Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Η θεωρία της υπεράσπισης του Μαυροματίου

Γυρεύοντας λοιπόν τους διάφορους λόγους της απόφασης του Σκουρτανιώτη να παραμείνει και να δώσει μάχη στο Μαυρομάτι, μας έχει διαφύγει ένας σοβαρός λόγος που μπορεί να τον ώθησε να πολεμήσει στο συγκεκριμένο σημείο. Ο λόγος αυτός, δεν είναι άλλος, από την υπεράσπιση των αυτοχθόνων άμαχων Μαυροματαίων. Ακόμη όμως κι αν οι Τούρκοι δεν επιδίδονταν σε λεηλασίες, ενδέχεται να επιδίδονταν σε βιασμούς των γυναικών. Ποιος μας λέει, ότι ο Σκουρτανιώτης δεν πιέστηκε από τους ντόπιους ή δε πήρε μόνος του την απόφαση να υπερασπίσει το ίδιο το Μαυρομάτι και τους αμάχους που είχαν παραμείνει, από τη στιγμή που είδε ότι οι Οθωμανοί έρχονταν προς τα κει; Γιατί ένας τόσο προφανής και απλούστατος λόγος διέφυγε από την οπτική και την έρευνα του κ. Μήτρου; Πολλές πηγές αναφέρουν, ότι ο Σκουρτανιώτης ειδοποιούσε τον πληθυσμό για την παρουσία των Οθωμανών στη περιοχή, γεγονός που σημαίνει, ότι ο ίδιος, είχε μια ευαισθησία στο θέμα αυτό. Πώς θα μπορούσε λοιπόν, ένας καπετάνιος με τέτοια ευαισθησία -ο ίδιος ήταν πατέρας ενός δίχρονου αγοριού που πρόσφατα το είχε αποχαιρετήσει για να τραβήξει δυτικά- πώς θα μπορούσε λοιπόν, να παρατήσει στο έλεος των Τούρκων τους γέροντες, τις γυναίκες και τα παιδιά του Μαυροματίου; Γιατί στο Μαυρομάτι είχε μείνει κόσμος. Το μαρτυρά το γεγονός πως την επόμενη μέρα, γυναίκες του Μαυροματίου έθαψαν τον Σκουρτανιώτη και τους πολεμιστές. Το μαρτυρά το γεγονός πως εκείνη την ημέρα, το τσοπανόπουλο ο μικρός Τάσος, έβοσκε αμέριμνα τα πρόβατά του. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο καπετάνιος, να μη λάβει υπόψη του, όλους αυτούς τους ανθρώπους στην απόφασή του να δώσει ή να μη δώσει μάχη;
Θα πρέπει να είμαστε λοιπόν πολύ προσεκτικοί όσον αφορά τα βήματα της έρευνάς μας, προτού καταλήξουμε στο ότι η συγκεκριμένη μάχη δεν είχε λογική, ή ότι ήταν άκαιρη, ή ότι ο Σκουρτανιώτης δεν έκανε καλά τους λογαριασμούς του. Είναι αντιιστορικό να καταδικάζουμε, από τη στιγμή που αγνοούμε τις ιδιαίτερες συνθήκες, τις δυσκολίες και τα διλήμματα που αντιμετώπισε εκείνη την μέρα ο αρχηγός.
Πάντως η θεωρία της υπεράσπισης των αμάχων του Μαυροματίου, είναι μια θεωρία που θα πρέπει να μας απασχολήσει και θα πρέπει οπωσδήποτε να την λάβουμε σοβαρά υπόψη, από τη στιγμή που αποφασίσαμε να αναζητήσουμε την αλήθεια.

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Απόπειρα ερμηνείας και εξήγησης της μάχης-Γιάννης Μήτρου

Ήρθε επιτέλους στα χέρια μου και το βιβλίο του κ. Μήτρου ‘’Η Αγία Σωτήρα Μαυροματίου Θηβών και το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στον ομώνυμο ναό’’
Θα παραθέσω το κεφάλαιο:


‘’Απόπειρα ερμηνείας και εξήγησης της μάχης’’


Ο Τάκης Λάππας, που θεωρείται από τους πιο έγκριτους ιστοριοδίφες της νεότερης εποχής, με την δημοσίευση πολλών πρωτογενών πηγών, κράτησε ορισμένες αποστάσεις από τον Τσεβά. Μπορεί ασφαλώς να περιέγραψε το περιστατικό κατά Τσεβά, αλλά τουλάχιστον διεξήγαγε επιτόπια έρευνα στο Μαυρομάτι και συμπλήρωσε την αφήγησή του με τις πληροφορίες της Σωτηρίας Κυράστα-Σολωμού. Ο Σπηλιάδης απασχολήθηκε με το θέμα της αρχηγίας των όπλων της επαρχίας, χωρίς να δώσει την πρέπουσα σημασία στο συμβάν. Ο Μακρυγιάννης απλώς κατηγόρησε τον Σουρμελή, επιδιώκοντας την αποκάλυψη των πολιτικών δεινών της πατρίδας που όντως ήταν τεράστια κατά την περίοδο της Επανάστασης. Και ο Οικονόμου φαίνεται, ότι ακολούθησε την αναφορά του Ξάνθη. Με άλλα λόγια, δεν ερμηνεύτηκε ο σκοπός για τον οποίο έγινε η μάχη και αν τελικά εξυπηρέτησε τον ευρύτερο αγώνα των Βοιωτών και των Ελλήνων.
Σχετικά τώρα με την ημερομηνία, προκύπτει ένα θέμα: το πότε έγινε η μάχη. Η μαρτυρία του Τσεβά, στηρίχτηκε στην εξιστόρηση του πατέρα του προερχόμενη από τους αυτόπτες μάρτυρες (Τάσος και Πανάρετος) η οποία όμως συνέβη αρκετά χρόνια αργότερα. Η ημερομηνία πιθανότατα θα πρέπει να αναζητηθεί στην αναφορά του Ξάνθη, η οποία είναι ασφαλώς από μαρτυρία, αλλά συνέβη τρεις μόλις ημέρες μετά το ολοκαύτωμα. Δε μπορεί να έγινε λάθος τόσων ημερών , σε ένα τόσο πρόσφατο συμβάν που είχε τόσους νεκρούς.
Όσον αφορά την ίδια τη μάχη του Μαυροματίου, ερωτήματα ανακύπτουν σχετικά με την απόφαση του Σκουρτανιώτη να κλειστεί στον μαντρότοιχο της εκκλησίας, να περιορισθεί κατόπιν μέσα σε αυτήν και να μην πραγματοποιήσει έξοδο. Ο ισχυρισμός του Τσεβά ότι τον επηρέασε ο Δρίτσουλας, είναι αντιφατικός και δεν αντέχει κριτικής, γιατί απλούστατα ο οπλαρχηγός παρακολουθούσε επί μακράν τις κινήσεις των Οθωμανών και γνώριζε τη δύναμή τους. Επιπρόσθετα, μπορούσε άραγε ένας –άσημος κατά τα άλλα- στρατιώτης σα το Δρίτσουλα να πείσει, για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθηθεί, έναν οπλαρχηγό και αρχηγό των όπλων της περιοχής μεγέθους Σκουρτανιώτη; Για λόγους γοήτρου και μόνον, η ανάληψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας ανήκε δικαιωματικά στον οπλαρχηγό, τον καπετάνιο. Το λένε δημοτικά τραγούδια, το λένε διάφορα διαχρονικά έγγραφα σε ανάλογε περιπτώσεις. Είναι μια νομοτέλεια στο πεδίο των κλεφτών, των αρματολών, ακόμα και των ανταρτών. Δε μπορεί ο Σκουρτανιώτης να θυσίαζε τόσα παλικάρια, τόσες ανθρώπινες ζωές, επειδή του είπε ‘’θα δοξασθώμεν’’ ο Δρίτσουλας. Το να δεχόμασταν μάλιστα αυτό τον ισχυρισμό, θα υπαινισσόμασταν κατ’ επέκταση την μειωμένη οξυδέρκεια και νοημοσύνη του Σκουρτανιώτη, πράγμα που δεν υφίστατο. Ο Σκουρτανιώτης είχε αποδείξει στο παρελθόν την αξιοθαύμαστη στρατηγική του ικανότητα.
Το ότι ο οπλαρχηγός εξωθήθηκε σε μάχη λόγω του περιορισμένου χρόνου που είχε στην διάθεσή του, μοιάζει με κατασκεύασμα. Ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης προετοιμάστηκε για τη πολύνεκρη μάχη. Ο μαντρότοιχος της εκκλησίας, μέχρι και στις αρχές του 20ου αιώνα, διέθετε πολεμίστρες. Και δεν αναφερόμαστε σε κείνες που χτίστηκαν από τη κοινότητα Μαυροματίου το 1930 για τις ανάγκες του εορτασμού της εκαντοταετηρίδας και οι οποίες κατεδαφίστηκαν πάλι από την ίδια αργότερα, για άγνωστους λόγους. Αναφερόμαστε στις τρύπες της μάντρας στα Βόρεια, οι οποίες προέκυψαν ύστερα από την αφαίρεση των λίθων ενδιάμεσα από το κορμό της μάντρας. Για να αφαιρεθούν αυτοί οι ενδιάμεσοι λίθοι απαιτείται κάποιος εύλογος χρόνος. Δε γνωρίζουμε πόσες ήταν συνολικά οι τρύπες (112) αλλά γνωρίζουμε πως υπήρχαν. Πόσο χρόνο χρειάστηκαν άραγε οι πολεμιστές του Σκουρτανιώτη, για να αφαιρέσουν τις ενδιάμεσες πέτρες; Όσο και να χρειάστηκαν, σημασία έχει πως δαπάνησαν πολύτιμο χρόνο γι’ αυτό. Δεν περίμεναν να έρθει ο Δρίτσουλας και μετά να αποφασίσουν τι θα κάνουν. Πριν έρθει εκείνος, προετοιμάζονταν όλοι οι υπόλοιποι για τη μάχη. Γι’ αυτό ακόμα και όταν ο μικρός Τάσσος τους ειδοποίησε ότι έρχονταν εκατοντάδες Οθωμανοί στρατιώτες από το κάμπο, εκείνοι δεν αποφάσισαν να φύγουν, ενώ η ευκαιρία διαφυγής τους, η ελπίδα για συνέχιση της ζωής τους, παρέμενε ακόμα ζωντανή.
Ύστερα από την απόφασή τους να πολεμήσουν, κλείστηκαν τελικά στην εκκλησία. Ο εγκλεισμός τους μέσα στη στενή εκκλησία της Αγίας Σωτήρας, ισοδυναμούσε με πραγματική αυτοκτονία. Αγνοώντας βέβαια τις πραγματικές συνθήκες της μάχης, δε μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα, αλλά μπορούμε να επιστρατεύσουμε τη λογική. Πώς να τοποθετήσεις μέσα στον αρχικό ναό που περιγράψαμε 45 η 67 ανθρώπους; Πώς να χωρέσουν όλοι εκείνοι μέσα εκεί; Πώς να τους κατανέμεις ώστε να πολεμήσουν με έναν εφικτό και αποδοτικό τρόπο; Δεν υπάρχει λογική εξήγηση. Το λέει και ο ίδιος ο Τσεβάς: «…Ατυχώς η εκκλησία ούτε παράθυρα προσιτά είχεν, ούτε άλλας οπάς, ίνα πολεμώσι πάντες οι έγκλειστοι…» Ναι, αλλά το γνώριζαν αυτό οι πολεμιστές. Είχαν μπει προηγουμένως στο ναό και είχαν προσευχηθεί. Είχαν δει και διαπιστώσει τις εγγενείς αδυναμίες του χώρου. Η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι είχαν σκοτωθεί αρκετοί πολεμιστές κατά τη διάρκεια της μάχης και γι’ αυτό αποφάσισαν να εγκλειστούν μέσα στο ναό. Μόλις λαβωνόταν η σκοτωνόταν κάποιος στην μάχη, τον μετέφεραν μέσα στην εκκλησία και τον άφηναν. Όταν από τα πολλά απέμειναν αρκετοί, αλλά λίγοι, πήραν το δρόμο του χαμού. Μπήκαν μέσα στην εκκλησία. Από κει και πέρα άρχισε όπως ήταν φυσικό, μια τραγική πορεία που είχε ως αναπόφευκτη κατάληξη τον θάνατο. Ήταν μοιραία εξέλιξη των πραγμάτων που μπορούσε να ανασχεθεί στη προκειμένη περίπτωση, μόνον από μια ηρωική έξοδος. 113
Και αυτό είναι το τελευταίο καίριο ερώτημα. Γιατί ο Σκουρτανιώτης ήταν απρόθυμος να πραγματοποιήσει έξοδο; Ακόμα και τα γυναικόπαιδα στο Μεσολόγγι την αποφάσισαν χωρίς όπλα και δίχως ψυχολογία. Είναι δεκάδες οι μαρτυρίες της ιστορικής περιόδου του 1821, που επιβεβαιώνουν ότι σε ανάλογες και ακραίες καταστάσεις πραγματοποιούνταν έξοδος. Και πάλι δεν υπάρχει εξήγηση, παρά μονάχα ότι ο οπλαρχηγός περίμενε έστω και την τελευταία στιγμή να φτάσει κάποια βοήθεια. Μια βοήθεια που δεν έφτασε την 3η Νοεμβρίου 1825 και τελικά οδήγησε στον θάνατο 45 πολεμιστές της Ελευθερίας.
Ο στρατηγός και ολόκληρη η Ελλάδα αναζητούσε εσπευσμένα μια θεαματική νίκη, όπως είπαμε στην αρχή του κεφαλαίου. Η νίκη θα έδινε όλα τα αναγκαία ψυχολογικά στηρίγματα που απαιτούνταν για μια ραγδαία ψυχολογική επανάκαμψη του συνόλου της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας. Θα επισφράγιζε ως σοφή την απόφαση της πολιτικής ηγεσίας να εμπιστευθεί στον Σκουρτανιώτη αυτή τη σημαντική θέση. Θα καθόριζε την έκβαση της στρατιωτικής καριέρας του στρατηγού. Το γόητρο που θα αποκτούσε από μια ενδεχόμενη νίκη, θα τον καθιστούσε ανάμεσα στις επιφανείς προσωπικότητες του τόπου. Θα υπερδρασκέλιζε το ήδη καταρρακωμένο γόητρο του Γκούρα. Θα τοποθετούσε στη συλλογική μνήμη το πρόσωπό του, ανάμεσα σε κείνα του Ανδρούτσου και του Διάκου, κάτι που έγινε αργότερα με τον Καραϊσκάκη. Θα ήταν πλέον ο ex officio ηγέτης ολόκληρης της περιοχής. Και όλα αυτά θα γίνονταν, αν του ερχόταν έγκαιρα επικουρία από συναδέλφους του. Αλλά δυστυχώς δεν του ήρθε καμία.
Μια ανεξάρτητη έρευνα θα μπορούσε να στραφεί σε αυτή τη κατεύθυνση. Να διερευνήσει, να εξηγήσει και να ερμηνεύσει τελικά τους λόγους απουσίας διαφόρων οπλαρχηγών της περιοχής από αυτή τη μάχη. Θα πρέπει σύμφωνα με την αφήγηση του Τσεβά, οι Κουκούλεζας, Κώτσος Βόγλης, Γεώργιος Γκέλης, Κόλλιας (Βασίλειος) Πετεινάρης, Κουμπίτσας, Κιόκες, Αλλέγρας, Μπεκίρωνας, Ραμπατάκης κ.α. να ήταν σε θέση να τον βοηθήσουν αφού υποτίθεται ότι θα συναντιόντουσαν στις 27 του μηνός στα Παραπούγγια. Πού βρίσκονταν λοιπόν εκείνοι οι οπλαρχηγοί; Αν βρίσκονταν στη Πελοπόννησο για τις ανάγκες του εμφυλίου, έπρεπε να ήταν θεωρητικά στο δρόμο τους για τα Παραπούγγια. Και αφού θα πλησίαζαν προς τη Βοιωτία, οι 4 ανεμοστρόβιλοι αγγελιοφόροι θα προλάβαιναν να τους ειδοποιήσουν για να έρθουν έγκαιρα προς βοήθεια. Αν πάλι ήταν στη περιοχή, οι αγγελιοφόροι θα ήξεραν πού να τους βρουν. Και θα προλάβαιναν τότε να βοηθήσουν τον στρατηγό. Σε αυτό το σκεπτικό, υποτίθεται και πάλι, ότι ο Σκουρτανιώτης είχε συναίσθηση της δύσκολης θέσης στην οποία θα περιερχόταν και ότι είχε τη δυνατότητα να «κρατήσει» τους Οθωμανούς για κάμποσες ώρες μέχρι να του έρθει η ποθητή και σωτήρια βοήθεια. Και στο τέλος τι έγινε; Ήρθε άκαιρα η βοήθεια από τον Λάππα όπως γράφει ο γιος του, η από έναν Σουλιώτη στη καταγωγή με το όνομα Ζέρβας όπως μας ενημερώνει ο Φανόπουλος, ή από κανέναν όπως μας λένε ουσιαστικά ο Τσεβάς και ο Ξάνθης. Κανείς Θηβαίος οπλαρχηγός δεν εμφανίστηκε. Και ένα νέο Μανιάκι γράφτηκε, σε μια περίοδο, που μια αμφίρροπη –έστω και στο ελάχιστο- μάχη ήταν σίγουρο ότι θα κόστιζε δυσανάλογα αίμα.
Μιαν άλλη εξήγηση της απόφασης του στρατηγού, θα μπορούσε να συσχετιστεί με τη δυνατότητα παροχής άμεσης βοήθειας σε εκείνον από τους ικανούς για πόλεμο τοπικούς πληθυσμούς. Αλλά και αυτή η εξήγηση δεν αντέχει κριτικής, γιατί ήδη τον Μάιο και το Σεπτέμβριο του 1825 η κυβέρνηση Κουντουριώτη είχε διατάξει εσπευσμένη στρατολόγηση και απογραφή όλων των κατοίκων της χώρας (Ν. ΜΗ’-10/9/1825) Μόνον οι γέροι βρίσκονταν στο Μαυρομάτι αυτή την εποχή, πράγμα που και η προφορική παράδοση βεβαιώνει.
Βρισκόμαστε δηλαδή σε ένα πολυσύνθετο στρατιωτικό δράμα, που εμπεριέχει και τις ανάλογες διαστάσεις του πολιτικού αλληλοσπαραγμού, που διαδραματίζονταν εκείνο τον καιρό. Ένα δράμα που ο αναγνώστης στη περίπτωσή μας καλείται να το εξηγήσει σιωπηρά. Η εθνοκεντρική ιστορία το «αποσιώπησε» άλλωστε με ιδιαίτερη ευκολία. Δε χάνεται τόσος κόσμος σε μια μάχη και να περιοριστεί η συγγραφή της σε τοπικό επίπεδο.
Ο μόνος που δεν αποσιώπησε το γεγονός ήταν ο ειλικρινής στρατηγός Μακρυγιάννης, γνώστης των σκοτεινών παρασκηνίων της εποχής. Τα λόγια του αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ερμηνείας που παραθέσαμε. Χαρακτηριστικά λέει κατηγορώντας τον Σουρμελή: «…Βάνει ο Κωλέτης τον Σουρμελή, στενόν φίλον του Γκούρα και της φατρίας τους, και φκιάνει στορίαν και κατηγοράει ασυστόλως τον Δυσσέα, τον οχτρό του Κωλέτη, κι εγκωμιάζει πολύ τον Γκούρα και τους φίλους του…οι φίλοι του στοριογράφου έχουν όνομα, εκείνοι οπού δεν είναι της φατρίας του δεν έχουν όνομα. Εις ΄ημετέρους’ βάνει τους συντρόφους του και τους δίνει μεριδιον, ή το δίνει όλο εκείνων οπούχουν το όνομα –γένονται και ‘ημέτεροι’. Αφού λέγει δια τον Δυσσέα πλήθος ψευτιές, τον κατηγορεί και διά το χτίσιμο του παπά 114. Πες και τα αίτια στοριογράφο, και το κοινό είναι κριτής ή υπέρ η κατά. Ένας οπού γένεται πρόδότης εις τους Τούρκους και αφανίζει τόσα παλικάρια –και τον γενναίον αγωνιστή Σκουρτανιώτη τον Θανάση με σαράντα ανθρώπους ποιος τους πρόδωσε εις τους Τούρκους και τους κάψαν όλους σε μιαν εκκλησιά;»115
«Πικροτέραν στιγμήν και φαρμακωτέραν εις καμίαν περίστασιν δεν είχα δοκιμάσει. Εμείναμεν εις τη μέσην ικανήν ώραν, χωρίς να κινούμεθα ούτε εδώθεν ούτε εκείθεν. Εσυλλογίσθημεν εις ποίον έπρεπε να υπαγωμεν να μας παρηγορήση, ποίον να παρηγορήσωμεν. Επιστρέψαμεν οπίσω ειδοποιούντες και τους λοιπούς να μείνουν εις θέσιν, διότιο ο αρχηγός απέθανεν…» έγραφε ο Κασομούλης στα απομνημονεύματά του για τον θάνατο του Καραϊσκάκη116. Να ένιωσαν άραγε το ίδιο δράμα οι τοπικοί οπλαρχηγοί και ο Γκούρας μετά τον θάνατο του Σκουρτανιώτη;
Με άλλα λόγια τρεις είναι οι θεωρητικοί άξονες εξήγησης της μάχης, που παραθέσαμε. Ο πρώτος, κάνει λόγο στην ιδιοσυστασία του Σκουρτανιώτη ως ατομικότητα, που θέλει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή να αποδείξει στους πληθυσμούς και την ηγεσία, ότι αξίζει τη θέση και το βαθμό που κατέχει. Που θέλει να ξεπεράσει σε γόητρο (εάν αυτό υπήρχε) και σε αξία τον αρχιστράτηγο Γκούρα. Που αναζητάει να «εξολοθρεύσει» τον Ομέρ Πασά του Ευρίπου, δίνοντάς του ένα σημαντικό επιτέλους χτύπημα.
Ο δεύτερος άξονας, σχετίζεται –αναπόφευκτα- με τις πολιτικές διαμάχες, που διεξάγονται αυτόν τον καιρό και χωρίζουν αργότερα τη χώρα σε τρεις κομματικές παρατάξεις. Που δημιουργούν δόλιους δεσμούς και άσπονδες φιλίες ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς άντρες. Που προκαλούν απότομες μεταστροφές στους χαρακτήρες των ηρώων της περιόδου, θυμίζοντας μας μεσαιωνικές εποχές.
Ο τρίτος, αναφέρεται στις συνθήκες διεξαγωγής της μάχης, έχοντας τελικά ως τραγική απόληξη, την έλλειψη στρατιωτικής υποστήριξης. Εν τέλει, δόθηκε μια ηρωική, αλλά πιθανότατα άκαιρη μάχη. Και για το λόγο αυτό, παραλληλίστηκε με εκείνη του Παπαφλέσσα. Ήταν ένας τραγικός επίλογος στη ζωή του Αθανασίου Σκουρτανιώτη, που γνωρίζοντας τις γενικότερες συνθήκες που επικρατούσαν και επικράτησαν αργότερα στην Επανάσταση, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να ισχυριστούμε, πως εάν κέρδιζε αυτήν την μάχη ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, θα είχε σίγουρα εξελιχθεί σε μία από τις πιο σημαντικές στρατιωτικές φυσιογνωμίες ολόκληρης της Ελλάδας.


