγωδίας που κρύβουν οι πέτρινοι τοίχοι της εκκλησίας. Λίγο πολύ άλλωστε, τους είχε προετοιμάσει για το τι θα δουν και ο Τάσος. Που και που κάποια γυναίκα προσπαθεί να ψιθυρίσει κάτι, αλλά αυτό που βγαίνει είναι ένας πνιχτός λυγμός. Τίποτα σχεδόν δεν κινείται. Ούτε καν τα φύλλα των δέντρων. Όλοι και όλα τριγύρω έχουν παγώσει, κοιτάζοντας το λιγοστό πια φως που βγαίνει από τα μικρά τρίλοβα παράθυρα και τη μισάνοιχτη πόρτα του ναού από τις εναπομείνασες εστίες φωτιάς που σιγοκαίει ακόμη...

Και τότε σα να ήρθε από το πουθενά ή σα να έφθασε πετώντας μέσα από τα σύννεφα του Ελικώνα, μια ψηλόλιγνη φιγούρα γυναίκας φορώντας ένα λευκό μακρύ φόρεμα, εμφανίστηκε ξαφνικά στο ήσυχο πια προαύλιο του ναού που μέχρι πριν λίγη ώρα μαινόταν η φωτιά και οι κραυγές της μάχης. Ευθυτενής, αγέρωχη, λυγερόκορμη. Οι γυναίκες του Μαυροματίου που στέκουν φοβισμένες ακόμη μακριά, οι γέροι, ο καλόγερος και ο μικρός Τάσος που έχει επιστρέψει ξανά μαζί με τους άλλους, κοιτάζουν με δέος τη λαμπρή γυναίκα να περπατά περήφανα και μεγαλόπρεπα προς τον ναό. Μόνο όταν φτάνει, σκύβει ταπεινά για να περάσει τη χαμηλή πόρτα η πανέμορφη νύφη...

-μοναχά η δόξα απόψε τολμά
να διαβεί την θύραν σιγαλά
ταπεινά
και να έμβη εις ναόν θλιβερόν
και πικρόν
που τρίζει έτι εκ του πυρός
και προς ουρανόν μελανόν
καπνίζει ακαταπαύστως...-

Οι αγγελιοφόροι τρέχουν ακόμη λαχανιασμένοι και ειδοποιούν τους ανθρώπους. Έχουμε γάμο! Από ανατολικά φθάνει ο οπλαρχηγός Γκέλης με τους δικούς του. Κι ο Μάμαλης. Απ' το νοτιά ο Πετεινάρης. Από τη Δύση έρχεται ο Σουλιώτης Διαμαντή ή Τζήμα Ζέρβας με καμιά εκατοστή νοματαίους. Στα γύρω χωριά οι πιο τολμηροί ξεσηκώνονται για το Μαυρομάτι. Από τα Σκούρτα ο Κώτσο Βόγκλης με τον Κουκούλεζα και όλους τους άλλους. Θα περάσει κι ο Γκούρας με τον Στάθη Κατζικογιάννη. Θα μάθει εμβρόντητος κι ο Γιώργης στο Ναύπλιο το μαντάτο. Θα κινήσει κι αυτός αστραπή κατά κει. Μαζί του κι ο γραμματικός, ο Αναστάσης Θεοδωριάδης. Κι άλλοι. Κι άλλοι πολλοί γυναίκες κι άντρες θα φτάσουν και θα φτάνουν απ' όλα τα μέρη και τους χρόνους, στη μικρή εκκλησία όπου έγινε ο γάμος. Στην Αγια Σωτήρα στο Μαυρομάτι!

''Έχουμε γάμο και δεν πρέπει να λείψει κανείς!''

Αυτόν τον γάμο εννοούσε λοιπόν. Τον γάμο του με τη δόξα...


Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

ΣΠΑΝΙΟ ΥΛΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙ ΤΟ 1930, ΓΙΑ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗ


(πατήστε πάνω σε κάθε φωτογραφία, για μεγέθυνση)














Από τη σελίδα thiva old fotografy και από τον χρήστη Egripos Copaidas (τους ευχαριστούμε για την άδειά τους να τα δημοσιεύσουμε εδώ), πήραμε το πολύ ενδιαφέρον αυτό φωτογραφικό υλικό από την εφημερίδα ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ του Λαχανοκάρδη τον Μάιο του 1930. Στο σπάνιο αυτό ντοκουμέντο, βλέπουμε πώς εορτάστηκαν τα 100 χρόνια της επανάστασης και πώς τιμήθηκε η θυσία του Αθανασίου Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι Θηβώντην εποχή εκείνη πριν 90 χρόνια. Το υλικό το εξετάζουμε και το αξιολογούμε...



Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

ΒΙΝΤΕΟ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΩΤΗΡΑ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ





Η λήψη έγινε το καλοκαίρι του 2008

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Η ΠΕΡΙΕΡΓΗ ''ΕΞΟΡΙΑ'' ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΚΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΟΥ ''ΓΚΟΒΕΡΝΟ ΜΙΛΙΤΑΡΕ''




Εδώ και δεκατέσσερα χρόνια, ερευνώ τον ήρωα της ελληνικής επανάστασης Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, που βρήκε μαζί με άλλα πενήντα περίπου παλικάρια, μαρτυρικό θάνατο στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Μαυρομάτι Θηβών στις 3 Νοεμβρίου του 1825, πολεμώντας επτακοσίους περίπου Τούρκους του Ευρίπου. Πρόκειται περί ενός εκκωφαντικού ολοκαυτώματος, ισάξιου με το ολοκαύτωμα του Σαμουήλ ή του Αρκαδίου. Αφού οι Έλληνες πολεμιστές αμύνθηκαν γενναία -σε πρώτη φάση κρατώντας τη μάνδρα γύρω από το ναό- απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις προκαλώντας τους μάλιστα ανυπολόγιστη φθορά, στο τέλος δίχως μπαρουτόβολα πια αναγκάστηκαν να καταφύγουν μέσα στο ναό όπου εν τέλει απεπνίγησαν και κατακάηκαν όλοι μέχρι ενός, όταν οι Οθωμανοί έριξαν από τη στέγη οβούζια, αναμμένα φουσέκια, ρετσίνια και άλλες εύφλεκτες ύλες. 

Πρόκειται περί μιας τεράστιας θυσίας που δυστυχώς έχει αποσιωπηθεί από την επίσημη ιστορία. Σήμερα όμως προσεγγίζοντας ξανά το γεγονός, κατανοούμε ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ μεγάλο. Γιατί γνωρίζουμε πια, πως ο Σκουρτανιώτης αποφάσισε να μπει σ' αυτήν τη μάχη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι είναι χαμένη, επιδιώκοντας ηθική και όχι υλική νίκη, όπως ακριβώς ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες. 
Η άποψη πως η μάχη και το ολοκαύτωμα Μαυροματίου λησμονήθηκαν τυχαία από την επίσημη ιστορία, επειδή τάχα τέτοια γεγονότα ήταν συνηθισμένα εκείνη την εποχή, είναι παντελώς αβάσιμη, παράλογη και ανιστόρητη. Κανένα πολεμικό γεγονός με τέτοιες ηθικές προεκτάσεις, δεν έχει λησμονηθεί από την επίσημη ιστορία! Ούτε ένα! Δεν είναι σε καμιά περίπτωση τυχαίο το γεγονός, σαράντα δύο παλικάρια να πολεμούν με τέτοιο πείσμα, ενάντια σε επτακόσιους πεζούς και καβαλάρηδες οπλισμένους σαν αστακούς Οθωμανούς, να πέφτουν όλοι μέχρι ενός και μάλιστα με τέτοιον φρικτό τρόπο. Ποιο άλλο τέτοιο γεγονός λησμονήθηκε τόσο αλόγιστα από την επίσημη ιστορία; Γι' αυτό είναι δικαιολογημένες και εύλογες οι απορίες όσων έχουν εντρυφήσει έστω και στο ελάχιστο στη μάχη του Μαυροματίου. 
Αλήθεια, γιατί αποσιωπήθηκε αυτή η μάχη;


Δέκα τέσσερα ολόκληρα χρόνια, προσπάθησα να μη πω κακιά κουβέντα, να σταθώ στη μέση, να διατηρήσω την ουδετερότητα του ιστορικού ερευνητή, προσπάθησα ακόμη να δικαιολογήσω κάποιες αποφάσεις του Κωλέττη ως επιβεβλημένες από τις συνθήκες, όμως τόσα χρόνια έρευνας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και σε βιβλία ιστορικά της εποχής, καθώς και τα στοιχεία που αποκόμισα απ' αυτήν την χρόνια έρευνα, νομίζω ότι όχι μόνο μου δίνουν το δικαίωμα, αλλά με αναγκάζουν πια να απαντήσω. Η μάχη του Μαυροματίου αποσιωπήθηκε, γιατί ήθελε να αποσιωπηθεί ο Κωλέττης! Γιατί το γεγονός, δεν έχει μόνο ηθικές αλλά και πολιτικές προεκτάσεις!

Όπως προκύπτει από την έρευνά μου, μεγάλη ευθύνη για την αποδυνάμωση του στρατιωτικού Σώματος Σκουρτανιώτη, άρα και της καταστροφής του από τα Οθωμανικά στρατεύματα του Ομέρ του Ευρίπου, φέρει ο Κωλέττης, αφού μέσα σε τέσσερις μήνες -από το Οκτώβριο του 1824 μέχρι τον Ιανουάριο του 1825- μείωσε με δικές του διαταγές και ευθύνη το στρατιωτικό Σώμα του Σκουρτανιώτη, από 430 που είχε το καλοκαίρι του 1824 σε μόλις 50, χωρίς να δίνει καμία σημασία στις αλλεπάλληλες εκκλήσεις του καπετάνιου για αύξηση της δύναμής του. Και οι εκκλήσεις του ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένες. Γιατί είχε να εποπτεύει μ' αυτούς τους 50 άντρες, μια τεράστια περιοχή που άρχιζε από τον Μαραθώνα, Καπανδρίτι, Κάλαμο, Ωρωπό, Δήλεσι και συνέχιζε στον Αυλώνα, Εύριπο, Χάλια, Ανηφορίτη, Δερβενοχώρια, στρατόπεδο Αέρος στα Γεράνεια όρη, Μέγαρα, Κάζα, Θήβα, όλες τις βόρειες παρυφές του Κιθαιρώνα, μέχρι την Πέτρα Βοιωτίας -για να μη πούμε και για τις εκκλήσεις των προκρίτων Σαλώνων, οι οποίοι τον ζητούσαν απεγνωσμένα και στα Σάλωνα. Η απόφαση λοιπόν του Κωλέττη να αφήσει τον Σκουρτανιώτη μονάχα με 50 άντρες σ' αυτήν την τεράστια και άκρως επικίνδυνη περιοχή, που οθωμανικά στρατεύματα μπορούσαν να κατέβουν ανά πάσα στιγμή από τα Σάλωνα, αλλά που την ταλαιπωρούσαν κυρίως οι καθημερινές σχεδόν έξοδοι στρατευμάτων του Ομέρ πασά του Ευρίπου, με επτακόσιους ή χίλιους πολεμικούς άντρες κάθε φορά, μονάχα εγκληματική και μάλιστα εσκεμμένα εγκληματική μπορεί να χαρακτηριστεί.


Ι. Κωλέττης
Ο Κωλέττης αποφάσισε ξαφνικά το Φθινόπωρο του 1824 να ''μικρύνει'' τον Σκουρτανιώτη. Αργότερα να τον εξοντώσει. Στο πρόσωπο του Σκουρτανιώτη ο Κωλέττης είχε διακρίνει έναν ατίθασο και υπό εκκόλαψη νέο Ανδρούτσο. Στον Β' εμφύλιο στην Πελοπόννησο που έμειναν αρκετές ημέρες μαζί και τον γνώρισε καλύτερα από κοντά, ενισχύθηκε αυτή η άποψή του. Ένα μήνα αργότερα, αμέσως μετά τα γεγονότα της λήξης του εμφυλίου, του μειώνει το στράτευμα σε 50. Το ευχαριστώ που συμμετείχε στον εμφύλιο. Και δε του ξαναδίδει πια μισθούς. Όπως οδήγησε με μαεστρικό τρόπο τον Ανδρούτσο στην αγκαλιά των Τούρκων, ώστε να χαρακτηριστεί προδότης και να τον δολοφονήσει με τις ευλογίες σχεδόν της κοινής γνώμης, έτσι οδηγεί αργά και μεθοδικά τον Σκουρτανιώτη στη στρατιωτική του αποδυνάμωση, στην οικονομική κατάρρευση, στη στρατιωτική και προσωπική του αποκαθήλωση και τέλος ακόμη και στη φυσική του εξόντωση. Για τον Κωλέττη, έπρεπε εκείνη την εποχή να εξαφανιστεί κάθε ίχνος στρατιωτικής απείθειας. Να κοπεί κάθε κεφάλι που ξεχωρίζει. Να ξεμπερδέψει μια για πάντα με το ''γκοβέρνο μιλιτάρε'', με την ευρύτερη έννοια του όρου. Ο άνθρωπος ήταν αδίστακτος και έχω αποδείξεις γι' αυτό. Πιθανότατα να προκάλεσε και ο ίδιος τη μάχη του Μαυροματίου! 
Και δε μιλώ στην τύχη...

Έναν μήνα μόλις πριν το ολοκαύτωμα Μαυροματίου, σε μια σκληρή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και την κυβέρνηση σχετικά με την κατακράτηση από μέρους του των εθνικών εισοδημάτων της περιοχής των Θηβών -ενέργεια από τη μια συνήθης για τους οπλαρχηγούς της εποχής, από την άλλη και ενέργεια απελπισίας αφού δεν μπορούσε να θρέψει το στράτευμά του διαφορετικά μιας και δεν του έδιναν τους μισθούς των αντρών του εδώ και ένα χρόνο- το υπουργείο πολέμου τον προειδοποιεί και τον απειλεί: ''... επειδή αν απειθήσεις ήξευρε καλώς, ότι το υπουργείον χωρίς αναβολήν, θέλει φερθεί προς εσέ διαφορετικώς...εν Ναυπλίω τη 29η Σεπτεμβρίου 1825''. Την ίδια εποχή επίσης, ο Κωλέττης βάζει τον παραστάτη Θηβών Βρυζάκη, να γράψει μια επιστολή-κόλαφο προς την κυβέρνηση εναντίον του Σκουρτανιώτη και να ζητήσει την αντικατάστασή του. Σε μια εποχή που όλοι οι οπλαρχηγοί της Στερεάς και του Μοριά έχουν υποκύψει, που ο Ανδρούτσος ήταν ήδη πέντε μήνες νεκρός, που όλοι οι στρατιωτικοί -ακόμη και ο μεγάλος Κολοκοτρώνης- είχαν προσκυνήσει την κυβέρνηση και ο Καραϊσκάκης εδώ κι ένα χρόνο είναι ευπειθής παρά τη δολοφονία του Ανδρούτσου, γιατί θέλει το ντεσκερέ που του δίνει τα Άγραφα, ο μόνος που σηκώνει κεφάλι -έστω και από απόγνωση- και έρχεται σε αντιπαράθεση μαζί της είναι ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης. Αντιλαμβανόμενος πια την καταστροφική πολιτική που ασκεί πάνω του ο Κωλέττης, αντιδρά. Επισκέπτεται τον έπαρχο Θηβών Αθανάσιο Οικονόμου και έξαλλος βρίζει με πολύ σκληρά λόγια τους ιθύνοντες και την κυβέρνηση. Ο Αθανάσιος Οικονόμου ειδοποιεί φυσικά άμεσα τον προϊστάμενό του έπαρχο Σαλώνων -ειδικά διορισμένο από την κυβέρνηση λίγους μήνες πριν για να συνδράμει στο κυνήγι των αντικυβερνητικών στρατιωτικών και ιδιαίτερα του Ανδρούτσου- Παναγιώτη Λοιδορίκη κι εκείνος με τη σειρά του ενημερώνει το Ναύπλιο...
''...ύβρισε και Δημογέροντες και Έπαρχον και Διοίκησιν με τας πλέον αναιδείς εκφράσεις...''... 
Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, αποτελεί τελειωτικά ξένο σώμα για την κυβέρνηση. Όχι μόνο είναι απόκληρος, αλλά πρέπει να βγει κιόλας από τη μέση. Αλλιώς θα έδινε το κακό παράδειγμα ξανά στους στρατιωτικούς, που οι πολιτικοί πάλευαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια να τους χειραγωγήσουν και επιτέλους το είχαν καταφέρει. Τα εθνικά εισοδήματα των επαρχιών, ανήκαν πια στην κυβέρνηση και όχι στις τοπικές δημογεροντίες όπως γινόταν μέχρι τότε. Η πράξη του Σκουρτανιώτη να κατακρατήσει μέρος των εισοδημάτων της επαρχίας του, για να εξασφαλίσει κάποιους μισθούς των αντρών του -έστω κι αν αυτό αποτελούσε παραδοσιακή συνήθεια μέχρι τότε- θεωρούνταν πια τεράστια πολιτική και οικονομική βλασφημία. Πέρα από αυτό, ο Σκουρτανιώτης εξύβρισε την κυβέρνηση! Ήταν πια απειθής. Εξελισσόταν σε νέο Ανδρούτσο! Έδειχνε το κακό παράδειγμα και έπρεπε να παταχθεί άμεσα και ανελέητα!
Όλα αυτά ένα περίπου μήνα πριν το Μαυρομάτι... 

Νάταν άραγε η ξαφνική και μη αναμενόμενη εμφάνιση των Τούρκων στα ψηλώματα του Μαυροματίου η απάντηση της κυβέρνησης; Να ήταν άραγε η ξαφνική εμφάνισή τους στην Αγια Σωτήρα η πραγματοποίηση της απειλής ''το υπουργείον θέλει φερθεί προς εσέ διαφορετικώς'';;; Ποιος ο ρόλος του αμφιλεγόμενου Δρίτσουλα τελικά σ' αυτήν την υπόθεση; Γιατί αν το δούμε με ψυχρή εντελώς ματιά, αυτός ήταν που πήρε τους Τούρκους από τον κάμπο ενώ όδευαν προς τη Λειβαδιά και τους έφερε πάλι πίσω και καταπάνω στον Σκουρτανιώτη! Αυτός ήταν που επέμενε τόσο έντονα να παραμείνει και να δώσει μάχη. Αυτός ήταν που επέμενε πως οι Τούρκοι ήταν μονάχα διακόσιοι, ενώ ήταν επτακόσιοι!

Γιάννης Δρίτσουλας

Και για να πάω ακόμη πιο πέρα. Ποιος ήταν ο ρόλος του Γκούρα -που δε βρισκόταν πολύ μακριά από το Μαυρομάτι εκείνες τις ημέρες, αλλά κάπου ανάμεσα στα Σάλωνα και τη Δομβραίνα και είχε  υπό την σκέπη του -από τις αρχές Μαρτίου του 1825- το άλλοτε κακό ορφανό του Ανδρούτσου, Γιάννη Δρίτσουλα; Μήπως δεν ήταν ο Γκούρας το μακρύ χέρι, ο εντολοδόχος και ο εκτελεστής όλης της βρώμικης δουλειάς του Κωλέττη;; Όσο για τα κροκοδείλια δάκρυα στην επιστολή του προς την κυβέρνηση για τη μάχη του Μαυροματίου ''...συμβάν ανέλπιστον και λυπηρότατον...'' τα έχουμε ξαναδεί αυτά τα δάκρυα στις επίσημες επιστολές του για τον θάνατο του Ανδρούτσου, ενώ είχε διατάξει ο ίδιος αυτόν τον θάνατο. Ο Γκούρας ακόμη κι αν συμπαθούσε τον Σκουρτανιώτη, δε θα δίσταζε να εκτελέσει διαταγή του Κωλέττη. Ήταν το σπαθί και ο εκτελεστής των εντολών της κυβέρνησης. Ακόμη και των βρώμικων εντολών. Τίποτα προσωπικό, δουλειά ήταν. Τόσο σκληρά, επώδυνα και αντιφατικά ήταν τα πράγματα και οι σχέσεις μεταξύ των πολεμιστών, σ' αυτήν την αιματοβαμμένη επανάσταση.
Και ακόμη, ποιος ήταν ο ρόλος του ουρανοκατέβατου στη μάχη Μαυροματίου Αναστάση Λεβεντάκη, που ο Στάθης Κατσικογιάννης, ο εξ' απορρήτων υπαρχηγός και το alter ego του Γκούρα, τον συστήνει λίγους μήνες πριν στον Κωλέττη για να τον χρησιμοποιήσει όπως θέλει και να του κάνει ''τα θελήματα'';... ''... ...αυτού έρχεται ο εξάδελφός μου αναστάσης λεβεντάκης ο οποίος είναι άξιος .......................... διωρίζοντάς τον όπου αγαπάτε και κοντά οπού θέλει σας χρησιμεύση...''

