ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ

...κρίνω περιττόν να αναφέρω τον ένθερμον ζήλον, και τας όσας κατά δύναμιν εκδουλεύσεις εδυνήθην να προσφέρω εις την πατρίδαν και εις όσον καιρόν εφύλαττον τον τόπον θηβών δεν απετόλμησε ο εχθρός να κάμη την παραμικράν καταδρομήν. σπεύδω λοιπόν να προσφέρω και αύθις εις την σεβαστήν διοίκησιν τον ίδιον ζήλον μου και επειδή ο εχθρός καθημερινώς λεηλατεί και αιχμαλωτεί τους αδελφούς μας και ο τόπος επαπειλείται από μέγαν κίνδυνον... να δυνηθώ να προφθάσω τους δυστυχείς αδελφούς μας από τον επαπειλούμενον κίνδυνον. μ' όλον ότι εισέτι δεν ημπορώ να ησυχάσω από τους δριμυτάτους πόνους της πληγής μου, δε βαστά η ψυχή μου να βλέπω τους αδελφούς μας να αιχμαλωτούνται αδίκως...


τη 20 μαϊου 1825
ναύπλιον
ο πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Πανώλη στην επανάσταση του 1821




Πολλοί σήμερα θα αγνοούν πως κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, οι Έλληνες δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μόνον τους εχθρούς, αλλά και διάφορες θανατηφόρες επιδημίες όπως την πανώλη, που αποδεκάτισε πολλούς την εποχή εκείνη. Ουσιαστικά έχουμε από τον Ιανουάριο του 1822 ένα νεογνό κράτος με απόφαση της Α Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο, το οποίο με δύο βασικά όργανα, το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, διάφορα υπουργεία (Εσωτερικών, Πολέμου, Θρησκείας και Παιδείας, Αστυνομίας, Οικονομικών, Δικαίου, Ναυτικών), προσπαθεί να στηθεί στα πόδια του. Απέναντι σε μια οθωμανική αυτοκρατορία που αρνείται να δεχθεί την ήττα από το πρώτο κιόλας έτος,  αρνείται να δεχθεί το κλείσιμο των Οθωμανών -που αποτελούσαν τον διοικητικό και γραφειοκρατικό μηχανισμό- σε διάφορα κάστρα (Ευρίπου, Πάτρας), αρνείται να δεχθεί πως έχει ήδη χάσει όλον τον οικονομικό ιστό σε Στερεά και Πελοπόννησο και αποστέλλει κάθε άνοιξη στίφη να επαναφέρουν το status quo, χωρίς ποτέ ουσιαστικά να το καταφέρουν, αφού οι Έλληνες ακόμη και όταν δεν αντιμετωπίζουν κατά μέτωπο αυτά τα στίφη, απλά αποσύρονται και ξαναεπιστρέφουν. Απέναντι λοιπόν σε όλα αυτά τα προβλήματα, η προσωρινή κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει και τις επιδημίες. Η πανώλη εμφανίζεται από τις αρχές κιόλας της επανάστασης, τη διατρέχει και φτάνει μέχρι τα χρόνια του Καποδίστρια όπου ο κυβερνήτης κάνει σημαντικές προσπάθειες αντιμετώπισής της, χτίζοντας διάφορα νοσοκομεία. Απ' ότι διαβάζουμε στα έγγραφα της εποχής, εμφανίζεται πρώτα στην Αίγυπτο -σύμφωνα με τον Θουκυδίδη στην Αίγυπτο πρωτοεμφανίστηκε και ο λιμός που χτύπησε την αρχαία Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου- αλλά και στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη. Σε ένα ακόμη υπό σύσταση κράτος και μάλιστα σε καιρό πολέμου, σε μια εποχή που η ιατρική γνώση δεν ήταν στα σημερινά επίπεδα, αλλά και οι λίγοι γιατροί απασχολούνται στα διάφορα μέτωπα του πολέμου, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν αρκετά φάρμακα και εργαλεία και η οργάνωση ήταν απλά στοιχειώδης, η πανώλη ήταν μέγας κίνδυνος. Στα έγγραφα της εποχής αναφέρεται ως ''θανατηφόρος μάστιξ'', ''επάρατος ανθρωπομάστιξ'', ''κακόν'', ''μολυσμός'', ''ανθρωποβόρος επιδημία'', ενώ ως μέτρα αντιμετώπισής της προτείνονται η καραντίνα και η καθαριότητα.
Θα παρακολουθήσουμε τώρα μέσα από έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους τρία στιγμιότυπα από διάφορα μέρη της Ελλάδος και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, για να κατανοήσουμε μερικώς το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες κατά τη διάρκεια της επανάστασής τους και τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση του. Θα δούμε ακόμη ένα έγγραφο που παρουσιάζει την εικόνα νοσοκομείου της εποχής.

Το πρώτο έγγραφο υπογράφεται από τον Γενικό Αρμοστή της Αστυνομίας στην Ερμιόνη τον Νοέμβριο του 1822, όπου κάνει λόγο για εμφάνιση πανώλης στην Τήνο και ενημερώνει το υπουργείο Εσωτερικών για την ανάγκη καταλυμάτων στην παραλία όπου θα διαμένουν οι φύλακες που θα εμποδίζουν την αποβίβαση των ανθρώπων που φθάνουν με τα καΐκια από τα νησιά και την Τήνο...



Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Προς τον Εξοχώτατον Μινίστρον των Εσωτερικών
Ο Γενικός Αρμοστής της Αστυνομίας
Εν Ερμιόνη τη 23η Νοεμβρίου 1822

Είναι των αδυνάτων να οικονομήση η Γεν. Αστ. τα αποβλέποντα την αναγκαίαν κάθαρσιν εις την ενεστώταν περίστασιν της κατά δυστυχίαν φανερωθείσης εν τη Νήσω Τήνου πανώλης νόσου, χωρίς να οικοδομηθούν τρεις ή τέσσαρις καλύβαι εις το παράλιον, τόσον διά να στέκουν οι φύλακες αδιακόπως και να εμποδίζουν την έξοδον των ανθρώπων από τα φθάνοντα καϊκια πριν ειδήσεως της Αστυνομίας, όσον και διά να κάθηνται οι εξ υπόπτων μερών ερχόμενοι διαβάται προς αναπλήρωσιν της προφυλάξεως όπου εγκριθήσαν αναγκαία ήθελε των διορισθή. ένεκα τούτου η Γεν. Αστυνομία άπαξ και δις ανέφερε των εδώ κυρίων εφόρων την ανάγκην, επιτρέπουσα και παρακαλούσα αυτούς να οικονομήσουν το πράγμα με τα εθνικά σανίδια οπού έχουν, ή με ποίον άλλον τρόπον ημπορέσουν, αλλ' εις μάτην. η αδιαφορία των είναι μεγάλη, μήτε αισθάνονται πόσον αυτό αποβλέπει κυρίως την σωτηρίαν της ίδιας της πόλεως. 
Επειδή λοιπόν η αύξηση του ψύχους ή μια αιφνίδιος βροχή έπεται να υποχρεώση και φύλακες και φυλατζόμενους να τραβηχθούν από τα ασκεπή μέρη, εις τα οποία ευρίσκονται τώρα και να ματαιωθούν  ούτως όλα τα μέτρα τα οποία προσπαθώμεν να στερεώσωμεν προς αποφυγήν της θανατηφόρου μάστιγος, ήτις μας επαπειλεί, η Γεν. Αστυνομία ίνα μη επιπέσει εις το βαρύτατον σφάλμα του να μην ιδεάση εν καιρώ το έξοχον Μινιστέριον σας κατά το χρέος της περί τς διατρεχούσης ολεθρίου ακαταστασίας, αναφέρη διά του παρόντος προς αυτό πάντα, όσα ανωτέρω εξηγήθησαν, ίνα με την ταχύτητα την οποίαν την οποίαν απαγορεύση το κακόν επιφέρει την απαιτουμένην ίασην με εκείνα τα μέσα όπου εγκρίνη προσφιλέστερα προς διόρθωσιν της επικρατούσης εγκληματικής αταξίας. μένω με το προσήκον σέβας. 

Ο Γενικός Αρμοστής της Αστυνομίας
Αλέξανδρος Αξιώτης

Το δεύτερο έγγραφο από τον Κ. Μώραλη (σε άλλα έγγραφα τον έχω δει Γενικό Αστυνόμο) τον Ιανουάριο του 1825 (είναι η εποχή που τελειώνει ο δεύτερος εμφύλιος με νίκη των κυβερνητικών στρατευμάτων) από το Ναύπλιο. Ο Μώραλης αναφέρει πως η πανώλη έχει εμφανιστεί πάλι στην Αίγυπτο, τη Σμύρνη αλλά και την Κωνσταντινούπολη και δίνει μια αναφορά για την κατάσταση που επικρατεί στην Πελοπόννησο και προτείνει αυστηρούς ελέγχους και επταήμερη γενική καραντίνα σε όλα τα λιμάνια...


Προς το Σεβαστόν Βουλευτικόν Σώμα

Κατά τας οποίας έχει πληροφορίας πολλαχόθεν η Γενική Αστυνομία η επάρατος ανθρωπομάστιξ της πανώλης φαίνεται ότι άρχισε πάλιν εις Αίγυπτον, Σμύρνην, Κρήτην και Κωνσταντινούπολην. Επειδή δε αι προφυλάξεις εις Πελοπόννησον, καθώς και εις την λοιπήν Ελληνικήν επικράτειαν λείπουν ολοτελώς ή και αν είναι γίνονται πολύ καταχρηστικώς και επειδή είναι φόβος να μη μεταδοθή άξαφνα το κακόν εις πολλά μέρη, καθώς ανακαλύφθη προ ολίγου η μετάδοσίς της και εις την νήσον Μήλον ως ειρήθη, και διά την ανεξέταστον και ακόλουθον έξοδον και είσοδον ναυτών και διαβατών εις όλους τους ελληνικούς λιμένας να εισοδεύσει και εις την Πελοπόννησον και ακολούθως όχι μόνον να βλάψη καιρίως την ενταύθα και άλλοθεν καταφυγούσαν τόσην ανθρωπότητα, αλλά μάλιστα και να επιφέρη μέγα εμπόδιον και εις τους σκοπούς του έθνους.
Διά τούτο ο υπογεγγραμμένος αναφέρομαι προς το Σεβαστόν Σώμα ως πατριώτης, εις το οποίον γνωστοποιώ κατά χρέος και χρέος ανθρώπινον τα ρηθέντα, ίνα προλάβη όσον τάχος εις το να ληφθούν περί τούτου τα αναγκαία δραστήρια μέτρα και δι' όλην την επικράτειαν, και διά την Πελοπόννησον διαφερόντως. κρίνω δε αναγκαία κι αναπόφευκτα προφυλακτικά εις την εμπόδισιν τούτου, τα ακόλουθα, τα οποία καθυποβάλλονται εις την κρίσιν του Σ. Σώματος και εις την ταχείαν απόφασιν. 
αον: Να προκηρυχθή βεβαιωτικώς εις όλην την επικράτειαν ότι μετά 40 ημέρας της εκδόσεως της διαταγής ταύτης προσδιορίζεται καραντίνα εις όλους τους ελληνικούς λιμένας επταήμερος διά κάθε δυνάμενον πλοίον ελληνικής και αλλοεθνούς από οποιοδήοτε μέρος ερχόμενον. λόγου χάριν και από Τήνος εις Μύκωνον. 
βον: Να διορισθώσιν εις όλην την επικράτειαν υγειονόμοι, και μάλιστα εις την Πελοπόννησον, άνθρωποι φρόνιμοι, ειδήμονες και έμπειροι τοιούτου σωτηριώδους υπουργήματος. 
γον: Να αντιταχθώσιν όλοι οι ελληνικοί λιμένες αυστηρώς να μην εξέρχεται πλοίον οποιοδήποτε χωρίς εξαίρεση, αν δεν λαμβάνη από το υγειονομείον έγγραφον της υγείας εκείνου του τόπου, καθώς να μην δέχεται και εις τον λιμένα αν δεν παρρησιάζει τιούτον έγγραφον του τόπου όπου εξήλθεν. 
Ο προσδιορισμός των 40 ημερών στοχάζομαι είναι αρκετός του να προϊδεασθούν παντού όλοι οι Έλληνες, ακόμα δε και άλλοι τόποι διά να λάβωσιν οι άνθρωποι περί τούτου μέτρακαι επομένως να μην ακολουθούν παράπονα.
Και επειδή εγγύζει ήδη ο καιρός καθ' ων το κακόν τούτο αυξάνει και ο μολυσμός του μεταδίδεται ευκόλως, το Σ. Βουλευτικόν Σώμα ελπίζω ότι προνοεί περί της υγείας της επικράτειας και περί της σωτηρίας των πολιτών, θέλει σκεφθείν ωρίμως επάνω εις ταύτα και θέλει φροντίσειν όσον τάχος, αν εγκριθή του να διορίσθώσι τα αναγκαία όπου ανήκει και να εκδόθώσι διαταγάς διά την προφύλαξιν της επικράτειας από το τοιούτον φρικαλέον δεινόν. 

Ναύπλιον τη 20 Ιανουρίου 1825
Ο πατριώτης 
Κ. Μώραλης




Το τρίτο έγγραφο υπογράφεται τον Μάρτιο του 1825 από τον υπουργό Εσωτερικών Γρηγόριο Δικαίο ή Παπαφλέσσα, όπως είναι ευρύτερα γνωστός, δύο περίπου μήνες πριν χαθεί και εκείνος στη μάχη στο Μανιάκι. Η επανεμφάνιση της πανώλης τον χειμώνα και την Άνοιξη του 1825, συμπίπτει χρονικά με την αποβίβαση στην Πελοπόννησο των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ Ο υπουργός Εσωτερικών Παπαφλέσσας, προτείνει τη μετάβαση της κυβέρνησης από το Ναύπλιο στην Τριπολιτσά λόγω πανώλης. Μας δίνει μια εικόνα βρώμικου και επικίνδυνου Ναυπλίου, που για να καθαρίσει χρειάζονται έξι μήνες!...


Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Το Υπουργείον των Εσωτερικόν
Προς το Εκτελεστικόν Σώμα

Είναι γνωστόν τοις πάσι πόσην φθοράν επροξένησεν η εις το παρελθόν περιεπεισυμβήσασα ενταύθα επιδημία και πόσην ταυτοχρόνως παραλυσίαν επέφερε εις τας πράξεις της Διοικήσεως. η επιδημία αύτη, εις τας οποίας πληροφορίας έχει το υπουργείον από εμπείρους ιατρούς,, άρχισεν και πάλιν να αναφύεται ενταύθα, και το πλέον πιθανόν είναι, ότι όταν μεσιάσει ή ήδη αρξαμένη άνοιξις, θέλει ανατείλη πάλιν η ανθρωποβόρος αύτη επιδημία και είναι ενδεχόμενον, ότι θέλει γίνη ασυγκρίτως πλέον κακοήθης παρά το παρελθόν θέρος, διότι αι ακαθαρσίαι της πόλεως επολλαπλασιάσθησαν και ακόμη δεν έγινεν αρχή της εκκαθαρίσεως αλλά και αν τώρα γένη η αρχή βέβαια δεν είναι δυαντόν να λάβη τέλος προτήτερα των εξ μηνών. 
Όθεν διά ταύτα πάντα το υπουργείον κρίνει επάναγκες, έως ότου καθαρισθή η πόλις καλώς, να μεταβή η Διοίκησις εντεύθεν αλλού, ή και εις Άργος ή Τριπολιτζάν. ήθελεν είσθεν καλόν εις Άργος η μετάβασις της Διοικήσεως, εάν εκεί εσώζοντο τα αναγκαία καταλύμματα και η πόλις εκείνη ήτο πλέον περιορισμένη διά να φυλάττειται η ανήκουσα εις αυτήν ευταξία και ειρήνη. επειδή δε ταύτα είναι αδύνατον εκεί να διατηρηθώσι, το υπουργείον κρίνει να μεταβήη Διοίκησις εις Τριπολιτζάν όπου ευρίκονται τα ειρημένα, και η Διοίκησις δύναται εκείθεν να ενεργή ογληγορώτερα εις όλην την επικράτειαν. ωσαύτως δύναται εκείθεν ευκόλως να εισάξει παντού την ευταξίαν και ειρήνην. 
υποβάλλεται λοιπόν του υπουργείου η γνώμη αύτη υπό την επίκρισιν του Εκτελεστικού Σώματος.

Εν Ναυπλίω τη 14 Μαρτίου 1825
Ο υπουργός των Εσωτερικών 
Γρηγόριος Δικαίος



Αξίζει όμως να δημοσιεύσουμε προς συμπλήρωση των παραπάνω, μια εικόνα νοσοκομείου της εποχής. Υπογράφεται από τον επίτροπο του νοσοκομείου Πέτρο Στρογγύλη, αλλά δυστυχώς στο έγγραφο δεν αναφέρεται πουθενά για ποιο νοσοκομείο πρόκειται. Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη και οι τραυματίες του πολέμου μπερδεύονται με τους ασθενείς...