Σημειώσεις
112. Κάποιες κλειστηκαν κατά την διάρκεια της επισκευής του 1836 καικάποιες κλειστηκαν στη σύγχρονη εποχή, αφού τις 2 βόρειες τις προλάβαμε και εμείς οι νεότεροι σε ηλικία. Η πρώτη επαφή με τον εχθρό, πρέπι μάλιστα να έγινε στη Β πλευρά. Από εκεί φαίνεται πως ήρθε το πρώτο κύμα της επίθεσης του Οθωμανικού στρατού.
113.Μια έξοδος, που πραγματοποίησαν οι αγωνιστές στο Μανιάκι, παρά την δύσκολη θέση στην οποία είχαν περιέλθει. Η έκβαση της εξόδου ήταν δραματική, αλλά επιδιώχθηκε ως τη τελευταία αναγκαία και ζωτική λύση. Βλ. για το ίδιο θέμα, Φωτάκος ο.π. σελ 64
114. "Το χτίσιμο του παπά", που πολλοί το θεωρούν ότι σημαίνει ένα "κατασκεύασμα ιστορικό" είναι ένα πραγματικό γεγονός. Συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1822. Υπήρχε ένας παπάς που καταγόταν από τη Θήβα και αφού διείσδυε στις τάξεις των Ελλήνων και μάθαινε τις στρατιωτικές ενέργειες που επρόκειτο να αναλάβουν οι Έλληνες, τα πρόδοδε όλα στους Τούρκους. Πολλοί πολεμιστές είχαν χάσει τη ζωή τους από τη προδοσία του παπά. Τον έπιασαν όμως κάποτε και τον παρέδωσαν στον Ανδρούτσο. Εκείνος για παραδειγματισμό και από αγανάκτηση, τον έκτισε όρθιο ενώ ήταν ζωντανός. Στο χωρίο, ο Μακρυγιάννης κατηγορεί τον Σουρμελή (μόνιμος υβριστής του Ανδρούτσου, φίλος του Γκούρα και Κωλέττη) που είχε γράψει: "...ιερέα δε τινά ζώντα κτίζει όρθιον έως ου απέπνευσεν ο δυστυχής, διά να ευχαριστήση (ο Ανδρούτσος) με τοιαύτην θυσίαν τον δαίμονά του..." Βλ. για το ίδιο θέμα, Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, εκδ. Α. Καραβία, χ.χ. δ. 117, 118
115. Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, σελ 388
116. Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, τ. Β' εκδ Ι. Βλαχογιάννης, Αθήνα 1939-1942, σελ. 510

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Δεν είχαν άλογα;;


''...Έπειτα καλέσας ονομαστί τέσσαρας εκ των ωκυποδεστέρων νέων, διέταξεν αυτούς να σπεύσωσι ν' αναγγείλωσι τα συμβαίνοντα εις όλους τους πολεμιστάς της Βοιωτίας και να καλέσωσιν αυτούς ''να έλθωσι να τους βοηθήσουν η να τους θάψουν...''

Η φράση αυτή του Τσεβά στην διήγηση της μάχης του Μαυροματίου, που ειλικρινά δεν είχα προσέξει παρά μονάχα μετά από την προτροπή του κ. Μήτρου σε μια προφορική συζήτησή μας, τελικά είναι πολύ σημαντική. Eίχα πάντα την εντύπωση, πως οι 45 άτακτοι του Σκουρτανιώτη, είχαν άλογα. Δε ξέρω πώς είχα θεωρήσει κάτι τέτοιο δεδομένο. Ίσως γιατί η αυτονομία των Δερβενοχωρίων, θεωρούνταν σε μένα ικανός λόγος να διαθέτουν οι πολεμιστές τους άλογα. Ίσως είχα μια ωραιοποιημένη εικόνα για τον αγώνα αυτών των ανθρώπων. Όμως γιατί ο Σκουρτανιώτης, λίγο πριν τη μάχη, στέλνει αγγελιοφόρους για να φέρουν βοήθεια με τα πόδια; Γιατί δε τους δίνει άλογα να τρέξουν και να φέρουν βοήθεια πιο γρήγορα; Μήπως εκείνος και οι άτακτοί του δεν είχαν άλογα;;;;
Αν είναι έτσι, τότε αλλάζουν πολλά πράγματα και φυσικά η έρευνα για τη μάχη του Μαυροματίου, μπαίνει σε άλλη βάση. Γιατί τότε έχουμε ένα απόσπασμα 45 ατάκτων -οι μισοί τουλάχιστον έχουν φύγει από τα Δερβενοχώρια και έχουν ενωθεί με την ομάδα του Δρίτσουλα- είναι σίγουρα πολύ ταλαιπωρημένοι δεδομένου του γεγονότος της πεζοπορίας από πολύ μακριά, αλλά και του ότι η Βοιωτία εκείνη την εποχή ήταν αραιοκατοικημένη -ο πληθυσμός της, λόγω του ότι ήταν μια άκρως εμπόλεμη ζώνη και εύκολα προσβάσιμη στους Τούρκους, είχε διαφύγει στη πελοπόννησο και τα νησιά- άρα θα έβρισκαν σπάνια φαγητό. Αυτό βέβαια, ανεβάζει στα μάτια μου ακόμη περισότερο το θαυμαστό θράσος και την θέληση αυτών των ανθρώπων, που τριγυρίζουν μέρες και νύχτες πεζοί και πεινασμένοι να τα βάλουν με τους κραταιούς και πάνοπλους Οθωμανούς. Η ομάδα του Σκουρτανιώτη ενώνεται με τον Δρίτσουλα και χωρίς άλογα, άρα χωρίς ικανή δυνατότητα διαφυγής, παρακολουθούν τους Τούρκους και θέλουν να αντισταθούν. Θα πρέπει να πούμε φυσικά, πώς το τοπίο στη συγεκριμένη περιοχή, δεν είναι όπως σήμερα. Βόρειοανατολικά υπάρχει η λίμνη της Κωπαϊδος, άρα ο δρόμος από τη Λειβαδιά προς τη Θήβα, περνάει από τη Πέτρα (τα στενά της Πέτρας) και το Μαυρομάτι. Το Μαυρομάτι βρίσκεται σε ύψωμα και δίνει την δυνατότητα παρακολούθησης του δρόμου που έρχεται από τη Πέτρα και φυσικά του δρόμου προς τη Θήβα. Ήταν όντως ένα καλό σημείο το Μαυρομάτι παρακολούθησης των κινήσεων του εχθρού. Ένα στρατηγικό σημείο ελέγχου, με μοναδικό μειονέκτημα όπως είπαμε, την μη δυνατότητα γρήγορης διαφυγής, αφού το απόσπασμα του Σκουρτανιώτη δεν είχε άλογα.
Είμαστε υποχρεωμένοι όμως ,από τη στιγμή που στεκόμαστε στην παραπάνω φράση του Τσεβά, να σταθούμε και σε μία άλλη πιο κάτω, γιατί όντως, δε μπορούμε να κρατάμε μερικές φράσεις του -όποιες μας συμφέρουν- και άλλες να τις πετάμε η να μη τους δίνουμε σημασία. Και εν τέλει πρέπει κάποτε να καταλήξουμε τι θα κρατήσουμε και τι όχι από τον Τσεβά.
Λέει λοιπόν ο Τσεβάς:
''...Ο Σκουρτανιώτης, ευθύς ως έμαθε τούτο, ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον, εις ον εξετέθη το σώμα του και εξέπληξε τον Δρίτσουλαν διά την ασύνετον πράξιν του, ήτις επρόδωκε την θέσιν των και εματαίωσε την εκτέλεσιν του σχεδίου του. Διέταξε δε να ετοιμασθώσι να φύγωσι αμέσως, διότι μετ' ολίγον δε θα δυνηθώσι να πράξωσι τούτο...''
η τελευταία δε πρόταση σημαίνει, πως είχαν δυνατότητα διαφυγής μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον διότι ''μετ' ολίγον δε θα δυνηθώσι να πράξωσι τούτο''.
Αυτό βέβαια επιβεβαιώνει ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχαν γνώση μόνο για τους 200 περίπου πεζούς Τούρκους. Γιατί εάν γνώριζαν για τους υπόλοιπους, θα ήξεραν από την αρχή ότι δεν είχαν καμιά δυνατότητα να ξεφύγουν εφόσον ανάμεσά τους ήταν και ιππείς και δε θα υπήρχε κανένα δίλημμα. Θα μιλούσαμε για εγκλωβισμό. Είχαν δηλαδή την δυνατότητα να διαφύγουν, από κείνους, εφόσον και οι δύο αντίπαλοι ήταν πεζοί και άρα την επιλογή μέχρι ενός χρονικού σημείου να επιλέξουν η όχι εάν θα γίνει μάχη. Οπότε οδηγούμαστε σωστά στο συμπέρασμα του προηγούμενου άρθρου. Στο συμπέρασμα της εθελούσιας επιλογής των ατάκτων να γίνει μάχη, έστω κι αν μεσολάβησε ή όχι η επιθυμία του Σκουρτανιώτη τη τελευταία στιγμή να διαφύγουν για να δώσουν κάτω από πιο κατάλληλες συνθήκες μάχη.