Όμως, μήπως αδικούμε τον Κωλέττη; Μήπως του έχουμε προσάψει άδικα τον τίτλο του ''μεγάλου αδελφού'', του αδίστακτου ραδιούργου και του εντολέα δολοφονιών; Ήταν πράγματι έτσι ή μήπως είναι θύμα μιας παράλογης συνωμοσιολαγνείας; Έχουμε αποδείξεις ότι πράγματι διέταζε δολοφονίες ή είναι όλα μονάχα εικασίες;
Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι βρώμικες εντολές, δίδονταν ''στοματικώς''. Δηλαδή προφορικά, με ειδικούς και πολύ έμπιστους απεσταλμένους, για να μην αφήνουν ίχνη και να μην υπάρχουν αποδείξεις. Έτσι, είναι πολύ δύσκολο να βρούμε σήμερα αποδείξεις βρώμικων εντολών και συνήθως τα συμπεράσματα τα βγάζουμε μετέπειτα, από τη λογική εξήγηση των περιστατικών και γεγονότων.
Ωστόσο, η αφέλεια του Στάθη Κατσικογιάννη τον Φεβρουάριο του 1825, μας έχει δώσει ένα μοναδικό ντοκουμέντο για το ποιόν του ανδρός Ιωάννου Κωλέττη. Το έγγραφο, το βρήκα στα ΓΑΚ και απ' όσο ξέρω τουλάχιστον, παρουσιάζεται για πρώτη φορά σήμερα.
Βρισκόμαστε στον Φεβρουάριο του 1825. Ο Β' εμφύλιος έχει τελειώσει, ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι αντίπαλοι του Κωλέττη είναι σε φυλακή στην Ύδρα και η κυβέρνηση είναι ελεύθερη πια να στρέψει ολοκληρωτικά την προσοχή της στον επόμενο κίνδυνο γι' αυτήν, που ακούει στο όνομα Οδυσσέας Ανδρούτσος. Η κυβέρνηση έχει δώσει εντολή στον Γιάννη Γκούρα να συνάξει στρατεύματα και να κινηθεί εναντίον του. Όμως παράλληλα με αυτά, ο Γκούρας στέλνει τον έμπιστό του Στάθη Κατσικογιάννη στην Πελοπόννησο να συναντηθεί με τον Κωλέττη και να λάβει περαιτέρω ή κρυφές εντολές. Ο Στάθης Κατσικογιάννης από την Τριπολιτσά, αμέσως μετά τη συνάντηση με τον Κωλέττη, στέλνει μια επιστολή σε κάποιον καπετάν Αναστάση από την Πέρα Χώρα της Κορίνθου, όπου του μεταφέρει επ' ακριβώς το σχέδιο του Κωλέττη. Παρακαλώ, διαβάστε με προσοχή...

αδελφέ μου καπετάν αναστάση αδελφικώς ασπάζομαι

''............ λοιπόν εγώ ομίλησα με τον εκλαμπρότατον κύριον κολέττην .................. αυτά όμως μας είπεν, ότι άμα οπού λάβεις το παρόν μου να κάμης όσους ανθρώπους ημπορέσης τριάντα σαράντα πενήντα και να περάσης πέρα αμέσως και να πας στον δυσσέα να γραφθής κοντά του και διά λουφέδες μη παρακάνης τζεφάδες (παζάρια) όσα σου δώσει ας σου δώσει, και όταν λάβης τον καιρόν σκότωσέ τον.........'' (!!!!)

Να που δεν ήμαστε λοιπόν συνωμοσιολάγνοι. Ίσως είναι το μοναδικό γραπτό ντοκουμέντο μέσα στον ωκεανό των εγγράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους, οπού ενοχοποιεί απροκάλυπτα τον Κωλέττη για σαφή εντολή δολοφονίας του Ανδρούτσου από Έλληνες και μάλιστα με πανούργο σχέδιο. Να γραφεί ο καπετάν Αναστάσης με τους άντρες του  ως φίλος στη δύναμη του Ανδρούτσου και μόλις βρει την ευκαιρία να τον σκοτώσει πισώπλατα! Στο ίδιο γράμμα ο Στάθης Κατσικογιάννης, διευκρινίζει πως η διοίκηση μετά απ' αυτό θα τον κάνει στρατηγό!

''... και η διοίκησις θέλει σε τιμήση καθώς πρέπει οπού να σε κάμη και στρατηγόν, σε κουβεντιάζει και ο παπάς στοματικά...''

Να και το ''στοματικά'' που λέγαμε. Ο Στάθης Κατσικογιάννης μέσα στην αφέλειά του έγραψε όλα αυτά, ενώ μπορούσε να τα μεταφέρει προφορικά στον καπετάν Αναστάση ο απεσταλμένος παπάς,  η επιστολή που απευθυνόταν στον καπετάν Αναστάση ως διά μαγείας σώθηκε και έτσι μας χαρίστηκε μια πολύτιμη και τρανή απόδειξη που φωτίζει τη μεγάλη αλήθεια της εποχής. Ο Κωλέττης όντως διέταζε δολοφονίες Ελλήνων και τα έμπιστα εκτελεστικά του όργανα, ήταν ο Γκούρας και ο Στάθης Κατσικογιάννης. Και δυστυχώς ο Σκουρτανιώτης τον Αύγουστο και το Φθινόπωρο του 1825, όταν αποφασίζει να σηκώσει μπαϊράκι εναντίον της κυβέρνησης, ήταν παγιδευμένος σ' αυτό το επικίνδυνο δολοφονικό τρίγωνο.
Υπάρχει και ένα πολύ περίεργο γράμμα του Στάθη Κατζικογιάννη, τρεις περίπου μήνες αργότερα από την καταστροφή του Μαυροματίου... ''Εκλαμπρότατε ...... είδον δε, ότι να μην έχω καμμίαν αμφιβολίαν διότι τα πράγματα θέλουν γίνει καθώς διά στόματος ομιλήσαμεν, πρέπει καθώς και άλλοτε να μην αθετήσης τας όσας ομιλίας εκάμαμεν και τα όσα με υπεσχέθης. Έως τώρα υπέμεινα ουκ ολίγον αλλά δεν είδον κανέν από τα όσα ομιλίσαμεν. τα της εκλαμπρότης σου εκτέλεσες κατά τον σκοπόν σου. εμέ δεν με ενθυμήθης. έχω όμως χρηστάς ελπίδας ότι δεν θέλεις αθετήση τας υποσχέσεις σου......... θέλει σας ομιλήση και ο άνθρωπός μου στοματικώς περί πάντων
8 φεβρουαριου 1826 από χώστια/ο ειλικρινής σας φίλος στάθης κατζικογιάννης'' Τι άραγε έχουν μιλήσει στοματικώς και κρυφά ο Κωλέττης με τον Στάθη Κατζικογιάννη;; Η υπόθεση του Ανδρούτσου είναι πολύ μακρινή πια και ο Κατσικογιάννης δεν είχε καμία συνέργεια στον θάνατό του στην Ακρόπολη. Ποια λοιπόν είναι η υπόσχεση που δεν πρέπει να αθετήσει ο Κωλέττης και για ποια ''εκδούλευση'' είναι ανταμοιβή αυτή η υπόσχεση; Τι είναι αυτά που ο Κωλέττης έκανε ''κατά τον σκοπόν του'' και δε θυμήθηκε ακόμη τον Κατζικογιάννη; Γιατί όλα αυτά ακούγονται σαν επικαλυμμένη, ευγενική απειλή ανθρώπου που έχει ράμματα για τη γούνα του άλλου και γνωρίζει πράγματα που τον ενοχοποιούν; Γιατί δεν τα γράφει φανερά στο χαρτί ο Κατσικογιάννης; Και γιατί στέλνει έμπιστο άνθρωπο να μιλήσει στοματικά; Για ποιο ανίερο έργο θέλει να πληρωθεί; Ποια είναι η σχέση του Στάθη Κατζικογιάννη με τον... Δρίτσουλα;;;; Μα σ' αυτόν προσέπεσε ο Δρίτσουλας όταν ο αρχηγός του ο Ανδρούτσος άρχισε να χάνει το παιχνίδι... ''Προχθές μου ήρθε και ο Δρίτσουλας...'' γράφει στην κυβέρνηση ο Κατσικογιάννης. Κωλέττης, Κατζικογιάννης, Δρίτσουλας, Λεβεντάκης. Μήπως ενώνουμε σιγά σιγά τα κομμάτια μιας από τις πιο σκοτεινές μάχες της ελληνικής επανάστασης;

Ο ύποπτος ρόλος του Δρίτσουλα άλλωστε, δεν έχει περάσει απαρατήρητος ούτε από τον Αντώνη Α. Βασιλείου. Στο βιβλίο του ''Δέκα ανέκδοτες επιστολές του Οδ. Ανδρούτσου στον Γεωργάκη Παγώνα'' γράφει...

''... Τα γεγονότα τούτα είναι κατοπινά, 26 Οκτωβρίου 1825, αλλά δε θα τ’ ανέφερα εάν μέσα σ’ αυτά δεν ήταν μπλεγμένο τ’ όνομα ενός Δρίτσουλα, από τα πρωτοπαλήκαρα του Ανδρούτσου, που ξαφνικά βρίσκεται ν’ ακολουθεί τον Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι.
Στις 14 του Μάρτη έφθασε κι ο Γκούρας στη Λειβαδιά. Άγνωστο με τι τρόπο κατάφερε τους καπεταναίους Τρίτσουλα, Γιάννη Παππά και Μαριωτίνη ν’ αφήσουν τον αρχηγό τους Οδυσσέα (ο τρόπος σε μένα τουλάχιστον είναι γνωστός πια, αφού έχω βρει στα ΓΑΚ το αντίστοιχο έγγραφο)
Έγινε κυβερνητικός λοιπόν ο Τρίτσουλας ή Δρίτσουλας, για να συνεχίση το προδοτικό του έργο εναντίον όλων όσων παρέμειναν πιστοί στον Αρχηγό και μεταξύ αυτών ήταν και ο Σκουρτανιώτης (στο συγκεκριμένο λανθάνει ο Βασιλείου, από τα μέχρι τώρα στοιχεία δεν προκύπτει από πουθενά πως ο Σκουρτανιώτης είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τον Ανδρούτσο, ή πως τον θεωρούσε αρχηγό. Από την πλευρά του δεν ήθελε καν να είναι απειθής απέναντι στην κυβέρνηση, απλά αντέδρασε και σήκωσε κεφάλι όταν συνειδητοποίησε πως το ''μπλέξιμό'' του με την κυβέρνηση και τον Κωλέττη, τον είχαν οδηγήσει μέσα σε ενάμισι χρόνο, στον οικονομικό και στρατιωτικό του αφανισμό) Γράφει ο ιστορικός των Θηβών, ότι «ο Δρίτσουλας αντέστη, θερμώς παρακαλών τον Σκουρτανιώτη να μη φύγωσι και βεβαιών αυτόν ότι δε θα είναι περισσότεροι των 150-200, οι μέλλοντες να επιτεθούν κατ’ αυτών Τούρκοι. Τώρα πώς ο Δρίτσουλας βρέθηκε ανάμεσα στους σκοτωμένους της Εκκλησίας, είναι άλλο ζήτημα, ας το βρη ο ιστορικός... ''

Νάταν λοιπόν ο άτυχος και στοχοποιημένος οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, το τελευταίο θύμα αυτού του κύκλου βίας και αίματος που είχε αρχίσει ο Κωλέττης με το ανήλεο κυνήγι των ''ιδιαίτερων'' στρατιωτικών, τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, τις φυλακίσεις τόσων Πελοποννήσιων αρχηγών και αυτού ακόμη του Κολοκοτρώνη μέχρι την άνανδρη δολοφονία του Ανδρούτσου στην Ακρόπολη; Μήπως έξι μήνες πριν, η κυβέρνηση δεν είχε φυλακίσει στο Ναύπλιο τον αδερφό του Αθανασίου Σκουρτανιώτη, Γεώργιο, μαζί με τον έμπιστο ιερέα και ξάδελφό τους παπαθανάση από το Δερβενοσάλεσι (σημερινή Πύλη), κατηγορώντας τους πως βρίσκονταν σε μυστικές συνεννοήσεις με τον Ανδρούτσο;;; Ναι, υπάρχουν βάσιμες υποψίες προδοσίας στο Μαυρομάτι, προδοσία για την οποία μιλά απερίφραστα και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του...''...και τον γενναῖον ἀγωνιστῆ Σκουρτανιώτη τον Θανάση με σαράντα ἀνθρώπους ποιος τον πρόδωσε εἰς τους Τούρκους και τους κάψαν ὅλους σε μίαν ἐκκλησιά;''.

Όσο κι αν προσπαθούμε λοιπόν να αποστρέψουμε τα μάτια από την αλήθεια, όσο κι αν προσπαθούμε να πιστέψουμε πως όλα είναι καλά, να αγνοήσουμε ακόμη και τον Μακρυγιάννη, όσο κι αν επιμένουμε να βλέπουμε στη μάχη του Μαυροματίου μονάχα την εθνική της πλευρά και να την αναλύουμε ως μια περήφανη και περίφημη μάχη ανάμεσα  σε Έλληνες και Οθωμανούς, τελικά δεν είναι μόνο αυτό. Τα κρίσιμα ερωτήματα αυτής της μάχης και οι εμφανέστατες γύρω μας ενδείξεις πάντα θα κραυγάζουν, πάντα θα στρέφουν το πρόσωπό μας μέχρι να δούμε την πραγματική της διάσταση. Ο Κωλέττης πρόσφερε ως Ιφιγένειες τον Σκουρτανιώτη και τους άντρες του στα σπαθιά και τη φωτιά του Ομέρ, για να ξεμπερδεύει και με το τελευταίο στρατιωτικό οχυρό αντίστασης απέναντι στη κυβερνητική εξουσία, για να εξαφανίσει και το τελευταίο ίχνος στρατιωτικής απείθειας και κατ' επέκταση να αφανίσει μια για πάντα τον παλαιό κόσμο των κοινών και να γεννήσει έναν άλλον. Αυτόν της ολιγαρχίας μιας μικρής δράκας πολιτικών, που θα είχαν ξεμπερδέψει μια για πάντα με τους στρατιωτικούς και θα αλώνιζαν ασύδοτοι στο νέο συγκεντρωτικό κράτος.

Η βαριά σκιά του τα επόμενα είκοσι περίπου χρόνια ενεργού συμμετοχής στις κυβερνήσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, επηρέασε τους πρώτους ιστορικούς, ώστε να τηρήσουν σιγή για το ηχηρότατο κατά άλλα ολοκαύτωμα Μαυροματίου και να αποκρύψουν τις μεγάλες ευθύνες του πανίσχυρου τότε πολιτικού ανδρός. Έτσι, το όνομα ''Σκουρτανιώτης'' μπήκε σε περίεργη καραντίνα και η συγκεκριμένη μάχη στον πάγο. Οι επόμενοι ιστορικοί, ακολουθώντας την εύκολη οδό να στηρίζονται μονάχα στους προηγούμενους χωρίς να πραγματοποιούν σχεδόν ποτέ καμία πρωτογενή έρευνα, συνέχισαν άθελά τους την εγκληματική αποσιώπηση. Έτσι η μάχη Μαυροματίου για πολλά χρόνια παρέμενε ένα τοπικό μονάχα θέμα που αφορούσε ελάχιστους παράγοντες των Θηβών, του Μαυροματίου, των Σκούρτων ή κάποιους απόγονους του καπετάνιου στις Μουσταφάδες. Ή ασχολήθηκαν μαζί της μονάχα περιφερειακοί ιστορικοί ερευνητές, όπως ο Τσεβάς. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα κινδύνεψε να λησμονηθεί παντελώς, αυτό το πολεμικό γεγονός, που όμως δεν πέρασε απαρατήρητο στην εποχή του. Έχουμε αποδείξεις, πως το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη δημιούργησε ψιθύρους, αντιδράσεις και τριγμούς στην κυβέρνηση, οι οποίες όμως δεν ξεπέρασαν τους τέσσερις τοίχους του υπουργείου πολέμου ή τους διαδρόμους της τότε Βουλής στο Ναύπλιο. Απεκρύβησαν γρήγορα και δεν πήραν μεγάλες διαστάσεις. Μονάχα κάποιες διαταγές που αντέδρασαν πεισματικά στη θέληση του Κωλέττη τότε και μάλιστα ακύρωσαν δικές του διαταγές για το θέμα του αντικαταστάτη του Σκουρτανιώτη, μαρτυρούν πόσο είχαν οργιστεί μαζί του κάποιοι μέσα από την κυβέρνηση εκείνη την εποχή, για τον χειρισμό συνολικά της ''υπόθεσης Σκουρτανιώτη''.
Αυτή η περίεργη και χρόνια αποσιώπηση λοιπόν της μάχης του Μαυροματίου, μόνο ως ένδειξη ή ακόμη και απόδειξη ενοχής μπορεί να εκληφθεί.

Το ολοκαύτωμα Μαυροματίου δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός, δεν είναι απλά άλλη μια χαμένη και καταστροφική μάχη όπως νομίζαμε μέχρι σήμερα, αλλά το εκκωφαντικό τέλος ενός ιδιαίτερου εμφυλίου πολέμου. Στη μάχη του Μαυροματίου συμπυκνώνονται τα ιερά και τα ανίερα, το φως και το σκοτάδι, όλες οι αντιφάσεις της επανάστασης του 1821. Ο Σκουρτανιώτης με τους άντρες του, δεν είναι μόνο οι ήρωες ενός εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου, δεν είναι μόνο οι σκληροί στρατιώτες που πολέμησαν λυσσαλέα έναντι υπέρτερων εχθρών και έδωσαν τη ζωή τους σε μια ''θερμοπυλική'' μάχη, αλλά και τα τελευταία θύματα της θανατηφόρας διαμάχης μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, διαμάχη που έχει αρχίσει από την Άνοιξη του 1822 με κύριο σταθμό και αφετηρία τις δολοφονίες του Νούτσου και Παλάσκα.
Παρεμπιπτόντως, ο Δρίτσουλας ήταν καθοριστικός συμμέτοχος και στις δολοφονίες του Νούτσου και του Παλάσκα, αλλά και στο ολοκαύτωμα του Μαυροματίου. Και στην αρχή δηλαδή, αλλά και στο τέλος αυτού του ιδιαίτερου εμφυλίου, που συνυπάρχει παράλληλα -άλλοτε ορατά, άλλοτε αδιόρατα- με τους άλλους δύο γνωστούς εμφυλίους. Ο Σκουρτανιώτης είναι ο τελευταίος στρατιωτικός που υψώνει έστω και τη τελευταία στιγμή, το ανάστημά του απέναντι στην κυβέρνηση. Μετά το Μαυρομάτι, δεν υπάρχει κανείς άτακτος οπλαρχηγός να σταθεί ορθός απέναντι στους πολιτικούς. Όλοι έχουν υποκύψει. Μεσολογγίτες και Σουλιώτες. Στερεοελλαδίτες και Πελοποννήσιοι. Βεΐκοι και Τζαβελαίοι. Ίσκοι και Καραϊσκοι. Μποτσαραίοι και Γιολτάσηδες. Ράγκοι και Ρούκηδες. Κολοκοτρωναίοι και Νοταράδες. Ζαϊμηδες και Σισίνηδες. Όλοι έχουν γονατίσει και φιλούν την άκρη της φουστανέλας του Κωλέττη και το γαντοφορεμένο χέρι του Μαυροκορδάτου. Οι πολιτικοί με τα δάνεια και τα χρήματα, ισοπέδωσαν εντελώς ''το γκοβέρνο μιλιτάρε'' μαζί με τον κόσμο που αυτό κουβαλούσε μέσα του.