Προς το έξοχον υπουργείον του Πολέμου

Χρέος μου να είπω τας ανάγκας του κοινού Νοσοκομείου.
αον: Το αυτό Νοσοκομείον δεν έχει τόπον εις τον να δεχθή ούτε άλλους ασθενείς, ούτε άλλους λαβομένους επειδή και όλαι αι κάμαραι είναι γεμάται, μάλιστα αδειάσαμεν και το κελάρι και εβάλαμεν λαβομένους. επειδή εις αυτάς τας κάμαρας βάλαμεν άλλους ασθενείς καλοκέρι ων, θέλει θανατόσωμεν και τους πρώτους και τους ύστερους. επειδή λοιπόν και ο πόλεμος είναι πλησίον μας, αφεύκτως θέλει δεχθώμεν ασθενείς και λαβομένους, ανάγκη πάσα να ητοιμασθή κανένα οσπίτιον από τα πλησίον του Νοσοκομείου διά να είναι έτιμον.

βον: αναγκαιεί να εξοικονομηθή αμέσως πόρος διά τα καθημερινά έξοδα, καθώς ζωοτροφία (τροφή ιατρών, προσωπικού και ασθενών)  και ιατρικά επειδή και το Τελώνιον ως την σήμερον μας έδωσε μόνον γρόσια διακόσια πενήντα εις όλον αυτό το διάστημα με το να μην δουλεύει. 

γον: η οικονομία διά τα στρώματα, με το να κείτονται οι ασθενείς απάνω εις τα σανίδια.

δον: να εύρωμεν έναν ιδεασμένον διά την βοήθειαν του ιατρού όπου να αλλάζονται οι πληγωμένοι. 

όλα λοιπόν τα άνωθεν αναγκαιούν μεγάλως διά την υπεράσπισιν των ασθενών εξερέτως ο πόρος. επειδή και εις εμέ ούτε παράς μου έμεινεν, ούτε υπόληψις εις τινά διά να προβλέψω το προς το ζειν, επειδή και τώρα είκοσι μέρες από κανένα μέρος βοήθειαν  δεν έλαβον καθώς και ο κύριος Βαλιάνος τα όσα με χρωστεί παρά δεν με έδωσε, αλλά με το σήμερον και με το αύριον με απερνά, αφού στέλνει τους κανονιέρηδές τους. Ιδού λοιπόν οπού ειδοποιώ το έξοχον υπουργείον, όπου παραπονούμενοι και ασθενείς και πληγωμένοι να είμαι αμέτοχος τούτου.

ο ευπειθέστατος πατριώτης
και επίτροπος του Νοσοκομείου
πέτρος στρογγύλης
περί την 9 ιουνίου 1825





















Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

Ο Γιώργης Σκουρτανιώτης κτυπά τον Κιουταχή στη Θήβα τον Αύγουστο του 1827, την πιο δύσκολη στιγμή της ελληνικής επανάστασης




Κιουταχής


Από την Γενική εφημερίδα της Ελλάδος στα τέλη Αυγούστου του 1827, μαθαίνουμε ότι ο Γιώργης Σκουρτανιώτης κτυπά στη Θήβα δυνάμεις του Κιουταχή που αποχωρούν από την ανατολική Ελλάδα.
Το γεγονός είναι πολύ σημαντικό. Γιατί βρισκόμαστε σε μια ιστορική συγκυρία, που ο Κιουταχής έχει κυριεύσει την Αθήνα, έχει ήδη συμβεί η καταστροφική μάχη του Ανάλατου, η Ακρόπολη μετά την πολύμηνη πολιορκία από τον Αύγουστο του 1826, έχει παραδοθεί με συνθήκες στα χέρια των Τούρκων και το στράτευμα των έντεκα χιλιάδων Ελλήνων μετά από τον θάνατο του Καραϊσκάκη έχει αποχωρίσει από την Αθήνα και έχει διασκορπιστεί. Ο Κιουταχής αφού πέτυχε κατά τα φαινόμενα τους σκοπούς του (κατάληψη του Μεσολογγίου, κατάληψη της Αθήνας και της Ακρόπολης) εγκαθιστά ικανή δύναμη φρουράς στην Αθήνα και αποχωρεί με το σύνολο της δύναμής του για τον βορρά, πιστεύοντας πως έχει καταπνίξει κάθε επαναστατική εστία. Αναχωρώντας όμως από τη Θήβα, ο Γεώργιος Σκουρτανιώτης με 300 πολεμιστές του επιτίθεται, σκοτώνει 20 Οθωμανούς, τους παίρνει και πολεμοφόδια, στέλνοντας στον ίδιον τον Κιουταχή αλλά και στους υπόλοιπους Έλληνες ένα ηχηρό μήνυμα. ίσως την πιο δύσκολη στιγμή της ελληνικής επανάστασης. Πως τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμη!
Ας διαβάσουμε όμως το απόσπασμα της εφημερίδας...

Εγχώριοι ειδήσεις
Εκ Σαλαμίνος, 24 Αυγούστου (1827)

Εκ πολλών ερχομένων ενταύθα εκ Μεγάρων, ειδοποιούμεθα, ότι ο Κιουταχής ανεχώρησεν εκ Θηβών με τα στρατεύματά του. 
Το αυτό μας εβεβαίωσε και ο γραμματεύς του Στρατηγού Κριεζώτου ως αληθέστατον, και προσέτι ότι εις την φυγήν των αυτήν, τους εκτύπησεν ο καπετάν Σκουρτανιώτης φονεύσας εξ αυτών περί τους 20 και τους επήρε και πολλά πράματα. 

Είναι πολλοί σήμερα ανάμεσά μας, που πιστεύουν πως μετά την πτώση και της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, η ελληνική επανάσταση απέτυχε. Και πως την έσωσαν τάχα οι ξένοι με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου. Χωρίς να αμφισβητούμε τη συνεισφορά της συγκεκριμένης ναυμαχίας στα γεγονότα που ακολούθησαν, θα πρέπει παράλληλα να μην την υπερτιμήσουμε. Γιατί η ναυμαχία του Ναυαρίνου πρώτον δεν ήταν ένα προγραμματισμένο γεγονός από τις μεγάλες δυνάμεις, αλλά άρχισε από μια τυχαία μικροσυμπλοκή που εξελίχθηκε τελικά σε ναυμαχία, ο δε ναύαρχος Κόδριγκτον έπεσε σε δυσμένεια στη χώρα του εξ' αιτίας της ναυμαχίας αυτής. Η πολιτική βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων αμέσως μετά, δεν οφείλεται στη νικηφόρα ναυμαχία, αλλά στον αιματηρό κύκλο των θυσιών των Ελλήνων όλων των προηγούμενων ετών. Και η συνειδητοποίηση από πλευράς της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, πως ο στρατιωτικός βραχίονας των Ελλήνων δεν είχε υποστεί όλα αυτά τα χρόνια καμία ανεπανόρθωτη ζημιά, αλλά παρέμενε ενεργός, δυνάμενος να συνεχίσει τη δράση του για πολλά χρόνια ακόμη. Μπορεί να είχε υποστεί όλα αυτά τα χρόνια πρόσκαιρες ήττες, μπορεί ενίοτε να χωριζόταν, να σκόρπιζε και να αποσυρόταν στα βουνά, αλλά δεν είχε κατεβάσει ποτέ τα όπλα, δεν είχε υποστείλει ποτέ την επαναστατική σημαία και είχε πάντα τη δυνατότητα γρήγορης ανασυγκρότησης. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Στερεά και στην Πελοπόννησο, παρέμεναν ενεργές, διασκορπισμένες σε διάφορους τόπους, αναμένοντας σε περίπτωση ήττας καλύτερες συνθήκες και την πρώτη ευκαιρία ξανά, για να επανέλθουν στο προσκήνιο. Η επανάσταση δεν είχε σβήσει και αν δεν υπήρχε πολιτική παρέμβαση ή θα χυνόταν άσκοπα αίμα λίγα χρόνια ακόμη ή οι Έλληνες θα απελευθερώνονταν σύντομα μόνοι τους, όπως λίγο έλειψε να απελευθερωθούν με τον Καραϊσκάκη αν δεν σκοτωνόταν ή αν δεν ''τον σκότωναν'' τον Απρίλιο, λίγο πριν την τελική του αναμέτρηση με τον Κιουταχή. Και μια απελευθέρωση των Ελλήνων που θα στηριζόταν αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, δεν ήταν στις προθέσεις των μεγάλων δυνάμεων για πολλούς λόγους. Αυτή η συνειδητοποίηση λοιπόν από μέρους τους, τις έκανε να αποφασίσουν πως έπρεπε επιτέλους να παρέμβουν, για να λύσουν το ελληνικό ζήτημα πολιτικά και να αποκομίσουν οι ίδιες το μεγαλύτερο όφελος που μπορούν, από τη δεδομένη δημιουργία του νέου κράτους. Το χάσμα που είχε δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια και το αίμα που χώριζε τους Έλληνες και τους Τούρκους, δεν άφηνε κανένα περιθώριο κοινής συμβίωσης σε Στερεά και Πελοπόννησο ξανά. Οι Αγγλογάλλοι, μετά το έπος του Μεσολογγίου και τις χρυσές σελίδες που έγραψαν οι Έλληνες στη δεύτερη πολιορκία της Ακρόπολης, κατανόησαν πια, πως το ''ελευθερία ή θάνατος'' δεν ήταν απλά ένα σύνθημα που το είχε κινήσει ένας αρχικός ενθουσιασμός, αλλά κοινή και βαθιά συνείδηση όλων των Ελλήνων. Δε θα έκαναν σπιθαμή πίσω από τη σφοδρή επιθυμία τους να διώξουν από τα πατρογονικά μέρη τον Τούρκο, παρά μόνο νεκροί.

Για να το δούμε όμως καλύτερα. Απέτυχε πράγματι η ελληνική επανάσταση την Άνοιξη του 1827;
Μήπως οι Οθωμανοί ανέκτησαν ξανά μετά τον Κιουταχή τον οικονομικό έλεγχο Στερεάς και Πελοποννήσου, τον έλεγχο των λιμανιών, των φόρων, των τελωνείων, των δρόμων, των δερβενίων και των δασών; Μήπως κατέλαβαν την έδρα της κυβέρνησης που βρισκόταν στο Ναύπλιο; Μήπως οργάνωσαν ξανά το οθωμανικό σύστημα της παλιάς διακυβέρνησης; Τίποτα από αυτά. Ο οικονομικός έλεγχος Στερεάς και Πελοποννήσου παρέμενε στα χέρια των Ελλήνων και ο διοικητικός μηχανισμός που είχε προκύψει από την πρώτη κιόλας Εθνοσυνέλευση τον Ιανουάριο του 1822, παρέμενε αλώβητος και ενεργός. Σε όλες τις περιοχές και επαρχίες υπήρχαν φροντιστές του στρατού, αστυνομία, υπουργεία, κυβερνητικοί αντιπρόσωποι, έπαρχοι και τοπικές δημογεροντίες που ήταν επιφορτισμένες με τη διοίκηση και υπεύθυνες για τη συγκέντρωση των προσόδων. Ο αστικός τούρκικος πληθυσμός που βρισκόταν στην Ελλάδα πριν την επανάσταση είχε αποχωρίσει, εκτός από έναν μικρό αριθμό πολιτών Τούρκων στο φρούριο της Πάτρας. Oι υπόλοιποι ήταν στρατιωτικές μονάδες Οθωμανών και Τουρκαλβανών αποκλεισμένες σε κάποια φρούρια, όπως της Πάτρας, του Νεοκάστρου, του Ευρίπου, που φοβούνταν να ξεμυτίσουν. Επιδίδονταν μόνο σε γρήγορες εξόδους για λεηλασίες ώστε να εξασφαλίσουν κάποια τρόφιμα. Γιατί οι Έλληνες πολεμιστές, καραδοκούσαν παντού και έλεγχαν την ενδοχώρα. Ακόμη και στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ, λίγα είχε καταφέρει με τους Νενέκους και τα προσκυνοχάρτια, αφού το ''φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους'' του Κολοκοτρώνη, κρατούσε τα χωριά της Πελοποννήσου σε επαναστατικό πυρετό και εγρήγορση, ακόμη κι αν τα ισοπέδωνε, τα έκαιγε ή τα χάιδευε ο Ιμπραήμ. Λίγο αργότερα δολοφονήθηκε κι αυτός ακόμη ο Νενέκος από τον Αθανάσιο Σαγιά με διαταγή του Κολοκοτρώνη. Ποια επανάσταση έσβησε λοιπόν; Τι σόι καραμέλα είναι αυτή που μασάνε πολλοί τελευταία;
Στη μάχη του Ανάλατου χάθηκαν γύρω στους χίλιους πεντακόσιους Έλληνες πολεμιστές. Το υπόλοιπο στράτευμα παρέμεινε ζωντανό. Απλά τα διάφορα τμήματά του απομακρύνθηκαν από τον Πειραιά, το Φάληρο και την Αθήνα  και διασκορπίστηκαν το καθένα στην περιοχή του, περιμένοντας την επόμενη ευκαιρία ανασυγκρότησης. Οι Τζαβελαίοι, οι Μποτσαραίοι, οι Σκουρτανιωταίοι, οι Γιολδασαίοι, ο Ίσκος, ο Νάκος Πανουριάς κι ο Δυοβουνιώτης, ο Κριεζώτης, οι Κολοκοτρωναίοι, ο Παναγιώτης Γιατράκος, οι Δεληγιάννηδες, οι Ζαϊμηδες, οι Σισίνηδες, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Νικηταράς, ο Μαυροβουνιώτης, ο Βαρνακιώτης, ο Θοδωράκης ο Γρίβας, οι Πλαπουταίοι, ο Ρούκης, οι Νοταράδες, όλοι αυτοί οι αγέρωχοι και τόσοι άλλοι ακόμη εμπειροπόλεμοι με τα σώματά τους, δεν εξαϋλώθηκαν ξαφνικά μετά τον Κιουταχή. Τα σώματα αυτά δεν πέταξαν τα όπλα, δεν έμειναν αδρανή, αλλά παρέμεναν πάντα σε ετοιμότητα και με ελπίδα ανασυγκρότησης στην πρώτη ευκαιρία. Το κάθε σώμα επέστρεψε στην περιοχή του, ελέγχοντάς την ταυτόχρονα από τους Τούρκους και διατηρώντας την ελεύθερη. Ο Φαβιέρος με τους τακτικούς του εκστρατεύει για να απελευθερώσει τη Χίο τον Οκτώβριο του 1827,  δύο μήνες αφότου φεύγει από την Αθήνα ο Κιουταχής και λίγες ημέρες πριν την ναυμαχία του Ναυαρίνου! Και επιχειρεί μάλιστα από εκεί, και απόβαση απέναντι στα μικρασιατικά παράλια! Τη στιγμή που οι μεγάλες δυνάμεις του είχαν απαγορεύσει να μεταβεί με τα στρατεύματά του στη Χίο! Ποια επανάσταση λοιπόν απέτυχε; Τα παραμύθια που μας λεν οι ημιμαθείς Εσπερόδουλοι για να βγάλουν άχρηστους τους Έλληνες και όλες τις θυσίες τους και να δώσουν τα εύσημα της ελευθερίας των Ελλήνων στους ξένους; Η πολιτική παρέμβαση των ξένων έγινε γιατί συνειδητοποίησαν πως παρά την πτώση του Μεσολογγίου και της Ακρόπολης, τίποτα δε χάθηκε για τους Έλληνες και πως οι Τούρκοι πια δεν έχουν κανένα μέλλον τουλάχιστον στη Στερεά και την Πελοπόννησο (για την ώρα). Η επανάσταση θα ήταν χαμένη όντως, εάν είχαν αφανιστεί εντελώς αυτοί οι δέκα χιλιάδες ικανότατοι πολεμιστές της Στερεάς που είχαν δώσει απίστευτες μάχες στο πεδίο των Αθηνών την Άνοιξη και άλλοι δέκα χιλιάδες περίπου μπαρουτοκαπνισμένοι στην Πελοπόννησο. Όμως δε συνέβη κάτι τέτοιο. Οι πολεμιστές ήταν ολοζώντανοι με το δάχτυλο στη σκανδάλη.  Η επίθεση του Γιώργη Σκουρτανιώτη στο ασκέρι του Κιουταχή στη Θήβα αυτήν την κρίσιμη στιγμή της ελληνικής επανάστασης, αυτό ακριβώς λέει. Πως χάθηκε μια μάχη, όχι όμως ο πόλεμος. Είμαστε όλοι εδώ, έτοιμοι να πολεμήσουμε ξανά! Πολύ γρήγορα τούτο αποδείχτηκε βέβαια με τις μάχες που άρχισαν στη Στερεά τον επόμενο χρόνο με αρχηγό τον Υψηλάντη και ολοκληρώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1829 με τη μάχη της Πέτρας. Το ελληνικό στρατόπεδο ανασυγκροτήθηκε και τελικά νίκησε. Και στο Μεσολόγγι και στη Ναύπακτο και στην ανατολική Στερεά.