Βέβαια ο κ. Μήτρου αμφισβητεί τον διάλογο και το ότι τέθηκε ποτέ τέτοιο δίλημμα. Αλλά με ποια λογική δεχόμαστε ένα στοιχείο του Τσεβά (ωκυποδέστερων) και απορρίπτουμε άλλο, την επιθυμία δηλαδή του Σκουρτανιώτη να φύγουν όσο είναι ακόμα καιρός; Eξ' άλλου, γιατί μια διαφωνία μεταξύ αρχηγών, οπλαρχηγών και πρωτοπαλίκαρων πριν από μία μάχη, να θεωρείται αδύνατη; Σίγουρα τέτοιες διαφωνίες, θα ήταν σύνηθες φαινόμενο σε μάχες της εποχής. Οι καπετάνιοι και οι αρχηγοί, μπορεί να είχαν τον πρώτο λόγο σε μια απόφαση, αλλά σίγουρα συζητούσαν με τα παλικάρια τους, σίγουρα διαφωνούσαν και σίγουρα έπαιρναν στο τέλος μια κοινή απόφαση. Και φυσικά ο Δρίτσουλας δεν ήταν τυχαίος. Ήταν οπλαρχηγός δυτικά των Θηβών, με μεγάλη εμπειρία σε μάχες, αξιοσέβαστος και ιερός συμπολεμιστής του Σκουρτανιώτη και φυσικά είχε κάθε λόγο και δικαίωμα να πει τη γνώμη του και ο Σκουρτανιώτης να την ακούσει και να αποφασίσει. Υπό αυτή την έννοια, δεν υπάρχει καμία προσπάθεια μετατόπισης της ευθύνης της μάχης από τον Τσεβά στον Δρίτσουλα. Η απόφαση τελικά να παραμείνουν και να δώσουν μάχη, είναι κοινή, παρά τις όποιες πρότερες διαφωνίες και φυσικά ο Σκουρτανιώτης φέρει έτσι κι αλλιώς την κύρια ευθύνη.
Το αντίθετο θα έλεγα.
Με τις προ της μάχης διαφωνίες που παραθέτει ο Τσεβάς, περισσότερο κακό μπορεί να κάνει στον Σκουρτανιώτη για έναν κακοπροαίρετο ακροατή, παρά καλό. Γιατί ένας κακοπροαίρετος ακροατής, μπορεί να κατηγορήσει τον Σκουρτανιώτη από δειλό (που δεν θέλει να δώσει μάχη) μέχρι του ότι δεν είχε τα κότσια σα καπετάνιος να περάσει το δικό του και πέρασε του Δρίτσουλα. Οπότε αυτά περί εσκεμμένης προσπάθειας του Τσεβά να μετατοπίσει την ευθύνη και της εφεύρεσης από μέρους του, του γεγονότος της διαμάχης μεταξύ Σκουρτανιώτη και Δρίτσουλα, ώστε να πέσει το βάρος της καταστροφικής μάχης στον δεύτερο, καλό είναι να τα γνωρίζουμε, αλλά βέβαια και να τα αξιολογούμε με βάση τα παραπάνω.


(Θα ήθελα αυτή τη στιγμή να πω το εξής. Για μένα ο Τσεβάς είναι πολύ σημαντικός, γιατί διέσωσε ένα τεράστιο γεγονός. Το ίδιο όμως σημαντικός είναι και ο κ. Μήτρου, γιατί έρχεται με τις γνώσεις και την ορμή του, να αναμοχλεύσει αυτό το γεγονός και να του δώσει κανούριες πρωτόγνωρες διαστάσεις. Απόφασή μου να σταθώ ικανός και καλοπροαίρετος διαιτητής ανάμεσά τους. Να προστατεύσω από τη μια τον Τσεβά από το να ριχθεί στον Καιάδα, να προφυλάξω από την άλλη τον κ. Μήτρου από τυχόν αυθαιρεσίες που μπορεί να τον οδηγήσει η συγκυρία του να γεννηθεί σε μια εποχή πολύ μακρινή του γεγονότος, με αποτέλεσμα να του λείπουν οι αυτόπτες μάρτυρες και οι αυθεντικές πηγές. Θέλω να πιστεύω όμως, πως μέσα από αυτή την όμορφη σύγκρουση ανάμεσά τους, θα ξεπηδήσουν κανούρια στοιχεία που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε ακόμη περισσότερο το γεγονός του ολοκαυτώματος Μαυροματίου και κατ' επέκταση την θαυμαστή αυτή εποχή)

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Λίγες ανθρώπινες σκέψεις για τη μάχη-αξιολόγηση διαφορών Τσεβά-Μήτρου


Θεμιτό είναι νομίζω αυτή τη στιγμή, να επιχειρήσουμε μια προσέγγιση στις διαφορές του κ. Μήτρου με τον Τσεβά και αν είναι δυνατόν να προχωρήσουμε μερικά βήματα παραπέρα. Προσωπικά δεν είμαι ιστορικός, γι' αυτό θα προσπαθήσω να θέσω κάποια ερωτήματα σαν απλός άνθρωπος.

Έχουμε παρακολουθήσει μέχρι τώρα, την διήγηση του Τσεβά για την μάχη και την διήγηση του κ. Μήτρου που δεν έμεινε μόνο στην καταγραφή του γεγονότος, αλλά επιχείρησε μια βαθύτερη διείσδυση στο θέμα. Η τοποθέτηση του κ. Μήτρου, παρότι πολύ ενδιαφέρουσα, έχει σημαντικές διαφορές με αυτή του Τσεβά και καλό είναι να παραμείνουμε λίγο σ' αυτές τις διαφορές και να προσπαθήσουμε να τις εξετάσουμε και να τις αξιολογήσουμε.
Η πρώτη λοιπόν, σημαντική διαφορά βρίσκεται στο εξής απόσπασμα:
''...αφού αντιλήφθηκε αιφνιδίως την παρουσία του Οθωμανικού στρατού σε κοντινή απόσταση, και συγκεκριμένα στο σημερινό κεντρικό δρόμο Θηβών-Λιβαδειάς, αποφάσισε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες να το προσελκύσει σε μάχη...''
Εδώ ο κ. Μήτρου, σε αντίθεση με τον Τσεβά, αναφέρει ότι ο Σκουρτανιώτης, επέλεξε ο ίδιος να προσελκύσει τους Τούρκους σε μάχη και υπαινίσσεται ότι όλα αυτά -η πρώτη αποσπασματική μάχη και η επιμονή του Δρίτσουλα να διεξαχθεί η μάχη στην Αγία Σωτήρα- είναι μυθεύματα του Τσεβά που ως μετέπειτα ιστορικός ήταν ''αποδέκτης μιας μεροληπτικής πληροφόρησης από συμπατριώτες του Σκουρτανιώτη που σκοπό είχαν να μεταφέρουν τη κύρια ευθύνη του δράματος σε άλλο πρόσωπο'' (Δρίτσουλα). Μυθεύματα κατά τον κ. Μήτρου, τα οποία σκοπό είχαν να άρουν από τον Σκουρτανιώτη την ευθύνη μιας, όπως αποδείχτηκε, μάταιης και καταστροφικής μάχης.
Σε κάποιο άλλο σημείο ο κ. Μήτρου λέει:
''...Η ίδια διάψευση ήρθε και από άλλους απομνημονευματογράφους της εποχής, ενώ η βασικότερη –ασυνείδητα προέκυψε- από τον ίδιο τον συγγραφέα, αφού ισχυριζόταν πως η ομάδα του Σκουρτανιώτη παρακολουθούσε επί βδομάδες (!) τις κινήσεις των Τούρκων...''
για να δηλώσει πως ο Τσεβάς ασυνείδητα διέψευσε τον ίδιο του τον εαυτό γράφοντας πως οι κινήσεις των Τούρκων παρακολουθούνταν από τον Σκουρτανιώτη.
Το τελευταίο όμως σημαίνει, πως και ο κ. Μήτρου συμφωνεί ότι πράγματι ο Σκουρτανιώτης παρακολουθούσε τις κινήσεις των Τούρκων. Mε το να αποδεχθεί την θεωρία της προσέλκυσης σε μάχη, αυτόματα αποδέχεται και το ότι ο Σκουρτανιώτης παρακολουθούσε τους Τούρκους. Γιατί όμως, από τη στιγμή που ο κ. Μήτρου έχει ήδη αποδεχθεί την θεωρία της εκούσιας προσέλκυσης και της παρακολούθησης, αναφέρει στην διήγησή του το εξής:
''...αφού αντιλήφθηκε αιφνιδίως την παρουσία του Οθωμανικού στρατού σε κοντινή απόσταση, και συγκεκριμένα στο σημερινό κεντρικό δρόμο Θηβών-Λιβαδειάς, αποφάσισε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες να το προσελκύσει σε μάχη...'';
Γιατί χρησιμοποιεί αυτό το ''αιφνιδίως'';
Από τη στιγμή που ο Σκουρτανιώτης, παρακολουθούσε καιρό τους Τούρκους δε θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να αιφνιδιαστεί από κείνους και να συρθεί αναγκαστικά σε μάχη. Οπότε, πάντα σύμφωνα με την θεωρία του κ. Μήτρου, η λέξη ''αιφνιδίως'' είναι άκαιρη. Αν δεχθούμε την θεωρία του, θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψη και το ότι ο Σκουρτανιώτης είχε ειδοποιήσει τους χωρικούς να απομακρυνθούν. Γιατί απομακρύνει τον άμαχο πληθυσμό από τη περιοχή ο καπετάνιος; Μήπως αυτό σημαίνει ότι προτίθεται άμεσα να δώσει μάχη;;;
Ας επιμείνουμε λίγο εδώ.
Από τη στιγμή που θα δεχθούμε ότι ο οπλαρχηγός απομακρύνει τους κατοίκους, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για ποιους λόγους μπορεί να το κάνει. Ο ένας είναι να θέλει να τους προστατέψει από τις ''λεηλασίες'' του τούρκικου στρατού.
Εδώ βέβαια μπαίνει ένα ερώτημα.
Κατά πόσο τακτικός στρατός -που ακόμα θεωρεί την Βοιωτία επαρχία του- προβαίνει σε λεηλασίες των κατοίκων του, άρα φιλήσυχων πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Ποιος τακτικός στρατός θα προέβαινε ποτέ σε λεηλασίες των υποτιθέμενων πολιτών του; Είναι τουλάχιστον οξύμωρο κάτι τέτοιο. Πράγματι λοιπόν γίνονταν λεηλασίες από τον τακτικό τούρκικο στρατό στους Έλληνες υπηκόους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ή αυτός είναι ένας μύθος που σκοπό είχε να εξεγείρει το πληθυσμό εναντίον τους; Αφήνω αυτό το ερωτηματικό να αιωρείται και μένω στο γεγονός ότι ο Σκουρτανιώτης απομάκρυνε τον άμαχο πληθυσμό. Μήπως λοπόν τους απομάκρυνε επειδή είχε αποφασίσει μάχη και δεν ήθελε σε ικανή ακτίνα δράσης να υπάρχουν άμαχοι και γυναικόπαιδα; Η μήπως ήθελε να χτυπήσει άτακτα τους Τούρκους, να τους πλήξει καίρια με αντάρτικο και να εξαφανιστεί; Μήπως γι' αυτό απομάκρυνε τους κατοίκους, φοβούμενος τυχόν αντίποινα σε βάρος τους;
Ο Σκουρτανιώτης πάντως, δεν έφυγε από τα Δερβενοχώρια για να παρακολουθήσει μόνο τους Τούρκους. Έφυγε για να τους πλήξει. Ο Σκουρτανιώτης -και εδώ δε νομίζω να διαφωνεί κανένας- βρίσκεται κοντά στο Μαυρομάτι για να δώσει μάχη. Το θέμα είναι το πότε. Το θέμα είναι αν αιφνιδιάστηκε μπροστά στους Τούρκους και αναγκάστηκε να δώσει μάχη ή πράγματι προκάλεσε ο ίδιος τη μάχη του Μαυροματίου. Αυτό είναι το ερώτημα.
Ας προχωρήσουμε.
Ποιος νοήμων άνθρωπος και ικανός στρατιωτικός, με εμπειρία τεσσάρων χρόνων στο πόλεμο, παρακολουθεί τους Τούρκους, εφόσον τους παρακολουθεί γνωρίζει ότι στη περιοχή βρίσκονται γύρω στους 800 και αποφασίζει να δώσει μάχη, έχοντας μονάχα μαζί του 45 ανθρώπους και λίγα πυρομαχικά;
Ουδείς!
Ουδείς δεν αποφασίζει κάτι τέτοιο, εκτός κι αν έχει χάσει τα λογικά του. Αλλά και τα λογικά του να έχει χάσει, έχει πρωτοπαλίκαρα να τον βάλουν στη θέση του σε μια τέτοια περίπτωση. Ο Σκουρτανιώτης όμως δεν είχε χάσει τα λογικά του. Ίσως πράγματι, οι συντοπίτες του καπετάνιου και ο Τσεβάς προσπάθησαν να προφυλάξουν τον αρχηγό και μετέφεραν υποσυνείδητα την ευθύνη στον Δρίτσουλα. Ας το δεχτούμε. Ας δεχτούμε πως όλα αυτά περί Δρίτσουλα είναι μυθεύματα. Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε πως δεν συνέβη η πρώτη αποσπασματική μάχη, ή ότι ο Δρίτσουλας δεν επέμενε να συγκρουστούν στην Αγία Σωτήρα, γεγονός είναι ότι η μάχη έγινε και θα πρέπει να μας απασχολήσει το γιατί.
Προσωπικά πιστεύω ότι ο Σκουρτανιώτης είχε γνώση μόνο για την παρουσία των 200 Τούρκων στην περιοχή. Ίσως αυτούς μονάχα παρακολουθούσε, μη γνωρίζοντας ότι στη περιοχή ενδεχομένως να προσήλθαν ξαφνικά, άλλοι 600 πεζοί και ιππείς. Γνωρίζοντας μονάχα την παρουσία των 200, ναι θα μπορούσε να τους προσελκύσει σε μάχη, αναμένοντας βέβαια και την βοήθεια που γυρεύει με τους 4 αγγελιοφόρους.