Μετά το Μαυρομάτι, οδεύουμε οριστικά προς μια συγκεντρωτική εξουσία στο υπό σύσταση κράτος και η Ελλάδα προσανατολίζεται προς το πολιτικό πρότυπο που το κέντρο απορροφά όλες τις εξουσίες και τις οικονομικές απολαβές από τα διάφορα τμήματά του. Τα εθνικά εισοδήματα των επαρχιών συγκεντρώνονται πια προς το κέντρο, στα χέρια των ολίγων της εξουσίας και αυτοί έχουν το δικαίωμα και τη δύναμη να τα κατανείμουν όπως και όπου θέλουν. Πολλές φορές, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Από το Μαυρομάτι και πέρα, οι οπλαρχηγοί χάνουν εντελώς την όποια ανεξαρτησία τους. Κανείς απ' αυτούς δεν έχει δικαίωμα να τρέφεται από τα εισοδήματα της επαρχίας του και τις τοπικές δημογεροντίες, εκτός κι αν το επιτρέψει η κεντρική κυβέρνηση. Οι επαρχίες χάνουν τη μέχρι πρότινος δύναμή τους, παύουν να είναι αυτόνομες οντότητες Κοινών που διατηρούν έναν αξιοπρόσεκτο βαθμό αυτοδιάθεσης και οι οποίες λύνουν μόνες τα προβλήματά τους -τρόπος που είχε κάνει πολλές απ' αυτές να μεγαλουργήσουν ακόμη και μέσα στην Τουρκοκρατία- και μετατρέπονται σε αδύναμα γυμνά πουλιά,  που περιμένουν με ανοιχτό το στόμα την τροφή και όλες τις αποφάσεις από το κέντρο-μητέρα. Το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι, είναι ο μεγάλος σταθμός που διαχωρίζει τον παλαιό κόσμο της αποκεντρωμένης εξουσίας και των Κοινών, με το σύγχρονο κεντρικό κράτος. Από μια ''δημοκρατία επαρχιών'' σχεδόν στα αρχαία πρότυπα του κράτους-πόλη, όπου οι Έλληνες συγκρότησαν αργά και μεθοδικά κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό και την οποία διατήρησαν μέχρι την επανάσταση, οδεύουμε προς το πρότυπο μιας συγκεντρωτικής ολιγαρχίας που θα κατέχει την εξουσία και θα βρίσκεται πια υπό την άμεση επήρεια διαφόρων κέντρων της Δύσης, ώστε να ελέγχουν εύκολα και να κατευθύνουν σύμφωνα με τη θέλησή τους το νέο κράτος. 

Από αυτήν την πλευρά πρέπει να δει η ιστορία τον Σκουρτανιώτη. Γιατί ο θάνατός του οριοθετεί το τέλος των Κοινών. Και είμαι σίγουρος πως αν τον δει έτσι, το ολοκαύτωμα Μαυροματίου θα αποκτήσει την αξία και τη σημασία που πραγματικά του αναλογεί, σε αντίθεση με την αποσιώπηση και τη λησμονιά που επιδίωξε και επέβαλλε ο Κωλέττης και σχεδόν διακόσια χρόνια τώρα, το κατάφερε. Και το οφείλει αυτό η ιστορία στον Σκουρτανιώτη. Αν ο Κωλέττης τον εξόντωσε φυσικά και προσπάθησε να εξαφανίσει τη μνήμη του, η ίδια έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει ένα πέρα για πέρα αδικημένο ολοκαύτωμα και να διασώσει αυτή τη μνήμη για πολλούς και ουσιώδεις λόγους.
Στο κάτω κάτω, το Μαυρομάτι είναι ένας μεγάλος ιστορικός σταθμός, που δυστυχώς ελάχιστοι μέχρι σήμερα έχουν εντοπίσει και ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης ο τελευταίος μετά τον Οδυσσέα, του ''γκοβέρνο μιλιτάρε''...

Γιώργος Πύργαρης



*Για όλα τα παραπάνω, υπάρχουν φυσικά και τα ανάλογα έγγραφα και παραστατικά από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Απλά δεν επιθυμώ να τα παρουσιάσω από τώρα. Θα παρουσιαστούν όμως σε βιβλίο που ετοιμάζω για τον Σκουρτανιώτη και το ολοκαύτωμα Μαυροματίου.

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ-Ο ΤΑΚΗΣ ΛΑΠΠΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗ


Ο Τάκης Λάππας για τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη






Ο βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών συγγραφέας Τάκης Λάππας, η φωνή του εικοσιένα όπως τον αποκάλεσαν άλλοι,  στο βιβλίο του ''ΑΘΑΝΑΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ'' σκιαγραφεί με λογοτεχνικό τρόπο προσωπικότητες ηρώων του 1821, όπως των Υψηλάντηδων, του μάρτυρα Ησαϊα Σαλώνων, του αρχοντόπουλου Νοταρά, του Κανάρη, του Νικηταρά, του Αγγελή Γοβγιού και στο διήγημα με τίτλο ''Αληθινό παραμύθι'' σκιαγραφεί τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και τη μάχη του Μαυροματίου. Ας το απολαύσουμε, γραμμένο από τη μοναδική πένα του Τάκη Λάππα...



ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Τον παππού μου, τον πατέρα της μητέρας μου, τον πρόκανα πολλά χρόνια, ώς που έγινα μεγάλο παιδί. Κοντά εκατό χρονών πέθανε. Κι αν δεν τσακιζόταν πέφτοντας απ' τ' άλογό του, μπορεί να ξεπερνούσε τα εκατό. Τόσο καλοστεκούμενος ήταν. Ψηλός, αδύνατος, ορθόστητος, με την άσπρη γενειάδα του, ντυμένος πάντα με την ολοκάθαρη φουστανέλα του και το γαϊτανόπλεκτο γιλέκι του.
Αυτός ήταν ο πρώτος που μου ξεσκέπασε την άγνωστη για μένα εποχή του εικοσιένα και μ' έκανε τόσο να το αγαπήσω.
Κάθε τόσο μας μιλούσε για την ελληνική επανάσταση, κι όλο και κάτι καινούριο είχε να μας πει. Με πόση λαχτάρα προσμέναμε τα εγγόνια του αυτές τις ιστορίες... Ήξερε κι άλλα πολλά γιατί ήταν διαβασμένος και είχε μακροταξιδέψει σε ξένες χώρες. Στο χωριό του το Δίστομο, τον είχαν για σοφό. Μας μολογούσε ακόμη για θρύλους και ιστορίες του τόπου μας, για νεράιδες και ξωτικά. Τι δε μας έλεγε! Μα τι το θες, σαν άρχιζε να ιστοράει κανένα περιστατικό του Εικοσιένα, άλλος άνθρωπος γινόταν. Θαρρούσες και τα όσα έλεγε, ο ίδιος τα είχε ζήσει! Και γω τότε ήμουν ο πρώτος από τα εγγόνια του που τον ζύγωνα και συνεπαρμένος τον κοίταζα κατά πρόσωπο, για να μην χάσω τίποτα απ' τα μολογήματά του. Θεός σχωρέστον, τον καλό κείνον άνθρωπο. Η μνήμη του πάντα με συντροφεύει και του χρωστάω πολλά. Μονάχα το φταίξιμό μου ήταν, που τα όσα μας ιστορούσε δεν τα κράτησα στο χαρτί μα στη μνήμη. Και είναι αλήθεια πως η παιδιάστικη θύμησή μου πολλά κράτησε, μα και πόσα τα χρόνια δε θα σβήσαν, που τώρα ούτε και τα φέρνει ο λογισμός μου...
Τα πιο πολλά που μας έλεγε για τον αγώνα ήταν άγνωστα. Αρκετά τα συνάντησα ύστερα στις μελέτες μου κι όμως ήταν αλήθεια!
Πού λοιπόν τα ήξερε ο παππούς μου, αφού δεν ήταν αγωνιστής, γιατί γεννήθηκε ύστερα από χρόνια; Ο πατέρας του ήταν ένας άτρομος πολεμιστής, ένας τρανός καπετάνιος. Ήταν Σουλιώτης. Κατέβηκε στον αγώνα ακολουθώντας τους Μποτσαραίους, κλείστηκε μαζί τους στο Μεσολόγγι, πήρε μέρος σε διάφορες μάχες και πολέμησε πλάι πλάι με τον μεγάλο της Ρούμελης, τον Καραϊσκάκη. Σαν τέλειωσε ο πόλεμος άραξε στη Ρούμελη, στο Δίστομο. Εκεί πέθανε, ενενηντάρης. Μα είχε το λογικό του και τη θύμησή του ως τη στερνή του ώρα. Τι και τι δεν τους μολογούσε για τις μάχες που ο ίδιος έλαβε μέρος...
-Με το νι και με το σίγμα τα θυμόταν ο συχωρεμένος, μας είπε κάποτε ο παππούς.
Μα και τούτος δε πήγαινε πίσω. Όσα από χρόνια του ιστόρησε ο πατέρας του, όλα τα θυμόταν με το νι και με το σίγμα... Στη μνήμη ο παππούς ήταν φαινόμενο κι ίσως ξεπέρασε κι αυτόν ακόμα τον πατέρα του.
Χρωστάω πολλά να γράψω για τον παππού και τον προπάππο μου. Κάποτε, ελπίζω το χρέος μου αυτό να το ξεπληρώσω...


Ο παππούς έμενε πάντα στο χωριό το Δίστομο. Τα παιδιά του είχαν εγκατασταθεί πια στην πολιτεία στη Λειβαδιά. Αυτός όμως σπάνια μας ερχόταν. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε όλοι εκεί για παραθέρισμα και μέναμε κοντά του δύο και τρεις μήνες. Μα και μέσα στον χρόνο, πάντα δυο τρεις φορές, θα πεταγόμαστε στο χωριό για δυο μέρες. Αγαπούσαμε πολύ τον παππού και τη γιαγιά, την άγια κείνη γυναίκα.
Μια χρονιά έτυχε ν' αρρωστήσω κι ο γιατρός διάταξε να φύγω απ' την πολιτεία για κανένα μήνα. Πού αλλού λοιπόν θα πήγαινα, απ' τ' αρχοντικό του παππού στο χωριό;
Θυμάμαι με πόση χαρά με δέχτηκε και τι και τι δεν κάνανε αυτός και η γιαγιά, να μ' ευχαριστήσουν και ν' αναλάβω μίαν ώρα αρχήτερα απ' την αρρώστια μου...

Ήταν στις αρχές του Οκτώβρη. Ο χειμώνας ήταν πρώιμος και στο χωριό, που άγρια το δέρνει ο βοριάς και βρίσκεται σε ψήλωμα, είχε κιόλας χειμωνιάσει.
Ανήμερα του Αι Δημητριού, κι από δυο μέρες τώρα, το χιόνι σκέπαζε το χωριό, και κάθε βράδυ καινούριο αυγάταινε το παλιό. Δεν ξέρω γιατί σε κείνα τα χρόνια ο χειμώνας ερχόταν πιο γρήγορα κι ήταν πιο άγριος. Τώρα σάμπως αλλιώτεψε ο καιρός...
Επειδή αυτήν την ημέρα γιόρταζα, ο παππούς και η γιαγιά δεν ξέρανε πώς να μ' ευχαριστήσουν. Ακόμα θυμάμαι τις αφράτες τηγανίτες με πετιμέζι μου μούφτιαξε η γιαγιά πριν ακόμα ξυπνήσω. Το δειλινό με τον παππού είχαμε καθίσει στο παραγώνι και χαιρόμαστε τη φωτιά. Νύχτα και μέρα το τζάκι δεν έσβηνε μα σήμερα ήταν γιορταστικά αναμμένο. Δύο τεράστια κούτσουρα πουρναρίσια καίγανε απ' την αυγή.





-Θα σου ψήσω κάστανα στη χόβολη, μου είπε φτιάχνοντας τη στάχτη στο τζάκι. Και για τη γιορτή σου σήμερα θα σε φιλέψω με κάτι που σου αρέσει!
Μεμιάς τα μάτια μου πέσανε στον τοίχο, που βρισκότανε τα άρματα του προπάππου Σουλιώτη. Το καριοφίλι του, το γιαταγάνι, η πάλα, ένα ζευγάρι κουμπούρια, οι μπαλάσκες, το χαϊμαλί, τα τσαπράζια και μερικά ακόμα της φορεσιάς του. Άλλα μαλαματοκαπνισμένα κι άλλα ασημένια. Όλα τους όμως καλά διατηρημένα απ' τον παππού μου, που ο ίδιος τα φρόντιζε, γιατί τα είχε σαν κειμήλια. Νόμιζα λοιπόν πως θα μου χάριζε κανένα απ' τ' άρματα για να το βάλω στη συλλογή μου από άρματα του Εικοσιένα που είχα κληρονομήσει απ' τον πατέρα μου. Κατάλαβε τη ματιά μου που έπεσε στ' άρματα και μου λέει...
-Όχι γιε μου, όχι απ' αυτά! Όσο ζω και βρίσκομαι καρφί δε θα φύγει από τον τοίχο! Σαν έρθει με το καλό ο καιρός και σταυρώσουν για πάντα τα χέρια μου, ε τότε τα παιδιά και τα εγγόνια μου, να τα μοιράσετε, να θυμάστε τον παππού σας τον Σουλιώτη καπετάνιο, τον Τζίμα Ζέρβα.* Για τη γιορτή σου σήμερα θα σου κάνω ένα άλλο φίλεμα, κάτι που σου αρέσει...
Κατάλαβα τότε πως κάποια ιστορία του εικοσιένα θα μου έλεγε. Και μ' όλο που τώρα πια ήμουν αρκετά μεγάλος, ζύγωσα και πάλι τον παππού, όπως συνήθιζα σαν ήμουνα μικρός.
Έβγαλε από την τσέπη του το μεγάλο μαύρο καλογερίστικο κομπολόγι του και το στριφογύρισε στο δεξί του χέρι, Έτσι έκανε πάντα όταν άρχιζε τις διηγήσεις του.
-Θα σου μολογήσω γιε μου σήμερα το βιος του καπετάν Σκουρτανιώτη... του Θανάση Σκουρτανιώτη... τον έχεις ακουστά αυτόν τον καπετάνιο του Ξεσηκωμού, όπως συνήθιζε πάντα ο παππούς να λέει την επανάσταση.
Με είδε σαστισμένον και χωρίς να μ' αφήσει να αποκριθώ εξακολούθησε...
-Καλά, τα βιβλία, τα χαρτιά δε μολογάνε τίποτα γι' αυτόν;
-Μμμ κάτι έχω διαβάσει μα...
-Ώστε κάτι γράφουν και γι' αυτόν! Μ' άλλα λόγια δεν περίσσεψε χαρτί και μελάνι για τον Σκουρτανιώτη; Καταλαβαίνω γιε μου, είναι κι αυτός απ' τους άγραφους...
Και βάλθηκε να χαράζει τα κάστανα και να τα σκεπάζει με τη ζεστή στάχτη.
-Ήταν Σουλιώτης παππού;
-Όχι από την Αραπιά!
Κατάλαβα πως η απάντηση ήταν ειρωνικιά. Δεν απάντησα. Τον άφησα μόνος του να εξακολουθήσει. Κι αφού τακτοποίησε τα κάστανα, γυρίζει και μου λέει...
-Ο Σκουρτανιώτης ήταν ντόπιος, ντόπιος! Να λίγο αλάργα από τη Θήβα, απ' το χωριό Σκούρτα, στα Δερβενοχώρια. Το σωστό του όνομα ήταν Θανάσης Γάτσης, μα τρανός καπετάνιος όπως ήταν πριν απ' τον Ξεσηκωμό μας, του κόλλησαν του χωριού του το όνομα για επίθετο. Ακούς εκεί να μη γράφουν για τον Σκουρτανιώτη, που κατεβατά ολάκερα θα έπρεπε να ιστοράνε το βιος και την πολιτεία του...
Τα τελευταία του λόγια τα είπε με παράπονο. Κι επειδή κατάλαβα πως ο παππούς θα τα έβαζε με τους ιστοριογράφους και τότε δε θα είχε τελειωμό, θέλησα να τον αποτρέψω ρωτώντας τον...
-Ο πατέρας σου παππού, σου είχε ιστορήσει γι' αυτόν;
-Αμ ποιος άλλος; Πολλές φορές μου μολογούσε για τον Σκουρτανιώτη, που τον είχε για έναν απ' τους τρανότερους ήρωες του Ξεσηκωμού...
Έβγαλε την καπνοσακούλα του και παίρνοντας λίγο καπνό, έστριψε τεχνικά σε τσιγαρόχαρτο το τσιγάρο του. Το άναψε με κάρβουνο απ' το τζάκι και καπνίζοντας ηδονικά, εξακολούθησε...
-Οι Γάτσηδες ήταν εφτά αδέρφια, ο πιο μεγάλος ήταν ο Θανάσης, μα κι ο πιο παλικαράς. ''Κορμί δράκοντα είχε και καρδιά λιονταριού'' μου έλεγε ο πατέρας μου. Σου είπα πως πριν απ' τον Ξεσηκωμό ήταν καπετάνιος στα Δερβενοχώρια. Σαν ξέσπασε ο πόλεμος, πήρε τα παλικάρια του και πολεμούσε κατά καιρούς κοντά στον Κριεζώτη, στο Βάσσο, στον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Στα 1825 τα τούρκικα ασκέρια αλώνιζαν στη Βοιωτία. Οι δικοί μας ζητούσαν και τη συνδρομή του Σκουρτανιώτη, που βρισκόταν τότε στα Δερβενοχώρια και τα φύλαγε. Σαν πήρε το μήνυμα ο Σκουρτανιώτης, ετοίμασε τα παλικάρια του, καμιά πενηνταριά, ναρθεί σε τούτα τα χώματα. Οι Δερβενοχωρίτες όμως από φόβο, δε θέλανε να τον αφήσουν να φύγει. Μα έλα που κείνος ήθελε να πάει να βοηθήσει τη Βοιωτία σε κείνη τη δύσκολη στιγμή! Ήρθε σε λόγια με τους χωριανούς του. ''Δε θ' αλαργέψω πολύ'' τους είπε, για να τους δώσει κουράγιο ''Να δω κοντά θα είμαι κι άμα σταθεί χρεία, θα τρέξω κοντά σας!''. ''Όχι, μη φύγεις!'' του φώναζαν κείνοι δειλιασμένοι. ''Εγώ θα πάω στο χρέος μου!''. Κι ετοίμασε τα παλικάρια του να φύγει. Τότε ο παπάς του χωριού, ένας χοντρόπαπας ίσαμε κει πάνω, που για το χόντρος του τον λέγανε Παπαδιπλό, του φωνάζει... ''Να πας και να μη ξαναγυρίσεις!''. Κοντοστάθηκε ο καπετάν Σκουρτανιώτης, απ' τα λόγια του Παπαδιπλού, που μοιάζανε με κατάρα, μα ύστερα χωρίς να τα λογαριάσει, αποφασιστικά κίνησε κι έφυγε.