Και σε αυτές τις μάχες αργότερα της ανατολικής Στερεάς, ξέρουμε πια πως ο ρόλος του Γιώργη Σκουρτανιώτη ήταν καθοριστικός. Και στο Μαρτίνο και στις αιματηρότατες μάχες της Θήβας και του Ανηφορίτη και στον Ωρωπό. Όπως φυσικά και στη μάχη της Πέτρας, όπου το τμήμα του Σκουρτανιώτη δέχτηκε τις κύριες επιθέσεις των Τούρκων και τις απέκρουσε. Ο στρατάρχης Υψηλάντης μάλιστα κάνει ειδική μνεία για τον καπετάνιο στην αναφορά του προς τον πληρεξούσιο Αυγουστίνο και τον Κυβερνήτη. Όλες οι πηγές συνεχίζουν να μας εκπλήσσουν ευχάριστα, καθώς όλο και περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως για το ποιόν του ανδρός. Πρόκειται τελικά για μια ηρωική όσο και αγνή προσωπικότητα, που δυστυχώς μέχρι σήμερα έχει μείνει στη σκιά του αδελφού του που χάθηκε στο Μαυρομάτι, λόγω του δοξασμένου θανάτου του τελευταίου. Σήμερα όμως που όλο και περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως, μας αποκαλύπτουν μια μοναδική και αγέρωχη προσωπικότητα του στρατιωτικού βραχίονα, με τεράστια προσφορά και στον αγώνα, αλλά και στις εξελίξεις δημιουργίας του ελληνικού κράτους αργότερα. Και μάλιστα σε νεαρότατη ηλικία. 27 περίπου ετών ήταν το 1827 και ηγούνταν σημαντικού καπετανάτου που είχε δώσει πολύ πριν -από το 1826 κιόλας- τα διαπιστευτήριά του, όπως στη μάχη της Αράχωβας. Ή στις μάχες του Φαλήρου και ειδικά στη μάχη στα Μποστάνια την άνοιξη του 1827... ''Λαμπρύνεται εκεί μέσα ο Γιώργης Σκουρτανιώτης, ο Σπύρος ο Δοντάς Αθηναίος, ο Σωτηρόπουλος, ο Χελιώτης- πολέμησαν αντρείως. Η πατρίς τους χρωστάγει χάριτες ολουνών όσων ήταν μέσα..'' γράφει ο Μακρυγιάννης. Κι όπως μας πληροφορεί ο Κασομούλης στα Στρατιωτικά Ενθυμήματά του  ''... ο Γεώργιος Σκουρτανιώτης δεν δικαιούνταν (τυπικά) πεντακοσιαρχία λόγω (νεαρής) ηλικίας, αλλά απολάμβανεν την υπόληψιν όλων διά την γενναιότη του.'' Και αυτός ακόμη ο στρατάρχης Ανατολικής Στερεάς Υψηλάντης, πιέζει το 1829 και από τις μάχες της Θήβας, τον πληρεξούσιο Αυγουστίνο και τον Κυβερνήτη Καποδίστρια ''να δοθεί πεντακοσιαρχία στον γενναίο Γεώργιο Σκουρτανιώτη διότι την δικαιούται από τας μάχας του Πειραιά (το 1827) και διότι είναι ο μόνος που ημπορεί να σταματήσει σήμερα τους λιποτάκτας, καθώς οι στρατιώται τον εμπιστεύονται''!!
Ε δεν μπορεί τόσο μεγάλοι άνδρες, σαν τον Μακρυγιάννη, τον Κασομούλη και τον Δημήτριο Υψηλάντη, που γνώριζαν τον Γιώργη Σκουρτανιώτη από κοντά και τον είχαν δει να διοικεί και να πολεμά, να λανθάνουν!

Έχουμε λοιπόν, πολλά να πούμε για τον άνδρα. Προς το παρόν ας αρκεστούμε στο γεγονός, πως ήταν ο μοναδικός οπλαρχηγός που ενόχλησε τον Κιουταχή μετά από την παράδοση της Ακρόπολης και τα δικά του ντουφέκια ήταν τα μόνα εναντίον του Τούρκου πασά εκείνη την περίοδο. Ο Κιουταχής δεν υπέστη κάποια σοβαρή βλάβη από την επίθεση του Γιώργη στη Θήβα. 20 νεκροί Οθωμανοί και κάποια πολεμοφόδια που έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων, είναι ελάχιστος φόρος για μια τέτοια πολυάριθμη στρατιά. Σημασία όμως έχει το μήνυμα. Πως η οθωμανική τάξη που επιβλήθηκε από τον Κιουταχή εκείνη την περίοδο, είναι για άλλη μια φορά προσωρινή και εύθραυστη. ''Φεύγεις σαν νικητής, αλλά εμείς παραμένουμε εδώ με τα ντουφέκια στα χέρια, ώστε για άλλη μια φορά να ανατρέψουμε την τάξη που επέβαλλες''. Και τούτο το κατόρθωμα του Γιώργη δεν είναι μικρό. Γιατί τα όπλα του βρόντηξαν στην πιο κρίσιμη και απαισιόδοξη περίοδο του αγώνα.




Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2019

Ο Γιώργης Σκουρτανιώτης εγγυάται την ομαλή λειτουργία της Δ' κατά συνέχεια Εθνοσυνέλευσης




Ο Γιώργης Σκουρτανιώτης (αδερφός του Θανάση που έπεσε ένδοξα στο Μαυρομάτι) όπως αποδεικνύει η παρακάτω επιστολή, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους ως ανώτερος αξιωματικός στρατιωτικού τμήματος. Την ιστορία του την ερευνούμε ακόμη, αλλά σήμερα παρουσιάζουμε μια επιστολή του στον Πρόεδρο της Δ' κατά συνέχεια Εθνικής Συνελεύσεως που διεξαγόταν στο Άργος το καλοκαίρι του 1832 -ανάμεσα στα άλλα ψήφισε και την επιλογή του Όθωνα ως Βασιλέα της Ελλάδας- όπου εγγυάται μαζί με τους αξιωματικούς του, την ομαλή λειτουργία της.



Προς τον Σ. Πρόεδρον της κατ' επανάληψιν Δ' των Ελλήνων Συνελεύσεως

Σεβαστέ πρόεδρε

χθες δι' αναφοράς και το στρατιωτικόν τούτο σώμα εξέφρασε δι' ημών εις όλους τους Πληρεξουσίους το αίσθημά του, περί της εξακολουθήσεως των εργασιών της Εθνοσυνελεύσεως. 
Αλλά επειδή η μνησθείσα αναφορά δεν υπεγράφει εξ ενός εκάστου, διά την κακήν τύχην του μη ειδότος γράψαι, και τινές των Πληρεξουσίων δεν έδωκαν την απαιτουμένην πίστην εις αυτήν, είτε ειλικρινώς, είτε μη, το στρατιωτικόν τούτο σπεύδει κατ' επανάληψιν να σας βεβαιώση, Κύριε πρόεδρε και να σας παρακαλέση, να βεβαιώσητε εις τούτο και όλους τους Πληρεξουσίους, ότι δύνανται ελευθέρως να έλθωσιν εις τον ωρισμένον τρόπον της Συνελεύσεως, και εξακολουθήσωσι τας εργασίας των, εγγυώμενον την πληρεστάτην ασφάλειαν και ευταξίαν, και παραχωρεί ως υπεσχέθη, εις την άμεσον διεύθυνσην του αρχηγού της φρουράς, αν είναι ανάγκη, την απαιτουμένην φρουράν, από το ίδιον σώμα.
Οι αξιωματικοί του σώματος τούτου επεφορτίσθησαν να υπογράψωσι την παρούσαν, γενομένην διά της κοινής συγκαταθέσεως του σώματος, το οποίον σας παρακαλή να δώσητε την απαιτουμένην πίστιν και εξακολουθήσετε αφόβως και χωρίς καμίαν υποψίαν τας εργασίας σας. άλλως δε θέλει διαμαρτυρηθή επισήμως διά ν' απορρίψη τον οποίον η περίστασις τω επεφόρτισε μώμον. 
Διομολογούντες τα πατριωτικά μας αισθήματα υποσημειούμεθα.

Εν Άρια τη 26η Ιουλίου 1832

Ο Στρατηγός Γ. Σκουρτανιώτης

Οι Αξιωματικοί Μιχάλης Στέργιος, Γιαννάκης Πλάφισος. Αναστάσιος Μάγος, Κυριάκος Σόκος, Αντώνιος Καλίβαρης, Θόδωρος Καζάνης, Ιωάννης Κοντούλης


Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

Έχουμε γάμο...




''... Και ωσεί προαισθανόμενος το ένδοξον, αλλά θλιβερόν τέλος του ''έχουμε γάμο...'' έγραφε ''και δεν πρέπει να λείψη κανείς, διότι τέτοιο δεν θα ξαναϊδούμε άλλον.''

Έχουμε γάμο και δε πρέπει να λείψει κανείς!
Αυτή η φράση λοιπόν, αποδίδεται από τον Τσεβά στον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, την παραμονή ή τις παραμονές της ένδοξης μάχης του Μαυροματίου και του θανάτου του. Παράξενη φράση αλήθεια. Ποιητικά φορτισμένη. Ο πολέμαρχος Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, μεταμορφώνεται εδώ, έστω και για μια στιγμή σε ποιητή.
Όμως, είπε πραγματικά αυτή τη φράση ή ήταν μια ''ποιητική παρέμβαση'' του Τσεβά, μια αυθαίρετη εκ των υστέρων πινελιά που την χρέωσε στον Σκουρτανιώτη λίγο πριν περιγράψει το επερχόμενο δράμα; Ο ίδιος ξεκαθαρίζει εξ' αρχής, πως τη μάχη του Μαυροματίου έγραψε σύμφωνα με τις διηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων, όπως των τεσσάρων αγγελιοφόρων που έφυγαν την τελευταία στιγμή από το Μαυρομάτι, άρα ακολουθούσαν μέρες πριν τον Σκουρτανιώτη, του οπλαρχηγού Γκέλη που πήγε το ίδιο βράδυ εκεί μετά τη μάχη, του καλόγερου που βρισκόταν στο ναό και του μικρού Τάσου. Οπότε δεν έχουμε κανέναν λόγο να αμφισβητήσουμε τον Τσεβά στο συγκεκριμένο σημείο. Η φράση αυτή, πράγματι ειπώθηκε από τον Σκουρτανιώτη και μετά το δράμα συζητήθηκε από τους αυτόπτες μάρτυρες ξανά, τόσο που έφτασε στα αυτιά του ιστορικού Τσεβά 50-60 περίπου χρόνια αργότερα. 
Όμως γιατί ο Σκουρτανιώτης μίλησε τόσο αινιγματικά;
Υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου και ιδιαίτερα όταν πλησιάζει ένας απρόσμενος και τραγικός θάνατος, που μια αστραπή λάμπει ξαφνικά μέσα στο πνεύμα του. Μια λάμψη προφητική, ποιητική, ιδιαίτερη. Υπό κανονικές συνθήκες, η λέξη δε θα πρέπει να ήταν γάμος, αλλά μάχη, ή πόλεμος. Έχουμε μάχη, έχουμε πόλεμο και δεν πρέπει να λείψει κανείς! Όμως η λέξη γάμος τη στιγμή που ο Σκουρτανιώτης προσκαλεί άλλους οπλαρχηγούς και πολεμιστές κοντά του για να αντιμετωπίσουν τους σκληρούς Οθωμανούς του Ομέρ του Ευρίπου ηχεί παράξενα, μοιάζει αταίριαστη, παράταιρη. Είναι ένα αίνιγμα. Από πού κι ως πού γάμος μέσα στη φωτιά του πολέμου; Και μάλιστα γάμος που... ''τέτοιον, δεν θα ξαναϊδούμε άλλον!'';
Ναι, ο Σκουρτανιώτης έστω και για μια στιγμή μεταμορφώνεται σε ποιητή. Σε προφήτη. Δεν προσκαλεί τους οπλαρχηγούς της Βοιωτίας να είναι παρόντες σε καμία μάχη, αλλά σε γάμο. Τι γάμο αλήθεια;


....................................................


Το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου 1825, οι Οθωμανοί του Ευρίπου αφού έχουν ολοκληρώσει το φρικώδες έργο τους στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, αποσύρονται βιαστικά από τους χωμάτινους λόφους του Μαυροματίου, προς το δρόμο της Θήβας που θα τους οδηγήσει στη Χαλκίδα. Μαζί τους ίσως κουβαλούν τους νεκρούς τους -αν δε τους έθαψαν σε ομαδικό τάφο στα ψηλώματα- και ίσως κουβαλούν ακόμη και κάτι άλλο. Ένα πολύτιμο λάφυρο. Το κομμένο κεφάλι του Σκουρτανιώτη. Του μεγάλου εχθρού τους από την αρχή της επανάστασης, που προσπαθούν να τον εκδικηθούν τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Μπορεί να είχαν πολλές απώλειες σ' αυτήν τη μάχη, αλλά ο διοικητής του αποσπάσματος είναι ευχαριστημένος. Το να πάει  πεσκέσι στον Ομέρ το κεφάλι του ντεβριμτσή από τα Σκούρτα, είναι μεγάλο πράμα. Χαλάλι κι οι σκοτωμένοι. Δίπλα τους καθώς απομακρύνονται από τον τόπο του δράματος, γυαλίζουν αμυδρά στο λιγοστό φως του φεγγαριού που κάθε τόσο κρύβεται από σύννεφα, τα νερά της λίμνης της Κωπαϊδας.

...οι εχθροί απεσύρθησαν
σκότος πίπτει βαθύ
φρικιασμένος τριγύρω
κεκρυμμένος λαός
εις όρη και τρύπας

Λίγο πιο πάνω, μέσα στο εκκλησάκι της Αγια Σωτήρας, κείτονται άψυχα τα σώματα του Σκουρτανιώτη, του αδερφού του Κώτσιου, του Γιάννη Βιέννα, του Δρίτσουλα, του Λεβεντάκη και των υπολοίπων μαρτύρων πολεμιστών. Με ανοιχτά στόματα σα να γυρεύουν ακόμη απεγνωσμένα οξυγόνο, σώματα μελανά, τουμπανιασμένα, φρικώδη. Η σκεπή, οι εικόνες, το τέμπλο του ναού συνεχίζουν ακόμη να καίγονται. Οι καπνοί ανεβαίνουν στον νυχτερινό ουρανό και η θερμοκρασία μέσα στο ναό είναι ακόμη απαγορευτική για τα ανθρώπινα μέτρα. Ο καλόγερος καθισμένος στην άκρη της μάντρας του μικρού ναού, τρέμει. Αν μπορούσε κανείς να διακρίνει το πρόσωπό του μέσα στο σκοτάδι, θα ήταν ωχρό, πάνινο. Δεν μπορεί να συνέλθει ακόμη από το δράμα που έζησε. Δεν ξέρει τι να κάνει παρά στέκεται αναποφάσιστος, ακίνητος, μια μαύρη φιγούρα ριζωμένη στη μάντρα σαν αποτρόπαιο ανατριχιαστικό άγαλμα. Ένας κόμπος του έχει φράξει το λαιμό. Δεν μπορεί καν να κλάψει. Νιώθει στα κόκαλά του το κρύο της νύχτας που κατεβαίνει ακάθεκτο απ' τα βουνά μα φαίνεται να μην τον νοιάζει. Μονάχα ο μικρός Τάσος που παρακολούθησε τη φονική μάχη από τους λόφους δυτικά, τρέχει μες στο σκοτάδι να ειδοποιήσει το χωριό πως όλα τέλειωσαν, έφυγαν κι οι Τούρκοι.