Θα πρέπει βέβαια να πούμε εδώ, πως λίγοι ρίχνονται σε μια τέτοια μάχη προσμένοντας σε επικουρία για να νικήσουν. Για να προκαλέσει κάποιος μια τέτοια μάχη, θα πρέπει να διαθέτει τη πίστη πως μπορεί να νικήσει με τις δικές του μονάχα δυνάμεις και ας έρθει τελικά βοήθεια. Ποτέ δε δίνεις μία μάχη ελπίζοντας σε βοήθειες για να νικήσεις, εκτός κι αν εγκλωβιστείς. Και ο Σκουρτανιώτης δεν είχε εγκλωβιστεί. Ακόμα και τη τελευταία στιγμή, αυτός και οι άτακτοί του, είχαν τη δυνατότητα να διαφύγουν. Αυτό έκαναν μέχρι τότε. Αντάρτικο. Που σημαίνει χτυπώ και εξαφανίζομαι. Γίνομαι αόρατος. Τους ήταν πολύ εύκολο να διαφύγουν, ακόμη και τη τελευταία στιγμή. Ήταν ρουτίνα κάτι τέτοιο για ένα σώμα ατάκτων της εποχής.
Ο Σκουρτανιώτης λοιπόν, επέλεξε να πολεμήσει με 200 Τούρκους ελπίζοντας πως θα κερδίσει με τις δικές του δυνάμεις. Το να κερδίσει 200 Τούρκους, δεν ήταν καθόλου ασήμαντο, ούτε ευκαταφρόνητο για κείνον, τη συγκεκριμένη στιγμή. Με λίγα λόγια, ο Σκουρτανιώτης επέλεξε να συγκρουστεί, γιατί είχε ανάγκη από μια μεγάλη νίκη την ώρα εκείνη. Και αυτό ήταν το μεγάλο του μειονέκτημα. Μετά από τέσσερα χρόνια προσφοράς, μετά από τέσσερα χρόνια που ζει και προσφέρει κάτω από τη σκιά του Διάκου, του Ανδρούτσου και του Γκούρα, η κυβέρνηση τελικά τον ορίζει αρχηγό στην ανατολική Στερεά. Είναι για κείνον η μεγάλη στιγμή! Για πρώτη φορά αφήνει τα Δερβενοχώρια και θέλει να αποδείξει σε όλους (όχι μόνο στη κυβέρνηση αλλά και στους άλλους οπλαρχηγούς) πως δίκαια έγινε αρχηγός. Ο Σκουρτανιώτης έχει ανάγκη από μια μεγάλη νίκη και την επιζητά με κάθε τρόπο. Αυτό είναι και το μεγάλο του μειονέκτημα. Εδώ μπορεί να έχει δίκιο ο κ. Μήτρου. Μπορεί να μην ήθελε ο Δρίτσουλας περισσότερο από τον αρχηγό αυτή τη μάχη. Η μπορεί να την ήθελαν και οι δύο το ίδιο. Και το ότι έστειλε αγγελιοφόρους προς τα 4 σημεία του ορίζοντα, δε σημαίνει μόνο πως τους περιμένει ''να τους βοηθήσουν η να τους θάψουν'' Δε ξέρουμε αν όντως ο αρχηγός μίλησε πραγματικά έτσι ή αυτή η φράση μπήκε από την παράδοση και τους ιστορικούς στο στόμα του εκ των υστέρων σαν ένα λουλούδι-στόλισμα στο ρομαντικό δράμα. Ο αρχηγός δε περιμένει μόνο βοήθεια από τους πολεμιστές της Βοιωτίας. Δίνει μία μάχη με 200 Τούρκους για να νικήσει και το κάλεσμα είναι ενωτικό. Περιμένει τους πολεμιστές της Βοιωτίας, όχι μόνο για να έχουν μερίδιο στη νίκη, αλλά να ενωθούν όλοι μαζί, μετά από αυτή τη μάχη, κάτω από τις διαταγές του.
Με αυτές τις σκέψεις και με αυτό το θυμικό πιστεύω, ο Σκουρτανιώτης αποφασίζει να προσελκύσει τους 200 Τούρκους σε μάχη, αγνοώντας βέβαια την τουρκική επικουρία των 600 πεζών και ιππέων, που ήδη βρίσκεται στη περιοχή.
Όλα αυτά βέβαια σύμφωνα με την θεωρία του κ. Μήτρου. Σύμφωνα με την θεωρία της εκούσιας προσέλκυσης από πλευράς Σκουρτανιώτη, των Τούρκων σε μάχη. Γιατί η ιστορία του Τσεβά παραμένει χωρίς να χάνει το κύρος της. Ο Τσεβάς άκουσε τα γεγονότα από τον πατέρα του και τον οπλαρχηγό Γκέλη που με τη σειρά του τα άκουσε από τον μικρό Τάσο και το καλόγερο. Όμως από τον κ. Μήτρου αμφισβητείται και η ύπαρξη του καλόγερου. Αν μη τι άλλο ο Τσεβάς σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν σεναριογράφος και όχι ιστορικός. Και κάτι τέτοιο δεν καταδεικνύεται από τα υπόλοιπα ιστορικά κείμενα που έχει αφήσει ο Τσεβάς. Δε καταδεικνύεται δηλαδή από πουθενά ότι ο Τσεβάς κοσμούσε με ''σάλτσες'' τα κείμενά του. Λέει ο ίδιος ο Τσεβάς:
Την μάχην του Μαυροματίου, έγραψα συμφώνως προς τας διηγήσεις του πατρός μου και του οπλαρχηγού Γ. Γκέλη, όστις τα προ της μάχης γεγονότα, έμαθε την ίδιαν νύκτα παρά του αγγελιοφόρου Τάσσου Καβά. Τα δε κατά την διάρκειαν της μάχης και μετ' αυτήν παρά του μικρού Τάσου και του καλογήρου, όστις αφέθη ελεύθερος υπό των Τούρκων πεισθέντων ότι ούτος ήτο όλως ανίκανος προς πόλεμον και ότι ήχθη βιαίως εις την εκκλησίαν υπό των επαναστατών, ίνα μη προδώση τας κινήσεις των εις τους Τούρκους.
Έχουμε δηλαδή, σχεδόν ευθεία μαρτυρία. Ο οπλαρχηγός Γκέλης διηγήθηκε στον πατέρα του Τσεβά τα γεγονότα -γιατί θεωρώ δύσκολο να ζούσε ακόμη ο Γκέλης όταν ο Τσεβάς έψαχνε στοιχεία για να γράψει την ιστορία του- και ο πατέρας του τα μετέφερε σε αυτόν. Και είναι σημαντική βέβαια η μαρτυρία του Γκέλη, που τα προ της μάχης γεγονότα τα άκουσε την ίδια νύχτα από τον αγγελιοφόρο Καβά τα δε κατά τη διάρκεια και μετά την μάχη, από τον μικρό Τάσο και τον καλόγηρο. Και έστω, να υποθέσουμε πως καλόγηρος δεν υπάρχει. Γιατί να εφεύρει ο Τσεβάς τον καλόγηρο; Είναι πλεονασμός και δεν εξυπηρετεί πουθενά την ιστορία του, αφού έτσι κι αλλιώς υπάρχει ο μικρός Τάσος που διηγείται τα γεγονότα κατ' ευθείαν στον οπλαρχηγό Γκέλη.
Να πούμε για τον αριθμό των στρατιωτών; Γιατί πάλι αυτή η εφεύρεση των 25 Βαγαίων υπό τον Τζουνάρα; Τι εξυπηρετεί πάλι μια τέτοια εφεύρεση; Σε τίποτα! Απλά ίσως είναι η αλήθεια. Και δεν είναι ικανοί λόγοι να πιστοποιήσουν το αντίθετο, το ότι δε βρέθηκε κανείς εκ των απογόνων Βαγαίων αγωνιστών να ζητήσει μετέπειτα κάποια αποζημίωση.
Άλλη μία διαφορά του κ. Μήτρου με τον Τσεβά, είναι το ζήτημα της συναρχηγίας του Σκουρτανιώτη με τον Δρίτσουλα. Γιατί πράγματι ο κ. Μήτρου υπαινίσσεται κάτι τέτοιο. Πώς μιλάμε όμως για συναρχηγία τη στιγμή που ξέρουμε και είναι ιστορικά τεκμηριωμένη η απόφαση της κυβέρνησης να διορίσει χιλίαρχο τον Σκουρτανιώτη, ενώ με τον Δρίτσουλα δε συμβαίνει κάτι τέτοιο; Για ποια συναρχηγία μιλάμε λοιπόν; Ο Σκουρτανιώτης έρχεται δυτικά να ενώσει όλους τους οπλαρχηγούς κάτω από τις διαταγές του, μετά την απόφαση της κυβέρνησης να τον διορίσει αρχηγό. Ο Δρίτσουλας είναι ο πρώτος οπλαρχηγός που ενώνεται μαζί του και αποκλείεται να μην γνωρίζει την απόφαση της κυβέρνησης. Οπότε σε καμιά περίπτωση δε τίθεται θέμα συναρχηγίας.
Με λίγα λόγια η διήγηση του Τσεβά δε χάνει σε καμιά περίπτωση το κύρος της, εκτός κι αν έρθει στη πορεία κάποια σαφή και αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι πράγματι ο Τσεβάς δημιούργησε μυθεύματα. Είναι πράγματι ο μοναδικός θεματοφύλακας της προφορικής παράδοσης και ο μοναδικός που διέσωσε και ερεύνησε με λεπτομέρεια το γεγονοτολογικό υπόβαθρο της μάχης του Μαυροματίου.
Από την άλλη με γοήτευσε πραγματικά η θεωρία του κ. Μήτρου περί εκούσιας προσέλκυσης σε μάχη και την κρατώ. Όπως κρατώ και τους υπαινιγμούς του πως οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί της Βοιωτίας δεν ήταν άγγελοι, ούτε φυσικά και διάβολοι, αλλά ανθρώποι με αδυναμίες και αρετές. Σε αυτή τη περίπτωση ο Σκουρτανιώτης πιστεύω δεν σύρθηκε σε μία μάχη, χωρίς να πιστεύει ότι θα νικήσει με τις δικές του δυνάμεις. Γνωρίζοντας ότι έχει να πολεμήσει με 200 Τούρκους, πίστεψε πως θα νικήσει και μέχρι εδώ τα κατάφερε. 250 Τούρκοι έπεσαν στην Αγία Σωτήρα Μαυροματίου από τα βόλια του Σκουρτανιώτη και των αντρών του. Ακόμα και στη θεωρία της εκούσιας προσέλκυσης, ο Σκουρτανιώτης είχε κάνει τους λογαριασμούς του και είχαν βγει σωστοί. Νίκησε και εξολόθρευσε τους 200 Τούρκους που υπολόγιζε και αν δεν ερχόταν η μεγάλη των Τούρκων επικουρία, θα μιλούσαμε σήμερα για περιφανή νίκη των Ελλήνων. Οπότε δε μιλάμε σε καμιά περίπτωση για στρατηγικό λάθος, γιατί η πρόθεση του Σκουρτανιώτη, ήταν η μάχη με 200 Τούρκους και όχι με 800 όπως πραγματικά έγινε.
Το σημείο που θα πρέπει να επιμείνουμε από δω και μπρος αν θέλουμε να ερευνήσουμε ακόμη περισσότερο το γεγονός, είναι το γιατί ο Σκουρτανιώτης εφόσον παρακολουθούσε τη περιοχή, είχε άγνοια για την παρουσία των 600 Τούρκων πεζών και ιππέων; Φέρει ευθύνη ο Σκουρτανιώτης γι' αυτή την καταστροφική άγνοια;
Από την άλλη, το ερώτημα του Μακρυγιάννη ‘’ποιος πρόδωσε τον Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι’’ δεν απαντήθηκε πιστεύω, ούτε από τον κ. Μήτρου. Γιατί, το να μην στέρξει κάποιος για βοήθεια, δεν θεωρείται απαραίτητα προδοσία. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε βέβαια και την Γενική εφημερίδα (Φύλλο 11 της 10.11.1825) που λέει μεταξύ άλλων:
''...Επρόφτασε μετά ταύτα ικανή βοήθεια, πλην μάτην, επειδή έγινε πάρα καιρόν''
Όμως τι βοήθεια ήταν αυτή; Και γιατί στη προφορική παράδοση του Μαυροματίου, υπήρξαν γυναίκες όπου μέχρι τα βαθιά γεράματά τους, έλεγαν ότι αυτές έθαψαν τους νεκρούς, χωρίς τη παρουσία ουδενός Έλληνα πολεμιστή;
Οπότε το ερώτημα του Μακρυγιάννη παραμένει ακόμη αναπάντητο.
Μήπως τελικά όμως, έχει κάποια σχέση με την ξαφνική παρουσία των 600 Τούρκων στη περιοχή και στο πεδίο της μάχης; Η μήπως -άποψη που υποστηρίζει ο μελετητής Θανάσης Κυριάκου- η ίδια η διαταγή της κυβέρνησης να τον στείλει δυτικά εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ήταν μια διαταγή-πρόφαση, ένα προμελετημένο σχέδιο εξόντωσής του, επειδή είχε συνδεθεί(;) με τη κλίκα του Ανδρούτσου;
Και είναι τυχαίο, το ότι ο μοναδικός που ενώθηκε μαζί του, σε αυτή την στρατιωτική διείσδυσή του προς τα δυτικά, ήταν ο άλλος χαρακτηρισμένος ως ''Ανδρουτσικός'' ο Δρίτσουλας;
(Ο Δρίτσουλας μέχρι τη τελευταία στιγμή φίλος του Ανδρούτσου, είχε εκραγεί, βλέποντας να τον περνούν αλυσοδεμένο από το χωριό του τα Χώστια και μόνο μετά από τα καθησυχαστικά λόγια του ίδιου του Ανδρούτσου, πως δεν έχει τίποτα να φοβηθεί και πως σε λίγο θα είναι και πάλι ελεύθερος, ησύχασε και δεν ενεπλάκη με το απόσπασμα του Γκούρα που τον οδηγούσε στις φυλακές της Αθήνας)
Γι' αυτό πιστεύω ότι πρέπει να γίνει μια ενδελεχής μελέτη που θα αποδειχθεί πιστεύω πολύ σημαντική, πάνω στις σχέσεις του Σκουρτανιώτη με τον Ανδρούτσο και στις σχέσεις του με την κυβέρνηση.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