Έφτασε στη Βοιωτία. Από κει έγραφε στους διάφορους καπεταναίους, να πάνε να τον ανταμώσουν ''γιατί έχουμε γάμο και δεν πρέπει να λείψει κανένας... τέτοιο χαροκόπι δε θα ματαδούμε άλλο!'' Λες γιε μου και σαν κάτι μέσα να του έλεγε το τι θ' ακολουθούσε.
Και παίζοντας καμπόσο νευρικά ο παππούς το κομπολόγι συνέχισε.
-Αστόχησα να σου πω. Είπαν ύστερα πως σαν έφευγε απ' τα Δερβενοχώρια, στο δρόμο του, δύο φορές ξεπετάχτηκε μπροστά του λαγός.
-Α μου έχεις πει κι άλλοτε παππού, πως οι κλέφτες σαν βρίσκανε λαγό στο δρόμο τους, το είχανε για κακοσημαδιά.
-Ναι γεια σου. Τα παλικάρια του Σκουρτανιώτη, δείλιασαν απ' τη γρουσουζιά κι ο αδερφός του ο Κώστας, που ήταν πάντα κοντά του, του λέει...
''Άσχημα κινήσαμε Θανάση. Απ' τη μια τα λόγια του Παπαδιπλού κι απ' την άλλη τούτοι οι λαγοί, δε θα μας βγει σε καλό!'' Κείνος αδιάφορος, σήκωσε τις πλάτες και του αποκρίθηκε... ''Ό, τι και να μας βρει Κώστα, καλώς ναρθεί! Εμείς κάνουμε το χρέος μας στη πατρίδα''...

Κώστας (Κώτσιος) Σκουρτανιώτης

Σαν και σήμερα, του Αι Δημητριού, στα 1825, έφτασε την αυγή ο καπετάν Σκουρτανιώτης, με καμιά πενηνταριά, στο χωριό Μαυρομάτι. Εδώ αντάμωσε και τον Βαγιώτη καπετάνιο Τζουνάρα με καμιά εικοσαριά νομάτους. Πήγε με τα παλικάρια του στην εκκλησιά, μέρα που ήταν, άναψε κερί, λειτουργήθηκε, και σαν σκόλασε, ζήτησε να μάθει κατά πού βρισκόταν ο εχθρός. Του είπαν πως κει κοντά τριγύριζαν.
Ο Σκουρτανιώτης για να μη δώσει βάρος στο χωριό, πήρε τα παλικάρια του και έριξε το ορδί του έξω από το Μαυρομάτι, εκατό μέτρα, στην εκκλησιά της Αγιά Σωτήρας. Τον ακολούθησε κι ένας καλογεράκος, που τον λέγανε Πανάρετο. Από κει ο καπετάνιος έστειλε το Δρίτσουλα, που ήταν απ' τα Χώστια και ήξερε τον τόπο καλά, με δέκα άλλους μαζί, να παρακολουθήσει κατά πού βρίσκονταν οι Τούρκοι.
Μια ώρα μακριά απ' το Μαυρομάτι, ο Δρίτσουλας είδε καμιά εικοσαριά καβαλαραίους Τούρκους νάρχονται ξέγνοιαστοι καταπάνω του. Κρύφτηκε με τα παλικάρια του και σαν ζύγωσαν, τους στρώνουν στο ντουφεκίδι. Σκότωσαν μερικούς κι άλλοι φύγανε. Μεμιάς γύρισε στον καπετάνιο του και του είπε το τι έτρεξε. ''Δεν έπρεπε Δρίτσουλα να τους βαρέσεις'' του λέει ο Σκουρτανιώτης ''κείνοι που γλίτωσαν θα ειδοποιήσουν τους άλλους πως δω γύρα βρίσκονται Έλληνες πολεμιστές... βιάστηκες να τους ντουφεκίσεις... για τούτο πρέπει τώρα να φύγουμε, να μη μας προκάνουν δωπέρα''.
Ο Δρίτσουλας που ήταν παλιό παλικάρι του Ανδρούτσου και είχε κλειστεί μαζί του στο χάνι της Γραβιάς, ήταν αλήθεια πως δεν τα καλολογάριαζε. Ριχνόταν μέσα στα όλα κι όπως ερχόταν.
''Μη με μαλώνεις καπετάνιε'' του αποκρίνεται ο Δρίτσουλας ''Οι Τούρκοι δε θα είναι περισσότεροι από εκατόν πενήντα ως διακόσιοι. Καλώς να μας έρθουν. Να, θα πιάσουμε εδώ τη μάντρα της Αγιά Σωτήρας. Θα τους τσακίσουμε! Έτσι κάναμε και με τον Δυσσέα στο χάνι της Γραβιάς. Θα σώσουμε την πατρίδα και θα δοξαστούμε!''
''Άσχημα τα λογαριάζεις Δρίτσουλα'' του λέει ο καπετάνιος του ''Οι Τούρκοι θα είναι πολλοί. Μπαρουτόβολα δεν έχουμε τόσα, για να τους βαστήξουμε δωπέρα. Θα πάθουμε ο, τι έπαθε ο Διάκος στην Αλαμάνα''.
Αυτό γιε μου που τους έλεγε ο Σκουρτανιώτης, ήταν και το σωστό. Μα δεν τον ακούσανε. Γιατί με τη γνώμη του Δρίτσουλα πήγανε και τ' άλλα παλικάρια, ως κι αυτός ακόμα ο αδερφός του καπετάνιου, ο Κώστας. Σα να τους έσπρωχνε η μοίρα τους να χαθούν.

Όπως κουβέντιαζαν λοιπόν να δούνε τι θ' αποκάνουν, θα φύγουν ή θα μείνουν, είδανε ένα τσοπανόπουλο να κατηφορίζει τρεχάτο κατά την Αγία Σωτήρα. Παράτησε τα προβατά του, που βόσκαγε πιο πάνω και ξυπόλητο όπως ήταν, με το ραβδί του στο χέρι τόβαλε στην τρεχάλα, να φτάσει στην εκκλησιά. Δε θα ήταν περισσότερο από δεκαπέντε χρονών και το λέγανε Τάσο.
-Το επίθετό του παππού; τον ρώτησα.
-Πολλά ζητάς. Ρώτησα και γω κάποτε τον πατέρα μου για έναν άλλον και ξέρεις τι μου αποκρίθηκε; ''Γιε μου οι άνθρωποι τότε δεν είχαν όλοι επίθετα, όπως τώρα. Δανεικά παίρνανε, του χωριού τους, το μικρό όνομα του πατέρα τους ή της μάνας τους και καμιά φορά του καπετάνιου τους. Να, μεις οι Σουλιώτες κρατάγαμε πάντα για επίθετο το βαφτιστικό όνομα του πατέρα μας. Έτσι κι εγώ μ' όλο που γεννήθηκα εδώ στο Δίστομο, κράτησα το Σουλιώτικο έθιμο και για επίθετο πήρα το μικρό όνομα του πατέρα μου.
Η διακοπή που έκανα του παππού, στάθηκε η αφορμή να στρίψει άλλο ένα τσιγάρο. Και καπνίζοντας εξακολούθησε...



-Πού είχαμε μείνει;
-Στο τσοπανόπουλο, τον Τάσο παππού.
-Α ναι. Έφτασε στην Αγιά Σωτήρα και λαχανιασμένο τους λέει... ''Καπεταναίοι, Τούρκοι έρχονται πολλοί! Γεμίσανε τον κάμπο. Τους είδα πάνω απ' το ψήλωμα στο Μεγάλο Πουρνάρι που βόσκαγα το κοπάδι μου. Έτρεξα μεμιάς να σας φέρω χαμπέρι''. Πετάχτηκαν όλοι και πρώτος ο Σκουρτανιώτης, που τους λέει δυνατά... ''Άϊντε συγυριστείτε γιατί δωπέρα θ' ανοίξουμε ντουφέκι. Ας χαθούμε για να μη μας πούνε κιοτήδες''. Κι άρχισαν να φτιάχνουν γύρω απ' την εκκλησιά στη μάντρα, πρόχειρα ταμπούρια. Τον Τάσο τον έδιωξε ο καπετάνιος να πάει και πάλι πάνω στο Μεγάλο Πουρνάρι. Από κει θα παρακολουθούσε τις κινήσεις του εχθρού και θα τους έφερνε ειδήσεις. Φώναξε ο Σκουρτανιώτης τέσσερα παλικάρια και τα έδιωξε να φύγουν τρέχοντας από διάφορες μεριές. ''Όποιους καπεταναίους δικούς μας συναντήσετε στη στράτα σας, να τους πείτε νάρθουν δωπέρα στην Αγιά Σωτήρα στο Μαυρομάτι. Αν μας βρούνε ζωντανούς να μας συντράμουν, ειδ' αλλιώς σκοτωμένους, να μας θάψουν. Να μη φάνε τα κουφάρια μας τα όρνια και τα ζουλάπια''. Αυτά τους έδωσε παραγγελιά ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης. Και μεμιάς τα τέσσερα παλικάρια ξεχυθήκανε τρέχοντας να φέρουν την παραγγελιά του.
Ένα από αυτά αντάμωσε τον πατέρα μου έξω από τη Λειβαδιά και του είπε όσα πιο πάνω άκουσες.
-Και πήγε ο πατέρας σου;
 -Ναι γιε μου, μα όσο να πάει το κακό είχε γίνει. Παρακάτω θα σου τα μολογήσω.
-Κι καλόγερος έμεινε μαζί τους;
-Ο Πανάρετος; ναι έμεινε κει στην εκκλησιά. Αυτός ύστερα μολόγησε στον πατέρα μου, τα όσα θα σου πω πιο κάτω.
Να μην τα πολυλογάμε, κατά τη μία η ώρα το μεσημέρι, φάνηκαν οι Τούρκοι, πεζοί και καβαλάρηδες, καμιά πεντακοσαριά. Ρίχτηκαν με ορμή κατα πάνω στη μάντρα της Αγια Σωτήρας. Μα οι Έλληνες από μέσα τους δέχτηκαν μ' αδιάκοπο ντουφεκίδι. Στρώμα κάτω τα τούρκικα κουφάρια. Αυτό όμως αντί να τους δειλιάσει, τους πεισμάτωνε πιο πολύ και πέφτανε κατά πάνω στους Έλληνες μανιασμένοι. Κι οι Έλληνες όμως τους καλοδέχονταν. Κατά τις τρεις η ώρα, ολόγυρα στη μάντρα θα ήταν καμιά εκατονπενηνταριά εχθρικά κουφάρια.
Οι Τούρκοι αποτραβήχτηκαν και σταματήσανε το ντουφεκίδι. Τότε ακούστηκε ο Σκουρτανιώτης να λέει στους συμπολεμιστές του... ''Τώρα ή θα φύγουν οι Αγαρηνοί ή θα τους έρθει μεντάτι... Αν είχαμε μπαρουτόβολα κι αν μας πρόφτανε βοήθεια άλλοι τόσοι όσοι ήμαστε, ε τότε η Αγια Σωτήρα θα σκέπαζε το χάνι της Γραβιάς!''.
Δεν είχε προκάνει να τελειώσει τα λόγια του ο καπετάνιος και φάνηκε ο Τάσος να κατηφορίζει τρέχοντας απ' το Μεγάλο Πουρνάρι κατά την Αγια Σωτήρα. Κατάλαβαν πως κάποια είδηση τους φέρνει. Σε λίγο βλέπουν τον μικρό τσοπάνη να σκαρφαλώνει πάνω στη μάντρα και να φωνάζει στους κλεισμένους πολεμιστές... ''Έρχονται κι άλλοι πολλοί από δω κι από κει κι από πάνω καβαλαραίοι!''. Και το τσοπανόπουλο, πηδώντας ανηφόρισε τρεχάλα και πάλι στο Μεγάλο Πουρνάρι.
Το άγγελμα του Τάσου, σήμαινε θάνατο για τους Έλληνες πολεμιστές. Μ' από κείνους ποιος να το λογαριάσει ή να δειλιάσει; Το δέχτηκαν ατάραχοι. Το μόνο που πρόσταξε ο καπετάν Σκουρτανιώτης, ήταν να μη σπαταλάνε τις ριξές τους, μα κάθε ντουφεκιά τους να σωριάζει σκοτωμένο κι έναν Τούρκο.

Η πληροφορία που τους έφερε ο μικρός Τάσος, δεν άργησε να βγει αληθινή. Σε λίγο ακούστηκαν να ζυγώνουν τα τούρκικα τουμπελέκια και να φαίνωνται τ' ασκέρια. Κοντά χίλια ντουφέκια, πεζούρα και καβαλαρία, έρχονταν κατά την Αγια Σωτήρα. Δε χασομερήσανε κι άρχισαν τα ρεσάλτα τους. Οι επιθέσεις τους όμως αυτές, ήταν πολύ μεγαλύτερες και πιο αποφασιστικές από τις προηγούμενες. Μα κι οι Έλληνες σωρό στοίβαζαν, απ' έξω από τη μάντρα τα τούρκικα κορμιά.
Ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει. Και στους Έλληνες πολεμιστές είχαν πια απομείνει από πέντε χαρτούτσια στον καθένα. Να γλιτώσουν κάνοντας γιουρούσι με τα σπαθιά στα χέρια, ήταν αδύνατο. Πώς θα περνούσαν απέναντι από τόσο εχθρό;
Ο Σκουρτανιώτης τότε πρόσταξε ν' αφήσουν τη μάντρα και να κλειστούν μέσα στην εκκλησιά της Αγια Σωτήρας. Και για να τους δώσει κουράγιο τους λέει... ''Αδέρφια μπορούμε να νικήσουμε, αν καθένας μας σκοτώσει από πέντε Τούρκους!''.
Απ' την εκκλησιά όμως ήταν δύσκολο να πολεμήσουν. Ένα ερημοκλήσι ήταν χωρίς παράθυρα. Και μόνο μια πόρτα είχε. Πού πρόφταιναν ν' ανοίξουν μασγάλια;
Γι' αυτό πιάσανε μερικοί τη μισάνοιχτη πόρτα και ντουφεκάγανε, κι άλλοι από μέσα γεμίζαν τα καριοφίλια, για να ρίχνουν ακατάπαυστα. Ο ίδιος ο Σκουρτανιώτης έμεινε στην πόρτα και μαζί του ο αδερφός του Κώστας, ο κουνιάδος του και ο Δρίτσουλας. Από κει τα καριοφίλια του θέρισαν τόσες ψυχές τούρκικες. Μα όσο πήγαιναν, τα χαρτούτσια λιγόστευαν κι οι ντουφεκιές αραίωναν.
Άρχισε να σουρουπώνει. Κι οι Τούρκοι γιε μου, πάντα στον Ξεσηκωμό μας, απέφευγαν νύχτα τον πόλεμο.
-Γιατί παππού;
-Γιατί δεν ξέρανε τι τους βρίσκει στο σκοτάδι. Οι κιοτήδες έχουν σύντροφο μόνο τη μέρα, ενώ τα παλικάρια δεν ξεχωρίζουν μέρα και νύχτα. Ό, τι τους λάχει.
Για να μη νυχτωθούν κειπέρα οι Τούρκοι και για να τελειώσουν με τους κλεισμένους μέσα στην Αγια Σωτήρα, σκέφτηκαν να πολεμήσουν με άλλο τρόπο. Σύναξαν από γύρω ξερά χαμόκλαδα και φρύγανα που βγάζανε πολύ καπνό. Απ' το Μαυρομάτι φέρανε κι ό, τι ρετσίνι βρήκανε μέσα στο χωριό. Είχαν μαζί τους και θειάφι.
Μερικοί τολμηροί τότε καταφέρανε ν' ανεβούν πάνω στη σκεπή της εκκλησιάς. Άνοιξαν τρύπες και ρίχνανε μέσα αναμμένα τα χαμόκλαρα, το θειάφι και το ρετσίνι. Η εκκλησιά άρχισε να γεμίζει καπνό, γιατί μόνο απ' τη μισανοιγμένη πόρτα μπορούσε να φύγει. Σου είπα, παράθυρα δεν είχε! Μα ο καπνός που έβγαινε, ήταν τίποτα μπροστά σε κείνον που οι Τούρκοι ρίχνανε αδιάκοπα απ' τις τρύπες της σκεπής. Οι πολεμιστές δεν μπορούσανε πια ν' αντέξουν. Ο ένας σωριαζότανε πάνω στον άλλον νεκρός. Σκάζανε απ' το θειάφι και το ρετσίνι. Σε λίγο εξηνταπέντε κορμιά κείτονταν άψυχα μέσα στην εκκλησιά της Αγια Σωτήρας. Δυο μονάχα ανάσαιναν. Ο Σκουρτανιώτης κι ο καλόγερος Πανάρετος. Αυτοί οι δυο είχαν πιάσει τη μισάνοιχτη πόρτα. ο Σκουρτανιώτηςκάπου κάπου ντουφεκούσε κι ο καλόγερος τον βοηθούσε, γεμίζοντας τα καριοφίλια. Από κει όμως μπορούσαν και παίρνανε λίγο αέρα. Μα σε λιγάκι, ούτε κι από κει μπορούσανε να βαστήξουν τη μυρωδιά απ' το ρετσίνι και το θειάφι. Ο καλόγερος τότε κλαίγοντας, λέει στον Σκουρτανιώτη... ''Καπετάνιε άσε με να πάρω λίγο αέρα!... Άσε με, έσκασα, δεν αντέχω άλλο!... Λυπήσου με... με φάγανε τα σκυλιά...''. Και κείνος του αποκρίνεται... ''Καλόγερε μη βιάζεσαι... Βάλε τη μύτη σου δω στην πόρτα κι ανάσαινε!...''
Σε κάποια στιγμή που ο Σκουρτανιώτης απ' το θειάφι και το ρετσίνι ζαλίστηκε, ο Πανάρετος άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω.




Δε πρόκανε να πάει δέκα δρασκελιές και τον πιάσανε οι Τούρκοι. Με τη φοβέρα του γιαταγανιού, ο καλόγερος μαρτύρησε πως κανένας πια δε ζούσε μέσα στην εκκλησιά, εξόν απ' τον Θανάση Σκουρτανιώτη, που βρισκόταν πίσω απ' την μισάνοιχτη πόρτα, ζαλισμένος όμως κι αυτός.
-Τον σκοτώσανε τον καλόγερο παππού;
-Όχι, τον αφήσανε λεύτερο. Αυτός ύστερα ιστόρησε, τα όσα είδε μέσα στην εκκλησιά. Ύστερα απ' την επανάσταση, ο Πανάρετος καλογέρεψε στο μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, στον Ελικώνα. Σ' όλη του τη ζωή, έκανε μνημόσυνα και τρισάγια για τους εξηνταέξι της Αγια Σωτήρας. Σ' ένα φύλλο στο Ευαγγέλιο, είχε γράψει πολλά απ' τα ονόματά τους, που τα ήξερε. Ποιος ξέρει τι να έγινε το Ευαγγέλιο κείνο, θα χάθηκε...
-Και μαζί μ' αυτό και τα ονόματα των μαχητών. Κι ο Σκουρτανιώτης παππού;
-Ναι ο Σκουρτανιώτης. Μ' όλο που οι Τούρκοι μάθανε απ' τον καλόγερο πως ήταν ζαλισμένος ή πιο καλά μισοπεθαμένος, ακόμα τον σκιάζονταν. Δεν είχαν το θάρρος να τον χτυπήσουν με τα σπαθιά τους ή με τα ντουφέκια τους. Κρυφά καταφέρανε να βάλουν στη μεριά της πόρτας δύο οβούζια με μακριά φιτίλια. Τα ανάψανε και σα σκάσανε κάνανε κομμάτια το Σκουρτανιώτη.

Είχε νυχτώσει πια. Οι Τούρκοι αφού ξεκάνανε έτσι άναντρα τους κλεισμένους στην Αγια Σωτήρα, φύγανε για τη Θήβα. Υποψιάστηκαν πως δε θ' αργούσανε να φτάσουν εκεί τα ελληνικά σώματα. Και πρώτος έφτασε ο πατέρας μου μ' εκατό παλικάρια. Μόλις χάραζε σαν ήρθε στην Αγια Σωτήρα... Τι να δούνε όμως; Εξηνταπέντε Έλληνες κείτονταν μέσα στην εκκλησιά. Απ' το θειάφι και το ρετσίνι ήταν κατάμαυροι... Άνοιξαν λάκκους και τους θάψανε στην αυλή της εκκλησιάς.
-Το Σκουρτανιώτη;
-Ο πατέρας μου μολογούσε πως απ' αυτόν δε βρήκαν σχεδόν τίποτα να θάψουν. Τα οβούζια σκόρπισαν τις σάρκες του. Μονάχα το δεξί του χέρι βρήκαν να βαστάει ακόμη το γιαταγάνι... Αυτό απόμεινε απ' τον ήρωα Σκουρτανιώτη...
-Και η θυσία του παππού, που ήταν απ' τις πιο μεγάλες του Εικοσιένα!
-Το χέρι του Σκουρτανιώτη το θάψανε όπως το βρήκανε, μαζί με το γιαταγάνι του...