Σε λίγο αρχίζουν να καταφθάνουν δειλά, οι πρώτες γυναίκες και οι άντρες του Μαυροματίου, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι. Δεν τολμούν ακόμη να πλησιάσουν τον ναό παρά κάθονται απόμερα έξω από τη μάντρα, έχοντας φράξει με τις παλάμες τα στόματα από τρόμο, μπροστά στην υποψία της τραγωδίας που κρύβουν οι πέτρινοι τοίχοι της εκκλησίας. Λίγο πολύ άλλωστε, τους είχε προετοιμάσει για το τι θα δουν και ο Τάσος. Που και που κάποια γυναίκα προσπαθεί να ψιθυρίσει κάτι, αλλά αυτό που βγαίνει είναι ένας πνιχτός λυγμός. Τίποτα σχεδόν δεν κινείται. Ούτε καν τα φύλλα των δέντρων. Όλοι και όλα τριγύρω έχουν παγώσει, κοιτάζοντας το λιγοστό πια φως που βγαίνει από τα μικρά τρίλοβα παράθυρα και τη μισάνοιχτη πόρτα του ναού από τις εναπομείνασες εστίες φωτιάς που σιγοκαίει ακόμη...

Και τότε σα να ήρθε από το πουθενά ή σα να έφθασε πετώντας μέσα από τα σύννεφα του Ελικώνα, μια ψηλόλιγνη φιγούρα γυναίκας φορώντας ένα λευκό μακρύ φόρεμα, εμφανίστηκε ξαφνικά στο ήσυχο πια προαύλιο του ναού που μέχρι πριν λίγη ώρα μαινόταν η φωτιά και οι κραυγές της μάχης. Ευθυτενής, αγέρωχη, λυγερόκορμη. Οι γυναίκες του Μαυροματίου που στέκουν φοβισμένες ακόμη μακριά, οι γέροι, ο καλόγερος και ο μικρός Τάσος που έχει επιστρέψει ξανά μαζί με τους άλλους, κοιτάζουν με δέος τη λαμπρή γυναίκα να περπατά περήφανα και μεγαλόπρεπα προς τον ναό. Μόνο όταν φτάνει, σκύβει ταπεινά για να περάσει τη χαμηλή πόρτα η πανέμορφη νύφη...

-μοναχά η δόξα απόψε τολμά
να διαβεί την θύραν σιγαλά
ταπεινά
και να έμβη εις ναόν θλιβερόν
και πικρόν
που τρίζει έτι εκ του πυρός
και προς ουρανόν μελανόν
καπνίζει ακαταπαύστως...-

Οι αγγελιοφόροι τρέχουν ακόμη λαχανιασμένοι και ειδοποιούν τους ανθρώπους. Έχουμε γάμο! Από ανατολικά φθάνει ο οπλαρχηγός Γκέλης με τους δικούς του. Κι ο Μάμαλης. Απ' το νοτιά ο Πετεινάρης. Από τη Δύση έρχεται ο Σουλιώτης Διαμαντή ή Τζήμα Ζέρβας με καμιά εκατοστή νοματαίους. Στα γύρω χωριά οι πιο τολμηροί ξεσηκώνονται για το Μαυρομάτι. Από τα Σκούρτα ο Κώτσο Βόγκλης με τον Κουκούλεζα και όλους τους άλλους. Θα περάσει κι ο Γκούρας με τον Στάθη Κατζικογιάννη. Θα μάθει εμβρόντητος κι ο Γιώργης στο Ναύπλιο το μαντάτο. Θα κινήσει κι αυτός αστραπή κατά κει. Μαζί του κι ο γραμματικός, ο Αναστάσης Θεοδωριάδης. Κι άλλοι. Κι άλλοι πολλοί γυναίκες κι άντρες θα φτάσουν και θα φτάνουν απ' όλα τα μέρη και τους χρόνους, στη μικρή εκκλησία όπου έγινε ο γάμος. Στην Αγια Σωτήρα στο Μαυρομάτι!

''Έχουμε γάμο και δεν πρέπει να λείψει κανείς!''

Αυτόν τον γάμο εννοούσε λοιπόν. Τον γάμο του με τη δόξα...


Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

ΣΠΑΝΙΟ ΥΛΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙ ΤΟ 1930, ΓΙΑ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗ


(πατήστε πάνω σε κάθε φωτογραφία, για μεγέθυνση)














Από τη σελίδα thiva old fotografy και από τον χρήστη Egripos Copaidas (τους ευχαριστούμε για την άδειά τους να τα δημοσιεύσουμε εδώ), πήραμε το πολύ ενδιαφέρον αυτό φωτογραφικό υλικό από την εφημερίδα ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ του Λαχανοκάρδη τον Μάιο του 1930. Στο σπάνιο αυτό ντοκουμέντο, βλέπουμε πώς εορτάστηκαν τα 100 χρόνια της επανάστασης και πώς τιμήθηκε η θυσία του Αθανασίου Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι Θηβώντην εποχή εκείνη πριν 90 χρόνια. Το υλικό το εξετάζουμε και το αξιολογούμε...



Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

ΒΙΝΤΕΟ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΩΤΗΡΑ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ





Η λήψη έγινε το καλοκαίρι του 2008

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Η ΠΕΡΙΕΡΓΗ ''ΕΞΟΡΙΑ'' ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΚΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΟΥ ''ΓΚΟΒΕΡΝΟ ΜΙΛΙΤΑΡΕ''




Εδώ και δεκατέσσερα χρόνια, ερευνώ τον ήρωα της ελληνικής επανάστασης Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, που βρήκε μαζί με άλλα πενήντα περίπου παλικάρια, μαρτυρικό θάνατο στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Μαυρομάτι Θηβών στις 3 Νοεμβρίου του 1825, πολεμώντας επτακοσίους περίπου Τούρκους του Ευρίπου. Πρόκειται περί ενός εκκωφαντικού ολοκαυτώματος, ισάξιου με το ολοκαύτωμα του Σαμουήλ ή του Αρκαδίου. Αφού οι Έλληνες πολεμιστές αμύνθηκαν γενναία -σε πρώτη φάση κρατώντας τη μάνδρα γύρω από το ναό- απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις προκαλώντας τους μάλιστα ανυπολόγιστη φθορά, στο τέλος δίχως μπαρουτόβολα πια αναγκάστηκαν να καταφύγουν μέσα στο ναό όπου εν τέλει απεπνίγησαν και κατακάηκαν όλοι μέχρι ενός, όταν οι Οθωμανοί έριξαν από τη στέγη οβούζια, αναμμένα φουσέκια, ρετσίνια και άλλες εύφλεκτες ύλες. 

Πρόκειται περί μιας τεράστιας θυσίας που δυστυχώς έχει αποσιωπηθεί από την επίσημη ιστορία. Σήμερα όμως προσεγγίζοντας ξανά το γεγονός, κατανοούμε ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ μεγάλο. Γιατί γνωρίζουμε πια, πως ο Σκουρτανιώτης αποφάσισε να μπει σ' αυτήν τη μάχη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι είναι χαμένη, επιδιώκοντας ηθική και όχι υλική νίκη, όπως ακριβώς ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες. 
Η άποψη πως η μάχη και το ολοκαύτωμα Μαυροματίου λησμονήθηκαν τυχαία από την επίσημη ιστορία, επειδή τάχα τέτοια γεγονότα ήταν συνηθισμένα εκείνη την εποχή, είναι παντελώς αβάσιμη, παράλογη και ανιστόρητη. Κανένα πολεμικό γεγονός με τέτοιες ηθικές προεκτάσεις, δεν έχει λησμονηθεί από την επίσημη ιστορία! Ούτε ένα! Δεν είναι σε καμιά περίπτωση τυχαίο το γεγονός, σαράντα δύο παλικάρια να πολεμούν με τέτοιο πείσμα, ενάντια σε επτακόσιους πεζούς και καβαλάρηδες οπλισμένους σαν αστακούς Οθωμανούς, να πέφτουν όλοι μέχρι ενός και μάλιστα με τέτοιον φρικτό τρόπο. Ποιο άλλο τέτοιο γεγονός λησμονήθηκε τόσο αλόγιστα από την επίσημη ιστορία; Γι' αυτό είναι δικαιολογημένες και εύλογες οι απορίες όσων έχουν εντρυφήσει έστω και στο ελάχιστο στη μάχη του Μαυροματίου. 
Αλήθεια, γιατί αποσιωπήθηκε αυτή η μάχη;


Δέκα τέσσερα ολόκληρα χρόνια, προσπάθησα να μη πω κακιά κουβέντα, να σταθώ στη μέση, να διατηρήσω την ουδετερότητα του ιστορικού ερευνητή, προσπάθησα ακόμη να δικαιολογήσω κάποιες αποφάσεις του Κωλέττη ως επιβεβλημένες από τις συνθήκες, όμως τόσα χρόνια έρευνας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και σε βιβλία ιστορικά της εποχής, καθώς και τα στοιχεία που αποκόμισα απ' αυτήν την χρόνια έρευνα, νομίζω ότι όχι μόνο μου δίνουν το δικαίωμα, αλλά με αναγκάζουν πια να απαντήσω. Η μάχη του Μαυροματίου αποσιωπήθηκε, γιατί ήθελε να αποσιωπηθεί ο Κωλέττης! Γιατί το γεγονός, δεν έχει μόνο ηθικές αλλά και πολιτικές προεκτάσεις!

Όπως προκύπτει από την έρευνά μου, μεγάλη ευθύνη για την αποδυνάμωση του στρατιωτικού Σώματος Σκουρτανιώτη, άρα και της καταστροφής του από τα Οθωμανικά στρατεύματα του Ομέρ του Ευρίπου, φέρει ο Κωλέττης, αφού μέσα σε τέσσερις μήνες -από το Οκτώβριο του 1824 μέχρι τον Ιανουάριο του 1825- μείωσε με δικές του διαταγές και ευθύνη το στρατιωτικό Σώμα του Σκουρτανιώτη, από 430 που είχε το καλοκαίρι του 1824 σε μόλις 50, χωρίς να δίνει καμία σημασία στις αλλεπάλληλες εκκλήσεις του καπετάνιου για αύξηση της δύναμής του. Και οι εκκλήσεις του ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένες. Γιατί είχε να εποπτεύει μ' αυτούς τους 50 άντρες, μια τεράστια περιοχή που άρχιζε από τον Μαραθώνα, Καπανδρίτι, Κάλαμο, Ωρωπό, Δήλεσι και συνέχιζε στον Αυλώνα, Εύριπο, Χάλια, Ανηφορίτη, Δερβενοχώρια, στρατόπεδο Αέρος στα Γεράνεια όρη, Μέγαρα, Κάζα, Θήβα, όλες τις βόρειες παρυφές του Κιθαιρώνα, μέχρι την Πέτρα Βοιωτίας -για να μη πούμε και για τις εκκλήσεις των προκρίτων Σαλώνων, οι οποίοι τον ζητούσαν απεγνωσμένα και στα Σάλωνα. Η απόφαση λοιπόν του Κωλέττη να αφήσει τον Σκουρτανιώτη μονάχα με 50 άντρες σ' αυτήν την τεράστια και άκρως επικίνδυνη περιοχή, που οθωμανικά στρατεύματα μπορούσαν να κατέβουν ανά πάσα στιγμή από τα Σάλωνα, αλλά που την ταλαιπωρούσαν κυρίως οι καθημερινές σχεδόν έξοδοι στρατευμάτων του Ομέρ πασά του Ευρίπου, με επτακόσιους ή χίλιους πολεμικούς άντρες κάθε φορά, μονάχα εγκληματική και μάλιστα εσκεμμένα εγκληματική μπορεί να χαρακτηριστεί.


Ι. Κωλέττης
Ο Κωλέττης αποφάσισε ξαφνικά το Φθινόπωρο του 1824 να ''μικρύνει'' τον Σκουρτανιώτη. Αργότερα να τον εξοντώσει. Στο πρόσωπο του Σκουρτανιώτη ο Κωλέττης είχε διακρίνει έναν ατίθασο και υπό εκκόλαψη νέο Ανδρούτσο. Στον Β' εμφύλιο στην Πελοπόννησο που έμειναν αρκετές ημέρες μαζί και τον γνώρισε καλύτερα από κοντά, ενισχύθηκε αυτή η άποψή του. Ένα μήνα αργότερα, αμέσως μετά τα γεγονότα της λήξης του εμφυλίου, του μειώνει το στράτευμα σε 50. Το ευχαριστώ που συμμετείχε στον εμφύλιο. Και δε του ξαναδίδει πια μισθούς. Όπως οδήγησε με μαεστρικό τρόπο τον Ανδρούτσο στην αγκαλιά των Τούρκων, ώστε να χαρακτηριστεί προδότης και να τον δολοφονήσει με τις ευλογίες σχεδόν της κοινής γνώμης, έτσι οδηγεί αργά και μεθοδικά τον Σκουρτανιώτη στη στρατιωτική του αποδυνάμωση, στην οικονομική κατάρρευση, στη στρατιωτική και προσωπική του αποκαθήλωση και τέλος ακόμη και στη φυσική του εξόντωση. Για τον Κωλέττη, έπρεπε εκείνη την εποχή να εξαφανιστεί κάθε ίχνος στρατιωτικής απείθειας. Να κοπεί κάθε κεφάλι που ξεχωρίζει. Να ξεμπερδέψει μια για πάντα με το ''γκοβέρνο μιλιτάρε'', με την ευρύτερη έννοια του όρου. Ο άνθρωπος ήταν αδίστακτος και έχω αποδείξεις γι' αυτό. Πιθανότατα να προκάλεσε και ο ίδιος τη μάχη του Μαυροματίου! 
Και δε μιλώ στην τύχη...

Έναν μήνα μόλις πριν το ολοκαύτωμα Μαυροματίου, σε μια σκληρή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και την κυβέρνηση σχετικά με την κατακράτηση από μέρους του των εθνικών εισοδημάτων της περιοχής των Θηβών -ενέργεια από τη μια συνήθης για τους οπλαρχηγούς της εποχής, από την άλλη και ενέργεια απελπισίας αφού δεν μπορούσε να θρέψει το στράτευμά του διαφορετικά μιας και δεν του έδιναν τους μισθούς των αντρών του εδώ και ένα χρόνο- το υπουργείο πολέμου τον προειδοποιεί και τον απειλεί: ''... επειδή αν απειθήσεις ήξευρε καλώς, ότι το υπουργείον χωρίς αναβολήν, θέλει φερθεί προς εσέ διαφορετικώς...εν Ναυπλίω τη 29η Σεπτεμβρίου 1825''. Την ίδια εποχή επίσης, ο Κωλέττης βάζει τον παραστάτη Θηβών Βρυζάκη, να γράψει μια επιστολή-κόλαφο προς την κυβέρνηση εναντίον του Σκουρτανιώτη και να ζητήσει την αντικατάστασή του. Σε μια εποχή που όλοι οι οπλαρχηγοί της Στερεάς και του Μοριά έχουν υποκύψει, που ο Ανδρούτσος ήταν ήδη πέντε μήνες νεκρός, που όλοι οι στρατιωτικοί -ακόμη και ο μεγάλος Κολοκοτρώνης- είχαν προσκυνήσει την κυβέρνηση και ο Καραϊσκάκης εδώ κι ένα χρόνο είναι ευπειθής παρά τη δολοφονία του Ανδρούτσου, γιατί θέλει το ντεσκερέ που του δίνει τα Άγραφα, ο μόνος που σηκώνει κεφάλι -έστω και από απόγνωση- και έρχεται σε αντιπαράθεση μαζί της είναι ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης. Αντιλαμβανόμενος πια την καταστροφική πολιτική που ασκεί πάνω του ο Κωλέττης, αντιδρά. Επισκέπτεται τον έπαρχο Θηβών Αθανάσιο Οικονόμου και έξαλλος βρίζει με πολύ σκληρά λόγια τους ιθύνοντες και την κυβέρνηση. Ο Αθανάσιος Οικονόμου ειδοποιεί φυσικά άμεσα τον προϊστάμενό του έπαρχο Σαλώνων -ειδικά διορισμένο από την κυβέρνηση λίγους μήνες πριν για να συνδράμει στο κυνήγι των αντικυβερνητικών στρατιωτικών και ιδιαίτερα του Ανδρούτσου- Παναγιώτη Λοιδορίκη κι εκείνος με τη σειρά του ενημερώνει το Ναύπλιο...
''...ύβρισε και Δημογέροντες και Έπαρχον και Διοίκησιν με τας πλέον αναιδείς εκφράσεις...''... 
Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, αποτελεί τελειωτικά ξένο σώμα για την κυβέρνηση. Όχι μόνο είναι απόκληρος, αλλά πρέπει να βγει κιόλας από τη μέση. Αλλιώς θα έδινε το κακό παράδειγμα ξανά στους στρατιωτικούς, που οι πολιτικοί πάλευαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια να τους χειραγωγήσουν και επιτέλους το είχαν καταφέρει. Τα εθνικά εισοδήματα των επαρχιών, ανήκαν πια στην κυβέρνηση και όχι στις τοπικές δημογεροντίες όπως γινόταν μέχρι τότε. Η πράξη του Σκουρτανιώτη να κατακρατήσει μέρος των εισοδημάτων της επαρχίας του, για να εξασφαλίσει κάποιους μισθούς των αντρών του -έστω κι αν αυτό αποτελούσε παραδοσιακή συνήθεια μέχρι τότε- θεωρούνταν πια τεράστια πολιτική και οικονομική βλασφημία. Πέρα από αυτό, ο Σκουρτανιώτης εξύβρισε την κυβέρνηση! Ήταν πια απειθής. Εξελισσόταν σε νέο Ανδρούτσο! Έδειχνε το κακό παράδειγμα και έπρεπε να παταχθεί άμεσα και ανελέητα!
Όλα αυτά ένα περίπου μήνα πριν το Μαυρομάτι... 