Το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη/Στρατηγικό λάθος η αποτέλεσμα διχόνοιας; (μέρος β)


Ακόμη πιο σημαντικό είναι το δεύτερο μέρος του άρθρου του κ. Μήτρου. Παρακαλώ δώστε ιδιαίτερη σημασία.

Το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη
Στρατηγικό λάθος η αποτέλεσμα διχόνοιας;

(μέρος β΄)

Του Ιωάννη Μήτρου
Ιστορικού-ανθρωπολόγου


Το πρόσωπο που θα διαδεχόταν τον οπλαρχηγό έγινε αμέσως το μήλο της έριδος ανάμεσα στη κυβέρνηση Κουντουριώτη και στη Διοίκηση Δερβενοχωρίων. Αντίθετα με τα γραφόμενα του Τσεβά και άλλων, τον Νοέμβριο του 1825 η θέση του Θανάση Σκουρτανιώτη δεν καταλήφθηκε από τον αδελφό του Γεώργιο, αλλά από κάποιον Κωνσταντίνο Μασκλαβάνη. Η τοποθέτηση αυτή έγινε με πρωτοβουλία του στρατηγού Διονυσίου Ευμορφόπουλου, ο οποίος από τα τέλη του 1824 ως κύριος εκπρόσωπος των κυβερνητικών συμφερόντων στην περιοχή, επιδίωκε τον καθολικό έλεγχο των ιθυνόντων του στρατηγικού περάσματος και των αυτοχθόνων στρατιωτικών. Από την πρώτη στιγμή είχε διαπιστώσει, ότι η επιχώρια πολιτική βούληση στηριζόταν στη στρατιωτική δύναμη, η οποία με τη σειρά της εκπήγαζε από την ισχυρή προσωπικότητα του Θανάση Σκουρτανιώτη. Ο Ευμορφόπουλος προσπάθησε να κλονίσει και να γκρεμίσει το στρατιωτικό έρεισμα των τοπικών προυχόντων επινοώντας συστηματικά, τεχνάσματα απομάκρυνσης του Σκουρτανιώτη από την έδρα του, ώστε να αποδυναμώσει την -εκπορευόμενη από εκείνον- ισχύ της επαρχιακής δημογεροντίας. Ελπίζοντας ότι θα υλοποιούσε την πρώτη φάση του σχεδίου του που ήταν η τοποθέτηση καπετάνιου δικής του επιρροής στην περιοχή17, επιχειρούσε να εμπλέξει τον οπλαρχηγό σε αποστολές αρμοδιότητας άλλων στρατιωτικών ηγετών εκμεταλλευόμενος το φιλότιμο και τον πατριωτισμό του. Η Διοίκηση των Δερβενιών έχοντας αντιληφθεί έγκαιρα τις υποβολιμαίες σκέψεις του στρατηγού, αρνούνταν να συμμορφωθεί στο διαφαινόμενο διορισμό νέου καπετάνιου στέλνοντας συνεχείς επιστολές διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση, η οποία και φυσικά αδιαφορούσε. Η Διοίκηση συνειδητοποιώντας την αδυναμία της και αντιδρώντας με τη σειρά της στην παραπάνω σκόπιμη πολιτική αμεριμνησία, άρχισε να οικοδομεί σταδιακά τον ολοκληρωτικό εναγκαλισμό του Αθανασίου Σκουρτανιώτη σε κείνη, χρησιμοποιώντας ως συστατικά στοιχεία τα υποτιθέμενα κοινά τους συμφέροντα και ως συνδετικούς κρίκους τα προσχήματα του σοβινισμού.
Η δημογέροντες όμως, μέσα σε ένα γενικευμένο κλίμα πανικού, αγνόησαν να συνυπολογίσουν στις μεθοδεύσεις τους, ότι το γόητρο του αρχηγού είχε σοβαρότατα πληγεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια εξαιτίας τριών περιστατικών: Ενώ στην αρχή της Επανάστασης ο Σκουρτανιώτης είχε πρωταγωνιστήσει στην απελευθέρωση της επαρχίας, έχασε το αξίωμα της οπλαρχηγίας από το Φιλικό Θανάση Ζαρίφη στις 25.4.1821, και από το Μινιό Κατσικογιάννη στις 3.2.1822. Κατά την πολιορκία δε της Καρύστου και ως τον Οκτώβριο του 1823, δεν είχε λάβει ως στράτευμα ούτε τους πιο κοντινούς του πατριώτες18. Έτσι, οι μεθοδεύσεις των προεστών ήταν πολύ φυσικό να πέσουν στο κενό. Αντίθετα, η ανεκδήλωτη πικρία του οπλαρχηγού μόλις έγινε αντιληπτή από την κυβέρνηση, αντιμετωπίστηκε έξυπνα επ’ ωφελεία της κατά τη διάρκεια του δευτέρου εμφυλίου πολέμου, με την προσφορά της προς αυτόν, των βαθμών της χιλιαρχίας αρχικά και της αντιστρατηγίας κατόπιν. Η αποδοχή τον Οκτώβριο του 1824 του τελευταίου –και πραγματικά- ηχηρού αξιώματος οδήγησε αναπόφευκτα τον Σκουρτανιώτη σε ένα ψυχοφθόρο ακροβατισμό μεταξύ των δύο αλληλοσυγκρουόμενων πόλων. Κάποτε θα έπεφτε.
Η λήψη από εκείνον, της καθοριστικής κυβερνητικής εντολής τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1825 για πλήρη εκκαθάριση των δύο κεντρικών οδικών αρτηριών Χαλκίδας-Θηβών και Θηβών-Λιβαδειάς από τον εχθρό, τον έβρισκε πολιτικά εξουθενωμένο και στρατιωτικά εξασθενημένο: Ο προσεταιρισμός του από την πλευρά των κυβερνώντων, του αποστερούσε τη δυνατότητα άρνησης εκτελέσεως της διαταγής. Η σταδιακή ερήμωση της επαρχίας από τον οθωμανικό στρατό του περιόριζε τα ήδη στενά περιθώρια χρόνου. Το μικρό μέγεθος στρατεύματος που του διατέθηκε, τον καθιστούσε εξαρτώμενο από άλλες -αμφίβολης φερεγγυότητας- δυνάμεις με τις οποίες έπρεπε ταχύτατα να συνεννοηθεί και οπότε ο κίνδυνος να γίνει κάποιο λάθος μεγάλωνε. Η εγκατάλειψη της ιδιαίτερής του πατρίδας ήταν πλέον δεδομένη. Δεδομένη συνάμα ήταν και η διάρρηξη των σχέσεών του με τη Διοίκηση Δερβενοχωρίων, γιατί την άφηνε αποδυναμωμένη, εκτεθειμένη και ανυπεράσπιστη τόσο στις επερχόμενες αποπνιχτικές απαιτήσεις της κυβέρνησης Κουντουριώτη, όσο και στο έλεος των Οθωμανών. Οι προσδοκίες της Διοικήσεως είχαν διασυρθεί, γκρεμιστεί και διασκορπιστεί από μια απλή διαταγή, που ήταν όμως ισχυρότατη, διότι είχε δοθεί την καταλληλότερη στιγμή. Και ο Σκουρτανιώτης γινόταν ο εκτελεστής της. Ο θείος του Παπαδιπλός έφτασε τότε σε μια τεραστίων διαστάσεων κρίση αλλοφροσύνης. Σε μια επίδειξη υψηλής τεχνικής αναθέματος, του οποίου πίσω του υπολάνθανε ένα φθονερό και απαίσιο ατομικό συμφέρον, εκστόμισε -στην αρβανίτικη διάλεκτο- στον υποτιθέμενο αγαπημένο του ανιψιό το ανείπωτο «να πας και να μη ξαναγυρίσεις», ή όπως πολύ εύστοχα ανέφερε πρόσφατα ο μελετητής Θανάσης Κυριάκος «να πας αλλά δε θα ξαναγυρίσεις». Και στις δυο περιπτώσεις, είτε ως κατάρα, είτε ως προειδοποίηση19, τα λόγια επαληθεύτηκαν. Ο Θανάσης δε ξαναγύρισε ποτέ.
Η εξέλιξη αυτή, ενίσχυσε τη θέση της κυβερνήσεως που ευθύς αμέσως επέβαλλε την άποψή της προχωρώντας στο διορισμό του Μασκλαβάνη. Ωστόσο, άφησε ανικανοποίητους και χολωμένους τους επίδοξους στρατιωτικούς μνηστήρες της επαρχίας που είχαν πουλήσει την τιμή και την αξιοπρέπειά τους λίγο πριν σε κείνην προσδοκώντας εναγωνίως μια θέση στον ήλιο, εξαιρουμένου του Βαγαίου Μήτρου Μπινιάρη που απουσίαζε στην Κρήτη. Η καταιγίδα μαινόταν και μετά το θάνατο του οπλαρχηγού. Οι κακοί χειρισμοί των εκπροσώπων της κυβερνήσεως σε ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος (για παράδειγμα η διαχείριση μιας αμφίβολης οικονομικής ατασθαλίας από τον Έπαρχο Δερβενοχωρίων Νικόλαο Νάκη) διεύρυναν το χάσμα με τη Δημογεροντία και συνάμα άνοιξαν έναν νέο γύρο αντιπαραθέσεων.
Στο νέο αυτό γύρο, η Επιτροπή Δερβενοχωρίων προέτρεπε συνεχώς τα αδέλφια του εκλιπόντος να παρενοχλούν συστηματικά την κυβέρνηση για την άδικη τοποθέτηση του νέου οπλαρχηγού. Πράγματι, το Δεκέμβριο του 1825 ο Γεώργιος κατηγόρησε στην κυβέρνηση τον ήδη διορισμένο Κων/ο Μασκλαβάνη ως ανάξιο της θέσης του αδελφού του20, για να του απαντήσει ο πρόεδρος του Βουλευτικού Πανούτσος Νοταράς, ότι «…το Εκτελεστικό πριν διορίσει τον Μασκλαβάνη επληροφορήθη ότι δεν υπάρχει αδελφός του αποθανόντος Σκουρτανιώτη άξιος να διαδεχθή τον τόπον αυτού…»21. Για πέντε σχεδόν μήνες ο Γεώργιος μαζί με τον αδελφό του Λουκά, με αλλεπάλληλες αναφορές προς την Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος εκλιπαρούσαν να λάβουν «εις εξ αυτών τον τόπον του υπέρ πατρίδος αποθανόντος αυταδέλφου των Αθανασίου Σκουρτανιώτου…»22. Και η κυβέρνηση πεισματικά αρνιόταν, έχοντας υπόψη ένα ατυχές περιστατικό που είχε συμβεί στις αρχές του 1825 και είχε σημαδέψει τον ένα από τα δύο αδέλφια23. Μόλις το Μάρτιο, στις 29.3.1826, και με τη διαμεσολάβηση του φρούραρχου Αθηνών Ιωάννη Γκούρα η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας αρχίζει να βλέπει θετικά το να αναλάβει ο Γεώργιος «…αρχηγός των αρμάτων της ιδίας επαρχίας [Θηβών] δια τας εκδουλεύσεις του μακαρίτου…»24. Αυτή η φυσική εξέλιξη όμως, αναχαιτίστηκε από τα γενικότερα πολιτικά δρώμενα (με κυριότερο γεγονός το σχηματισμό κομμάτων), με αποτέλεσμα ο Γεώργιος ως το 1829, παρά την πλούσια στρατιωτική του δράση να μην έχει αποκτήσει κάποιο υψηλό βαθμό πέραν του Πεντακοσίαρχου25.
Η αυτοθυσία του ελληνικού στρατιωτικού σώματος μέσα στην εκκλησία της Αγίας Σωτήρας Μαυροματίου μπορεί να ιδωθεί υπό το πρίσμα δύο αντιθετικών όψεων. Από εθνοκεντρική και συναισθηματική άποψη μπορεί να θεωρηθεί ως μια ανιδιοτελής επαναστατική αυταπάρνηση, ως το βαρύ τίμημα μιας προσπάθειας υπέρ της ελευθερίας και της απελευθέρωσης της πατρίδος. Εδώ, η κριτική προσέγγιση του γεγονότος συνεξαρτάται ή αγκιστρώνεται από την καθολική δράση και τη συνεισφορά του Αθανασίου Σκουρτανιώτη στον αγώνα της Ανεξαρτησίας∙ οπότε είναι μεροληπτική. Ο αξιόπιστος Μακρυγιάννης θέτοντας την εύλογη απορία στο «ποιος πρόδωσε τον γενναίο Θανάση με τα σαράντα παλικάρια και τους έκαψαν όλους μέσα σε μια εκκλησιά;»26, διαγράφει έναν συγκεκριμένο άξονα ερμηνείας του συμβάντος, ο οποίος με τη σειρά του μας εξωθεί στην διερεύνηση των πολιτικών και στρατιωτικών συνθηκών που προηγήθηκαν της μάχης. Η απάντηση στο παραπάνω θλιβερό ερώτημα, θα αποκάλυπτε βέβαια, ότι πίσω από τις φαινομενικά ειδυλλιακές σχέσεις μεταξύ των αγωνιστών, υπέβοσκε ζήλια, συμφέρον, καιροσκοπισμός και ιδιοτέλεια. Οι κομπάρσοι του δράματος, που αναφέρει ο Τσεβάς ότι θα συναντούσαν τον πρωταγωνιστή και συμπατριώτη τους Σκουρτανιώτη την επόμενη ημέρα στα Παραπούγγια, ίσως δεν ήταν άγγελοι όπως παρουσιάζονται κατόπιν, ούτε φυσικά και διάβολοι, αλλά άνθρωποι που είχαν φιλοδοξίες, πάθη και (για τους ερευνητές της περιοχής που γνωρίζουν) κακό παρελθόν. Εδώ, θα ήταν καλό να σταματήσουμε, γιατί η περαιτέρω ανάλυση θα εμφάνιζε αθέατες εκφάνσεις μιας πραγματικότητας, η οποία θα ήταν αδύνατο να εξεταστεί στα πλαίσια του ενδεικτικού αυτού άρθρου27.
Από την αντίθετη πλευρά, την κυνική και αποστειρωμένη από χρησιμοθηρικές προθέσεις, η μάχη του Μαυροματίου μπορεί να θεωρηθεί ως ένα στρατηγικό σφάλμα και μια μάταιη θυσία, διότι τα προσδοκώμενα στρατιωτικά οφέλη της ήταν ελάχιστα ως μηδαμινά. Η εξαίρεση εκείνων που προσδιορίστηκαν στη στιγμή είναι αμφίβολο αν πρέπει να ληφθούν υπόψη στην ιστορική διαπραγμάτευση, διότι υποτίθεται πως υπήρχε ένα προμελετημένο σχέδιο καταστρωμένο από τον ίδιο τον αρχηγό. Η μάχη του Μαυροματίου, θα μπορούσε να αντιστοιχιστεί με κείνη στο Μανιάκι που διεξήχθη το Μάιο του 1825. Εδώ ο Παπαφλέσσας δεν έλαβε τη στρατιωτική βοήθεια που ανέμενε, δεν ανέκοψε την προέλαση του στρατεύματος του Ιμπραήμ, και, παρά τη σθεναρή άμυνα που παρέθεσε, πέθανε με φρικιαστικό τρόπο χάνοντας το κεφάλι του.
Το καλοκαίρι του 1825 οι στρατιωτικές συνθήκες στο ελλαδικό χώρο ήταν κακές. Σταδιακά χειροτέρευαν. Φτάνοντας το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, όχι μόνο δε βελτιώθηκαν, αλλά είχαν γίνει κάκιστες. Το έθνος στα πλαίσια της στενής πληθυσμιακής του αυθυπαρξίας αδημονούσε να αυξήσει τους στρατευσίμους για να συγκροτήσει τακτικό στρατό28, είχε ανάγκη τον καθένα που θα μπορούσε να φέρει όπλο, είχε αριθμητικές απώλειες από το «προσκύνημα» και την ανυποταξία, και οι εφεδρείες του είχαν φτάσει στο ελάχιστο δυνατό σημείο. Επρόκειτο ουσιαστικά περί μιας μάχης υπάρξεως, όπου το ελληνικό αίμα ήταν περισσότερο από ποτέ πολύτιμο. Και στις δυο περιπτώσεις όμως χύθηκε αφειδώς.
Ο Τσεβάς που ήταν γνώστης αυτής της θλιβερής πραγματικότητας, αφού έγινε συνειδητός αποδέκτης μιας μεροληπτικής πληροφόρησης από συμπατριώτες του Αθανασίου Σκουρτανιώτη προσπάθησε ουσιαστικά να τον προφυλάξει. Μεταφέροντας την κύρια ευθύνη του δράματος σε άλλο πρόσωπο, χαρακτηριστικά ανέφερε, ότι ο επικεφαλής της «ανιχνευτικής» περιπόλου Γιάννης Δρίτσουλας ήταν εκείνος που έπεισε τον αρχηγό του κυρίου σώματος ότι ο αριθμός των Οθωμανών στρατιωτών που θα αντιμετώπιζαν δεν θα υπερέβαινε τους διακόσιους, πως η νίκη ήταν σίγουρη και ότι η δόξα τους περίμενε. Η Γενική Εφημερίδα όμως διέψευσε το συγγραφέα γράφοντας ότι «…εννοήθηκαν [οι Οθωμανοί] παρά των ημετέρων…»29. Η ίδια διάψευση ήρθε και από άλλους απομνημονευματογράφους της εποχής, ενώ η βασικότερη –ασυνείδητα προέκυψε- από τον ίδιο τον συγγραφέα, αφού ισχυριζόταν πως η ομάδα του Σκουρτανιώτη παρακολουθούσε επί βδομάδες (!) τις κινήσεις των Τούρκων.
Τέλος, το γεγονός ότι οι περισσότεροι στρατιώτες έκλιναν προς την πλευρά του Δρίτσουλα στη ψηφοφορία περί παραμονής ή μη στην Αγια-Σωτήρα για τη διεξαγωγή της μάχης, καθώς και η μετέπειτα αξιολόγηση και κατάταξη των Σκουρτανιώτη και Δρίτσουλα από την Επιτροπή του Αγώνα στην ίδια (5η) τάξη αξιωματικών, συνολικά καταδηλώνουν μια υποψία συναρχηγίας στο συγκεκριμένο στράτευμα. Σχετικές αναφορές θα συναντήσει κανείς στα έργα των Ευκλείδη Βάγιαννη και Λουκά Φανόπουλου. Πρόκειται δηλαδή για μια εντελώς λογική κίνηση κάτω από την πίεση της ελλείψεως έμψυχου υλικού∙ να ενωθούν δηλαδή οι δυνάμεις των αρχηγών νοτιοανατολικής (Σκουρτανιώτης) και νοτιοδυτικής (Δρίτσουλας) Βοιωτίας για να αντιμετωπιστεί ο πανίσχυρος εχθρός που λυμαινόταν την περιοχή. Η τελευταία διαπίστωση, είναι προς το παρόν μια εικασία, αφού κυρίως αναφέρεται από το Βάγιαννη30, αλλά ωστόσο χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
Τα παραπάνω που εκτέθηκαν εν συντομία, σε καμία περίπτωση δεν έχουν πρόθεση να μειώσουν την αξία της αυτοθυσίας. Θα ήταν άλλωστε κακόβουλο και κακοπροαίρετο να επικριθούν άνθρωποι που πέθαναν για την πατρίδα. Το ότι διέσωσε όμως ένας συγγραφέας χρονογραφικά ένα συμβάν, δε του δίνει και το απόλυτο προβάδισμα στην ιστορική αξιοπιστία. Ακαδημαϊκά, θα λέγαμε, πως η ιστορική αντικειμενικότητα δεν είναι ταυτόσημη με τη διάσωση του χρονογραφικού γεγονότος, αλλά με τη διάταξη της ιστορικής ύλης μέσα σε ένα ερμηνευτικό σχήμα, του οποίου η εγκυρότητα είναι αποτέλεσμα δύο λογικών: της λογικής που αποδεσμεύεται από την ιστορική ύλη και της δικής μας λογικής που τίθεται κάτω από τον έλεγχο της πρώτης. Ακολουθώντας αυτούς τους τεχνικούς βηματισμούς, ενδεχομένως θα πλησιάζουμε ολοένα και πιο κοντά σε μιαν αιρετική ιστορία, ή, καλύτερα, στον αντίθετο πόλο της χρησιμοθηρικής ιστορίας.





ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για το ίδιο θέμα, βλ., Ιωάννης Κ. Μήτρου, Η Αγια-Σωτήρα Μαυροματίου και το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στον ομώνυμο ναό, Αθήνα, 2004., σ. 44-69. Στις ημερομηνίες χρησιμοποιείται αποκλειστικά το Γρηγοριανό ημερολόγιο, που υιοθετήθηκε από την Ελλάδα το 1923. Το χωριό Μαυρομάτι βρίσκεται 15 χιλιόμετρα δυτικά των Θηβών.
2. Βάγιαννης Ευκλείδης, Τύχαι Θηβαίων, Θήβαι, 1895, σ.23-26.
3. Τσεβάς Γεώργιος, Ιστορία των Θηβών και της Βοιωτίας, τ. Β΄, Αθήναι, 1928.
4. Ο Τσεβάς θεωρεί ότι 23 Βαγαίοι υπό τον Αθανάσιο Τζουνάρα συμμετείχαν στο ολοκαύτωμα βασιζόμενος σε προφορικές μαρτυρίες μισό αιώνα μετά. Αντίθετα με όλους τους απομνημονευματογράφους όπως π.χ Μιχαήλ Οικονόμου, Ιστορικά περί της Εθνικής Παλιγγενεσίας, Τσουκαλάς, Αθήναι, 1957, σ.113-114. // Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ελληνικήν Ιστορίαν, επιμ. Π.Φ. Χριστόπουλου, 1972, τ. Β΄, σ. 472. Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, Μέλισσα, χ.χ., Αθήνα, σ. 388. // Για να προσθέσουμε πρόχειρα ότι α) δεν υπάρχει εκ Βαγίων Αθανάσιος, αλλά Αντώνιος Βασιλείου ή Τζουνάρης ο οποίος πέθανε τουλάχιστον μετά το 1828, β) ότι δεν απαντάται το ονοματεπώνυμό του σε καμία αίτηση αγωνιστών ή κληρονόμων αγωνιστών γ) ότι δεν υπάρχει απάντηση στο προφανές ερώτημα ότι: δεν υπήρξε κανείς από τους κληρονόμους των αδικοχαμένων 23 Βαγαίων να κάνει έστω μία αίτηση για αποζημίωση στην Επιτροπή του Αγώνα;., κ.α.
5. Ο Τσεβάς δίνει την 26η Οκτωβρίου ως ημερομηνία του γεγονότος βασιζόμενος σε μαρτυρίες πολλά χρόνια έπειτα και όχι στα επίσημα έγγραφα της εποχής: Βλ., Γενικά Αρχεία Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Ρήγα Παλαμήδη, αρ.Φ.308. // Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, εν Ναυπλίω 11.11.1825, αρ.Φ.11. // Οικονόμου, ο.π., // Σπηλιάδης., ο.π., κ.α.
6. Πρόχειρα για τους δύο εμφύλιους πολέμους, τις πολιτικές μηχανορραφίες, το σχηματισμό κομμάτων το 1825 και τη διαίρεση του λαού, τις εσωτερικές έριδες, τη διασπάθιση χρημάτων, τους στρατιωτικούς βραχύβιους προσεταιρισμούς, κ.α., βλ. ενδεικτικά, Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1978, σ. 373-408.
7. Τάκης Λάππας, Αληθινό Παραμύθι, στο, Αθάνατο 21, Φωτοανατύπωση Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς, Αθήνα, σ. 143-160.
8. Γιώργης Β. Λουκάς Φανόπουλος, Θήβα και Λειβαδιά, Χωραΐται και Χωρικοί στο 21, τ. Α΄, Αθήναι, 1975, τ. Β΄, Αθήναι 1976.
9. Μελέτης Α. Μπεναρδής, Μεγαρείς και Δερβενοχωρίται, Αθήναι, 1936. // Δημήτριος Καλλιέρης, οι κάτοικοι των Δερβενοχωρίων τον 19ο αιώνα, ΕΕΒΜ, Αθήνα, 2000, σ. 704-727. // Ευάγγελος Χ. Μίχας, Δερβενοχώρια, τα Ελευθεροχώρια της Βοιωτίας, Δερβενοχώρια, 2002. // Δημήτριος Λιάκουρης, στο 9ο Συμπόσιο Ιστορίας και Λαογραφίας Αττικής, Αγωνιστές του 1821 από τον Αυλώνα και ορισμένα γειτονικά χωριά, Αυλώνα, 21-24.6.2002. // Αθανάσιος Κυριάκος, Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης και η μάχη του Μαυροματίου, Κλειδί, 1995. Και του ιδίου σε περίληψη, Το Ολοκαύτωμα στο Μαυρομάτι , εφημερίδα. Ελεύθερος Λόγος, Σχηματάρι, Απρίλιος 2007. // Τέλος, αξίζει να σημειωθεί και η αξιόλογη προσπάθεια του Γεωργίου Σκουρτανιώτη από το χωριό Καλλιθέα Βοιωτίας, απόγονου του οπλαρχηγού, που ίδρυσε σχετική σελίδα στο διαδίκτυο στη διεύθυνση (www.skourtaniotisathanasios.blogspot.com) και μπορεί ο καθένας ελεύθερα να ενημερωθεί ή να προσθέσει σχετικές πληροφορίες.
10. Χιλίαρχος από τις 30.5.1824 ως «…ομολογουμένως καλός πατριώτης γενναίος εις τους πολέμους και εις τας θυσίας και πρόθυμος κατά των εχθρών…» Βλ., Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 10ος, σ. 136 και 323-324 και Αντιστράτηγος μαζί με τον Κων/ο Καλύβα από τις 7.10.1824. Βλ., Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 10ος, σ. 510-511 που υπογράφουν Γ. Κουντουριώτης, Ι. Κωλέττης, Αν. Σπηλιωτάκης και Π. Νοταράς.
11. Ναός που βρίσκεται 500 μέτρα περίπου δυτικά της κεντρικής πλατείας και στα όρια του οικισμού και το 1825 είχε εμβαδόν ~ 30 τετραγωνικά μέτρα.
12. Τσεβάς., ο.π., σ. 199-205.
13. Προφορική παράδοση Μαυροματίου, (Αικατερίνη Παπαθανασίου: σε ηλικία 103 ετών, περιέγραφε με λεπτομέρεια, πως ένας άγνωστος αριθμός «φουστανελάδων» παρευρισκόταν στην Αλυκή του Κορινθιακού και παρατηρούσε αμήχανα τους εντοπίους που προσπαθούσαν με βάρκες να περάσουν στην Πελοπόννησο, μέχρι να απομακρυνθεί ο κίνδυνος του Ομέρ Πασά).
14. Κατά μία έκφραση της επιτροπής Δερβενοχωριτών., βλ., Καλλιέρης, ο.π., σ. 714.
15. Τσεβάς., ο.π., σ. 205. Το αν ο Πανάρετος είναι κατασκεύασμα του συγγραφέα ή όχι, φαίνεται από τα «Μοναχολόγια» των Βοιωτικών μοναστηριών. Είναι μέχρι σήμερα ανεξακρίβωτο αν υπήρξε ποτέ ο Πανάρετος.
16. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς του Λάππα, περί ερχομού του παππού του Μήτρο. Βλ., Λάππας, ο.π., σ. 159
17. Αρχεία Παλιγγενεσίας, για την 21.10.1825., τ. 7ος , σ. 364.
18. Οι οποίοι συμπατριώτες του είχαν συμμετάσχει υπό τον Στάθη, αδελφό του Μίνιου Κατσικογιάννη και το Γιάννη Δρίτσουλα στην αποστολή στην Κάρυστο. Και στις 7 Ιουλίου 1824 πρέπει να έπεσε από τα σύννεφα όταν ο Ανδρούτσος πρότεινε στην πολιτική ηγεσία, ανθρώπους για προβιβασμό χωρίς καν να τον αναφέρει. Βλ., Φανόπουλος, ο.π., τ. Α΄, σ. 91. Ίσως έτσι να εξηγείται (ως δεύτερος λόγος) η μετέπειτα προσχώρηση του Γεωργίου Σκουρτανιώτη στο εκστρατευτικό σώμα του Γκούρα εναντίον του Ανδρούτσου.
19. Ο Παπαδιπλός εκπροσωπεί τους Δερβενοχωρίτες στην αφήγηση του Τσεβά. Και στις δυο περιπτώσεις, είτε αναθεματίζοντας, είτε προειδοποιώντας, προμηνύει ουσιαστικά το θάνατο του οπλαρχηγού: Εμείς, σε καταριόμαστε και γι’ αυτό θα πεθάνεις, ενώ οι άλλοι δε θα σε βοηθήσουν και γι’ αυτό θα πεθάνεις.
20. Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 8ος, σ. 379 και 7ος, 391-392-393.
21. Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 7ος, σ. 401.
22. Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 7ος , Αθήναι, 1971, σ. 459.
23. Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 7ος , σ. 175. «Ανεγνώσθη αναφορά του Παπά Θανάση και Γεωργίου Σκουρτανιώτου [στις 17 Μαρτίου 1825], ευρισκομένων εις την φυλακήν της Αστυνομίας επί λόγω ότι είναι προδόται. Εστάλη εις του Υπουργείον της Αστυνομίας με απόφασιν του Βουλευτικού και, αν τω όντι, ως λέγουσιν είναι αθώοι της συκοφαντίας να ελευθερωθώσι της φυλακής». Βέβαια οι συκοφαντίες ποτέ δεν έλλειπαν και το έγγραφο δε διασταυρώνεται. Απλώς όμως ισχυροποιεί την άποψη ότι υπήρχαν και άλλοι διεκδικητές της οπλαρχηγίας στα Δερβενοχώρια, που θα μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε για να πετύχουν τα σχέδιά τους. Το έγγραφο αυτό επίσης δείχνει (τον πρώτο λόγο) που ώθησε το Γεώργιο Σκουρτανιώτη να ταχθεί με το μέρος του Γκούρα κατά την εκστρατεία του εναντίον του Οδυσσέα Ανδρούτσου.
24. Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 7ος, σ. 478.
25. Γενική Εφημερίς, 25.9.1829.
26. Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, ο.π.
27. Αναλυτικά βλ., Ιωάννης Κ. Μήτρου, ο.π. // Μια νέα μελέτη με θέμα τον «αρματολισμό» και τα «κόλια», περιλαμβάνει το ζήτημα Σκουρτανιώτη και βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Για το λόγο αυτό δίνονται ενδεικτικές (οι γνωστότερες) παραπομπές.
28. Νόμος «περί κατ’ απογραφήν στρατολογίας υπ. αριθμόν 10 της 10.5.1825 για στρατολόγηση 1/100 κατοίκους, σε συνολικό πληθυσμό 700.000 δεν έφερε 7.000 στρατευσίμους γιατί το μεγαλύτερο μέρος της χώρας ήταν υπό εχθρικό έλεγχο και πολλοί δεν παρουσιάζονταν. Έτσι, ακολούθησε δεύτερος Νόμος Στρατολόγησης, ο ΜΗ΄ της 10.9.1825.
29. Για το λόγο αυτόν, η αφήγησή μας ξεκινάει χωρίς την υποτιθέμενη δράση της ομάδας Δρίτσουλα.
30. Βάγιαννης, ο.π., σ. 25. «όλο συ θα ακούεσαι καπεταν-Θανάση, σήμερα είναι μέρα που θα φανή και ο Δρίτσουλας».

Το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη/Στρατηγικό λάθος η αποτέλεσμα διχόνοιας; (μέρος α΄')


Και ενώ είχα χαθεί σε έναν κυκεώνα βιβλίων σχετικά με την ελληνική επανάσταση και τους εμφυλίους πολέμους του 1821 για να βρω κάποια άκρη και να απαντήσω στα προηγούμενα ερωτήματα, έπεσε στα χέρια μου ένα άρθρο του ιστορικού ανθρωπολόγου Μήτρου Ιωάννη, δημοσιευμένο στην εφημερίδα ''ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΟΝ'' του Λεονταρίου Θεσπιών, που είναι πολύ σημαντικό. Επικοινώνησα τηλεφωνικά με τον κ. Μήτρου να του ζητήσω την άδεια να δημοσιεύσω το κείμενό του και όχι μόνο δέχτηκε αλλά και μου το έστειλε διορθωμένο από την δημοσίευση στην συγκεκριμένη εφημερίδα που το βρήκα. Ευχαριστώ τον κ. Μήτρου και ελπίζω να βοηθήσει και στην συνέχεια την έρευνά μας γιατί η ματιά του είναι πολύ διεισδυτική, δεν μένει μόνο στην απλή καταγραφή των γεγονότων και φυσικά δε φοβάται να ρισκάρει έτσι ώστε η ίδια η ιστορία να ειδωθεί πρισματικά και να αποκτήσει την χαμένη της γοητεία, όχι καθαρά γυμνασιακή η εθνικιστική.
Το κείμενο του κ. Μήτρου θα το δημοσιεύσω σε δύο συνέχειες γιατί πραγματικά χωρίζεται σε δύο μέρη. Το ένα καταγράφει το ιστορικό γεγονός και το άλλο το αναλύει.
Και πάλι ευχαριστώ τον κ. Μήτρου.

Το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη
Στρατηγικό λάθος ή αποτέλεσμα διχόνοιας;

Του Ιωάννη Μήτρου
Ιστορικού-ανθρωπολόγου


(μέρος α')