Τάκης Λάππας
1958



*Και αν η διήγηση του Λάππα μοιάζει με παραμύθι, είναι πασιφανές πως έχει στηριχθεί στο μεγαλύτερο μέρος του στη διήγηση του Τσεβά. Πέρα από αυτό όμως, βάζει στη μάχη Μαυροματίου κάποια καινούρια στοιχεία, όπως ο προπάππους του Τζήμας Ζέρβας, τον οποίον όπως διηγείται ο Λάππας, τον βρήκε αγγελιοφόρος του Σκουρτανιώτη έξω από τη Λειβαδιά και εκείνος έτρεξε με εκατό στρατιώτες, αλλά έφτασε τα χαράματα της άλλης μέρας. ''Έφτασε βοήθεια, όμως πάρα καιρόν'' όπως λέει ο Οικονόμου, μόνο και μόνο για να θάψει τους ήρωες του Μαυροματίου. Στην αρχή δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί πολλές φορές τα όρια λογοτεχνίας  και ιστορίας είναι λίγο δυσδιάκριτα ειδικά σε συγγραφείς που σμίγουν αυτά τα δύο, όμως ο Τζήμας Ζέρβας ήταν υπαρκτό πρόσωπο τελικά. Αναφέρεται και ως Διαμαντής Τζήμας Ζέρβας, αλλά και ως Διαμαντής Ζέρβας, ήταν όντως Σουλιώτης και όντως διέτριβε στην περιοχή που λέει ο Λάππας. Τον βρήκα μετά από έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σε έγγραφο στις 9 Σεπτεμβρίου του 1824, όπου βρισκόταν τότε στην περιοχή, μεταξύ Σαλώνων, Άμπλιανης, Ταλαντίου και Λειβαδιάς. Οπότε θα πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπ' όψη μας, τα όσα διηγείται ο Λάππας, για το τι είδε ο Τζήμας Ζέρβας όταν έφτασε στο Μαυρομάτι και ας τα λέει σαν παραμύθι ή με λογοτεχνικό τρόπο ''... Μόλις χάραζε σαν ήρθε στην Αγια Σωτήρα... Τι να δούνε όμως; Εξηνταπέντε Έλληνες κείτονταν μέσα στην εκκλησιά. Απ' το θειάφι και το ρετσίνι ήταν κατάμαυροι... Άνοιξαν λάκκους και τους θάψανε στην αυλή της εκκλησιάς...'' που αφορούν απ' τη μια τον αριθμό των νεκρών, γιατί έχει μεγάλη σημασία η συμμετοχή η μη στη μάχη του Μαυροματίου του Τζουνάρα -αυτή η εμφάνιση 23 παραπάνω ανθρώπων την τελευταία στιγμή, πιθανόν να έγειρε την πλάστιγγα της απόφασης του Σκουρτανιώτη να παραμείνει και να δώσει τη μάχη- όπως πρέπει ακόμη να λάβουμε υπ' όψη μας και το ότι σύμφωνα με τη διήγησή του, από τον Σκουρτανιώτη βρήκαν μόνο το χέρι του να κρατάει ακόμη το γιαταγάνι κι έτσι τον θάψανε...






Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΣΚΟΥΡΤΩΝ 22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1825



Η ιστορία είναι ένα σκοτεινό πέλαγος και ο ιστορικός ερευνητής ένας βουτηχτής, που βουτά στα θολά νερά, χωρίς να ξέρει αν θα ανακαλύψει ποτέ τους πολυπόθητους θησαυρούς. Η δουλειά του ιστορικού ερευνητή, μοιάζει πολύ με κείνη του αρχαιολόγου. Γιατί οι επιστολές είναι κι αυτές σαν τα αγάλματα και τα πολύτιμα αγγεία. Όσο πιο παλιές, τόσο μεγαλύτερη η αξία τους. Οι παλιές επιστολές ζωντανεύουν κόσμους, αντιπαλεύουν τη λήθη και ενισχύουν την ιστορική μνήμη. Ο ιστορικός ερευνητής, δε βρίσκει πάντα θησαυρούς όμως. Τις περισσότερες φορές επιστρέφει με άδεια χέρια, κουρασμένος από το δύσκολο ταξίδι. Άλλες φορές φέρνει ψήγματα, υποψίες μονάχα θησαυρών, που δεν προσφέρουν πολλά, απλά τονώνουν το ηθικό του να συνεχίσει.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν σήμερα, να αισθάνομαι λίγο περήφανος, γιατί μετά από πολλούς κόπους, κατάφερα να ανασύρω από τη λήθη ένα γεγονός που δε γνωρίζει κανείς. Εντελώς άγνωστο μα πέρα για πέρα αληθινό. Πρόκειται για τη μάχη των Σκούρτων που έγινε στα Σκούρτα φυσικά (το χωριό περικυκλώθηκε) στις 22 Απριλίου 1825 μεταξύ 400 Τούρκων ιππέων του Ομέρ πασά του Ευρίπου και 50 περίπου ντόπιων μη αμιγώς πολεμιστών Σκουρταναίων, από το πρωί της ημέρας εκείνης που ήταν Τετάρτη, μέχρι το μεσημέρι. Το γεγονός αυτό είναι πια αδιαμφισβήτητο και μας το πιστοποιούν δύο επιστολές από διαφορετικές πηγές, που βρήκα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Η πρώτη, σταλμένη από την Γενική Αστυνομία Μεγάρων προς τη Γενική Αστυνομία Ναυπλίου στις 23 Απριλίου 1825 και η δεύτερη από τη Σαλαμίνα –από δημογέροντες των Σαλώνων – προς την κυβέρνηση στις 26 Απριλίου 1825.
Οι δύο επιστολές μεταξύ τους συμφωνούν στα βασικά, στη διάρκεια της μάχης, στον τόπο, στην ημερομηνία 22 Απριλίου διαφωνούν όμως κάπως στους αριθμούς των νεκρών, των πληγωμένων και των αιχμαλώτων. Ο Αστυνόμος Μεγάρων Επισκόπου στην αναφορά του, κάνει λόγο για 10 νεκρούς Σκουρταναίους, 2 Δερβενοσαλεσιώτες και έναν Σαλαμίνιο, χωρίς να αναφέρει τις απώλειες των Τούρκων, ενώ η αναφορά των δημογερόντων Σαλωνιτών, κάνει λόγο για δύο Σκουρταναίους, δύο λαβωμένους και τρεις αιχμαλώτους, ενώ αναφέρει και τις απώλειες των Τούρκων οι οποίες ήταν 5 νεκροί αλλά και κάποιοι πληγωμένοι. Συμφωνούν σχεδόν και στον αριθμό των προβάτων που έκλεψαν οι Τούρκοι φεύγοντας. Ο Αστυνόμος μιλά για 3000 ''πράματα'' ενώ οι δημογέροντες για 4000. Ο Επισκόπου επίσης μιλά και για ένα μιντάτι (βοήθεια) που πήγε στους Σκουρταναίους προς το τέλος της μάχης, χωρίς να ξεκαθαρίζει όμως από πού ήρθε και πόση ήταν αυτή η βοήθεια που όμως δεν πρόλαβε να πολεμήσει. Απλά βλέποντάς τους οι Τούρκοι να έρχονται από μακριά, μάζεψαν στα γρήγορα όσα πρόβατα μπόρεσαν και απομακρύνθηκαν πάλι από το Δερβενοσάλεσι (Πύλη) και την μονή οσίου Μελετίου, απ' όπου ήρθαν.

Πριν φτάσουμε όμως στη μάχη των Σκούρτων, ας προσπαθήσουμε να την εντάξουμε στο ιστορικό της πλαίσιο, παρακολουθώντας συνάμα και την πορεία του καπετάν Θανάση Σκουρτανιώτη λίγους μήνες πριν απ΄αυτό το γεγονός. Γιατί η μάχη των Σκούρτων έχει σχέση με το πρόσωπό του. Δυστυχώς όμως δεν βρισκόταν την ημέρα εκείνη στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για να την υπερασπίσει. Τα Σκούρτα στις 22 Απριλίου 1825, τα υπεράσπισαν επί τρεις περίπου ώρες, μονάχα 50 απλοί κάτοικοι Σκουρταναίοι -ανάμεσά τους ίσως και κάποιοι εν ενεργεία πολεμιστές, που εκείνη την ημέρα βρίσκονταν τυχαία στα Σκούρτα- αγωνιζόμενοι κυριολεκτικά όλοι, υπέρ βωμών και εστιών... 

Ιστορικό πλαίσιο της μάχης των Σκούρτων-Η στρατιωτική πορεία του καπετάν Θανάση Σκουρτανιώτη τους μήνες που προηγήθηκαν αυτής της μάχης και επιστολογραφία 

Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης με τους Δερβενοχωρίτες πολεμιστές του, ήταν τα καταλυτικά πρόσωπα και το ουσιαστικό αίτιο της μάχης των Σκούρτων. Η επίθεση έγινε για λόγους εκδίκησης του Ομέρ του Ευρίπου απέναντι στον καπετάνιο και στους Δερβενοχωρίτες συμπολεμιστές του, επειδή εκείνες τις ημέρες οι Τούρκοι τον νόμιζαν νεκρό ή τουλάχιστον θανάσιμα πληγωμένο ''... κι ο πόλεμος έγινε εις τα σκούρτα και το αίτιον είναι ότι ήκουσαν ότι ο καπετάν θανάσης ελαβόθη και τρόπον τινά ότι απόθανε...'' τη στιγμή βέβαια που ο καπετάνιος είχε απλά τραυματιστεί στο δεξί χέρι σε μια μάχη στις Λιβανάτες και βρισκόταν τραυματίας σε νοσοκομείο της Σαλαμίνας. 
Θα προσπαθήσουμε όμως, πριν ασχοληθούμε με αυτή καθ' αυτήν τη μάχη, να την εντάξουμε στο ιστορικό της πλαίσιο και να παρακολουθήσουμε την στρατιωτική πορεία του Αθανασίου Σκουρτανιώτη λίγο καιρό πριν από αυτήν τη μάχη, μέσω της επιστολογραφίας του που βγαίνει σήμερα πρώτη φορά στο φως, για να κατανοήσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε αυτή η μάχη.

Ποια είναι λοιπόν τα μεγάλα γεγονότα στην επαναστατημένη ελληνική επικράτεια, που πλαισιώνουν τη μάχη των Σκούρτων;
Στη Δυτική Ελλάδα ο Κιουταχής φτάνει στο Μεσολόγγι  στις 15 Απριλίου 1825 και αρχίζει τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, που θα λήξει ένα περίπου χρόνο αργότερα με τη μεγάλη έξοδο. Στην Πελοπόννησο έχει ήδη εισβάλλει ο Ιμπραήμ. Από τα τέλη Ιανουαρίου 1825, έχει τελειώσει ο δεύτερος εμφύλιος στην Πελοπόννησο με νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων. Σε αυτόν τον πόλεμο, η κυβέρνηση με πρωτομάστορα τον Κωλέττη, είχε καλέσει τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, Γκούρα, Στάθη Κατζικογιάννη, Καραϊσκάκη, Μακρυγιάννη, Νάκο Πανουριά, Δυοβουνιώτη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να χτυπήσουν τους αντικυβερνητικούς οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη, Σισίνη, Ζαϊμη, Νικηταρά, Νοταραίους και άλλους. Σε αντίθεση με ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα, σε αυτόν τον εμφύλιο έχει λάβει μέρος και ο οπλαρχηγός των Δερβενοχωρίων καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης με εκατόν πενήντα άντρες του, μετά από διαταγές που έλαβε από την κυβέρνηση και τον Κωλέττη.
Εδώ η διαταγή της κυβέρνησης...

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Το Εκτελεστικόν Σώμα
Προς το υπουργείον πολέμου
Θέλει διατάξει τον αντιστράτηγον Σκουρτανιώτη με τους υπό την οδηγίαν του στρατιώτας να εκστρατεύσει αμέσως και να μεταβή εις Κόρινθον όπου διετάχθησαν να μεταβώσι και τα λοιπά στρατεύματα υπό την οδηγίαν του στρατηγού Ιωάννη Γκούρα. 
τη 20 Νοεμβρίου 1824 Ναύπλιον
ο επιτροπικώς / αναγνώστης σπηλιωτάκης / Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης / Ιωάννης Κωλέττης

αλλά και μετά από πρόσκληση του αρχιστράτηγου ανατολικής Στερεάς Γιάννη Γκούρα όπως βλέπουμε σε επιστολή του ίδιου του Σκουρτανιώτη, που τη στέλνει όμως πριν ακόμη φτάσει στα χέρια του η διαταγή της κυβέρνησης...


Σεβαστή Διοίκησις!
Ο στρατηγός Ι. Γκούρας με είχε γράψει από τας Αθήνας διά να έλθω εις Κόρινθον υπό την οδηγίαν του. εγώ του απεκρίθην ότι δεν ημπορώ να ακολουθήσω χωρίς διαταγήν της Σεβαστής Διοικήσεως [διαταγή υπάρχει όπως είδαμε πιο πάνω, απλά δεν την έχει λάβει ακόμα) η γενναιότης του μου είπε ότι εγώ αποκρίνομαι. Εκστράτευσα λοιπόν χωρίς διαταγή, διά το οποίον ζητώ συγχώρεσιν. Άφηκα διά καραούλι μόνον πενήντα στρατιώτας και επήρα εδώ εκατόν πενήντα.
Παρακαλώ Σεβαστή Διοίκησις, οποία οικονόμηση θα γένει διά τα άλλα στρατεύματα, να γένει και διά τους δικούς μου οι οποίοι είναι νηστικοί. Μένω με το ανήκον σέβας. 
1824 Νοεμβρίου 29 εκ Κορίνθου
ο ταπεινός πατριώτης
θανάσης σκουρτανιώτης

Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης μπαίνει στην Πελοπόννησο στις 29 Νοεμβρίου του 1824, ενώ ίχνη της πορείας του στον Μοριά υπάρχουν σε διάφορες επιστολές της εποχής από τον Αη Γιώργη Κορίνθου, το Μπογιάτι Πελοποννήσου, την Τριπολιτσά, ίσως και το Άργος. Βλέπουμε δηλαδή, πως από το 1824, ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης, παύει να είναι ένας τοπικός καπετάνιος περιορισμένης ευθύνης που προστατεύει μόνο τον τόπο του τα Δερβενοχώρια δρώντας μόνο στην Βοιωτική και Αττική γη και μετατρέπεται σε έναν καπετάνιο με ευρύτερες ευθύνες και προοπτική. Ακολουθεί τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής μακριά από τον τόπο του. Η συμμετοχή του στον Β εμφύλιο είναι πια αδιαμφισβήτητο γεγονός, αλλά η πορεία του στην Πελοπόννησο ένα ξεχωριστό κεφάλαιο που θα μας απασχολήσει κάποια άλλη φορά. Αποχωρεί από την Πελοπόννησο στις 20 Ιανουαρίου 1825 με τη λήξη του εμφυλίου. Εδώ η επιστολή του ίδιου του Κωλέττη, που τον διατάζει να φύγει πια από την Πελοπόννησο, αφού έχει τελειώσει ο εμφύλιος και να επιστρέψει στην πατρίδα του...


Προς τον γενναιότατον χιλιάρχον αθανάσιο σκουρτανιώτη
Επειδή και τα στρατεύματα της σεβαστής διοικήσεως εσυνάχθησαν πολλά, και πλέον καμμία ανάγκη δεν είναι, διά τούτο διατάττεσαι να περιλάβεις τους υπό την οδηγίαν σου στρατιώτας και να απεράσης εις την πατρίδα σου, και φθάνοντας εκεί να διαλύσεις τους στρατιώτας αυτούς και να σταθής μόνον με πενήντα, με τους οποίους να προσέχεις τα εκεί περίχωρα από τους εχθρούς και υγίαινε. 
τη 19η Ιανουαρίου 1825 
Τριπολιτζά
ο πατριώτης/ Ιωάννης Κωλέττης

Όπως βλέπουμε, ο Κωλέττης δεν του μειώνει μονάχα το βαθμό κατά λάθος ή εσκεμμένα (είναι αντιστράτηγος από τον Οκτώβριο του 1824 με την βούλα του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού και όχι χιλίαρχος όπως τον προσφωνεί στην επιστολή) αλλά του μειώνει και το στράτευμα. Να πω επίσης, πως έχει προηγηθεί ήδη μία μείωση του Σώματος του Σκουρτανιώτη το Φθινόπωρο του 1824, από 300-400 πολεμιστές που παρουσιάζει στις καταστάσεις του το καλοκαίρι του 1824, η κυβέρνηση επικαλούμενη τα πολλά έξοδα, του μειώνει τον αριθμό σε 200. Δεν ξέρω αν αυτό έχει σχέση με τον μεγάλο καυγά που έγινε εκείνη την εποχή μεταξύ ενός στρατιώτη του Σκουρτανιώτη και ενός του Ευμορφόπουλου στα Μέγαρα που κατέληξε σε φόνο (ο στρατιώτης του Σκουρτανιώτη σκότωσε τον στρατιώτη του Ευμορφόπουλου) και οι διαξιφισμοί που ακολούθησαν μεταξύ των δύο αρχηγών. Γιατί ο μεγάλος αγαπημένος του Κωλέττη στην περιοχή, δεν είναι ο Σκουρτανιώτης αλλά ο Ευμορφόπουλος. Από την αρχή της επανάστασης μέχρι το τέλος αυτής, ο στρατηγός Ευμορφόπουλος είχε πάντα μια προστατευτική ομπρέλα στην κυβέρνηση, ακόμη κι όταν η συντριπτική πλειοψηφία των Μεγαρέων και των Κουντούρων ήταν ενάντιά του, ακόμη κι όταν ο ίδιος ο έπαρχος Δερβενοχωρίων Νάκης τάσσεται απέναντί του, ακόμη κι όταν οι κάτοικοι της Μεγαρίδας και των Δερβενοχωρίων αιτούνται με υπογραφές την απομάκρυνσή του από τον τόπο τους. Και αυτή η προστατευτική ομπρέλα ήταν πάντα ο Κωλέττης.
Όμως αυτά δεν είναι της ώρας, οπότε ας επανέλθουμε...
Θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε τον Κωλέττη. Γιατί ενδέχεται να μειώνει το στράτευμα του Σκουρτανιώτη χωρίς να έχει τίποτα κακό στο πίσω μέρος του μυαλού του. Να το έκανε μόνο και μόνο για λόγους μείωσης των εξόδων της κυβέρνησης. Γιατί είναι αλήθεια πως βρισκόμαστε ακόμη στον χειμώνα. Και όλοι ξέρουν ότι τον χειμώνα οι Τούρκοι δεν κάνουν πολεμικές επιχειρήσεις και άρα οι πολλοί στρατιώτες όντως δε χρειάζονται. Γιατί όμως δε μειώνει και το στράτευμα του Ευμορφόπουλου την ίδια εποχή; Αφήνει τον Σκουρτανιώτη μονάχα με πενήντα άντρες να ελέγχει και να εποπτεύει μια τεράστια περιοχή και μάλιστα σχετικά πεδινή, από τον ευφυέστατο, απρόβλεπτο και σκληρό Ομέρ του Ευρίπου, την ώρα που ο Ευμορφόπουλος με 300 και 400 άνδρες στέκονταν στα Μέγαρα χωρίς να κάνουν τίποτα ουσιαστικό εκείνη την εποχή και χωρίς να αντιμάχονται κανέναν! Αν φτάσαμε στον θάνατο του Σκουρτανιώτη λίγους μήνες αργότερα, τούτο έχει σχέση φυσικά με την εμμονή του Κωλέττη να κρατά σε χαμηλό αριθμό το στράτευμα του Θανάση Σκουρτανιώτη κατά την διάρκεια του 1825. Και δεν ξέρουμε ακόμη τον πραγματικό λόγο αυτής της στάσης του Κωλέττη. Φοβόταν κάτι από τον Σκουρτανιώτη; Τον αντιπαθούσε; Εποφθαλμιούσε την θέση του για να την δώσει στον γαμπρό του Μασκλαβάνη, όπως προσπάθησε να κάνει όταν πραγματικά σκοτώθηκε ο Σκουρτανιώτης, δίνοντας μάλιστα στον Μασκλαβάνη για την ίδια περιοχή 250 άνδρες; Όπως και νάχει, δεν υπάρχει χειρότερο για έναν καπετάνιο της εποχής από το να λάβει διαταγή μείωσης του στρατεύματός του. Μείωση του στρατεύματος σήμαινε πολλά. Πρώτα πρώτα προσβολή προς τον καπετάνιο γιατί μια τέτοια διαταγή, πλήττει τη στρατιωτική του υπόσταση. Μετά τον βάζει στην δύσκολη θέση να διαλέξει ποιους θα κρατήσει από τους στρατιώτες του και ποιους θα διώξει. Έχουμε δηλαδή δυσαρεστημένους συμπολεμιστές και αρχίζουν οι έριδες μεταξύ τους και με τον αρχηγό. Οι διωγμένοι είναι πια ''άνεργοι'' και χωρίς μισθό. Ξανοίγονται και πλιατσικολογούν ίσως για να επιβιώσουν και όλα χρεώνονται στον αρχηγό γιατί πρόκειται για πρώην στρατιώτες του. Έχουμε δηλαδή και έριδες του αρχηγού με τους απλούς χωρικούς. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να είναι κανείς καπετάνιος εκείνη την εποχή. Είναι υπεύθυνος για τους μισθούς, την τροφή, τον ύπνο τις πολεμικές επιχειρήσεις, ακόμη και για τις αυθαίρετες πράξεις τους. Ο καπετάνιος δίνει λόγο για όλους και για όλα. Αυτός είναι ο αποδέκτης των παραπόνων. Και των παραπόνων των αντρών του φυσικά. Είχε πολύ δίκιο ο Κολοκοτρώνης όταν έβλεπε τους πειθαρχημένους Γάλλους στρατιώτες του τακτικού και έλεγε πως από κείνους μπορώ να διοικήσω εκατό χιλιάδες. Αν οι Γάλλοι αξιωματικοί είχαν 20 δικούς μου έλεγε, θα τα παρατούσαν την άλλη μέρα. Μεγάλη πράγματι αλήθεια. Ο καπετάνιος της εποχής έπρεπε να είχε ατέλειωτη υπομονή για να αντέχει τα καπρίτσια των στρατιωτών του. Που μπορεί να ήταν σκληροτράχηλοι και άριστοι πολεμιστές, αλλά είχαν και τις απαιτήσεις τους. Κι αν δεν ικανοποιούνταν έφευγαν και έψαχναν για άλλο καπετάνιο. Αν λοιπόν παρακολουθήσουμε το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του καπετάν Θανάση Σκουρτανιώτη, θα δούμε πως δεν ήταν παρά ένας Γολγοθάς, ένα μαρτύριο από μικρά δράματα, που κορυφώθηκε με το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου.
Ας επιστρέψουμε όμως στην ιστορία...