Νάταν άραγε η ξαφνική και μη αναμενόμενη εμφάνιση των Τούρκων στα ψηλώματα του Μαυροματίου η απάντηση της κυβέρνησης; Να ήταν άραγε η ξαφνική εμφάνισή τους στην Αγια Σωτήρα η πραγματοποίηση της απειλής ''το υπουργείον θέλει φερθεί προς εσέ διαφορετικώς'';;; Ποιος ο ρόλος του αμφιλεγόμενου Δρίτσουλα τελικά σ' αυτήν την υπόθεση; Γιατί αν το δούμε με ψυχρή εντελώς ματιά, αυτός ήταν που πήρε τους Τούρκους από τον κάμπο ενώ όδευαν προς τη Λειβαδιά και τους έφερε πάλι πίσω και καταπάνω στον Σκουρτανιώτη! Αυτός ήταν που επέμενε τόσο έντονα να παραμείνει και να δώσει μάχη. Αυτός ήταν που επέμενε πως οι Τούρκοι ήταν μονάχα διακόσιοι, ενώ ήταν επτακόσιοι!

Γιάννης Δρίτσουλας

Και για να πάω ακόμη πιο πέρα. Ποιος ήταν ο ρόλος του Γκούρα -που δε βρισκόταν πολύ μακριά από το Μαυρομάτι εκείνες τις ημέρες, αλλά κάπου ανάμεσα στα Σάλωνα και τη Δομβραίνα και είχε  υπό την σκέπη του -από τις αρχές Μαρτίου του 1825- το άλλοτε κακό ορφανό του Ανδρούτσου, Γιάννη Δρίτσουλα; Μήπως δεν ήταν ο Γκούρας το μακρύ χέρι, ο εντολοδόχος και ο εκτελεστής όλης της βρώμικης δουλειάς του Κωλέττη;; Όσο για τα κροκοδείλια δάκρυα στην επιστολή του προς την κυβέρνηση για τη μάχη του Μαυροματίου ''...συμβάν ανέλπιστον και λυπηρότατον...'' τα έχουμε ξαναδεί αυτά τα δάκρυα στις επίσημες επιστολές του για τον θάνατο του Ανδρούτσου, ενώ είχε διατάξει ο ίδιος αυτόν τον θάνατο. Ο Γκούρας ακόμη κι αν συμπαθούσε τον Σκουρτανιώτη, δε θα δίσταζε να εκτελέσει διαταγή του Κωλέττη. Ήταν το σπαθί και ο εκτελεστής των εντολών της κυβέρνησης. Ακόμη και των βρώμικων εντολών. Τίποτα προσωπικό, δουλειά ήταν. Τόσο σκληρά, επώδυνα και αντιφατικά ήταν τα πράγματα και οι σχέσεις μεταξύ των πολεμιστών, σ' αυτήν την αιματοβαμμένη επανάσταση.
Και ακόμη, ποιος ήταν ο ρόλος του ουρανοκατέβατου στη μάχη Μαυροματίου Αναστάση Λεβεντάκη, που ο Στάθης Κατσικογιάννης, ο εξ' απορρήτων υπαρχηγός και το alter ego του Γκούρα, τον συστήνει λίγους μήνες πριν στον Κωλέττη για να τον χρησιμοποιήσει όπως θέλει και να του κάνει ''τα θελήματα'';... ''... ...αυτού έρχεται ο εξάδελφός μου αναστάσης λεβεντάκης ο οποίος είναι άξιος .......................... διωρίζοντάς τον όπου αγαπάτε και κοντά οπού θέλει σας χρησιμεύση...''

Όμως, μήπως αδικούμε τον Κωλέττη; Μήπως του έχουμε προσάψει άδικα τον τίτλο του ''μεγάλου αδελφού'', του αδίστακτου ραδιούργου και του εντολέα δολοφονιών; Ήταν πράγματι έτσι ή μήπως είναι θύμα μιας παράλογης συνωμοσιολαγνείας; Έχουμε αποδείξεις ότι πράγματι διέταζε δολοφονίες ή είναι όλα μονάχα εικασίες;
Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι βρώμικες εντολές, δίδονταν ''στοματικώς''. Δηλαδή προφορικά, με ειδικούς και πολύ έμπιστους απεσταλμένους, για να μην αφήνουν ίχνη και να μην υπάρχουν αποδείξεις. Έτσι, είναι πολύ δύσκολο να βρούμε σήμερα αποδείξεις βρώμικων εντολών και συνήθως τα συμπεράσματα τα βγάζουμε μετέπειτα, από τη λογική εξήγηση των περιστατικών και γεγονότων.
Ωστόσο, η αφέλεια του Στάθη Κατσικογιάννη τον Φεβρουάριο του 1825, μας έχει δώσει ένα μοναδικό ντοκουμέντο για το ποιόν του ανδρός Ιωάννου Κωλέττη. Το έγγραφο, το βρήκα στα ΓΑΚ και απ' όσο ξέρω τουλάχιστον, παρουσιάζεται για πρώτη φορά σήμερα.
Βρισκόμαστε στον Φεβρουάριο του 1825. Ο Β' εμφύλιος έχει τελειώσει, ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι αντίπαλοι του Κωλέττη είναι σε φυλακή στην Ύδρα και η κυβέρνηση είναι ελεύθερη πια να στρέψει ολοκληρωτικά την προσοχή της στον επόμενο κίνδυνο γι' αυτήν, που ακούει στο όνομα Οδυσσέας Ανδρούτσος. Η κυβέρνηση έχει δώσει εντολή στον Γιάννη Γκούρα να συνάξει στρατεύματα και να κινηθεί εναντίον του. Όμως παράλληλα με αυτά, ο Γκούρας στέλνει τον έμπιστό του Στάθη Κατσικογιάννη στην Πελοπόννησο να συναντηθεί με τον Κωλέττη και να λάβει περαιτέρω ή κρυφές εντολές. Ο Στάθης Κατσικογιάννης από την Τριπολιτσά, αμέσως μετά τη συνάντηση με τον Κωλέττη, στέλνει μια επιστολή σε κάποιον καπετάν Αναστάση από την Πέρα Χώρα της Κορίνθου, όπου του μεταφέρει επ' ακριβώς το σχέδιο του Κωλέττη. Παρακαλώ, διαβάστε με προσοχή...

αδελφέ μου καπετάν αναστάση αδελφικώς ασπάζομαι

''............ λοιπόν εγώ ομίλησα με τον εκλαμπρότατον κύριον κολέττην .................. αυτά όμως μας είπεν, ότι άμα οπού λάβεις το παρόν μου να κάμης όσους ανθρώπους ημπορέσης τριάντα σαράντα πενήντα και να περάσης πέρα αμέσως και να πας στον δυσσέα να γραφθής κοντά του και διά λουφέδες μη παρακάνης τζεφάδες (παζάρια) όσα σου δώσει ας σου δώσει, και όταν λάβης τον καιρόν σκότωσέ τον.........'' (!!!!)

Να που δεν ήμαστε λοιπόν συνωμοσιολάγνοι. Ίσως είναι το μοναδικό γραπτό ντοκουμέντο μέσα στον ωκεανό των εγγράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους, οπού ενοχοποιεί απροκάλυπτα τον Κωλέττη για σαφή εντολή δολοφονίας του Ανδρούτσου από Έλληνες και μάλιστα με πανούργο σχέδιο. Να γραφεί ο καπετάν Αναστάσης με τους άντρες του  ως φίλος στη δύναμη του Ανδρούτσου και μόλις βρει την ευκαιρία να τον σκοτώσει πισώπλατα! Στο ίδιο γράμμα ο Στάθης Κατσικογιάννης, διευκρινίζει πως η διοίκηση μετά απ' αυτό θα τον κάνει στρατηγό!

''... και η διοίκησις θέλει σε τιμήση καθώς πρέπει οπού να σε κάμη και στρατηγόν, σε κουβεντιάζει και ο παπάς στοματικά...''

Να και το ''στοματικά'' που λέγαμε. Ο Στάθης Κατσικογιάννης μέσα στην αφέλειά του έγραψε όλα αυτά, ενώ μπορούσε να τα μεταφέρει προφορικά στον καπετάν Αναστάση ο απεσταλμένος παπάς,  η επιστολή που απευθυνόταν στον καπετάν Αναστάση ως διά μαγείας σώθηκε και έτσι μας χαρίστηκε μια πολύτιμη και τρανή απόδειξη που φωτίζει τη μεγάλη αλήθεια της εποχής. Ο Κωλέττης όντως διέταζε δολοφονίες Ελλήνων και τα έμπιστα εκτελεστικά του όργανα, ήταν ο Γκούρας και ο Στάθης Κατσικογιάννης. Και δυστυχώς ο Σκουρτανιώτης τον Αύγουστο και το Φθινόπωρο του 1825, όταν αποφασίζει να σηκώσει μπαϊράκι εναντίον της κυβέρνησης, ήταν παγιδευμένος σ' αυτό το επικίνδυνο δολοφονικό τρίγωνο.
Υπάρχει και ένα πολύ περίεργο γράμμα του Στάθη Κατζικογιάννη, τρεις περίπου μήνες αργότερα από την καταστροφή του Μαυροματίου... ''Εκλαμπρότατε ...... είδον δε, ότι να μην έχω καμμίαν αμφιβολίαν διότι τα πράγματα θέλουν γίνει καθώς διά στόματος ομιλήσαμεν, πρέπει καθώς και άλλοτε να μην αθετήσης τας όσας ομιλίας εκάμαμεν και τα όσα με υπεσχέθης. Έως τώρα υπέμεινα ουκ ολίγον αλλά δεν είδον κανέν από τα όσα ομιλίσαμεν. τα της εκλαμπρότης σου εκτέλεσες κατά τον σκοπόν σου. εμέ δεν με ενθυμήθης. έχω όμως χρηστάς ελπίδας ότι δεν θέλεις αθετήση τας υποσχέσεις σου......... θέλει σας ομιλήση και ο άνθρωπός μου στοματικώς περί πάντων
8 φεβρουαριου 1826 από χώστια/ο ειλικρινής σας φίλος στάθης κατζικογιάννης'' Τι άραγε έχουν μιλήσει στοματικώς και κρυφά ο Κωλέττης με τον Στάθη Κατζικογιάννη;; Η υπόθεση του Ανδρούτσου είναι πολύ μακρινή πια και ο Κατσικογιάννης δεν είχε καμία συνέργεια στον θάνατό του στην Ακρόπολη. Ποια λοιπόν είναι η υπόσχεση που δεν πρέπει να αθετήσει ο Κωλέττης και για ποια ''εκδούλευση'' είναι ανταμοιβή αυτή η υπόσχεση; Τι είναι αυτά που ο Κωλέττης έκανε ''κατά τον σκοπόν του'' και δε θυμήθηκε ακόμη τον Κατζικογιάννη; Γιατί όλα αυτά ακούγονται σαν επικαλυμμένη, ευγενική απειλή ανθρώπου που έχει ράμματα για τη γούνα του άλλου και γνωρίζει πράγματα που τον ενοχοποιούν; Γιατί δεν τα γράφει φανερά στο χαρτί ο Κατσικογιάννης; Και γιατί στέλνει έμπιστο άνθρωπο να μιλήσει στοματικά; Για ποιο ανίερο έργο θέλει να πληρωθεί; Ποια είναι η σχέση του Στάθη Κατζικογιάννη με τον... Δρίτσουλα;;;; Μα σ' αυτόν προσέπεσε ο Δρίτσουλας όταν ο αρχηγός του ο Ανδρούτσος άρχισε να χάνει το παιχνίδι... ''Προχθές μου ήρθε και ο Δρίτσουλας...'' γράφει στην κυβέρνηση ο Κατσικογιάννης. Κωλέττης, Κατζικογιάννης, Δρίτσουλας, Λεβεντάκης. Μήπως ενώνουμε σιγά σιγά τα κομμάτια μιας από τις πιο σκοτεινές μάχες της ελληνικής επανάστασης;

Ο ύποπτος ρόλος του Δρίτσουλα άλλωστε, δεν έχει περάσει απαρατήρητος ούτε από τον Αντώνη Α. Βασιλείου. Στο βιβλίο του ''Δέκα ανέκδοτες επιστολές του Οδ. Ανδρούτσου στον Γεωργάκη Παγώνα'' γράφει...

''... Τα γεγονότα τούτα είναι κατοπινά, 26 Οκτωβρίου 1825, αλλά δε θα τ’ ανέφερα εάν μέσα σ’ αυτά δεν ήταν μπλεγμένο τ’ όνομα ενός Δρίτσουλα, από τα πρωτοπαλήκαρα του Ανδρούτσου, που ξαφνικά βρίσκεται ν’ ακολουθεί τον Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι.
Στις 14 του Μάρτη έφθασε κι ο Γκούρας στη Λειβαδιά. Άγνωστο με τι τρόπο κατάφερε τους καπεταναίους Τρίτσουλα, Γιάννη Παππά και Μαριωτίνη ν’ αφήσουν τον αρχηγό τους Οδυσσέα (ο τρόπος σε μένα τουλάχιστον είναι γνωστός πια, αφού έχω βρει στα ΓΑΚ το αντίστοιχο έγγραφο)
Έγινε κυβερνητικός λοιπόν ο Τρίτσουλας ή Δρίτσουλας, για να συνεχίση το προδοτικό του έργο εναντίον όλων όσων παρέμειναν πιστοί στον Αρχηγό και μεταξύ αυτών ήταν και ο Σκουρτανιώτης (στο συγκεκριμένο λανθάνει ο Βασιλείου, από τα μέχρι τώρα στοιχεία δεν προκύπτει από πουθενά πως ο Σκουρτανιώτης είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τον Ανδρούτσο, ή πως τον θεωρούσε αρχηγό. Από την πλευρά του δεν ήθελε καν να είναι απειθής απέναντι στην κυβέρνηση, απλά αντέδρασε και σήκωσε κεφάλι όταν συνειδητοποίησε πως το ''μπλέξιμό'' του με την κυβέρνηση και τον Κωλέττη, τον είχαν οδηγήσει μέσα σε ενάμισι χρόνο, στον οικονομικό και στρατιωτικό του αφανισμό) Γράφει ο ιστορικός των Θηβών, ότι «ο Δρίτσουλας αντέστη, θερμώς παρακαλών τον Σκουρτανιώτη να μη φύγωσι και βεβαιών αυτόν ότι δε θα είναι περισσότεροι των 150-200, οι μέλλοντες να επιτεθούν κατ’ αυτών Τούρκοι. Τώρα πώς ο Δρίτσουλας βρέθηκε ανάμεσα στους σκοτωμένους της Εκκλησίας, είναι άλλο ζήτημα, ας το βρη ο ιστορικός... ''

Νάταν λοιπόν ο άτυχος και στοχοποιημένος οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, το τελευταίο θύμα αυτού του κύκλου βίας και αίματος που είχε αρχίσει ο Κωλέττης με το ανήλεο κυνήγι των ''ιδιαίτερων'' στρατιωτικών, τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, τις φυλακίσεις τόσων Πελοποννήσιων αρχηγών και αυτού ακόμη του Κολοκοτρώνη μέχρι την άνανδρη δολοφονία του Ανδρούτσου στην Ακρόπολη; Μήπως έξι μήνες πριν, η κυβέρνηση δεν είχε φυλακίσει στο Ναύπλιο τον αδερφό του Αθανασίου Σκουρτανιώτη, Γεώργιο, μαζί με τον έμπιστο ιερέα και ξάδελφό τους παπαθανάση από το Δερβενοσάλεσι (σημερινή Πύλη), κατηγορώντας τους πως βρίσκονταν σε μυστικές συνεννοήσεις με τον Ανδρούτσο;;; Ναι, υπάρχουν βάσιμες υποψίες προδοσίας στο Μαυρομάτι, προδοσία για την οποία μιλά απερίφραστα και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του...''...και τον γενναῖον ἀγωνιστῆ Σκουρτανιώτη τον Θανάση με σαράντα ἀνθρώπους ποιος τον πρόδωσε εἰς τους Τούρκους και τους κάψαν ὅλους σε μίαν ἐκκλησιά;''.