Το Νοέμβριο του 1825 διεξήχθη στο Μαυρομάτι Βοιωτίας μία φονική μάχη κατά την οποία 44 Έλληνες υπερασπιστές της ελευθερίας βρήκαν τραγικό θάνατο πολεμώντας εναντίων υπέρτερων οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων1. Το σημαντικό αυτό γεγονός που εκτυλίχθηκε στην επαρχία Θηβών για πολύ καιρό παρέμεινε στη λήθη. Μόλις το 1895 ο νομικός Ευκλείδης Βάγιαννης επιχείρησε για πρώτη φορά να σκιαγραφήσει το γεγονοτολογικό του υπόβαθρο. Η ενδελεχής συγκέντρωση πληροφοριών όμως, δεν ήταν μέσα στις προσδοκίες του συγγραφέα με αποτέλεσμα τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες που το συνέθεταν να παραμείνουν στην αφάνεια2. Διαφορετικές προθέσεις είχε ο ιστοριογράφος Γεώργιος Τσεβάς που 33 χρόνια αργότερα έδωσε στη δημοσιότητα την ολοκληρωμένη εικόνα αυτής της στρατιωτικής αναμέτρησης3. Αν και η κριτική του προσέγγιση στον αριθμό των στρατιωτών4, στην ημερομηνία5 και στις ευρύτερες διεργασίες που επηρέασαν αναπόδραστα την πλοκή του συμβάντος6 ήταν ανύπαρκτη, κατάφερε να διαγράψει αφηγηματικά την πιο λεπτομερή μάχη στη Βοιωτία μετά από εκείνη της Πέτρας. Χρησιμοποιώντας το μεθοδολογικό εργαλείο της προφορικής παράδοσης, της οποίας αποδείχτηκε και ο μοναδικός θεματοφύλακας, ο συγγραφέας ανέδειξε την ηγετική φυσιογνωμία του εκ Σκούρτων Θηβών οπλαρχηγού Αθανασίου Γάτση, που ως τότε βρισκόταν υπό την σκιά των Οδυσσέα Ανδρούτσου και Αθανασίου Διάκου. Αρκετά χρόνια αργότερα ο ιστοριοδίφης Τάκης Λάππας εμπλούτισε τη διήγηση με νέα στοιχεία, συμβάλλοντας στην παγίωση του ήδη συγκινησιακού της χαρακτήρα7. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Λουκάς Φανόπουλος σε μια μνημειώδη παρουσίαση της βοιωτικής αντίστασης στο 1821, ανέδειξε πρωτογενές υλικό σχετιζόμενο με τον πρωταγωνιστή του ολοκαυτώματος Θανάση Σκουρτανιώτη, κλείνοντας έτσι την αυλαία του ρομαντικού δράματος8. Έκτοτε, ως και σήμερα, η εξιστόρηση του Τσεβά επαναλαμβάνεται και αναπαράγεται, περισσότερο για να δημοσιοποιηθεί το θέμα και για να κεντριστεί η εθνική συνείδηση σε διάφορες επετείους, παρά για να ενδυναμωθεί η ιστορική αλήθεια. Εξαίρεση στα παραπάνω αποτελούν οι σχετικές μελέτες των Μελέτη Μπεναρδή, Δημήτρη Καλλιέρη, Βαγγέλη Μίχα, Δημήτρη Λιάκουρη και Θανάση Κυριάκου, οι οποίες εισδύουν βαθύτερα στο θέμα9.
Ας παρακολουθήσουμε αδρομερώς το συμβάν, όπως εκτυλίσσεται μέσα στην καρδιά της Ελληνικής Επανάστασης.
Το ψυχρό πρωινό της 3ης Νοεμβρίου 1825, το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα 48 άτακτων υπό την αρχηγία του αντιστράτηγου10 Αθανασίου Γάτση ή Σκουρτανιώτη, κατά τη διάρκεια μιας αναγνωριστικής περιπόλου στην ευρύτερη περιοχή του τέως Δήμου Θεσπιέων, αφού αντιλήφθηκε αιφνιδίως την παρουσία του Οθωμανικού στρατού σε κοντινή απόσταση, και συγκεκριμένα στο σημερινό κεντρικό δρόμο Θηβών-Λιβαδειάς, αποφάσισε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες να το προσελκύσει σε μάχη, παρά το γεγονός ότι υπολειπόταν συντριπτικά σε αριθμό και πολεμοφόδια. Ο χώρος που επέλεξε ο αρχηγός για να οργανώσει την άμυνά του ήταν ο βυζαντινός ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Μαυρομάτι11. Βασικό ρόλο στην απόφασή του έπαιξαν, αφενός μεν η επιμονή του συναρχηγού του Ιωάννη Δρίτσουλα ότι θα κερδίσουν τη μάχη και θα δοξασθούνε όπως συνέβη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στη Γραβιά και αφετέρου δε, η προσδοκία του ιδίου για στρατιωτική υποστήριξη, που ευελπιστούσε να επιτευχθεί κατά τις απογευματινές ώρες. Για το λόγο αυτόν απέστειλε τέσσερις γοργοπόδαρους αγγελιοφόρους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να ειδοποιήσουν τα πλησιέστερα φίλια τμήματα «ώστε να έλθωσι να τους βοηθήσουν ή να τους θάψουν». Ο Σκουρτανιώτης ήλπιζε ότι η άφιξη στρατιωτικής ενισχύσεως, εκ φύσεως θα παρείχε τη δυνατότητα αιφνιδιασμού, πλευροκοπήσεως και αποδυναμώσεως του εχθρού, και με λίγη τύχη ίσως και εκμηδενισμού του. Οπότε η άμυνα που θα παρέθετε αποτελούσε τμήμα μιας γενικότερης στρατηγικής στόχευσης με σκοπό την άπαξ εξολόθρευση μιας εκ των ισχυρότερων εχθρικών δυνάμεων του σαντζακιού του Ευρίπου που τον καιρό εκείνο διοικούσε ο Ομέρ Πασάς της Καρύστου.
Η οθωμανική επίθεση ξεκίνησε τις μεσημεριανές ώρες της ίδιας ημέρας και ήταν σφοδρή. Λεπτό προς λεπτό γινόταν σφοδρότερη και συνοδευόταν με αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες, αλλά ώρα με την ώρα ασθενικότερη και συνοδευόταν από ακατάπαυτα βογκητά. Το απόγευμα είχε πλήρως αποδυναμωθεί και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εντελώς αποτυχημένη. Αιτία ήταν η στρατηγική ικανότητα του Έλληνα αρχηγού που επέτυχε, αφενός μεν να αντιτάξει στον αντίπαλό του σθεναρή αντίσταση καθ’ όλη τη διάρκεια των εχθροπραξιών έχοντας ως αντιστήριγμα τον οχυρωματικό περίβολο της εκκλησίας, και αφετέρου δε, να διατηρήσει το έμψυχό του υλικό σε άριστη κατάσταση μείον τους συνήθεις μικροτραυματισμούς. Αξιοσημείωτο είναι επίσης, ότι οι επιθέσεις του εχθρού, αν και ήταν αλλεπάλληλες, θυελλώδεις και μαζικές, αποκρούστηκαν ή απορροφήθηκαν εξαιτίας της ψυχραιμότατης και αποτελεσματικής στάσης των ίδιων των υπερασπιστών. Ο υπερκερασμός μάλιστα του προστατευτικού μαντρότοιχου μετέτρεπε συχνά τη μάχη σε εκ του συστάδην οδηγώντας τον εχθρό σε απροσμέτρητες απώλειες και τον τόπο να ομοιάζει με ένα συμφυρμό χώματος, σάρκας και αίματος. Εκατόν πενήντα και πλέον Οθωμανοί σφαγιάστηκαν ή τέθηκαν εκτός μάχης στα πρώτα κύματα της επιθέσεως. Η πρώτη φάση της αναμέτρησης κινδύνευε να είναι για εκείνους και η οριστική. Η απελπισία τους κυρίευσε διότι η πλάστιγγα της νίκης είχε γείρει φανερά με το μέρος των Ελλήνων.
Ακριβώς στο χρονικό αυτό σημείο επήλθε σιωπή. Η παύση των πάσης φύσεως πολεμικών ορυμαγδών έδωσε μάλιστα, προς στιγμήν, την εντύπωση της ολοκληρωτικής υποχωρήσεως του εχθρού. Αλλά η εντύπωση ήταν εντελώς απατηλή. Η σιωπή ήταν το προμήνυμα της κύριας καταιγίδας. Και πράγματι, εκείνο το οποίο δεν είχε ως τότε συμβεί στην ελληνική, συνέβη στην αντίπαλο πλευρά. Μια ισχυρή επικουρική δύναμη αποτελούμενη από 600 Οθωμανούς πεζικάριους και ιππείς είχε αναφανεί στα βορειοδυτικά του λόφου της Αγια-Σωτήρας και αφού πρώτα ήσυχα ενημερώθηκε για την υπάρχουσα κατάσταση, κινήθηκε ολοταχώς και αιφνιδίως εναντίον των αμυνομένων, εξανεμίζοντάς τους κάθε ίχνος ελπίδας για επιτυχή έκβαση του αγώνα. Παρόλα αυτά, οι Έλληνες μαχητές δίχως να χάσουν τη ψυχραιμία τους, εξακολούθησαν να πολεμούν πεισματωδώς, σαν ένας αποφασισμένος άνθρωπος, «…άφωνοι, εν θαυμαστή αταραξία…» παρά του ότι οι πιθανότητες επιβίωσης είχαν απελπιστικά ελαττωθεί.
Η μάχη τώρα συνεχιζόταν, πολύ πιο σκληρή, πολύ πιο φονική. Οι άμυνες όμως κρατούσαν. Η προσπάθεια για την επιβίωση απομάκρυνε την κούραση των αμυνομένων και συνάμα έσπρωχνε την ώρα να κυλάει κατευθυνόμενη προς το σούρουπο. Η επικουρία όμως και πάλι δεν ερχόταν. Και είναι ως σήμερα ανεξακρίβωτες οι σκέψεις που έκαναν κάποιοι αλητήριοι Έλληνες στρατιώτες στην Αλυκή πάνω στο θέμα της επικουρίας, όταν έβλεπαν με ασφάλεια τον ήλιο να βυθίζεται στο πέλαγος, ενώ την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι έβλεπαν το αίμα τους να βυθίζεται στο χώμα. Η δύση του ηλίου λοιπόν, βρήκε τους υπερασπιστές στη χειρότερη ψυχολογική κατάσταση, διότι ναι μεν η παρελκυστική τους τακτική είχε επιτύχει, αλλά οι φίλιες δυνάμεις δεν είχαν ακόμα αναφανεί12. Αφού εξάντλησαν το σύνολο των αποθεμάτων από τα πυρομαχικά που διέθεταν, υποχώρησαν του περιτειχίσματος και οχυρώθηκαν μέσα στο μικρής χωρητικότητας ναό. Τι άλλο άλλωστε θα μπορούσαν να κάνουν; Η αναπόφευκτη αυτή κίνηση αποδείχτηκε ολέθρια. Ο επικεφαλής της οθωμανικής στρατιωτικής φάλαγγας εκμεταλλευόμενος αυτόν τον «αυτοπεριορισμό», διέταξε αμέσως την περικύκλωσή τους ώστε να τους αποστερήσει κάθε ενδεχόμενη ενέργεια προς διάρρηξη του κλοιού. Μόλις μάλιστα διαπίστωσε ότι τα βόλια των αμυνομένων καταναλώθηκαν μέχρι ενός, βρέθηκε αντιμέτωπος με τρεις θανάσιμες επιλογές: πρώτο, να ζητήσει βαρύ οπλισμό από την κοντινότερη έδρα ανεφοδιασμού, δηλαδή τη Θήβα, για να κανονιοβολήσει τους εσωκλείστους, πράγμα που απαιτούσε χρόνο και οι πολιορκημένοι μπορεί να ενισχύονταν από εξωτερική βοήθεια∙ δεύτερο, να επιδιώξει να εκπορθήσει με εφόρμηση το ναό αλλά θα διακινδύνευε να αυξήσει το μέγεθος των απωλειών του∙ τέλος, να υποχρεώσει τους αγωνιστές σε έξοδο ώστε να τους αιχμαλωτίσει ή να τους εξολοθρεύσει με συγκέντρωση πυρός. Το σχέδιο που συνέφερε ήταν το τρίτο. Ο αξιωματούχος απέστειλε στρατιώτες, που αναρριχήθηκαν στην εξωτερική οροφή της εκκλησίας και αφού άνοιξαν οπές διοχέτευσαν στο εσωτερικό της δηλητηριώδη και δύσοσμα αέρια, καθώς και εύφλεκτες δραστικότατες ουσίες, όπως θειάφι και πίσσα. Οι υπόλοιποι Οθωμανοί με το στόμα ανοιχτό, την ανάσα κρατημένη και το δάκτυλο στη σκανδάλη, περίμεναν την αναμενόμενη έξοδο, ελπίζοντας να αφαιρέσουν ζωές. Αλλά οι υπερασπιστές δεν τους έδωσαν την ευχαρίστηση.
Για να αποφύγουν την αιχμαλώτιση και τις συνεπακόλουθες κακοποιήσεις εις βάρος τους, οι «επαναστάτες» αποφάσισαν το εντελώς ακατανόητο για τα σημερινά δεδομένα: να μην εξέλθουν της εκκλησίας. Θα υπέμεναν έτσι έναν τραγικότερο, ένα μαρτυρικότερο, ένα δυσβάσταχτο θάνατο. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να εικάσουμε, πως ενώ η φωτιά μαίνονταν, από το ανατολικό τρίλοβο παράθυρο της εκκλησίας θα πρέπει να ξεπρόβαλλαν περιστασιακά φλογισμένες και ολοκόκκινες ματιές πολεμιστών, που αδημονώντας κοιτούσαν προς τη Θήβα προσβλέποντας και εκλιπαρώντας έστω και την ύστατη αυτή στιγμή σε μια απροσδόκητη βοήθεια. Μπορούμε να φανταστούμε επίσης τον Σκουρτανιώτη να φωνάζει και να ξαναφωνάζει μέσα από τις φλόγες «κρατάτε παλικάρια γιατί όπου να ‘ναι έρχονται». Αλλά κανείς δεν ήλθε. Και όλοι οι Έλληνες μέσα στην εκκλησία, πέθαναν αβοήθητοι και μόνοι. Οι περισσότεροι έχασαν τη ζωή τους από τα ασφυξιογόνα αέρια ενώ οι υπόλοιποι έσβησαν καιγόμενοι ζωντανοί. Τα ουρλιαχτά του πόνου αντηχούσαν στον ορίζοντα εμπρός απογειώνοντας τον τρόμο και βυθίζοντας στη θλίψη τόσο τους κρυμμένους στα γήινα καταφύγια εντοπίους, όσο και τον κάθε τυχόντα που συναντούσαν στο διάβα τους χιλιόμετρα μακριά13.
«Το μεσονύκτιον ολόκληρος η Βοιωτία εγνώριζεν την έναρξιν του δράματος, αλλ’ ήτο αργά…».
Τη χρονική αυτή στιγμή η εχθρική μονάδα, έχοντας ήδη περισυλλέξει τους νεκρούς και τους τραυματίες της, οι οποίοι ξεπερνούσαν τους διακόσιους πενήντα, εγκατέλειψε το χώρο του ανθρώπινου θυσιαστηρίου κινούμενη προς τη Θήβα για να καταλύσει εκεί τη νύχτα. Αλλά το ελληνοπρεπές δράμα δεν είχε ολοκληρωθεί. Τις νυχτερινές ώρες δύο άνθρωποι ήσαν ακόμα ζωντανοί μέσα στην εκκλησία∙ ο Σκουρτανιώτης που παραφυλούσε στην είσοδό της και ένας καλόγερος που ονομαζόταν Πανάρετος. Η ατυχία δυστυχώς κατευθύνθηκε προς την είσοδο. Ο Πανάρετος για να ανασάνει φρέσκο αέρα, ξέφυγε από την προσοχή του ζαλισμένου από τα χημικά αέρια οπλαρχηγού που τον είχε σε περιορισμό και προχώρησε αμελώς στο περίβολο του ναού. Εκεί συνελήφθη από κρυμμένους Οθωμανούς, οι οποίοι παραμόνευαν για να σκυλέψουν τους νεκρούς∙ μετά από πίεση που του άσκησαν απέσπασαν την πληροφορία ότι ο καπετάνιος βρίσκεται «εν τη ζωή». Ευθύς αμέσως ενημερώθηκε η διοίκηση του στρατιωτικού σώματος, τμήμα του οποίου επέστρεψε και επιτέθηκε ομαδόν εναντίον του Σκουρτανιώτη. Εκείνος αντιστάθηκε, μαχόμενος σαν άγριο και μανιασμένο θηρίο, έως τη στιγμή που μια εκ των πολλών (εκρηκτικών) βομβών που εξακόντιζαν οι εχθροί εναντίον του, τον βρήκε κατάστηθα «κατακαίοντας και διαμελίζοντας αυτόν». Οι Οθωμανοί περιχαρείς, αφού «έκαυσαν τον καπετάνιο των Δερβενοχωριτών»14, χάρισαν τη ζωή στον Πανάρετο θεωρώντας τον «όλως ανίκανος προς πόλεμον και ότι ήχθη βιαίως εις την εκκλησίαν υπό των επαναστατών»15.
Τα φλογοκαμένα και ολόμαυρα πτώματα των πολεμιστών καθώς και το διαμελισμένο κορμί του αρχηγού τους Σκουρτανιώτη, ανακαλύφθηκαν το χάραμα της επόμενης ημέρας από τους ντόπιους, όχι μονάχα εξαιτίας της υποχωρήσεως του πυκνού στρώματος πάχνης, το οποίο είχε καλύψει σα σάβανο τη γη θέλοντας ίσως να αποκρύψει το αποτρόπαιο δράμα, αλλά και λόγω της έντονης μυρωδιάς θανάτου που κυριαρχούσε και διαπότιζε τον αέρα. Οι νεκροί αφού ψάλθηκαν από τον Βαγαίο ιερέα Νικόλαο, ενταφιάστηκαν από Μαυροματαίους χωρίς την παρουσία και συμμετοχή κάποιας ελληνικής στρατιωτικής μονάδας, αφήνοντας έτσι ανεκπλήρωτη και την δεύτερη επιθυμία του οπλαρχηγού λίγο πριν το θάνατό του16. Αλλά ελάχιστη σημασία είχε αυτό πλέον, διότι «ο αρχηγός είχεν αποθάνει». Ο όγκος του εχθρικού στρατεύματος σε συνδυασμό με την έλλειψη πυρομαχικών και στρατιωτικής υποστήριξης είχαν επικρατήσει επί της ελληνικής θελήσεως για τη νίκη και τη ζωή. Η πυρπολημένη θολωτή εκκλησία για 181 και πλέον χρόνια, θα έμενε ο μοναδικός μάρτυρας εκείνης της πεισματικής μάχης και της φρικαλέας πυρπόλησης των ανθρώπινων σωμάτων.


(συνεχίζεται)

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2007

ΠΡΟΔΟΣΙΑ; (μια φράση στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη βάζει φωτιά)



''Αφού λέγει (ο Σουρμελής)διά τον Δυσσέα πλήθος ψευτιές, τον κατηγορεί και διά το χτίσιμο του παπά. Πες και τα αίτια στοριογράφο, και το κοινό είναι κριτής η υπέρ η κατά. Ένας οπού γένεται προδότης εις τους Τούρκους κι αφανίζει τόσα παλληκάρια και τον γενναίον αγωνιστή Σκουρτανιώτη τον Θανάση, με σαράντα ανθρώπους, ποιος τον πρόδωσε στους Τούρκους;''
-Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα-

Αυτή η φράση, γραμμένη από το χέρι του Στρατηγού Μακρυγιάννη, πληγώνει σαν καρφί μέσα στα απομνημονεύματά του. Γιατί το έγραψε αυτό ο Μακρυγιάννης; Τι ήξερε παραπάνω; Ποιος είναι δυνατόν να πρόδωσε τον Σκουρτανιώτη στους Τούρκους; Υπήρχε κάποιος που θα κέρδιζε από τον θάνατό του;
Δυστυχώς ο Μακρυγιάννης δεν επέμενε παραπάνω εδώ και δε μας έδωσε περισσότερα στοιχεία, ούτε τις υποψίες του, ούτε καν τι ακούστηκε στους στρατιωτικούς της εποχής για τον θάνατο του Σκουρτανιώτη και τη μάχη του Μαυροματίου.
Ποια όμως ήταν η σχέση του Σκουρτανιώτη με τον Ανδρούτσο; Ποια η αληθινή του σχέση με το Βουλευτικό και την τότε εξουσία; Και ποια ή θέση του στους εμφυλίους που μαίνονταν από την αρχή της επανάστασης;
Ερωτήματα όπως τα παραπάνω, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε -όσο μπορούμε φυσικά- στη συνέχεια.

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

Μία επιστολή του Αθ. Σκουρτανιώτη στο Βουλευτικό


Δημοσιεύουμε σήμερα, μία από τις επιστολές του καπετάνιου προς το Βουλευτικό. Μέσα από αυτήν, αντιλαμβανόμαστε εκτός από τις άλλες δυσκολίες, τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε επισιτισμού των ανδρών του. Τα δύσκολα εκείνα χρόνια, το κύρος κάθε καπετάνιου, εξαρτιόταν από το αν μπορούσε να σιτίσει τους άντρες του και να τους δώσει έναν μικρό μισθό να στέλνουν στις οικογένειές τους. Εάν κάποιος καπετάνιος, δεν κατόρθωνε να χορηγήσει αυτά τα απαραίτητα στους άνδρες του, εκείνοι έφευγαν και πήγαιναν σε άλλον καπετάνιο.