Μετά τη νίκη τους οι κυβερνητικοί στον Β εμφύλιο και αφού φυλακίζουν στη Ύδρα όλους τους κορυφαίους αντιπάλους όπως τον Κολοκοτρώνη, αγνοώντας την είσοδο στην Πελοπόννησο του Ιμπραήμ, στρέφουν την προσοχή τους στην Ρούμελη πια και στον μεγάλο κίνδυνο γι’ αυτούς, που άκουγε στο όνομα Οδυσσέας Ανδρούτσος. Ο οποίος βέβαια μετά από το ανήλεο κυνήγι που έχει δεχθεί από την κυβέρνηση,  έχει αναγκαστεί να συμπράξει με τους Τούρκους του Ομέρ του Ευρίπου μαζί με το Σώμα του και τον Μάρτιο του 1825, βρίσκεται μαζί τους στις Λιβανάτες. Ο Ανδρούτσος, δυστυχώς εκείνη την εποχή είναι για την πλειοψηφία των Ελλήνων, εξ' αιτίας και δικών του λαθών αλλά και μετά από την προπαγάνδα της κυβέρνησης (που διασπείρει παντού ότι θα εισβάλλει μαζί με τους Τούρκους στην Αθήνα, σπέρνοντας παντού την καταστροφή) είναι λοιπόν για την πλειοψηφία των Ελλήνων ένας προδότης και η κυβέρνηση στέλνει εναντίον του και με τις ευλογίες της κοινής γνώμης, τον Γκούρα, τον Στάθη Κατζικογιάννη, τον Ρούκη, αλλά και τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, ο οποίος αρπάζει την ευκαιρία να ζητήσει διαταγή αύξησης του στρατεύματός του...


Προς το Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα
Επειδή και κατά την διαταγήν της Σ. Διοικήσεως, η οποία και με διαττάτει ότι με πεντήκοντα στρατιώτας να εκστρατεύσω, είναι ένα από τη μη δυνατά, καθ' ότι ο πόλεμος δεν είναι μόνον διά Τούρκους αλλά είναι και διά τον φθορέα Οδυσσέα, διά τούτο ειδοποιώ την Σ. Διοίκησιν, αν το κρίνει εύλογον, να λάβω δευτέραν διαταγήν, διατάττοντας με τους διακόσιους στρατιώτας όπου είχον και πρότερον, διά να ημπορέσω με αυτούς να καταβάλλω τας ενάντιας δυνάμεις των εχθρών, αγκαλά και οι ίδιοι καπετανέοι με επαρακίνησαν εις το να ειδοποιήσω αυτά την Σ. Διοίκησιν. Τώρα δε έρχεται εις τα αυτόθι ο αδελφός μου γεώργιος μετά του εξαδέλφου μου παπά αθανάσιου, οι οποίοι έχουν εν εαυτώ και τον κατάλογον των στρατιωτών, όστις διαλαμβάνει τα όσους μισθούς έχουν να λάβουν οπού είναι πέντε μήνες απλήρωτοι. και παρακαλώ την Σ. Διοίκησιν, εις ούσα φιλοδίκαιος να δοθώσιν οι μισθοί οι δεδουλευμένοι. εύελπις ων ότι δεν θέλω αποτύχη της αιτήσεως, και μένω με βαθύτατο σέβας.
τη 28 Φεβρουαρίου 1825 εν Μεγάροις 
ο ευπειθείς πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης

Τώρα βέβαια ανοίγει μια άλλη ιστορία, που δεν θα την αναλύσουμε σε αυτό το κεφάλαιο, γιατί θα ξεφύγουμε εντελώς από το θέμα. Ο αδελφός του Γιώργος με τον παπαθανάση πηγαίνουν όντως στο Ναύπλιο όπως λέει πιο πάνω ο καπετάνιος, αλλά αντί να λάβουν μισθούς και διαταγή αύξησης του στρατεύματος, φυλακίζονται πάραυτα ως προδότες γιατί τάχα είχαν μυστικές συμφωνίες, συναντήσεις και συναναστροφές με τον Ανδρούτσο! Μένουν 20 μέρες στην φυλακή -έχω στα χέρια μου και την σχετική αλληλογραφία από αυτό το θέμα, καθώς και την ανάκριση από την αστυνομία του παπαθανάση- όμως γύρω στις 20 Μαρτίου αφήνονται ελεύθεροι. Στο θέμα αυτό όμως, θα αναφερθώ όπως είπα σε άλλο κεφάλαιο εξ' αιτίας του ειδικού του βάρους, αφού αφορά και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και την όποια σχέση του με τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη.
Ωστόσο ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, εκστρατεύει στις Λιβανάτες εναντίον των Τούρκων και του Ανδρούτσου μαζί με τον αδελφό του Λουκά, αφού είχε διαταγή από την κυβέρνηση. Επειδή όμως δεν πήρε ποτέ απάντηση στην επιστολή-αίτηση για αύξηση του στρατεύματός του, παίρνει κι άλλους εβδομήντα μαζί του, μετά από παρότρυνση και ευθύνη του ίδιου του Γκούρα. Δηλαδή εκστρατεύει προς τις Λιβανάτες με 130 άντρες συνολικά. Η συγκεκριμένη εκστρατεία όμως -η δεύτερη μέσα σε τρεις μήνες μακριά από την πατρίδα του- διαφέρει από την προηγούμενη. Στην πρώτη που πήγε στην Πελοπόννησο, ήταν ακόμη χειμώνας. Τέλη Νοεμβρίου. Ο Ομέρ σπάνια έκανε εξόδους από τα φρούρια της Χαλκίδας τον χειμώνα. Τώρα όμως έμπαινε Άνοιξη. Ο Ομέρ αργά ή γρήγορα, θα άρχιζε τις εξόδους στην ευρύτερη Βοιωτική και Αττική γη για λεηλασίες. Ο Γκούρας, ο Κατζικογιάννης που υποτίθεται πως προστάτευαν την Αθήνα θα έλειπαν. Ο Σκουρτανιώτης που προστάτευε το Μαρκόπουλο, τον Ωρωπό, την Θήβα και τα Δερβενοχώρια θα έλειπε. Το πεδίο θα έμενε ορφανό και απροστάτευτο στις ορέξεις του Ομέρ. Όπως και έγινε. Αλλά αδυνατούμε να κατανοήσουμε αυτά τα καταστροφικά λάθη της ελληνικής κυβέρνησης. Έχει τουλάχιστον τρία μέτωπα ανοιχτά με τον εχθρό (Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, Κιουταχή στο Μεσολόγγι και Ομέρ στον Εύριπο). Για να μη μιλήσουμε για το μόνιμο και πάντα ανοιχτό μέτωπο των Σαλώνων. Παρ' όλα αυτά, εκείνη ακριβώς την εποχή, έχει κλείσει τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά και άλλους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς σε φυλακή στην Ύδρα και συγκεντρώνει όλα τα ελληνικά στρατεύματα της Ανατολικής Στερεάς για να κυνηγήσουν τον Ανδρούτσο στις Λιβανάτες! Όσο για το Μεσολόγγι, σχεδόν αδιαφορεί...

Σε μια σκληρή μάχη στις 4 Απριλίου 1825 στις Λιβανάτες με τους Τούρκους -πριν ακόμη παραδοθεί ή συμφωνήσει ο Ανδρούτσος με τον Γκούρα να παρατήσει τους Οθωμανούς και να ενωθεί με τα κυβερνητικά στρατεύματα- ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης τραυματίζεται άσχημα στο δεξί του χέρι και μεταφέρεται στην Σαλαμίνα για να γιατρευτεί, αφήνοντας πίσω τον αδελφό του Λουκά με όλους τους υπόλοιπους Δερβενοχωρίτες πολεμιστές. Ανάμεσά τους είναι σίγουρα οι πιο δικοί του, ο αδερφός του ο Κώτσιος, ο ξάδελφός του και πολέμαρχος Κώτζο Βόγκλης, ο Γιάννης Βιέννας, οι αδερφοί Κουκούλεζα, ο Σταμάτης Μπουγέσης κ.α. Όλος ο ανθός των Δερβενοχωριτών πολεμιστών. Από το νοσοκομείο της Σαλαμίνας (που μπορεί να είναι και η μονή της Φανερωμένης) τραυματισμένος πια ο Δερβενοχωρίτης οπλαρχηγός, στέλνει την παρακάτω επιστολή στον Κωλέττη...


Εκλαμπρότατε

από το προς το σεβαστόν Εκτελεστικόν γράμμα θέλει ιδεασθεί και η εκλαμπρότης σας διά τα συμβάντα της μάχης όπου κατά τας 4 του παρόντος κατά του εχθρού εκάμαμε, ομοίως και την κατά του δεξιού μου χεριού πληγήν. Την υπεράσπισιν και ευσπλαχνία όπου εις τον αδελφό μου εδείξατε όντας εις φυλακήν, με κανέν τρόπον δεν δύναμαι να την ανταμείψω, δεν αμφιβάλλω όμως ότι εκ τούτου τόσον η σεβαστή διοίκησις, καθώς και η εκλαμπρότης σας να εβεβαιώθειτε την αθωότητά μου, και τον πατριωτισμό μου. [εννοεί φυσικά την υπόθεση για την ανάμιξη του ονόματός τους ως κρυφών φίλων του Οδυσσέα Ανδρούτσου και αφήνει υπόνοιες πως έχει μεσολαβήσει ο Κωλέττης για να απελευθερωθούν και να κηρυχθούν αθώοι]. 
Εκλαμπρότατε εγώ απ' αρχής την εκλαμπρότητά σας εγνώρισα πατέραν και υπερασπιστήν των δικαιωμάτων μου. και πάλιν εις τούτο επιμένω και δεν αμφιβάλλω ότι θα με αφήσει ποτέ η έκλαμπρος αγάπη σας. σας παρακαλώ όμως να μην καταδεχθείτε να είμαι μεταξύ των άλλων παραπονεμένος, διότι εν ω όλοι επληρώθησαν τους μισθούς, μόνος εγώ κατατίνομαι στενοχωρούμενος καθημερινώς από τους συντρόφους. πλην αφ ου εις όλα ως γνήσιος πατήρ με υπερασπίστης, παρακαλώ και εις τούτο να μη υστερήσης της  καλοσύνης σας. και επειδή βιάζωμαι από τους συντρόφους θέλει στείλω άνθρωπόν μου διά να ζητήση παρά της σεβαστής διοικήσεως τους μισθούς. λάβετε την συνήθη γενναίαν φροντίδα διά να δοθή ένα τέλος των αυτών μισθών. να ελευθερωθώ και εγώ από τα καθημερινάς κραυγάς των συντρόφων. είμαι εύελπις εις την ταπεινή μου πρόσκληση και περιμένω έκλαμπρον γράμμα σας με σέβας υποσημειούμαι.
τη 7 Απριλίου 1825
σαλαμίνα
ο πατριώτης / αθανάσιος σκουρτανιώτης

Μία αναφορά μόνο στους πόνους της πληγής, καμία διαμαρτυρία για τις μάχες, κανένα παράπονο που παρολίγο θα έχανε τη ζωή του. Δεν φοβάται τους Τούρκους, ούτε τα βόλια των εχθρών, ούτε τις μάχες. Εκείνο που τον πτοεί, είναι μονάχα ο καθημερινός βραχνάς των συντρόφων για τους μισθούς. ''Να ελευθερωθώ από τας καθημερινάς κραυγάς''!!. Ας φανταστούμε την πίεση λοιπόν του άνδρα. Να βρίσκεται στον πόλεμο με χίλιες σκοτούρες, μακριά από την οικογένειά του έτσι κι αλλιώς, η οποία με την ευκαιρία να πούμε πως βρισκόταν στην Σαλαμίνα ίσως από φόβο αντιποίνων, όπως μας φανερώνει ο Γιώργης μέσα από την φυλακή του Ναυπλίου σε επιστολή του προς την κυβέρνηση τον Μάρτιο του 1825...


''...παραστάται οι οποίοι γνωρίζουν καλώς τόσον τας πιστάς προς την πατρίδα εκδουλεύσεις του αυταδέλφου μου, καθώς τον χαρακτήρα του υποκειμένου του, και τέλος πώς ημπορούσαμεν να κάμωμεν εν τοιούτον άνομον κίνημα, εν ω όλας τα φαμελίας μας τας εχωμεν εις κούλουρι... ''

Και για να επιστρέψουμε στον Θανάση και στα βάσανά του, που έχει φύγει τους τελευταίους 4 μήνες δύο φορές σε μακρινές εκστρατείες, όπου δεν υπάρχει πάντα μέριμνα από τη κυβέρνηση. Να είναι υπεύθυνος για το τι θα φάνε και πώς θα συντηρηθούν καθημερινά 150 άντρες σε έναν ξένο τόπο, ή αν και πότε θα πληρωθούν. Καθημερινά να είναι αποδέκτης παραπόνων, διαμαρτυριών, κραυγών όπως λέει ο ίδιος. Δεν μπορεί να ησυχάσει ούτε όταν πληγώνεται. Πάντως από το νοσοκομείο στέλνει επιστολές μπας και συγκινήσει τον Κωλέττη και την κυβέρνηση να του δοθούν οι καθυστερούμενοι μισθοί πέντε μηνών, για να πληρώσει επιτέλους τους άντρες του, ενώ συνάμα τον καίει και η μεγάλη προσβολή να μείνει εκείνος, που πριν ένα χρόνο είχε πάνω από 400 άντρες, μονάχα με πενήντα. Στέλνει από την Σαλαμίνα κι άλλη επιστολή στον Κωλέττη...


Την εκλαμπρότητά σας προσκυνώ

σήμερον στέλνω προς την σεβαστήν διοίκησιν τον αυτάδελφόν μου μετά του αλέξη και γραμματικού μου, διά να περιλάβουν τους μισθούς κατά τον λογαριασμόν οπού έχω δοσμένον πρότερον. παρακαλείσθαι λοιπόν και η εκλαμπρότητά σας με την συνήθη καλοσύνη σας να τους οδηγήσετε διά να τελειώσουν ογλήγορα, επειδή μεταξύ των πόνων της πληγής μου, έχω και τας καθημερινάς κραυγάς των συντρόφων, μην λύψητε παρακαλώ ως πατήρ την αυτή παρακάλεσίν μου, και θέλω είμαι υπόχρεος διά πάντα. Τους παρήγγειλον εισέτι να ζητήσουν παρά της σεβαστής διοικήσεως μιαν διαταγήν προς αύξησιν του σώματός μου, διότι δεν καταδέχωμαι να ατιμασθώ τώρα εις τα γηράματα με πενήντα μόνο στρατιώτας, εις τούτο δεν αμφιβάλλω ότι και η εκλαμπρότης σας θέλει με υπερασπισθήται, κανέν νέον δεν έχομεν σας ξαναπροσκυνώ και μένω.
τη 13 Απριλίου 1825
εκ σαλαμίνος
πρόθυμος δούλος 
αθανάσιος σκουρτανιώτης

Τον βασανίζουν οι σύντροφοι που του ζητούν καθημερινά τους καθυστερημένους μισθούς, μα περισσότερο τον βασανίζει η ατίμωση να μείνει μονάχα με πενήντα στρατιώτες τώρα στα γεροντάματα! Κι όμως, δεν είναι ακόμα ούτε 32 ετών!!
Εδώ βέβαια υπάρχει και μία φράση που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη... ''επειδή και μεταξύ των πόνων της πληγής μου, έχω και τας καθημερινάς κραυγάς των συντρόφων''. Αυτό σημαίνει πως έχει συντρόφους γύρω του, εκείνη την στιγμή στο νοσοκομείο. Μεταξύ των πόνων της πληγής και κραυγές. Οπότε δύο τινά συμβαίνουν. Είτε πρόκειται για πρώην συντρόφους, από τους ''διωγμένους'' δηλαδή μετά την μείωση του στρατεύματος, που έμαθαν πως βρίσκεται στην Σαλαμίνα και πήγαν να ζητήσουν τους καθυστερημένους μισθούς, είτε ο καπετάνιος ήρθε από τις Λιβανάτες μαζί με το επιτρεπτό από την κυβέρνηση Σώμα του των 50 πολεμιστών, αφήνοντας στις Λιβανάτες τον Λουκά με τους υπόλοιπους 70. Δίνω συντριπτικές πιθανότητες στην πρώτη περίπτωση, για δύο βασικούς λόγους. Μιλάει για κραυγές. Η κραυγή είναι προϊόν θυμού και οι 50 δικοί του που τον ζουν από κοντά, δεν έχουν κανέναν λόγο να συμπεριφέρονται έτσι εν μέσω μιας εκστρατείας, τη στιγμή μάλιστα που ο αρχηγός είναι τραυματισμένος. Μόνος ένας ''διωγμένος'' κραυγάζει ζητώντας τους μισθούς του. Ο δεύτερος λόγος, είναι ότι αν είχαν έρθει οι 50 δε θα βρίσκονταν στο νοσοκομείο καθημερινά να τον τυραννούν, αλλά θα συνέχιζαν τις πολεμικές τους δραστηριότητες είτε στον Ανηφορίτη, είτε στα παράλια Ωρωπού-Μαρκόπουλου, είτε στα Δερβενοχώρια, προλαβαίνοντας μάλιστα και τη μάχη των Σκούρτων. Οι επιστολές όμως όπως θα δούμε, μας λένε πως ο Ομέρ είναι καιρό αντουφέκιστος. Από το Μαρκόπουλο μέχρι την Θήβα και την Λειβαδιά, δε συναντά ντουφέκι. Το μόνο ντουφέκι που συνάντησε ήταν στα Σκούρτα, αλλά από ντόπιους μη ενεργούς πολεμιστές τους περισσότερους ''είχαν τας φαμελίας τους πλησίον'' λένε οι επιστολές. Άλλος ένας λόγος ήταν, ότι το ελληνικό στράτευμα δεν είχε τελειώσει τη δουλειά στις Λιβανάτες. Ούτε ο Ανδρούτσος είχε συνενωθεί-παραδοθεί ακόμη, οπότε δεν είχαν κανέναν λόγο να τα παρατήσουν και να φύγουν. Επίσης, σε μια επιστολή όπως θα δούμε παρακάτω, ο Σκουρτανιώτης λέει... ''εγώ εντός ολίγου ελπίζω να γιατρευθώ απ' την πληγήν και να αναχωρήσω διά στρατόπεδον'' που σημαίνει πως δεν έφυγε από τις Λιβανάτες μόνιμα μαζί με το σώμα του, αλλά εξ' αιτίας μονάχα του τραυματισμού του και έχει σκοπό να επιστρέψει.Όλα συντείνουν λοιπόν, πως ο καπετάνιος μεταφέρθηκε στη Σαλαμίνα χωρίς το στράτευμά του, συνοδευόμενος μονάχα από 3-4 πολεμιστές και σίγουρα από τον γραμματικό του Αναστάσιο Θεοδωριάδη, κρίνοντας από τον γραφικό χαρακτήρα των επιστολών της Σαλαμίνας εκείνων των ημερών.