Όσο κι αν προσπαθούμε λοιπόν να αποστρέψουμε τα μάτια από την αλήθεια, όσο κι αν προσπαθούμε να πιστέψουμε πως όλα είναι καλά, να αγνοήσουμε ακόμη και τον Μακρυγιάννη, όσο κι αν επιμένουμε να βλέπουμε στη μάχη του Μαυροματίου μονάχα την εθνική της πλευρά και να την αναλύουμε ως μια περήφανη και περίφημη μάχη ανάμεσα  σε Έλληνες και Οθωμανούς, τελικά δεν είναι μόνο αυτό. Τα κρίσιμα ερωτήματα αυτής της μάχης και οι εμφανέστατες γύρω μας ενδείξεις πάντα θα κραυγάζουν, πάντα θα στρέφουν το πρόσωπό μας μέχρι να δούμε την πραγματική της διάσταση. Ο Κωλέττης πρόσφερε ως Ιφιγένειες τον Σκουρτανιώτη και τους άντρες του στα σπαθιά και τη φωτιά του Ομέρ, για να ξεμπερδεύει και με το τελευταίο στρατιωτικό οχυρό αντίστασης απέναντι στη κυβερνητική εξουσία, για να εξαφανίσει και το τελευταίο ίχνος στρατιωτικής απείθειας και κατ' επέκταση να αφανίσει μια για πάντα τον παλαιό κόσμο των κοινών και να γεννήσει έναν άλλον. Αυτόν της ολιγαρχίας μιας μικρής δράκας πολιτικών, που θα είχαν ξεμπερδέψει μια για πάντα με τους στρατιωτικούς και θα αλώνιζαν ασύδοτοι στο νέο συγκεντρωτικό κράτος.

Η βαριά σκιά του τα επόμενα είκοσι περίπου χρόνια ενεργού συμμετοχής στις κυβερνήσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, επηρέασε τους πρώτους ιστορικούς, ώστε να τηρήσουν σιγή για το ηχηρότατο κατά άλλα ολοκαύτωμα Μαυροματίου και να αποκρύψουν τις μεγάλες ευθύνες του πανίσχυρου τότε πολιτικού ανδρός. Έτσι, το όνομα ''Σκουρτανιώτης'' μπήκε σε περίεργη καραντίνα και η συγκεκριμένη μάχη στον πάγο. Οι επόμενοι ιστορικοί, ακολουθώντας την εύκολη οδό να στηρίζονται μονάχα στους προηγούμενους χωρίς να πραγματοποιούν σχεδόν ποτέ καμία πρωτογενή έρευνα, συνέχισαν άθελά τους την εγκληματική αποσιώπηση. Έτσι η μάχη Μαυροματίου για πολλά χρόνια παρέμενε ένα τοπικό μονάχα θέμα που αφορούσε ελάχιστους παράγοντες των Θηβών, του Μαυροματίου, των Σκούρτων ή κάποιους απόγονους του καπετάνιου στις Μουσταφάδες. Ή ασχολήθηκαν μαζί της μονάχα περιφερειακοί ιστορικοί ερευνητές, όπως ο Τσεβάς. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα κινδύνεψε να λησμονηθεί παντελώς, αυτό το πολεμικό γεγονός, που όμως δεν πέρασε απαρατήρητο στην εποχή του. Έχουμε αποδείξεις, πως το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη δημιούργησε ψιθύρους, αντιδράσεις και τριγμούς στην κυβέρνηση, οι οποίες όμως δεν ξεπέρασαν τους τέσσερις τοίχους του υπουργείου πολέμου ή τους διαδρόμους της τότε Βουλής στο Ναύπλιο. Απεκρύβησαν γρήγορα και δεν πήραν μεγάλες διαστάσεις. Μονάχα κάποιες διαταγές που αντέδρασαν πεισματικά στη θέληση του Κωλέττη τότε και μάλιστα ακύρωσαν δικές του διαταγές για το θέμα του αντικαταστάτη του Σκουρτανιώτη, μαρτυρούν πόσο είχαν οργιστεί μαζί του κάποιοι μέσα από την κυβέρνηση εκείνη την εποχή, για τον χειρισμό συνολικά της ''υπόθεσης Σκουρτανιώτη''.
Αυτή η περίεργη και χρόνια αποσιώπηση λοιπόν της μάχης του Μαυροματίου, μόνο ως ένδειξη ή ακόμη και απόδειξη ενοχής μπορεί να εκληφθεί.

Το ολοκαύτωμα Μαυροματίου δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός, δεν είναι απλά άλλη μια χαμένη και καταστροφική μάχη όπως νομίζαμε μέχρι σήμερα, αλλά το εκκωφαντικό τέλος ενός ιδιαίτερου εμφυλίου πολέμου. Στη μάχη του Μαυροματίου συμπυκνώνονται τα ιερά και τα ανίερα, το φως και το σκοτάδι, όλες οι αντιφάσεις της επανάστασης του 1821. Ο Σκουρτανιώτης με τους άντρες του, δεν είναι μόνο οι ήρωες ενός εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου, δεν είναι μόνο οι σκληροί στρατιώτες που πολέμησαν λυσσαλέα έναντι υπέρτερων εχθρών και έδωσαν τη ζωή τους σε μια ''θερμοπυλική'' μάχη, αλλά και τα τελευταία θύματα της θανατηφόρας διαμάχης μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, διαμάχη που έχει αρχίσει από την Άνοιξη του 1822 με κύριο σταθμό και αφετηρία τις δολοφονίες του Νούτσου και Παλάσκα.
Παρεμπιπτόντως, ο Δρίτσουλας ήταν καθοριστικός συμμέτοχος και στις δολοφονίες του Νούτσου και του Παλάσκα, αλλά και στο ολοκαύτωμα του Μαυροματίου. Και στην αρχή δηλαδή, αλλά και στο τέλος αυτού του ιδιαίτερου εμφυλίου, που συνυπάρχει παράλληλα -άλλοτε ορατά, άλλοτε αδιόρατα- με τους άλλους δύο γνωστούς εμφυλίους. Ο Σκουρτανιώτης είναι ο τελευταίος στρατιωτικός που υψώνει έστω και τη τελευταία στιγμή, το ανάστημά του απέναντι στην κυβέρνηση. Μετά το Μαυρομάτι, δεν υπάρχει κανείς άτακτος οπλαρχηγός να σταθεί ορθός απέναντι στους πολιτικούς. Όλοι έχουν υποκύψει. Μεσολογγίτες και Σουλιώτες. Στερεοελλαδίτες και Πελοποννήσιοι. Βεΐκοι και Τζαβελαίοι. Ίσκοι και Καραϊσκοι. Μποτσαραίοι και Γιολτάσηδες. Ράγκοι και Ρούκηδες. Κολοκοτρωναίοι και Νοταράδες. Ζαϊμηδες και Σισίνηδες. Όλοι έχουν γονατίσει και φιλούν την άκρη της φουστανέλας του Κωλέττη και το γαντοφορεμένο χέρι του Μαυροκορδάτου. Οι πολιτικοί με τα δάνεια και τα χρήματα, ισοπέδωσαν εντελώς ''το γκοβέρνο μιλιτάρε'' μαζί με τον κόσμο που αυτό κουβαλούσε μέσα του.

Μετά το Μαυρομάτι, οδεύουμε οριστικά προς μια συγκεντρωτική εξουσία στο υπό σύσταση κράτος και η Ελλάδα προσανατολίζεται προς το πολιτικό πρότυπο που το κέντρο απορροφά όλες τις εξουσίες και τις οικονομικές απολαβές από τα διάφορα τμήματά του. Τα εθνικά εισοδήματα των επαρχιών συγκεντρώνονται πια προς το κέντρο, στα χέρια των ολίγων της εξουσίας και αυτοί έχουν το δικαίωμα και τη δύναμη να τα κατανείμουν όπως και όπου θέλουν. Πολλές φορές, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Από το Μαυρομάτι και πέρα, οι οπλαρχηγοί χάνουν εντελώς την όποια ανεξαρτησία τους. Κανείς απ' αυτούς δεν έχει δικαίωμα να τρέφεται από τα εισοδήματα της επαρχίας του και τις τοπικές δημογεροντίες, εκτός κι αν το επιτρέψει η κεντρική κυβέρνηση. Οι επαρχίες χάνουν τη μέχρι πρότινος δύναμή τους, παύουν να είναι αυτόνομες οντότητες Κοινών που διατηρούν έναν αξιοπρόσεκτο βαθμό αυτοδιάθεσης και οι οποίες λύνουν μόνες τα προβλήματά τους -τρόπος που είχε κάνει πολλές απ' αυτές να μεγαλουργήσουν ακόμη και μέσα στην Τουρκοκρατία- και μετατρέπονται σε αδύναμα γυμνά πουλιά,  που περιμένουν με ανοιχτό το στόμα την τροφή και όλες τις αποφάσεις από το κέντρο-μητέρα. Το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι, είναι ο μεγάλος σταθμός που διαχωρίζει τον παλαιό κόσμο της αποκεντρωμένης εξουσίας και των Κοινών, με το σύγχρονο κεντρικό κράτος. Από μια ''δημοκρατία επαρχιών'' σχεδόν στα αρχαία πρότυπα του κράτους-πόλη, όπου οι Έλληνες συγκρότησαν αργά και μεθοδικά κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό και την οποία διατήρησαν μέχρι την επανάσταση, οδεύουμε προς το πρότυπο μιας συγκεντρωτικής ολιγαρχίας που θα κατέχει την εξουσία και θα βρίσκεται πια υπό την άμεση επήρεια διαφόρων κέντρων της Δύσης, ώστε να ελέγχουν εύκολα και να κατευθύνουν σύμφωνα με τη θέλησή τους το νέο κράτος. 

Από αυτήν την πλευρά πρέπει να δει η ιστορία τον Σκουρτανιώτη. Γιατί ο θάνατός του οριοθετεί το τέλος των Κοινών. Και είμαι σίγουρος πως αν τον δει έτσι, το ολοκαύτωμα Μαυροματίου θα αποκτήσει την αξία και τη σημασία που πραγματικά του αναλογεί, σε αντίθεση με την αποσιώπηση και τη λησμονιά που επιδίωξε και επέβαλλε ο Κωλέττης και σχεδόν διακόσια χρόνια τώρα, το κατάφερε. Και το οφείλει αυτό η ιστορία στον Σκουρτανιώτη. Αν ο Κωλέττης τον εξόντωσε φυσικά και προσπάθησε να εξαφανίσει τη μνήμη του, η ίδια έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει ένα πέρα για πέρα αδικημένο ολοκαύτωμα και να διασώσει αυτή τη μνήμη για πολλούς και ουσιώδεις λόγους.
Στο κάτω κάτω, το Μαυρομάτι είναι ένας μεγάλος ιστορικός σταθμός, που δυστυχώς ελάχιστοι μέχρι σήμερα έχουν εντοπίσει και ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης ο τελευταίος μετά τον Οδυσσέα, του ''γκοβέρνο μιλιτάρε''...

Γιώργος Πύργαρης



*Για όλα τα παραπάνω, υπάρχουν φυσικά και τα ανάλογα έγγραφα και παραστατικά από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Απλά δεν επιθυμώ να τα παρουσιάσω από τώρα. Θα παρουσιαστούν όμως σε βιβλίο που ετοιμάζω για τον Σκουρτανιώτη και το ολοκαύτωμα Μαυροματίου.

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ-Ο ΤΑΚΗΣ ΛΑΠΠΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗ


Ο Τάκης Λάππας για τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη






Ο βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών συγγραφέας Τάκης Λάππας, η φωνή του εικοσιένα όπως τον αποκάλεσαν άλλοι,  στο βιβλίο του ''ΑΘΑΝΑΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ'' σκιαγραφεί με λογοτεχνικό τρόπο προσωπικότητες ηρώων του 1821, όπως των Υψηλάντηδων, του μάρτυρα Ησαϊα Σαλώνων, του αρχοντόπουλου Νοταρά, του Κανάρη, του Νικηταρά, του Αγγελή Γοβγιού και στο διήγημα με τίτλο ''Αληθινό παραμύθι'' σκιαγραφεί τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και τη μάχη του Μαυροματίου. Ας το απολαύσουμε, γραμμένο από τη μοναδική πένα του Τάκη Λάππα...



ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Τον παππού μου, τον πατέρα της μητέρας μου, τον πρόκανα πολλά χρόνια, ώς που έγινα μεγάλο παιδί. Κοντά εκατό χρονών πέθανε. Κι αν δεν τσακιζόταν πέφτοντας απ' τ' άλογό του, μπορεί να ξεπερνούσε τα εκατό. Τόσο καλοστεκούμενος ήταν. Ψηλός, αδύνατος, ορθόστητος, με την άσπρη γενειάδα του, ντυμένος πάντα με την ολοκάθαρη φουστανέλα του και το γαϊτανόπλεκτο γιλέκι του.
Αυτός ήταν ο πρώτος που μου ξεσκέπασε την άγνωστη για μένα εποχή του εικοσιένα και μ' έκανε τόσο να το αγαπήσω.
Κάθε τόσο μας μιλούσε για την ελληνική επανάσταση, κι όλο και κάτι καινούριο είχε να μας πει. Με πόση λαχτάρα προσμέναμε τα εγγόνια του αυτές τις ιστορίες... Ήξερε κι άλλα πολλά γιατί ήταν διαβασμένος και είχε μακροταξιδέψει σε ξένες χώρες. Στο χωριό του το Δίστομο, τον είχαν για σοφό. Μας μολογούσε ακόμη για θρύλους και ιστορίες του τόπου μας, για νεράιδες και ξωτικά. Τι δε μας έλεγε! Μα τι το θες, σαν άρχιζε να ιστοράει κανένα περιστατικό του Εικοσιένα, άλλος άνθρωπος γινόταν. Θαρρούσες και τα όσα έλεγε, ο ίδιος τα είχε ζήσει! Και γω τότε ήμουν ο πρώτος από τα εγγόνια του που τον ζύγωνα και συνεπαρμένος τον κοίταζα κατά πρόσωπο, για να μην χάσω τίποτα απ' τα μολογήματά του. Θεός σχωρέστον, τον καλό κείνον άνθρωπο. Η μνήμη του πάντα με συντροφεύει και του χρωστάω πολλά. Μονάχα το φταίξιμό μου ήταν, που τα όσα μας ιστορούσε δεν τα κράτησα στο χαρτί μα στη μνήμη. Και είναι αλήθεια πως η παιδιάστικη θύμησή μου πολλά κράτησε, μα και πόσα τα χρόνια δε θα σβήσαν, που τώρα ούτε και τα φέρνει ο λογισμός μου...
Τα πιο πολλά που μας έλεγε για τον αγώνα ήταν άγνωστα. Αρκετά τα συνάντησα ύστερα στις μελέτες μου κι όμως ήταν αλήθεια!
Πού λοιπόν τα ήξερε ο παππούς μου, αφού δεν ήταν αγωνιστής, γιατί γεννήθηκε ύστερα από χρόνια; Ο πατέρας του ήταν ένας άτρομος πολεμιστής, ένας τρανός καπετάνιος. Ήταν Σουλιώτης. Κατέβηκε στον αγώνα ακολουθώντας τους Μποτσαραίους, κλείστηκε μαζί τους στο Μεσολόγγι, πήρε μέρος σε διάφορες μάχες και πολέμησε πλάι πλάι με τον μεγάλο της Ρούμελης, τον Καραϊσκάκη. Σαν τέλειωσε ο πόλεμος άραξε στη Ρούμελη, στο Δίστομο. Εκεί πέθανε, ενενηντάρης. Μα είχε το λογικό του και τη θύμησή του ως τη στερνή του ώρα. Τι και τι δεν τους μολογούσε για τις μάχες που ο ίδιος έλαβε μέρος...
-Με το νι και με το σίγμα τα θυμόταν ο συχωρεμένος, μας είπε κάποτε ο παππούς.
Μα και τούτος δε πήγαινε πίσω. Όσα από χρόνια του ιστόρησε ο πατέρας του, όλα τα θυμόταν με το νι και με το σίγμα... Στη μνήμη ο παππούς ήταν φαινόμενο κι ίσως ξεπέρασε κι αυτόν ακόμα τον πατέρα του.
Χρωστάω πολλά να γράψω για τον παππού και τον προπάππο μου. Κάποτε, ελπίζω το χρέος μου αυτό να το ξεπληρώσω...