Στις 7 Απριλίου όμως, ο Οδυσσέας σε αντίθεση με ό, τι διασπείρει η κυβερνητική προπαγάνδα, μη δυνάμενος να σηκώσει όπλα εναντίον ομοεθνών, έρχεται σε συμφωνίες με τον Γκούρα να παρατήσει τους Τούρκους και να προσχωρήσει μαζί με το Σώμα του στο Ελληνικό στρατόπεδο. Ο Λουκάς Σκουρτανιώτης, βρίσκεται εκεί με τους υπόλοιπους Δερβενοχωρίτες και ειδοποιεί αμέσως τον αδερφό του...

Προς τον γεναιότατον αντιστράτηγον κύριον καπετάν Αθανάσιον Σκουρτανιώτην, αδελφικώς χαιρετώ.

Επειδή και σήμερον με το αδελφικόν μου σας ειδοποιώ ότι θεία χάριτι υγιαίνομεν έως την σήμερον με την δύναμιν του αγίου Θεού. Ομοίως να δίδη και εις την Γεναιότη σας ο πανάγαθος Θεός.
Πλην σήμερον σας ειδοποιούμε τα πάντα τα ό, τι ακολουθούν εδώ εις το ορδί. Λοιπόν χθες, εις τας επτά του παρόντος μηνός, εις τας δέκα ώρας της ημέρας, εβγήκεν ο καπετάν Οδυσσεύς από τους Τούρκους, ανεχώρησε με όλους τους ανθρώπους και επήγεν εις τον στρατηγόν Γκούραν. Μάλιστα είπαν να έβγουν και όλοι οι αρβανίται. Είναι να πηγαίνουν επάνω εις το Ζητούνι και να μείνουν μόνον οι Τούρκοι και να πέσουν επάνω τους να τους κτυπήσουν. Όμως έως την σήμερον, δεν έγινεν καμμία διόρθωσις, ούτε κανένας πόλεμος. Λοιπόν ανίσως και ακολουθήση τίποτις νέον, πάλιν σας ξαναγράφω παρευθύς όμως ζαερές δεν μας ήλθεν έως σήμερον. Ανίσως και δεν έλθη ζαερές, έχουν να ανοίξουν εις τα χωριά. Πλην η γεναιότη σας να μας γράψετε με τον ίδιον να μάθωμεν διά την καλή σου υγείαν και πώς πηγαίνει το χέρι σου να χαιρόμεθα.

1825 Απριλίου 8 Λιβανάτες
Ο αδελφός σας Λουκάς γράφω*

[*την συγκεκριμένη επιστολή την βρήκα στο αρχείο της Ύδρας]

Ο Θανάσης μόλις λαμβάνει το γράμμα, σπεύδει να ενημερώσει τη διοίκηση για το σημαντικό αυτό γεγονός που ίσως βάλει τέλος στην καταστροφική της έχθρα με τον Ανδρούτσο...

Προς το σεβαστόν βουλευτικόν

Έν γράμμα του αυταδέλφου μου προς εμέ εκ του στρατοπέδου λυβανάτων, σημαδεμένο από τας 8 του παρόντος με γράφει ότι στας 7 του αυτού κατά την δεκάτην ώραν, ο Οδυσσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδυγίαν του στρατιώτας. 
Παρεκίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά ζητούνη και να τους επαρατήσουν μονάχους. Έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών να τους κτυπήση και εις τούτου ελπίζωμεν τον τέλειον αφανισμόν του εχθρικού στρατοπέδου. Είθε όμως αύριο και εμαγεύουν την ψυχήν του Οδυσσέως φρονήματα πατριωτισμού και ιερού ζήλου.
Το πρωτότυπον γράμμα σήμερον το διεύθυνον προς το σεβαστόν εκτελεστικόν και εξ’ αυτού θέλει πληροφοριθή εντελώς το σεβαστόν βουλευτικόν. 
Το στρατόπεδο στενοχωράται τροφών και ανάγκη να προφθασθή διά να μην ακολουθήσουν καταχρήσεις και αρπαγάς, τα οποία είναι επακόλουθα της πείνας. 
Εγώ ελπίζω εντός ολύγου να γιατρευθώ από την πληγήν την οποία από τας 4 του ιδίου έλαβον και να αναχωρισω εις στρατόπεδον.
Ταύτα επί του παρόντος αναφέρω και με σέβας όψομαι δι υμάς.

Την 11 απριλίου 1825
Εν Σαλαμίνα
ο πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης 

Κάνει λόγο για συνένωση του Οδυσσέα με τα κυβερνητικά στρατεύματα. Χαίρεται και συνάμα έμμεσα συμβουλεύει την κυβέρνηση να συγχωρήσει τον Ανδρούτσο και να ασχοληθεί με τους Τούρκους και τις τροφές που λείπουν από το στρατόπεδο. [Για την συγκεκριμένη επιστολή και τα μηνύματα που στέλνει εμμέσως πλην σαφώς ο καπετάνιος στην κυβέρνηση, έχω κάνει εκτενή αναφορά και στο πρώτο βιβλίο για τον οπλαρχηγό, το άρθρο όμως υπάρχει και σε αυτό το μπλογκ σε παλαιότερη δημοσίευση κι όποιος επιθυμεί ας το ψάξει].Ο Γκούρας, στέλνει και κείνος αναφορά στην κυβέρνηση για το ίδιο γεγονός...

«Διά της παρούσης μου αναγγέλω την 7 τρέχοντος, ήτις είναι η παράδοση του Οδυσσέως ομού με 800 άλλους υπό την οδηγίαν του εις τον Αρχηγόν των στρατευμάτων της Διοικήσεως»

Η διαφορά των δύο επιστολών είναι ότι ο Σκουρτανιώτης μιλά για συνένωση Οδυσσέα και Γκούρα, ενώ ο Γκούρας μιλά για παράδοση του Ανδρούτσου σ' αυτόν. Αλλιώς τα βλέπει ο Σκουρτανιώτης, αλλιώς ο Γκούρας. Εις μάτην όμως οι προσπάθειες του Σκουρτανιώτη να εξομαλύνει τα πράγματα, που τελικά παίρνουν τον δρόμο που όλοι ξέρουμε. Ο Γκούρας αφού για λίγες ημέρες αφήνει τον Ανδρούτσο να τριγυρίζει ελεύθερος στο στρατόπεδο, γρήγορα τον συλλαμβάνει και μετά από μια βόλτα στη σπηλιά και στα πρώην μέρη του -οι κακές γλώσσες λένε πως τον πήγε εκεί επειδή ήθελε να του αποσπάσει τους κρυμμένους θησαυρούς- τον μεταφέρει στην Αθήνα. Τόσο ενάντια προς το πρόσωπο του Ανδρούτσου ήταν διαμορφωμένη η κοινή γνώμη εκείνη την εποχή, που καθώς ο πρώην φρούραρχος της Ακρόπολης μεταφέρεται δεμένος στην Αθήνα, πλήθος κόσμου δεξιά και αριστερά του δρόμου, τον βρίζει, τον φτύνει, τον προπηλακίζει. Τελικά κλείνεται στην Ακρόπολη, όπου την νύχτα της 5ης Ιουνίου 1825 δολοφονείται άνανδρα, χωρίς δίκη. 
Αλλά δεν έχουμε πάει ακόμη μέχρι εκεί. 
Βρισκόμαστε ακόμη στα μέσα του Απρίλη, όπου ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης, είναι στη Σαλαμίνα τραυματισμένος και το Σώμα του με τους καλύτερους πολεμιστές και πολέμαρχους των Δερβενοχωρίων, βρίσκεται ακόμη στις Λιβανάτες.
Και εδώ βρίσκονται τα αίτια της μάχης των Σκούρτων...


Δερβενοχώρια* το Σούλι της Ανατολικής Στερεάς και o τρόπος πολέμου του Σκουρτανιώτη, οι κοσιάδες

(*Κατά την περίοδο του 1821, οι Έλληνες λέγοντας Δερβενοχώρια, εννοούσαν την ευρύτερη περιοχή από της παρυφές του Κιθαιρώνα στο Κριεκούκι, την Κάζα, τα χωριά του οροπεδίου Σκούρτα, Πύλη, Πάνακτο κτλ. Βίλια, Κούντουρα, Μέγαρα και ίσως Περαχώρα. Το επονομαζόμενο δηλαδή, Μεγάλο Δερβένι. Εδώ χρησιμοποιώ την έννοια Δερβενοχώρια με την σημερινή της σημασία, τα 5 χωριά μονάχα του οροπεδίου, Σκούρτα, Πύλη, Πάνακτο κτλ)

Ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης με τους σκληροτράχηλους ορεσίβιους άντρες του, αποτελούν για τον Ομέρ πασά του Ευρίπου, τον υπαριθμόν ένα κίνδυνο από την αρχή της επανάστασης. Τον παρακολουθούν πάντα –ακόμη κι όταν πήγαν στην Πελοπόννησο άφησαν πίσω 50 άνδρες στο καραούλι του ανηφορίτη- του κλέβουν τους ζαερέδες, επιτίθενται στα αποσπάσματα και στους ταχυδρόμους του, του δημιουργούν μεγάλες φθορές στη μάχη του Μαραθώνα τον Ιούνιο του 1824 με τις κοσιάδες κι ακόμη, λίγο πριν φύγουν για την δεύτερη εκστρατεία εναντίον των Τούρκων και του Οδυσσέα, του κλέβουν ζώα με ζαερέδες και φορτώματα, που προορίζονταν για το τούρκικο στράτευμα στις Λιβανάτες και για άλλη μια φορά τον ντροπιάζουν, αφήνοντας το τούρκικο στρατόπεδο ανεφοδίαστο, όπως βλέπουμε σε επιστολή του επάρχου Δερβενοχωρίων Νάκη στις 14 Μαρτίου 1825, λίγο πριν φύγει δηλαδή ο Σκουρτανιώτης για τις Λιβανάτες...




''... πεζός δε ελθών εκ των έξω μερών χθες μας λέγει ότι ο Κ. Σκουρτανιώτης έπιασε 60 ζώα με ζαερέδες, εκ της Ευρίπου προς τον Οδυσσέα, ερχόμενα...''

Τα εξήντα ζώα με τα φορτώματα βέβαια θεωρούνται λάφυρο πολέμου και σύμφωνα με τον άγραφο νόμο της εποχής -που υποστηρίχτηκε ο νόμος αυτός και από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην αρχή της επανάστασης- τα μοιραζόταν ο καπετάνιος με τους πολεμιστές του.

Ο Γκούρας λοιπόν, ο Ευμορφόπουλος, ο Στάθης Κατζικογιάννης, ο Διαμαντής Νικολάου, τόσοι άλλοι κι αυτός ο Ανδρούτσος ακόμη πριν παγιδευτεί και μπλέξει με τους Τούρκους, πολεμούσαν περιστασιακά τον Ομέρ όπως στις διάφορες αποτυχημένες πολιορκίες της Χαλκίδας, της Καρύστου, στα στενά της Παγώνδας, παρατώντας τις πολιορκίες και τις μάχες τις περισσότερες φορές στη μέση επειδή μάλωναν για την αρχηγία, ή τον πολεμούσαν μόνο όταν εκείνος απειλούσε την Αθήνα, όπως τον Ιούνιο του 1824 στην μάχη του Μαραθώνα. Μονάχα οι Δερβενοχωρίτες του Σκουρτανιώτη ασκούν συνεχώς ασφυκτική και αδιάλειπτη πίεση στον Ομέρ του Ευρίπου, από την αρχή της επανάστασης.
Τη συγκεκριμένη Άνοιξη του 1825, οι Τούρκοι με την είσοδο του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και την πολιορκία του Μεσολογγίου στη Δυτική Στερεά με τον Κιουταχή, προσπαθούν να κάμψουν την Ελληνική επανάσταση και ο Ομέρ με τη σειρά του δε μένει με σταυρωμένα τα χέρια. Από την αρχή της Άνοιξης, αρχίζει να επιδίδεται σε αλλεπάλληλες εξόδους από τα φρούρια της Χαλκίδας, προς τα παράλια της Αττικής, προς τη Θήβα και τη Λειβαδιά, πρώτον για λεηλασίες και να εξασφαλίσει τα τρόφιμα του επόμενου χειμώνα και δεύτερον για να κάμψει το ηθικό των επαναστατών στην Ανατολική Στερεά. Ο μόνος τόπος που ο Ομέρ δεν έχει πατήσει ακόμη, είναι τα Δερβενοχώρια, η πατρίδα του άσπονδου εχθρού, του Θανάση Σκουρτανιώτη. Ο Ομέρ είναι από τους πιο ιδιοφυείς πασάδες του Σουλτάνου. Κρατάει την Εύβοια στα στιβαρά του χέρια χωρίς απώλειες. Έχει αντέξει στην πολιορκία της Χαλκίδας, στην πολιορκία της Καρύστου, τους αποκλεισμούς από τη θάλασσα. Έχει ένα ολόκληρο δίκτυο πληροφοριών –ανάμεσά τους και κάποιους προδότες Έλληνες- που τον ενημερώνουν για τα πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι το τέλος της επανάστασης, δεν κατόρθωσε να τον νικήσει ολοκληρωτικά κανείς. Ούτε και ο Φαβιέρος με τον τακτικό στρατό του στην πολιορκία της Καρύστου το 1826, ούτε ο Υψηλάντης με δύο και τρεις χιλιάδες στράτευμα το 1829 στις αιματηρές μάχες στη Θήβα, στον Ανηφορίτη και στον Ωρωπό κατόρθωσε να τον νικήσει ολοκληρωτικά. Ο Ομέρ αποχώρησε από την Εύβοια, μονάχα μετά από συνθήκη και μετά από παρέμβαση των ξένων δυνάμεων το 1833. Και χωρίς να παραμείνει στην τελετή παράδοσης της πόλης της Χαλκίδας. Από περηφάνια. Αυτός ήταν ο Ομέρ. Ανίκητος. Αυτόν τον άνδρα αντιμετωπίζει από την αρχή της επανάστασης, ο γενναίος και ατρόμητος -όπως λέει ο Μακρυγιάννης- Θανάσης Σκουρτανιώτης με τους περήφανους Δερβενοχωρίτες του. Τον πολεμούν με κλεφτοπόλεμο και κοσιάδες, που ήταν ειδικός τρόπος πολέμου κλέφτικος και αρβανίτικος, υιοθετημένος πλήρως από τον Σκουρτανιώτη που τον είχε αναγάγει σε επιστήμη, σε βαθμό μάλιστα που άνθρωποι της κυβέρνησης να δυστροπούν κάπως, όπως εδώ ο Ματουλάκης που μιλά για τον Σκουρτανιώτη σε επιστολή του στον Κωλέττη...


''...αν με ρωτάς δε, σου λέγω την αλήθειαν, ότι έτζι είναι. Ο Κ. Σκουρτανιώτης είναι καλός πατριώτης, θέλει όμως τον πόλεμον να τον κάμει με τας λεγομένες κοσιάδες, και όχι καθώς η τάξις το θέλει...''

Ο τρόπος πολέμου ''κοσιάδες'' προέρχεται πιθανότατα από το κοπτικό εργαλείο κοσιά και τον τρόπο που εκείνο κόβει τα χορτάρια. Όχι όλα μαζί, αλλά λίγα κάθε φορά, έτσι που στο τέλος να πέσουν όλα. Δεν είναι κατά μέτωπο ολοκληρωτική επίθεση στον εχθρό, ώστε να κριθεί μεμιάς ο νικητής και ο χαμένος, αλλά τρόπος πολέμου φθοράς του εχθρού σε βάθος χρόνου. Τρόπος πολέμου εύκολα προσαρμόσιμος στη μορφολογία του εδάφους και στις συνθήκες κάθε περίπτωσης, γι' αυτό υπήρχαν διάφορες παραλλαγές, ανάλογα με το πεδινό ή ορεινό έδαφος, τον αριθμό του εχθρού, τη σύνθεσή του, την πρόθεσή του ή αν μετέφερε κάτι και τι. Βασιζόταν στην ψυχολογική πίεση του αντίπαλου, ώστε να μην νιώθει ασφαλής πουθενά. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις κοσιάδες είναι πάντα οι επιτιθέμενοι, έχουν το ψυχολογικό πλεονέκτημα, είναι συνήθως αόρατοι αλλά πάντα παρόντες, επιλέγουν τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο που θα χτυπήσουν, προσπαθώντας να μηδενίσουν τις δικές τους απώλειες, γιατί ο κάθε πολεμιστής του καπετανάτου, δε θεωρείται αναλώσιμο είδος όπως στον ευρωπαϊκό στρατό της εποχής, αλλά ξεχωριστή, αξιόλογη και μοναδική προσωπικότητα. Ο καπετάνιος δεν είναι σε απόσταση από τους άνδρες του, αλλά πρώτος μεταξύ ίσων. Διοικεί καπετανάτο αυτόνομο και ανεξάρτητο, διαρθρωμένο έτσι ώστε να συντηρείται και από τον εχθρό με τα λάφυρα, ενώ δεν ήταν ασυνήθιστο να πιάνουν αξιωματιούχους Τούρκους αιχμαλώτους και να τους ανταλλάσσουν για λύτρα, κάτι βέβαια που συνηθιζόταν γενικότερα την εποχή εκείνη και από την πλευρά των Τούρκων. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν, οι Δερβενοχωρίτες του Σκουρτανιώτη, στέκονταν συνεχώς στον Ανηφορίτη και έκοβαν την ανάσα του Ομέρ.  Και με το που ξεμυτούσε από τα φρούρια, τον περίμεναν στα στενά και στις χωσιές περιορίζοντας τις επιθετικές δραστηριότητες και τις εξόδους του, σκοτώνοντας κάθε φορά στρατιώτες του, προκαλώντας του συνεχείς απώλειες, παρασύροντάς τον σε παγίδες, κλέβοντάς του εφόδια και ειδοποιώντας τους Έλληνες χωρικούς να μαζέψουν τα πράματα και τα γεννήματα, πριν φτάσουν εκεί οι Τούρκοι για να τα πάρουν. Είμαστε σε θέση πια να πούμε, πως το καπετανάτο του Σκουρτανιώτη, ήταν ένα Σώμα επιλέκτων, εξειδικευμένων στον ακραίο ανταρτοπόλεμο. Δρώντας με αυτόν τον τρόπο οι Δερβενοχωρίτες, είχαν κάνει μεγάλη ζημιά στον Ομέρ τέσσερα ολόκληρα χρόνια, από την αρχή της επανάστασης. Υπήρχε μια προσωπική βεντέτα μεταξύ τους.
Μα για το πόσα προβλήματα δημιουργούσε ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης με αυτόν τον τρόπο πολέμου απέναντι στον Ομέρ όσο ζούσε, τι κι αν το πούμε εμείς, το ομολογεί ο πιο κατάλληλος να το ομολογήσει, μέσα σε μία φράση. Ο ίδιος ο αρχιστράτηγος ανατολικής Στερεάς ο Γιάννης ο Γκούρας, όταν μετά τον θάνατο του καπετάνιου, οι Τούρκοι βρίσκουν πια το πεδίο ελεύθερο και ξεσαλώνουν...