Ο παππούς έμενε πάντα στο χωριό το Δίστομο. Τα παιδιά του είχαν εγκατασταθεί πια στην πολιτεία στη Λειβαδιά. Αυτός όμως σπάνια μας ερχόταν. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε όλοι εκεί για παραθέρισμα και μέναμε κοντά του δύο και τρεις μήνες. Μα και μέσα στον χρόνο, πάντα δυο τρεις φορές, θα πεταγόμαστε στο χωριό για δυο μέρες. Αγαπούσαμε πολύ τον παππού και τη γιαγιά, την άγια κείνη γυναίκα.
Μια χρονιά έτυχε ν' αρρωστήσω κι ο γιατρός διάταξε να φύγω απ' την πολιτεία για κανένα μήνα. Πού αλλού λοιπόν θα πήγαινα, απ' τ' αρχοντικό του παππού στο χωριό;
Θυμάμαι με πόση χαρά με δέχτηκε και τι και τι δεν κάνανε αυτός και η γιαγιά, να μ' ευχαριστήσουν και ν' αναλάβω μίαν ώρα αρχήτερα απ' την αρρώστια μου...

Ήταν στις αρχές του Οκτώβρη. Ο χειμώνας ήταν πρώιμος και στο χωριό, που άγρια το δέρνει ο βοριάς και βρίσκεται σε ψήλωμα, είχε κιόλας χειμωνιάσει.
Ανήμερα του Αι Δημητριού, κι από δυο μέρες τώρα, το χιόνι σκέπαζε το χωριό, και κάθε βράδυ καινούριο αυγάταινε το παλιό. Δεν ξέρω γιατί σε κείνα τα χρόνια ο χειμώνας ερχόταν πιο γρήγορα κι ήταν πιο άγριος. Τώρα σάμπως αλλιώτεψε ο καιρός...
Επειδή αυτήν την ημέρα γιόρταζα, ο παππούς και η γιαγιά δεν ξέρανε πώς να μ' ευχαριστήσουν. Ακόμα θυμάμαι τις αφράτες τηγανίτες με πετιμέζι μου μούφτιαξε η γιαγιά πριν ακόμα ξυπνήσω. Το δειλινό με τον παππού είχαμε καθίσει στο παραγώνι και χαιρόμαστε τη φωτιά. Νύχτα και μέρα το τζάκι δεν έσβηνε μα σήμερα ήταν γιορταστικά αναμμένο. Δύο τεράστια κούτσουρα πουρναρίσια καίγανε απ' την αυγή.





-Θα σου ψήσω κάστανα στη χόβολη, μου είπε φτιάχνοντας τη στάχτη στο τζάκι. Και για τη γιορτή σου σήμερα θα σε φιλέψω με κάτι που σου αρέσει!
Μεμιάς τα μάτια μου πέσανε στον τοίχο, που βρισκότανε τα άρματα του προπάππου Σουλιώτη. Το καριοφίλι του, το γιαταγάνι, η πάλα, ένα ζευγάρι κουμπούρια, οι μπαλάσκες, το χαϊμαλί, τα τσαπράζια και μερικά ακόμα της φορεσιάς του. Άλλα μαλαματοκαπνισμένα κι άλλα ασημένια. Όλα τους όμως καλά διατηρημένα απ' τον παππού μου, που ο ίδιος τα φρόντιζε, γιατί τα είχε σαν κειμήλια. Νόμιζα λοιπόν πως θα μου χάριζε κανένα απ' τ' άρματα για να το βάλω στη συλλογή μου από άρματα του Εικοσιένα που είχα κληρονομήσει απ' τον πατέρα μου. Κατάλαβε τη ματιά μου που έπεσε στ' άρματα και μου λέει...
-Όχι γιε μου, όχι απ' αυτά! Όσο ζω και βρίσκομαι καρφί δε θα φύγει από τον τοίχο! Σαν έρθει με το καλό ο καιρός και σταυρώσουν για πάντα τα χέρια μου, ε τότε τα παιδιά και τα εγγόνια μου, να τα μοιράσετε, να θυμάστε τον παππού σας τον Σουλιώτη καπετάνιο, τον Τζίμα Ζέρβα.* Για τη γιορτή σου σήμερα θα σου κάνω ένα άλλο φίλεμα, κάτι που σου αρέσει...
Κατάλαβα τότε πως κάποια ιστορία του εικοσιένα θα μου έλεγε. Και μ' όλο που τώρα πια ήμουν αρκετά μεγάλος, ζύγωσα και πάλι τον παππού, όπως συνήθιζα σαν ήμουνα μικρός.
Έβγαλε από την τσέπη του το μεγάλο μαύρο καλογερίστικο κομπολόγι του και το στριφογύρισε στο δεξί του χέρι, Έτσι έκανε πάντα όταν άρχιζε τις διηγήσεις του.
-Θα σου μολογήσω γιε μου σήμερα το βιος του καπετάν Σκουρτανιώτη... του Θανάση Σκουρτανιώτη... τον έχεις ακουστά αυτόν τον καπετάνιο του Ξεσηκωμού, όπως συνήθιζε πάντα ο παππούς να λέει την επανάσταση.
Με είδε σαστισμένον και χωρίς να μ' αφήσει να αποκριθώ εξακολούθησε...
-Καλά, τα βιβλία, τα χαρτιά δε μολογάνε τίποτα γι' αυτόν;
-Μμμ κάτι έχω διαβάσει μα...
-Ώστε κάτι γράφουν και γι' αυτόν! Μ' άλλα λόγια δεν περίσσεψε χαρτί και μελάνι για τον Σκουρτανιώτη; Καταλαβαίνω γιε μου, είναι κι αυτός απ' τους άγραφους...
Και βάλθηκε να χαράζει τα κάστανα και να τα σκεπάζει με τη ζεστή στάχτη.
-Ήταν Σουλιώτης παππού;
-Όχι από την Αραπιά!
Κατάλαβα πως η απάντηση ήταν ειρωνικιά. Δεν απάντησα. Τον άφησα μόνος του να εξακολουθήσει. Κι αφού τακτοποίησε τα κάστανα, γυρίζει και μου λέει...
-Ο Σκουρτανιώτης ήταν ντόπιος, ντόπιος! Να λίγο αλάργα από τη Θήβα, απ' το χωριό Σκούρτα, στα Δερβενοχώρια. Το σωστό του όνομα ήταν Θανάσης Γάτσης, μα τρανός καπετάνιος όπως ήταν πριν απ' τον Ξεσηκωμό μας, του κόλλησαν του χωριού του το όνομα για επίθετο. Ακούς εκεί να μη γράφουν για τον Σκουρτανιώτη, που κατεβατά ολάκερα θα έπρεπε να ιστοράνε το βιος και την πολιτεία του...
Τα τελευταία του λόγια τα είπε με παράπονο. Κι επειδή κατάλαβα πως ο παππούς θα τα έβαζε με τους ιστοριογράφους και τότε δε θα είχε τελειωμό, θέλησα να τον αποτρέψω ρωτώντας τον...
-Ο πατέρας σου παππού, σου είχε ιστορήσει γι' αυτόν;
-Αμ ποιος άλλος; Πολλές φορές μου μολογούσε για τον Σκουρτανιώτη, που τον είχε για έναν απ' τους τρανότερους ήρωες του Ξεσηκωμού...
Έβγαλε την καπνοσακούλα του και παίρνοντας λίγο καπνό, έστριψε τεχνικά σε τσιγαρόχαρτο το τσιγάρο του. Το άναψε με κάρβουνο απ' το τζάκι και καπνίζοντας ηδονικά, εξακολούθησε...
-Οι Γάτσηδες ήταν εφτά αδέρφια, ο πιο μεγάλος ήταν ο Θανάσης, μα κι ο πιο παλικαράς. ''Κορμί δράκοντα είχε και καρδιά λιονταριού'' μου έλεγε ο πατέρας μου. Σου είπα πως πριν απ' τον Ξεσηκωμό ήταν καπετάνιος στα Δερβενοχώρια. Σαν ξέσπασε ο πόλεμος, πήρε τα παλικάρια του και πολεμούσε κατά καιρούς κοντά στον Κριεζώτη, στο Βάσσο, στον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Στα 1825 τα τούρκικα ασκέρια αλώνιζαν στη Βοιωτία. Οι δικοί μας ζητούσαν και τη συνδρομή του Σκουρτανιώτη, που βρισκόταν τότε στα Δερβενοχώρια και τα φύλαγε. Σαν πήρε το μήνυμα ο Σκουρτανιώτης, ετοίμασε τα παλικάρια του, καμιά πενηνταριά, ναρθεί σε τούτα τα χώματα. Οι Δερβενοχωρίτες όμως από φόβο, δε θέλανε να τον αφήσουν να φύγει. Μα έλα που κείνος ήθελε να πάει να βοηθήσει τη Βοιωτία σε κείνη τη δύσκολη στιγμή! Ήρθε σε λόγια με τους χωριανούς του. ''Δε θ' αλαργέψω πολύ'' τους είπε, για να τους δώσει κουράγιο ''Να δω κοντά θα είμαι κι άμα σταθεί χρεία, θα τρέξω κοντά σας!''. ''Όχι, μη φύγεις!'' του φώναζαν κείνοι δειλιασμένοι. ''Εγώ θα πάω στο χρέος μου!''. Κι ετοίμασε τα παλικάρια του να φύγει. Τότε ο παπάς του χωριού, ένας χοντρόπαπας ίσαμε κει πάνω, που για το χόντρος του τον λέγανε Παπαδιπλό, του φωνάζει... ''Να πας και να μη ξαναγυρίσεις!''. Κοντοστάθηκε ο καπετάν Σκουρτανιώτης, απ' τα λόγια του Παπαδιπλού, που μοιάζανε με κατάρα, μα ύστερα χωρίς να τα λογαριάσει, αποφασιστικά κίνησε κι έφυγε.




Έφτασε στη Βοιωτία. Από κει έγραφε στους διάφορους καπεταναίους, να πάνε να τον ανταμώσουν ''γιατί έχουμε γάμο και δεν πρέπει να λείψει κανένας... τέτοιο χαροκόπι δε θα ματαδούμε άλλο!'' Λες γιε μου και σαν κάτι μέσα να του έλεγε το τι θ' ακολουθούσε.
Και παίζοντας καμπόσο νευρικά ο παππούς το κομπολόγι συνέχισε.
-Αστόχησα να σου πω. Είπαν ύστερα πως σαν έφευγε απ' τα Δερβενοχώρια, στο δρόμο του, δύο φορές ξεπετάχτηκε μπροστά του λαγός.
-Α μου έχεις πει κι άλλοτε παππού, πως οι κλέφτες σαν βρίσκανε λαγό στο δρόμο τους, το είχανε για κακοσημαδιά.
-Ναι γεια σου. Τα παλικάρια του Σκουρτανιώτη, δείλιασαν απ' τη γρουσουζιά κι ο αδερφός του ο Κώστας, που ήταν πάντα κοντά του, του λέει...
''Άσχημα κινήσαμε Θανάση. Απ' τη μια τα λόγια του Παπαδιπλού κι απ' την άλλη τούτοι οι λαγοί, δε θα μας βγει σε καλό!'' Κείνος αδιάφορος, σήκωσε τις πλάτες και του αποκρίθηκε... ''Ό, τι και να μας βρει Κώστα, καλώς ναρθεί! Εμείς κάνουμε το χρέος μας στη πατρίδα''...

Κώστας (Κώτσιος) Σκουρτανιώτης

Σαν και σήμερα, του Αι Δημητριού, στα 1825, έφτασε την αυγή ο καπετάν Σκουρτανιώτης, με καμιά πενηνταριά, στο χωριό Μαυρομάτι. Εδώ αντάμωσε και τον Βαγιώτη καπετάνιο Τζουνάρα με καμιά εικοσαριά νομάτους. Πήγε με τα παλικάρια του στην εκκλησιά, μέρα που ήταν, άναψε κερί, λειτουργήθηκε, και σαν σκόλασε, ζήτησε να μάθει κατά πού βρισκόταν ο εχθρός. Του είπαν πως κει κοντά τριγύριζαν.
Ο Σκουρτανιώτης για να μη δώσει βάρος στο χωριό, πήρε τα παλικάρια του και έριξε το ορδί του έξω από το Μαυρομάτι, εκατό μέτρα, στην εκκλησιά της Αγιά Σωτήρας. Τον ακολούθησε κι ένας καλογεράκος, που τον λέγανε Πανάρετο. Από κει ο καπετάνιος έστειλε το Δρίτσουλα, που ήταν απ' τα Χώστια και ήξερε τον τόπο καλά, με δέκα άλλους μαζί, να παρακολουθήσει κατά πού βρίσκονταν οι Τούρκοι.
Μια ώρα μακριά απ' το Μαυρομάτι, ο Δρίτσουλας είδε καμιά εικοσαριά καβαλαραίους Τούρκους νάρχονται ξέγνοιαστοι καταπάνω του. Κρύφτηκε με τα παλικάρια του και σαν ζύγωσαν, τους στρώνουν στο ντουφεκίδι. Σκότωσαν μερικούς κι άλλοι φύγανε. Μεμιάς γύρισε στον καπετάνιο του και του είπε το τι έτρεξε. ''Δεν έπρεπε Δρίτσουλα να τους βαρέσεις'' του λέει ο Σκουρτανιώτης ''κείνοι που γλίτωσαν θα ειδοποιήσουν τους άλλους πως δω γύρα βρίσκονται Έλληνες πολεμιστές... βιάστηκες να τους ντουφεκίσεις... για τούτο πρέπει τώρα να φύγουμε, να μη μας προκάνουν δωπέρα''.
Ο Δρίτσουλας που ήταν παλιό παλικάρι του Ανδρούτσου και είχε κλειστεί μαζί του στο χάνι της Γραβιάς, ήταν αλήθεια πως δεν τα καλολογάριαζε. Ριχνόταν μέσα στα όλα κι όπως ερχόταν.
''Μη με μαλώνεις καπετάνιε'' του αποκρίνεται ο Δρίτσουλας ''Οι Τούρκοι δε θα είναι περισσότεροι από εκατόν πενήντα ως διακόσιοι. Καλώς να μας έρθουν. Να, θα πιάσουμε εδώ τη μάντρα της Αγιά Σωτήρας. Θα τους τσακίσουμε! Έτσι κάναμε και με τον Δυσσέα στο χάνι της Γραβιάς. Θα σώσουμε την πατρίδα και θα δοξαστούμε!''
''Άσχημα τα λογαριάζεις Δρίτσουλα'' του λέει ο καπετάνιος του ''Οι Τούρκοι θα είναι πολλοί. Μπαρουτόβολα δεν έχουμε τόσα, για να τους βαστήξουμε δωπέρα. Θα πάθουμε ο, τι έπαθε ο Διάκος στην Αλαμάνα''.
Αυτό γιε μου που τους έλεγε ο Σκουρτανιώτης, ήταν και το σωστό. Μα δεν τον ακούσανε. Γιατί με τη γνώμη του Δρίτσουλα πήγανε και τ' άλλα παλικάρια, ως κι αυτός ακόμα ο αδερφός του καπετάνιου, ο Κώστας. Σα να τους έσπρωχνε η μοίρα τους να χαθούν.

Όπως κουβέντιαζαν λοιπόν να δούνε τι θ' αποκάνουν, θα φύγουν ή θα μείνουν, είδανε ένα τσοπανόπουλο να κατηφορίζει τρεχάτο κατά την Αγία Σωτήρα. Παράτησε τα προβατά του, που βόσκαγε πιο πάνω και ξυπόλητο όπως ήταν, με το ραβδί του στο χέρι τόβαλε στην τρεχάλα, να φτάσει στην εκκλησιά. Δε θα ήταν περισσότερο από δεκαπέντε χρονών και το λέγανε Τάσο.
-Το επίθετό του παππού; τον ρώτησα.
-Πολλά ζητάς. Ρώτησα και γω κάποτε τον πατέρα μου για έναν άλλον και ξέρεις τι μου αποκρίθηκε; ''Γιε μου οι άνθρωποι τότε δεν είχαν όλοι επίθετα, όπως τώρα. Δανεικά παίρνανε, του χωριού τους, το μικρό όνομα του πατέρα τους ή της μάνας τους και καμιά φορά του καπετάνιου τους. Να, μεις οι Σουλιώτες κρατάγαμε πάντα για επίθετο το βαφτιστικό όνομα του πατέρα μας. Έτσι κι εγώ μ' όλο που γεννήθηκα εδώ στο Δίστομο, κράτησα το Σουλιώτικο έθιμο και για επίθετο πήρα το μικρό όνομα του πατέρα μου.
Η διακοπή που έκανα του παππού, στάθηκε η αφορμή να στρίψει άλλο ένα τσιγάρο. Και καπνίζοντας εξακολούθησε...