''... και καθ' εκάστην σχεδόν οι εν Ευρίπω ενθαρρυνθέντες από τον θάνατον του Σκουρτανιώτη εξερχόμενοι λεηλατούν την επαρχίαν Θηβών και μέρος των Αθηνών ... ''

Να πούμε όμως εδώ, πως από τον Μάιο του 1824 που ο Σκουρτανιώτης αναγνωρίζεται επίσημα από τη κυβέρνηση ως αξιωματικός της, αρχίζει να χάνει σταδιακά την ανεξαρτησία και αυτονομία του, ακόμη και τον ειδικό τρόπο πολέμου του, αφού πια έπρεπε να ακολουθεί διαταγές, να συμμετέχει σε εκστρατείες, να συνεργάζεται με άλλα Σώματα και να ακολουθεί ίσως διαφορετικό τρόπο πολέμου από τον δικό του.
Εδώ να μείνουμε λίγο. Το καλοκαίρι του 1824, ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης χιλίαρχος πια από τα τέλη Μαϊου του 1824, γίνεται μαγνήτης και πόλος έλξης για τους πολεμιστές της περιοχής. Έτσι, ενώ από την αρχή της επανάστασης διατηρεί σταθερά ένα σώμα 150-200 αντρών -με το οποίο έχει ήδη σφραγίσει μία πετυχημένη πολεμική πορεία στην περιοχή Θηβών, Ανηφορίτη, Ωρωπού, Ευρίπου, Κάζας, Αθήνα, Μεγάρων σε σημείο που και ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του να αναδεικνύει τους αγώνες του, χαρακτηρίζοντάς τον ''Γενναιότατον'' εξαίροντας συνάμα την συνεισφορά του στην αποκοπή των εφοδιοπομπών του Δράμαλη προς την Πελοπόννησο- το καλοκαίρι του 1824 συγκεντρώνονται γύρω του γύρω στους 450 πολεμιστές, όπως αποδεικνύουν οι καταστάσεις που υποβάλλει ο ίδιος στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου και αφορούν αυτήν την περίοδο. Οι λόγοι που ξαφνικά ο καπετάνιος των Δερβενοχωρίων συγκεντρώνει γύρω του τόσο μεγάλο στράτευμα -τη στιγμή μάλιστα που ακόμη και πρωτοκλασάτοι καπεταναίοι όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος διατηρούσαν στράτευμα περί των 200 αντρών- είναι δύο. Από τη στιγμή που ο καπετάνιος γίνεται επίσημος αξιωματικός της κυβέρνησης, είναι πιο σίγουρος ο μισθός των πολεμιστών του. Και δεύτερον η πρωτόγνωρη μέχρι τότε πολεμική δραστηριότητα του Ομέρ του Ευρίπου, που βγάζοντας από τις αρχές του καλοκαιριού πάνω από χίλιους πολεμιστές και σε συνεργασία με τον Δερβίς πασά που έρχεται από τον βορά, προσπαθούν να καταλάβουν την Αθήνα. Έτσι φτάνουμε σε συνεχείς μάχες των Ελλήνων με τους Οθωμανούς όλο το καλοκαίρι του 1824, με αποκορύφωμα τη μάχη του Μαραθώνα. Στην οποία μάχη του Μαραθώνα, ο Αθ. Σκουρτανιώτης έχει παίξει ένα ειδικό ρόλο για τον οποίον θα μιλήσουμε σε άλλο άρθρο.

Για όλους τους παραπάνω λόγους όμως, δε θα ήταν καθόλου υπερβολή να υποστηρίξουμε, πως τα Δερβενοχώρια ήταν το Σούλι της Ανατολικής Στερεάς. Όταν λοιπόν στις 4 Απριλίου οι Τούρκοι στις Λιβανάτες, αντιλαμβάνονται ότι ο Σκουρτανιώτης τραυματίστηκε βαριά ή πέθανε, στέλνουν τη χαρμόσυνη γι’ αυτούς είδηση, στον πασά τους στον Εύριπο. Για τον Ομέρ είναι μια πολύ καλή είδηση. Ίσως η πιο καλή είδηση που άκουσε τελευταία. Όμως ρωτά δύσπιστος…
«Αλήθεια ωρέ; Τον φάγαμε τον άπιστο;»
Ο αγγελιοφόρος μεταφέρει ξανά όσα ήξερε.
«Ναι πασά μου. Τον είδαν να πέφτει στις Λιβανάτες. Είχε γεμίσει αίματα. Τον πήραν στα χέρια και τον τράβηξαν πίσω. Μάλλον πέθανε. Δεν τον ξαναείδαν από τότε στο ορδί! Και οι δικοί του είναι ακόμη εκεί. Στις Λιβανάτες!»
Ο πασάς έτριψε το σαγόνι του ενώ μια σπίθα ανείπωτου μίσους, ανακατεμένη με θρίαμβο γυάλιζε στα μάτια του. Τώρα μπορούσε να πατήσει και να εκδικηθεί τα Δερβενοχώρια. Μπορούσε ακόμη και να κάψει το χωριό του χειρότερου εχθρού του. Γιατί είναι πια αφύλαχτο...

Τα Σκούρτα κατά την περίοδο της επανάστασης, ήταν το κεφαλοχώρι των Δερβενοχωρίων. Εκτός από τον ντόπιο πληθυσμό, έβρισκαν καταφύγιο εκεί και πολλοί κατατρεγμένοι από τον κάμπο. Στα Σκούρτα πέρα από τον καπετάνιο Θανάση Σκουρτανιώτη υπήρχε φυσικά και ο ξάδελφός του πολέμαρχος Κώτζο Βόγκλης, όμως μέχρι το καλοκαίρι τουλάχιστον του 1825 ήταν μαζί και είχαν μεταξύ τους άριστες σχέσεις. Και στις δύο καταστάσεις των ονομάτων που πολεμούν μαζί με τον Σκουρτανιώτη, το όνομα του Κώτζου Βόγκλη φιγουράρει στις πρώτες θέσεις, στη δεύτερη μάλιστα κατάσταση μόλις τρίτο, πάνω από τα ονόματα κι αυτών ακόμη των αδελφών του. Ακόμη και στη μείωση του στρατεύματος που δέχτηκε ο Σκουρτανιώτης, είναι σίγουρο πως θα κράτησε τους πιο ικανούς και πιο δικούς του, ανάμεσά τους και τον Κώτζο Βόγκλη που θα τον ακολούθησε σίγουρα και στην Πελοπόννησο και στις Λιβανάτες. Όπως όλα δείχνουν, ο Κώτζο Βόγκλης αρχίζει να αυτονομείται και να δημιουργεί σιγά σιγά τη δική του ανεξάρτητη πολεμική ομάδα, από το καλοκαίρι του 1825 και ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Σκουρτανιώτη το Φθινόπωρο και ένας λόγος ήταν πως ήταν ο μικρότερος από την σκληροπυρηνική παρέα των συγγενών φίλων του Σκουρτανιώτη, όχι μόνο στο δέμας, αλλά και στην ηλικία. Συνεχίζει από τότε να πολεμά ασταμάτητα μέχρι το 1829 στα Δερβενοχώρια, στην Αττική, στο Χαϊδάρι και στον Πειραιά εναντίον του Κιουταχή, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πολέμησε στη μάχη της Αράχωβας με τον Καραϊσκάκη, στον Ανηφορίτη φυσικά με τον Υψηλάντη εναντίον του Ομέρ του Ευρίπου, όπως και στην πεδιάδα της Θήβας, στον Ωρωπό, στο Μαρτίνο και στη τελευταία μάχη του αγώνα, στη μάχη της Πέτρας. Εκτός λοιπόν από αυτούς τους δύο, τα Σκούρτα διαθέτουν και ικανό αριθμό εμπειροπόλεμων πολεμιστών. Στο στράτευμα του Σκουρτανιώτη το καλοκαίρι του 1824 είναι γύρω στους 100 Σκουρταναίους -έχουμε τις καταστάσεις και γνωρίζουμε τα ονόματά τους- ενώ υπάρχουν και άλλοι διασκορπισμένοι σε διάφορους καπεταναίους, όπως στον Ευμορφόπουλο, στον Γκούρα, στον Στάθη Κατζικογιάννη, στους Λεκκαίους, στον Σταμούλη Χονδρό, ενώ Σκουρταναίοι έχουν μεταφερθεί και στην Ύδρα ως φρουρά για τυχόν επίθεση εκεί του εχθρού. Πιθανολογώ ότι τα Σκούρτα εκείνη την εποχή, είχαν γύρω στους 250 πολεμιστές εν ενεργεία σε διάφορους καπεταναίους και συνολικό πληθυσμό γύρω στους 800 κατοίκους, αρκετοί όμως ίσως είχαν μετακομίσει τα τελευταία 2-3 χρόνια, για λόγους ασφαλείας στην Σαλαμίνα.


Μία σελίδα από τις πολλές των πολεμιστών του Αθανασίου Σκουρτανιώτη. Την συγκεκριμένη περίοδο (Ιούλιο 1824) είχε πάνω από 400 πολεμιστές από όλα τα χωριά των Δερβενοχωρίων, την Λιάτανι, το Κακοσάλεσι, το Συκάμινο, Μήλεσι, Κιούρκα, Καπανδρίτι, Μαρκόπουλο. Εδώ είναι η πρώτη σελίδα των Σκουρταναίων πολεμιστών. Στην αρχή της σελίδας τα ονόματα των πιο δικών του των αδελφών Γεωργίου Σκουρτανιώτη, Λουκά και  Κότζου Σκουρτανιώτη, Θανάση και Πανούση Πέππα, του ξαδέλφου του Κώτζου Βόγκλη κτλ. Ο πολέμαρχος του Δερβενοσαλεσίου Γιώργος Γκέλης, δεν υπάρχει στις καταστάσεις του Σκουρτανιώτη το 1824, γεγονός που μας δείχνει πως ο Γκέλης είχε ήδη ανεξαρτητοποιηθεί και είχε δημιουργήσει την δική του ομάδα ή πολεμούσε με άλλον καπετάνιο.

Ας δούμε όμως τις επιστολές για τη μάχη των Σκούρτων, αφού πρώτα πούμε πως το γεγονός του τραυματισμού του Αθ. Σκουρτανιώτη και της εφόδου των Ευριπαίων Οθωμανών στα Σκούρτα, τα αναφέρει και ο Σπηλιάδης στα απομνημονεύματά του...

''...κατά τας 4 Απριλίου συνεκροτήθη πεισματώδης μάχη (στις Λιβανάτες) κατά την οποίαν ετραυματίσθησαν ο Ρούκης και ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης...''

''... Αλλά φθίνοντος του Απριλίου εξήλθον πάλιν εκείθεν (από τον Εύριπο) εξακόσιοι περίπου εις τας Θήβας, επέδραμον εις τα Σκούρτα και άλλα χωρία, προυχώρησαν εις το μοναστήριον του Αγίου Μελετίου, εξ ώρας απέχον των Μεγάρων και ήρπασαν πλήθος ζώων...'' 


Πρώτα την επιστολή της Αστυνομίας των Μεγάρων:





Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Γεν. Αστυνομία Μεγάρων
Προς την Γεν. Αστυνομίαν ναυπλίου

Ειδοποιώ ότι σήμερον μας ήλθεν είδησις, ότι Τούρκοι της Ευρίπου έχουν βγει ως τώρα δύο φορές. Την πρώτην φοράν ήλθαν εις το μαρκόπουλον και έκαμαν μεγάλην φθοράν, επήραν πράγματα δύο χιλιάδες γελάδια, μουλάρια, τέσσερους έλληνας από το κοτουμουλά το χωριό της λεβαδείας.
αφού δεν ήβραν τουφέκι έως χθες εσινίθισαν και εχθές Τετάρτη εξαναβγήκαν έως τετρακόσιοι νομάτοι καβαλαραίοι και ήρθαν εις τα σκούρτα και δερβενοσάλεσι και επήραν έως 3 χιλ. πράματα από δερβενοσάλεσι. εκίνισαν μετά διά τα σκούρτα όπου αυτού ήβραν ανθίστασιν από τους εντοπίους και έκαμαν πόλεμον από το πρωί έως το καλό μεσημέρι και εσκότωσαν έως δέκα νομάτους, και βλέποντας το άλλο μιντάτι όπου τους επίγενεν ανεχώρισαν και έφυγαν, πλην εις το δερβενοσάλεσι  εσκότωσαν δύο έλληνες και άλλον έναν κουλουριώτην.
Ο παπαχρήστος κουνδουριώτης όπου ευρίσκεται σιμά εις τον στρατηγόν Ιωάννην γκούραν γράφει ένα γράμμα προς των εδώ δημογερόντων μεγαρίτων ότι ένας πασάς ήλθεν εις το ζητούνι με εννέα χιλιάδες καθώς εβεβαιώθηκαν. να προσέχουν καλά να βάλουν καραούλια ότι δεν ηξεύρουν πόθεν έχουν να κτυπήσουν. ότι το δικό μας το στράτευμα είναι τρεις χιλιάδες μόνον . πολλά πρώιμα μας διεγείραν εφέτο ….. αυτά τα νέα έχομεν κατά το παρόν και ότι άλλον ήθελεν βεβαιωθούμεν θέλει κάμω το χρέος μου. μένω με όλο το βαθύτατο σέβας.
εν μεγάροις τη 23 απριλίου 1825

ο Γεν. Αστυνόμος / Αναστάσιος επισκόπου


Και η δεύτερη επιστολή των δημογερόντων Σαλώνων*:




Προς την σεβαστήν διοίκησιν
αναφερόμεθα εις την σεβαστή  διοίκησιν με την παρούσαν μας αναγκαίαν αναφοράν να παραστήσομεν τα όσα ακολουθούν σήμερον την αθλίαν επαρχία μας μάλιστα από τους τούρκους, καθημερινώς εξερχόμενους από την έβριπον. βγαίνουν εις όλα τα μέρη και κλέβουν ανθρώπους και πράγματα και την τρίτη κατά 22 [ήταν Τετάρτη και όχι Τρίτη στις 22 Απριλίου 1825] του τρέχοντος ήλθαν εις τον όσιον μελέτιον με μεγάλην ορμήν και ξαπλόθησαν πέριξ του χωριού των δερβενοχωρίων σκούρτα και καταμερίστηκαν και ευρέθησαν  καμιά πενηνταριά έλληνες εξ’ απροόπτου, είχον και τας φαμελίας τους πλησίον και έλαβον τα όπλα  και επολέμησαν δυο τρεις ώρες οι γενναίοι και δυστυχείς και σκότωσαν τέσσερους πέντε τούρκους και λίγους ελάβοσαν και μετά εδιαιρέθησαν εις τα βουνά και ηύραν τέσσερις χιλιάδες πράγματα. από χριστιανούς δύο εις το τόπον και δύο ελαβόθησαν και τρεις σκλαβόθησαν κι ο πόλεμος έγινε εις τα σκούρτα και το αίτιον είναι ότι ήκουσαν ότι ο καπετάν θανάσης ελαβόθη και τρόπον τινά ότι απόθανε, διά τούτο βγαίνουν με μεγάλην αφοβιά, διό παρακαλούμε θερμώς την σεβαστήν διοίκησιν και μητέρα μας να διορίσει με μιαν της διαταγήν να απέλθει το στρατόπεδό του από την οδηγία του στρατηγού γκούρα [εννοούν να επιστρέψει το Σώμα του από τις Λιβανάτες] διά να προφυλάξει τα μέρη αυτά από τα σταλθέντα από την έβριπον. μόνον ο αντιστράτηγος σκουρταναίος θέλει φανεί πλέον ζηλωτής και πατριώτης, από κανέναν άλλον η επαρχία αυτή έχειν ευχαρίστησιν.
μένωμεν ευπειθείς δούλοι με όλον το ανήκον σέβας

τη 26 απριλίου1825 εν σαλαμίνα



Υπογράφουν οι Δημογέροντες Σαλώνων:

Τράκος Τομαράς
Παναγιώτης σαπουντζής
αναγνώστης Χατζημήτρου
βασίλειος Παπασταμέλου

και διάφοροι άλλοι κάτοικοι:

λάμπρος οικονόμου
χατζηχρήστος
νικολός κοντοστάμου
σωτήρχος τομαρά
γιαννούλης νικολού
 και άλλοι...



*Με τη πρώτη ματιά προκαλεί εντύπωση το γεγονός, πως οι δημογέροντες των Σαλώνων εκφράζουν ενδιαφέρον για την περιοχή των Θηβών, Λειβαδιάς και Δερβενοχωρίων και ζητούν -όπως είδαμε στην επιστολή- την επιστροφή του Σκουρτανιώτη από τις Λιβανάτες για να προσέχει αυτή την περιοχή από τους Τούρκους του Ευρίπου, μια περιοχή σχετικά μακριά από την δική τους. Όμως αν σκεφτούμε καλύτερα, υπάρχει εξήγηση. Τα Σάλωνα από την αρχή της επανάστασης, ήταν ο πρώτος κυματοθραύστης της Ανατολικής Στερεάς, των Τούρκων που έρχονταν από το βορρά και το Ζητούνι (Λαμία). Με τις εφόδους των Τούρκων του Ομέρ από τα νότια και ανατολικά, τα Σάλωνα δέχονταν πίεση από δύο αντίθετα μέρη και βρίσκονταν ουσιαστικά υπό κλοιό. Ζητούν λοιπόν την επιστροφή του Σκουρτανιώτη, ώστε να ησυχάσουν τουλάχιστον από τους Τούρκους του Ευρίπου. 

.................................................................

[Και βέβαια φαίνεται πως είχα δίκιο. Ψάχνοντας σήμερα να εξηγήσω αυτήν την παρέμβαση των Σαλώνων, βρήκα την παρακάτω επιστολή του επαρχείου Θηβών, Λειβαδιάς και Ταλαντίου στις 22 Απριλίου 1825 -την ημέρα δηλαδή που έγινε η μάχη των Σκούρτων. Η είδηση φυσικά της μάχης, δεν έχει πάει ακόμη στους γράφοντες την επιστολή, ζητούν όμως να αποσπασθεί αξιωματικός του Γκούρα από τις Λιβανάτες, για να προσέχει τους Τούρκους του Ευρίπου ώστε να μην εισχωρήσουν στα Σάλωνα. Η επίθεση των Τούρκων στα Δερβενοχώρια απλά ενίσχυσε την θέση τους, γι' αυτό τρεις μέρες αργότερα ζητούν να επιστρέψει συγκεκριμένα ο Σκουρτανιώτης...


''... Έξοχον Υπουργείον! υποψίαν έχουσι οι εγκάτοικοι τούτων των επαρχιών ότι οι της ευρίπου εχθροί θέλει έκβωσι, και προχωρέσουσιν εις τα ενδότερα μέρη των επαρχιών τούτων, και ούτως έχωμε χρεία διά να στειλει ο Σ. Γκούρας έναν των αξιωματικών διά να προκαταλάβη την θέσιν της Πέτρας....'']