-Πού είχαμε μείνει;
-Στο τσοπανόπουλο, τον Τάσο παππού.
-Α ναι. Έφτασε στην Αγιά Σωτήρα και λαχανιασμένο τους λέει... ''Καπεταναίοι, Τούρκοι έρχονται πολλοί! Γεμίσανε τον κάμπο. Τους είδα πάνω απ' το ψήλωμα στο Μεγάλο Πουρνάρι που βόσκαγα το κοπάδι μου. Έτρεξα μεμιάς να σας φέρω χαμπέρι''. Πετάχτηκαν όλοι και πρώτος ο Σκουρτανιώτης, που τους λέει δυνατά... ''Άϊντε συγυριστείτε γιατί δωπέρα θ' ανοίξουμε ντουφέκι. Ας χαθούμε για να μη μας πούνε κιοτήδες''. Κι άρχισαν να φτιάχνουν γύρω απ' την εκκλησιά στη μάντρα, πρόχειρα ταμπούρια. Τον Τάσο τον έδιωξε ο καπετάνιος να πάει και πάλι πάνω στο Μεγάλο Πουρνάρι. Από κει θα παρακολουθούσε τις κινήσεις του εχθρού και θα τους έφερνε ειδήσεις. Φώναξε ο Σκουρτανιώτης τέσσερα παλικάρια και τα έδιωξε να φύγουν τρέχοντας από διάφορες μεριές. ''Όποιους καπεταναίους δικούς μας συναντήσετε στη στράτα σας, να τους πείτε νάρθουν δωπέρα στην Αγιά Σωτήρα στο Μαυρομάτι. Αν μας βρούνε ζωντανούς να μας συντράμουν, ειδ' αλλιώς σκοτωμένους, να μας θάψουν. Να μη φάνε τα κουφάρια μας τα όρνια και τα ζουλάπια''. Αυτά τους έδωσε παραγγελιά ο καπετάν Θανάσης Σκουρτανιώτης. Και μεμιάς τα τέσσερα παλικάρια ξεχυθήκανε τρέχοντας να φέρουν την παραγγελιά του.
Ένα από αυτά αντάμωσε τον πατέρα μου έξω από τη Λειβαδιά και του είπε όσα πιο πάνω άκουσες.
-Και πήγε ο πατέρας σου;
 -Ναι γιε μου, μα όσο να πάει το κακό είχε γίνει. Παρακάτω θα σου τα μολογήσω.
-Κι καλόγερος έμεινε μαζί τους;
-Ο Πανάρετος; ναι έμεινε κει στην εκκλησιά. Αυτός ύστερα μολόγησε στον πατέρα μου, τα όσα θα σου πω πιο κάτω.
Να μην τα πολυλογάμε, κατά τη μία η ώρα το μεσημέρι, φάνηκαν οι Τούρκοι, πεζοί και καβαλάρηδες, καμιά πεντακοσαριά. Ρίχτηκαν με ορμή κατα πάνω στη μάντρα της Αγια Σωτήρας. Μα οι Έλληνες από μέσα τους δέχτηκαν μ' αδιάκοπο ντουφεκίδι. Στρώμα κάτω τα τούρκικα κουφάρια. Αυτό όμως αντί να τους δειλιάσει, τους πεισμάτωνε πιο πολύ και πέφτανε κατά πάνω στους Έλληνες μανιασμένοι. Κι οι Έλληνες όμως τους καλοδέχονταν. Κατά τις τρεις η ώρα, ολόγυρα στη μάντρα θα ήταν καμιά εκατονπενηνταριά εχθρικά κουφάρια.
Οι Τούρκοι αποτραβήχτηκαν και σταματήσανε το ντουφεκίδι. Τότε ακούστηκε ο Σκουρτανιώτης να λέει στους συμπολεμιστές του... ''Τώρα ή θα φύγουν οι Αγαρηνοί ή θα τους έρθει μεντάτι... Αν είχαμε μπαρουτόβολα κι αν μας πρόφτανε βοήθεια άλλοι τόσοι όσοι ήμαστε, ε τότε η Αγια Σωτήρα θα σκέπαζε το χάνι της Γραβιάς!''.
Δεν είχε προκάνει να τελειώσει τα λόγια του ο καπετάνιος και φάνηκε ο Τάσος να κατηφορίζει τρέχοντας απ' το Μεγάλο Πουρνάρι κατά την Αγια Σωτήρα. Κατάλαβαν πως κάποια είδηση τους φέρνει. Σε λίγο βλέπουν τον μικρό τσοπάνη να σκαρφαλώνει πάνω στη μάντρα και να φωνάζει στους κλεισμένους πολεμιστές... ''Έρχονται κι άλλοι πολλοί από δω κι από κει κι από πάνω καβαλαραίοι!''. Και το τσοπανόπουλο, πηδώντας ανηφόρισε τρεχάλα και πάλι στο Μεγάλο Πουρνάρι.
Το άγγελμα του Τάσου, σήμαινε θάνατο για τους Έλληνες πολεμιστές. Μ' από κείνους ποιος να το λογαριάσει ή να δειλιάσει; Το δέχτηκαν ατάραχοι. Το μόνο που πρόσταξε ο καπετάν Σκουρτανιώτης, ήταν να μη σπαταλάνε τις ριξές τους, μα κάθε ντουφεκιά τους να σωριάζει σκοτωμένο κι έναν Τούρκο.

Η πληροφορία που τους έφερε ο μικρός Τάσος, δεν άργησε να βγει αληθινή. Σε λίγο ακούστηκαν να ζυγώνουν τα τούρκικα τουμπελέκια και να φαίνωνται τ' ασκέρια. Κοντά χίλια ντουφέκια, πεζούρα και καβαλαρία, έρχονταν κατά την Αγια Σωτήρα. Δε χασομερήσανε κι άρχισαν τα ρεσάλτα τους. Οι επιθέσεις τους όμως αυτές, ήταν πολύ μεγαλύτερες και πιο αποφασιστικές από τις προηγούμενες. Μα κι οι Έλληνες σωρό στοίβαζαν, απ' έξω από τη μάντρα τα τούρκικα κορμιά.
Ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει. Και στους Έλληνες πολεμιστές είχαν πια απομείνει από πέντε χαρτούτσια στον καθένα. Να γλιτώσουν κάνοντας γιουρούσι με τα σπαθιά στα χέρια, ήταν αδύνατο. Πώς θα περνούσαν απέναντι από τόσο εχθρό;
Ο Σκουρτανιώτης τότε πρόσταξε ν' αφήσουν τη μάντρα και να κλειστούν μέσα στην εκκλησιά της Αγια Σωτήρας. Και για να τους δώσει κουράγιο τους λέει... ''Αδέρφια μπορούμε να νικήσουμε, αν καθένας μας σκοτώσει από πέντε Τούρκους!''.
Απ' την εκκλησιά όμως ήταν δύσκολο να πολεμήσουν. Ένα ερημοκλήσι ήταν χωρίς παράθυρα. Και μόνο μια πόρτα είχε. Πού πρόφταιναν ν' ανοίξουν μασγάλια;
Γι' αυτό πιάσανε μερικοί τη μισάνοιχτη πόρτα και ντουφεκάγανε, κι άλλοι από μέσα γεμίζαν τα καριοφίλια, για να ρίχνουν ακατάπαυστα. Ο ίδιος ο Σκουρτανιώτης έμεινε στην πόρτα και μαζί του ο αδερφός του Κώστας, ο κουνιάδος του και ο Δρίτσουλας. Από κει τα καριοφίλια του θέρισαν τόσες ψυχές τούρκικες. Μα όσο πήγαιναν, τα χαρτούτσια λιγόστευαν κι οι ντουφεκιές αραίωναν.
Άρχισε να σουρουπώνει. Κι οι Τούρκοι γιε μου, πάντα στον Ξεσηκωμό μας, απέφευγαν νύχτα τον πόλεμο.
-Γιατί παππού;
-Γιατί δεν ξέρανε τι τους βρίσκει στο σκοτάδι. Οι κιοτήδες έχουν σύντροφο μόνο τη μέρα, ενώ τα παλικάρια δεν ξεχωρίζουν μέρα και νύχτα. Ό, τι τους λάχει.
Για να μη νυχτωθούν κειπέρα οι Τούρκοι και για να τελειώσουν με τους κλεισμένους μέσα στην Αγια Σωτήρα, σκέφτηκαν να πολεμήσουν με άλλο τρόπο. Σύναξαν από γύρω ξερά χαμόκλαδα και φρύγανα που βγάζανε πολύ καπνό. Απ' το Μαυρομάτι φέρανε κι ό, τι ρετσίνι βρήκανε μέσα στο χωριό. Είχαν μαζί τους και θειάφι.
Μερικοί τολμηροί τότε καταφέρανε ν' ανεβούν πάνω στη σκεπή της εκκλησιάς. Άνοιξαν τρύπες και ρίχνανε μέσα αναμμένα τα χαμόκλαρα, το θειάφι και το ρετσίνι. Η εκκλησιά άρχισε να γεμίζει καπνό, γιατί μόνο απ' τη μισανοιγμένη πόρτα μπορούσε να φύγει. Σου είπα, παράθυρα δεν είχε! Μα ο καπνός που έβγαινε, ήταν τίποτα μπροστά σε κείνον που οι Τούρκοι ρίχνανε αδιάκοπα απ' τις τρύπες της σκεπής. Οι πολεμιστές δεν μπορούσανε πια ν' αντέξουν. Ο ένας σωριαζότανε πάνω στον άλλον νεκρός. Σκάζανε απ' το θειάφι και το ρετσίνι. Σε λίγο εξηνταπέντε κορμιά κείτονταν άψυχα μέσα στην εκκλησιά της Αγια Σωτήρας. Δυο μονάχα ανάσαιναν. Ο Σκουρτανιώτης κι ο καλόγερος Πανάρετος. Αυτοί οι δυο είχαν πιάσει τη μισάνοιχτη πόρτα. ο Σκουρτανιώτηςκάπου κάπου ντουφεκούσε κι ο καλόγερος τον βοηθούσε, γεμίζοντας τα καριοφίλια. Από κει όμως μπορούσαν και παίρνανε λίγο αέρα. Μα σε λιγάκι, ούτε κι από κει μπορούσανε να βαστήξουν τη μυρωδιά απ' το ρετσίνι και το θειάφι. Ο καλόγερος τότε κλαίγοντας, λέει στον Σκουρτανιώτη... ''Καπετάνιε άσε με να πάρω λίγο αέρα!... Άσε με, έσκασα, δεν αντέχω άλλο!... Λυπήσου με... με φάγανε τα σκυλιά...''. Και κείνος του αποκρίνεται... ''Καλόγερε μη βιάζεσαι... Βάλε τη μύτη σου δω στην πόρτα κι ανάσαινε!...''
Σε κάποια στιγμή που ο Σκουρτανιώτης απ' το θειάφι και το ρετσίνι ζαλίστηκε, ο Πανάρετος άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω.




Δε πρόκανε να πάει δέκα δρασκελιές και τον πιάσανε οι Τούρκοι. Με τη φοβέρα του γιαταγανιού, ο καλόγερος μαρτύρησε πως κανένας πια δε ζούσε μέσα στην εκκλησιά, εξόν απ' τον Θανάση Σκουρτανιώτη, που βρισκόταν πίσω απ' την μισάνοιχτη πόρτα, ζαλισμένος όμως κι αυτός.
-Τον σκοτώσανε τον καλόγερο παππού;
-Όχι, τον αφήσανε λεύτερο. Αυτός ύστερα ιστόρησε, τα όσα είδε μέσα στην εκκλησιά. Ύστερα απ' την επανάσταση, ο Πανάρετος καλογέρεψε στο μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, στον Ελικώνα. Σ' όλη του τη ζωή, έκανε μνημόσυνα και τρισάγια για τους εξηνταέξι της Αγια Σωτήρας. Σ' ένα φύλλο στο Ευαγγέλιο, είχε γράψει πολλά απ' τα ονόματά τους, που τα ήξερε. Ποιος ξέρει τι να έγινε το Ευαγγέλιο κείνο, θα χάθηκε...
-Και μαζί μ' αυτό και τα ονόματα των μαχητών. Κι ο Σκουρτανιώτης παππού;
-Ναι ο Σκουρτανιώτης. Μ' όλο που οι Τούρκοι μάθανε απ' τον καλόγερο πως ήταν ζαλισμένος ή πιο καλά μισοπεθαμένος, ακόμα τον σκιάζονταν. Δεν είχαν το θάρρος να τον χτυπήσουν με τα σπαθιά τους ή με τα ντουφέκια τους. Κρυφά καταφέρανε να βάλουν στη μεριά της πόρτας δύο οβούζια με μακριά φιτίλια. Τα ανάψανε και σα σκάσανε κάνανε κομμάτια το Σκουρτανιώτη.

Είχε νυχτώσει πια. Οι Τούρκοι αφού ξεκάνανε έτσι άναντρα τους κλεισμένους στην Αγια Σωτήρα, φύγανε για τη Θήβα. Υποψιάστηκαν πως δε θ' αργούσανε να φτάσουν εκεί τα ελληνικά σώματα. Και πρώτος έφτασε ο πατέρας μου μ' εκατό παλικάρια. Μόλις χάραζε σαν ήρθε στην Αγια Σωτήρα... Τι να δούνε όμως; Εξηνταπέντε Έλληνες κείτονταν μέσα στην εκκλησιά. Απ' το θειάφι και το ρετσίνι ήταν κατάμαυροι... Άνοιξαν λάκκους και τους θάψανε στην αυλή της εκκλησιάς.
-Το Σκουρτανιώτη;
-Ο πατέρας μου μολογούσε πως απ' αυτόν δε βρήκαν σχεδόν τίποτα να θάψουν. Τα οβούζια σκόρπισαν τις σάρκες του. Μονάχα το δεξί του χέρι βρήκαν να βαστάει ακόμη το γιαταγάνι... Αυτό απόμεινε απ' τον ήρωα Σκουρτανιώτη...
-Και η θυσία του παππού, που ήταν απ' τις πιο μεγάλες του Εικοσιένα!
-Το χέρι του Σκουρτανιώτη το θάψανε όπως το βρήκανε, μαζί με το γιαταγάνι του...







Τάκης Λάππας
1958



*Και αν η διήγηση του Λάππα μοιάζει με παραμύθι, είναι πασιφανές πως έχει στηριχθεί στο μεγαλύτερο μέρος του στη διήγηση του Τσεβά. Πέρα από αυτό όμως, βάζει στη μάχη Μαυροματίου κάποια καινούρια στοιχεία, όπως ο προπάππους του Τζήμας Ζέρβας, τον οποίον όπως διηγείται ο Λάππας, τον βρήκε αγγελιοφόρος του Σκουρτανιώτη έξω από τη Λειβαδιά και εκείνος έτρεξε με εκατό στρατιώτες, αλλά έφτασε τα χαράματα της άλλης μέρας. ''Έφτασε βοήθεια, όμως πάρα καιρόν'' όπως λέει ο Οικονόμου, μόνο και μόνο για να θάψει τους ήρωες του Μαυροματίου. Στην αρχή δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί πολλές φορές τα όρια λογοτεχνίας  και ιστορίας είναι λίγο δυσδιάκριτα ειδικά σε συγγραφείς που σμίγουν αυτά τα δύο, όμως ο Τζήμας Ζέρβας ήταν υπαρκτό πρόσωπο τελικά. Αναφέρεται και ως Διαμαντής Τζήμας Ζέρβας, αλλά και ως Διαμαντής Ζέρβας, ήταν όντως Σουλιώτης και όντως διέτριβε στην περιοχή που λέει ο Λάππας. Τον βρήκα μετά από έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σε έγγραφο στις 9 Σεπτεμβρίου του 1824, όπου βρισκόταν τότε στην περιοχή, μεταξύ Σαλώνων, Άμπλιανης, Ταλαντίου και Λειβαδιάς. Οπότε θα πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπ' όψη μας, τα όσα διηγείται ο Λάππας, για το τι είδε ο Τζήμας Ζέρβας όταν έφτασε στο Μαυρομάτι και ας τα λέει σαν παραμύθι ή με λογοτεχνικό τρόπο ''... Μόλις χάραζε σαν ήρθε στην Αγια Σωτήρα... Τι να δούνε όμως; Εξηνταπέντε Έλληνες κείτονταν μέσα στην εκκλησιά. Απ' το θειάφι και το ρετσίνι ήταν κατάμαυροι... Άνοιξαν λάκκους και τους θάψανε στην αυλή της εκκλησιάς...'' που αφορούν απ' τη μια τον αριθμό των νεκρών, γιατί έχει μεγάλη σημασία η συμμετοχή η μη στη μάχη του Μαυροματίου του Τζουνάρα -αυτή η εμφάνιση 23 παραπάνω ανθρώπων την τελευταία στιγμή, πιθανόν να έγειρε την πλάστιγγα της απόφασης του Σκουρτανιώτη να παραμείνει και να δώσει τη μάχη- όπως πρέπει ακόμη να λάβουμε υπ' όψη μας και το ότι σύμφωνα με τη διήγησή του, από τον Σκουρτανιώτη βρήκαν μόνο το χέρι του να κρατάει ακόμη το γιαταγάνι κι έτσι τον θάψανε...