Πηγή: Γενικά αρχεία του κράτους

''Προς την Υπερτάτην Βουλήν απονέμω
την δουλικήν μου προσκύνησιν

Σας ειδοποιώ ότι κατά την ογδόην του τρέχοντος, μας ηκολούθησεν
.........(μη αναγνώσιμο) τους εχθρούς και εκάμαμεν, ένα ακροβολισμόν, πεισματώδην με αυτούς, όπου σχεδόν δεν εδούλευον άρματα, μόνον χέρια μαχαίρια, κατά τον Ανηφορίτην, όθεν τους εβοήθησεν η τύχη, όπου είμαθε πλησίον και ακούοντες από Εύριπον, τους κρότους, έδραμον και τους ελευθέρωσαν και ημείς ετραβήχθημεν εις τα σύνορά μας, διορίζοντες προφυλακάς, να φυλάττουν και να έχωμεν ειδήσεις. Στας δώδεκα του παρόντος, ανεχώρησα και ήλθον εις Μέγαρα με απόφασιν να έλθω προς την Σεβαστήν μας Βουλήν, να ομιλήσω τα παράπονά μου, βιαζόμενος και από τους εδικούς μου Έλληνας ζητώντας τους ελουφέδες τους (μισθούς) και τα γεμεκλίκια (τρόφιμα, πολεμοφόδια, ζωοτροφές). Τρίτη ευρισκόμενος εις Μέγαρα, μου ήλθεν είδησις ότι να επιστρέψω οπίσω, επειδή ευγήκαν οι Τούρκοι από τον Εύριπον και έστησαν τα Τζαντήρια τους, από Βλύχες έξω έως τα Χάλια, και είναι αυτού, λοιπόν δεν ηξεύρει τινάς που είναι ο σκοπός τους, διά την Θήβαν πάλιν είναι, διά πάνω μελετούσιν, ουδείς γιγνώσκει. Λοιπόν αφού εμποδίσθην, γράφω και στέλλω τον αδελφόν μου με τον παπά (εννοεί η τον Παπαδιπλό τον συμπατριώτη του η τον παπα Γιώργη Παπαϊωάννου από το Δερβενοσάλεσι) και παρακαλώ θερμώς, οπού να κάνετε τον τρόπον να μας προφθάσετε τόσον τα γεμεκλίκια (τρόφιμα) όσον και για τους ελουφέδες, επειδή και με στενοχωρούν πολλά καθεκάστην ημέραν, μόνον μας γελάς με το σήμερον και αύριον και δεν μας δίδεις τίποτε, πλην επειδή και μας είπες ότι να έχωμεν υπομονήν, ωστε να έλθη η είδησις από την Σεβαστήν μας Διοίκησιν υπομένομεν και τώρα λοιπών παρακαλώ, να μην μας αφήσετε περίλυπους αγκαλά και τραβηχτούν οι Τούρκοι διά απάνω και θέλω έλθει και μόνος εις προσκύνησίν σας και σας ομιλώ και εκ στόματος τα δέοντα. Ταύτα και μένω


αωκδ Σεπτεμβρίου ιδ

Από Μέγαρα

Όλως εις τας επιταγάς Υμών

Αθανάσιος Σκουρτανιώτης

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Αρχηγός Ανατολικής Στερεάς


Διαβάζουμε στον ΓΙΩΡΓΗ Β. ΛΟΥΚΑ-ΦΑΝΟΠΟΥΛΟ:

''...Είχαν εκμαυλήσει (εννοεί το Βουλευτικό) σε τέτοιο βαθμό μικροκαπεταναίους και παλληκάρια....που ξετραχηλισμένος (ο Γκούρας) δε δίστασε να επιδοθεί σ' ένα ανήκουστο πλιατσικολόγημα από την Αττική ως την Αράχωβα, ρημάζοντας τους πάντες και τα πάντα, έτσι που να μην υπάρχει στις δύο επαρχίες αυτές -κυρίως στην επαρχία της Θήβας- τίποτα το στρατιωτικά αξιόλογο και έτοιμο να αποκρούσει κάθε τουρκική εισβολή, εξόν από τις λίγες δυνάμεις, που μέναν πιστές στον Θανάση Σκουρτανιώτη και τον Γιάννη Δρίτσουλα δυτικά της Θήβας.
Έτσι ο δρόμος για τον Ομέρ πασά της Ευρίπου προς τη Θήβα και Λειβαδιά ήταν ανεμπόδιστος για να ανοίξει τελείως μετά το ατυχές ολοκαύτωμα της Αγίας Σωτήρας στο Μαυρομάτι.
Το κενό αυτό θα πρέπει να το είδε η κυβέρνηση -ύστερα μάλιστα από τις απανωτές διαμαρτυρίες των κατοίκων κατά των αθλιοτήτων των αντρών του Γκούρα και από το διαγούμισμα της Βοιωτίας από τον Ομέρ της Εύβοιας- ώστε αποφάσισε να ορίσει αρχηγό των όπλων της επαρχίας Θηβών τον Θανάση Σκουρτανιώτη.
Στην 11 Φεβρουαρίου 1826 επιστολή του σταλμένη από το Κακόσι ο Στάθης Κατσικογιάννης αναφέρει ότι η Διοίκηση είχε διορίσει τον Θανάση Σκουρτανιώτη οπλαρχηγό της Θήβας. Έτσι, ενώ έχουμε μια αναμφισβήτητη μαρτυρία για το γεγονός αυτό, δεν ξέρουμε την ημερομηνία που έγινε ο διορισμός. Από την μελέτη των εγγράφων...συνάγουμε το συμπέρασμα ότι αυτό έγινε το 1825 απόταν κι αποφάσισε η πήρε εντολή να τραβήξει προς τα δυτικά των Θηβών''


Πριν διοριστεί όμως αρχηγός το 1825, στα πρώτα χρόνια της επανάστασης, πάλι από τον ΛΟΥΚΑ ΦΑΝΟΠΟΥΛΟ:

''...Εμάς σήμερα μας υποχρεώνουν μερικά έγγραφα, που βρέθηκαν κατά την έρευνά μας στα Γενικά αρχεία του κράτους, να σταθούμε σ' αυτά σαν μια μαρτυρία από πρώτο χέρι και δεύτερο γιατί φωτίζουν πολλά πράγματα γύρω από τον Θανάση Σκουρτανιώτη, αλλά σε συνέχεια και γύρω από την τότε εποχή και τα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα.
Το ένα έγγραφο του Εκτελεστικού (ΓΑΚ, Εκτ.133) σταλμένο από την Σαλαμίνα στις 27 Αυγούστου 1823 με υπογραφή του Πετρόμπεη.....και το άλλο (ΓΑΚ, Εκτ. 136) επίσης από το Εκτελεστικό από την Σαλαμίνα κι αυτό 3 Σεπτεμβρίου 1823 με υπογραφή τους ίδιους που αναφέραμε παραπάνω............απευθύνονται στον Γενικό Φροντιστή Ρήγα Παλαμίδα.
Στο πρώτο του γράφουν να δώσει στον καπετάν ΄΄Αθανάσιον Σκουρτανιώτην διά πέντε ημέρας ταϊνια ανά 150, ήτοι εκατόν πενήντα ταϊνια πάσαν ημέραν προς ήμισυ οκάν αλεύρι να είναι έκαστον ταϊνι΄΄ ενώ στο δεύτερο να του δώσει τα ίδια ταϊνια, αλλά για τέσσερες ημέρες.
Από τα ταϊνια φαίνεται ότι είχε στην οδηγίαν του εκατόν πενήντα παλληκάρια (το 1823)
Αυτά όσον αφορά την αναγνώρισή του σαν Καπετάνιου ώς τα τότε.
Γιατί στις 28 Μαϊου 1824 το Εκτελεστικό, με το υπ. αριθ. 1664 έγγραφο από τους Μύλους προς το Βουλευτικό, κάνει γνωστό ότι ''ενέκρινεν (τούτον) άξιον να προβιβασθή Χιλίαρχος'' και ζητάει την επικύρωσή του και από το Σώμα αυτό.
Χωρίς άργητα το Βουλευτικό Σώμα με το υπ αριθ. 876 της 29 Μαϊου 1824 από το Άργος απαντάει πως ΄΄ο παρά του Σ. Εκτελεστικού προβαλλόμενος Κύριος Αθανάσιος Σκουρτανιώτης άξιος εις τον βαθμόν της χιλιαρχίας, ενεκρίθη και παρά του Βουλευτικού΄΄
Ο Αντιπρόεδρος
Βρεσθένης Θεοδώρητος
Ο Α' Γραμματεύς
Ιω. Σκανδαλίδης''


(στην εικόνα του άρθρου, ο ανίερος Γκούρας)

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

'Άλλες πηγές για το ολοκαύτωμα


Κατά ΣΠΗΛΙΑΔΗ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ τομ. Β' σελ 472

Την 3 του Νοεμβρίου οι Τούρκοι της Εύβοιας, εις τα περί τον Κάλαμον αποβάντες παράλια, εκινήθησαν εις τας πεδιάδας της Λεβαδείας και δεν έβλαψαν τους κατοίκους, διότι ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης τους είχεν ειδοποιήσει και προλάβοντες είχον αποσυρθή εις σφαλή μέρη, αλλ' επιστρέφοντες οι Τούρκοι, εύρον μέρος εξ αυτών κατά το Μαυρομάτι, χωρίον των Θηβών, τον ειρημένον Σκουρτανιώτην με σαράντα πέντε στρατιώτας και τον προσέβαλον οχυρωθέντα εις το περιτείχισμα παρακείμενης τινός εκκλησίας, και εφονεύθησαν πολλοί, αλλ' εις την ακμήν της μάχης έφθασαν όλον το σώμα των εχθρών ως εξακόσιοι πεζοί και ιππείς και τον εβίασαν να κλεισθεί εντός της εκκλησίας, και τότε έβαλον πυρ εις αυτήν και τον έκαυσαν και εκείνον και όλους τους στρατιώτας του. Επομένως, θα λάβη την θέσιν του, αρχηγός των όπλων της επαρχίας Θηβών διορισθησόμενος από την Κυβέρνησιν, ο αδελφός του Γεώργιος Σκουρτανιώτης και θα καταπολεμήσει τους Τούρκους ως και εκείνος.

Στο ίδιο περίπου κλίμα κινείται και η Γενική Εφημερίδα (Φύλλο 11 της 10.11.1825) με την διαφορά ότι αναφέρει επιπλέον: ''...Επρόφτασε μετά ταύτα ικανή βοήθεια, πλην μάτην, επειδή έγινε πάρα καιρόν'' Χαρακτηριστικό ότι και η Γενική Εφημερίδα και ο Σπηλιάδης, αλλά και ο Ξάνθης ο Γεν. Αστυνόμος Αθηνών, χρησιμοποιούν την ημερομηνία 3 Νοέμβρη! Το γεγονός αναφέρει και ο Οικονόμου στην ''ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ''
Ο Τάκης Λάππας (ΑΘΑΝΑΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ) προσθέτει ότι τον καλογεράκο που αναφέρει ο Τσεβάς, τον λέγαν Πανάρετο. Αργότερα καλογέρεψε στο μοναστήρι της Ευαγγελίστριας στο Ζαγαρά (Ελικώνα) Είχε γράψει στο φύλλο του ευαγγελίου τα ονόματα αυτών, που πολέμησαν στην Αγία Σωτήρα. (Το φύλλο αυτό του ευαγγελίου, δυστυχώς δεν έχει βρεθεί. Υποσχόμαστε να κάνουμε μια προσπάθεια στη μονή για την ανεύρεσή του)
Γράφει ακόμη ο Λάππας, ότι προς βοήθεια για ενίσχυση του Σκουρτανιώτη, ήρθε ένας μικροκαπετάνιος Σουλιώτης στη καταγωγή ονόματι Ζέρβας, αλλά ήταν αργά.
Από τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη δε βρήκανε παρά μόνο το δεξί του χέρι που βαστούσε ακόμη το γιαταγάνι. Επειδή τα δάχτυλα ήταν τόσο σφιγμένα πάνω στη λαβή που ήταν πολύ δύσκολο να τα αποχωρίσουν, τελικά τον έθαψαν έτσι. Μαζί με το γιαταγάνι.

Σχετικά με την ημερομηνία, πράγματι υπάρχει μια σύγχιση. Ενώ ο Τσεβάς αναφέρει την 26η Οκτωβρίου, οι υπόλοιποι αναφέρουν την 3η Νοέμβρη. Διαβάζουμε στον ΓΙΩΡΓΗ Β. ΛΟΥΚΑ-ΦΑΝΟΠΟΥΛΟ ''Θήβα και Λειβαδιά, Χωραϊτες και χωρικοί'':
''...Ο Τσεβάς το γεγονός τόγραψε σύμφωνα με την εξιστόρηση του πατέρα του και του συμπατριώτη του αγωνιστή Γ. Γκέλη, όπως του τάπαν το τσοπανόπουλο και ο έγκλειστος με τον Σκουρτανιώτη καλόγερος.
Ο Γεν. Αστυνόμος Αθηνών Ανδρέας Ξάνθης, το πληροφορήθηκε από τον Μήτρο Βενιζέλο. Όσον αφορά τους άλλους, είναι ολοφάνερο, ότι ακολούθησαν την ημερομηνία και τα όσα ανέφερε στην έκθεσή του ο Αστυνόμος.
Έτσι, από μέρους μας είναι δύσκολο να τοποθετήσουμε με πεποίθηση την ακριβή ημερομηνία, μια που οι πηγές είναι διαβλητές, μ' όλον που από πρώτη παρατήρηση θα μπορούσαμε να αποκλείνουμε προς την ημερομηνία, που εκόμισε στην Αθήνα ο Βενιζέλος. Ήταν τόσο νωπό και πρόσφατο το τραγικό γεγονός.
Αλλά και την ημερομηνία, που αναφέρει ο Γ. Τσεβάς -αν και η εξιστόρηση έγινε μετά από χρόνια- δε μπορούμε να την αμφισβητήσουμε. Γι' αυτούς ήταν τόσο συγκλονιστικό το γεγονός, που δύσκολα θα μπορούσε να σβυστεί από τη μνήμη τους, έτσι όπως το έζησαν και το άκουσαν και οι οποίοι θα το θυμούνταν ως το θάνατό τους΄΄


Εμείς πάντως συγκλίνουμε στην ημερομηνία της 26ης Οκτωβρίου. Ο αγωγιάτης Βενιζέλος που πουλούσε βαμπάκι στην Αθήνα, απλά άκουσε μετά πό λίγες ημέρες το γεγονός και το μετέφερε. Πιθανόν να μη θυμόταν σωστά η να μη πρόσεξε την ημερομηνία και την διαβίβασε λάθος στον Αστυνόμο. Ο Γ. Γκέλης, φίλος, συμπολεμιστής του Σκουρτανιώτη, δε μπορεί να έκανε τέτοιο λάθος σε μια τόσο σημαντική για κείνον ημερομηνία.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007

Το χρονικό του ολοκαυτώματος (III)


Δυστυχώς η νέα αύτη των Τούρκων επικουρία ήτο μεγάλη, επί πλέον δε συνωδεύετο και υπο ιππικής δυνάμεως τριακοσίων ανδρών (κατά τον Σπηλιάδην απομ. τ. Β' σ. 472 οι κατά την διάρκεια της μάχης προσελθόντες Τούρκοι ιππείς ήσαν 600) εις τρόπον ώστε πάσα απόπειρα προς έξοδον ήτο αδύνατος, ολόκληρος δε η κατά της ηρωϊκής δρακός του Σκουρτανιώτου δατεθείσα τουρκική δύναμις συνεποσούτο εις 700-800 άνδρας.
Μετ' ολίγον αι επιθέσεις των Τούρκων ήρχισαν και πάλιν να γίνωνται ζωηραί και δεν απέμεινεν ήδη ελπίς εις τους 67 άνδρας, οίτινες μέχρι της στιγμής εκείνης ηγωνίζοντο ως γίγαντες, ει μη μόνον η νυξ. Δυστυχώς όμως και αύτη, ωσεί μη θέλουσα να ίδη την γιγνομένη φρικώδη ανθρωποθυσίαν εβράδυνε να εμφανισθή. Ήδη οι άνδρες δεν είχον ειμή ανά 5 φυσίγγια έκαστος. Τότε ο Σκουρτανιώτης διέταξε αυτούς να εισέλθωσιν εντός της εκκλησίας και διά να ενθαρύνη αυτούς είπε ''και τώρα δυνάμεθα να νικήσωμεν, εάν έκαστος εξ ημών φονεύση πέντε Τούρκους'' Ατυχώς η εκκλησία ούτε παράθυρα προσιτά είχεν, ούτε άλλας οπάς, ίνα πολεμώσι πάντες οι έγκλειστοι, διό η μάχη διεξήγετο μόνον από της θύρας και των συσπροσίτων θυρίδων.
Και την μεν θύραν της εκκλησίας κατέλαβεν ο Σκουρτανιώτης, ρίπτων ανά πάσαν στιγμήν Τούρκους νεκρούς τολμώντας να πλησιάσωσι, τα δε θυρίδας ο Δρίτσουλας, ο Κωνσταντίνος Σκουρτανιώτης αδελφός και Κωνσταντίνος Βιέννας, γυναικάδελφος του αρχηγού, πράττοντες αυτό. Τέλος ήλθε η στιγμή, καθ' ην πας πυροβολισμός εκ μέρους των Ελλήνων κατέπαυσε, διότι όλα τα φυσίγγια είχον καταναλωθή. Τότε οι Τούρκοι επέπεσαν, καθ' ομάδας, κατά της εκκλησίας και αναβάντες επί της στέγης και ανοίξαντες οπάς, έρριπτον δι' αυτών πίσαν, ρητίνην και θείον και άλλας ευφλέκτους ύλας, αίτινες καιόμενοι ανέδιδον δύσοσμα και δηλητηριώδη αέρια, τα οποία επροκάλεσαν τον θάνατο πάντων των εγκλείστων ηρώων, ων τα ονόματα ατυχώς δεν διεσώθησαν ίνα παραδώσωμεν αυτά εις την αθανασίαν.
Η νυξ είχεν ήδη αρχίσει ν' απλώνη επί της γης τον σκοτεινόν πέπλον της, όστις ανά πάσαν στιγμήν εγίνετο σκοτεινότερος. Τότε αι σάλπιγγες των τούρκων ήρχισαν να σημαίνωσιν εις απόστασιν τινά της εκκλησίας προσκλητήριον. Ποδοβολητός ίππων και κλαγγή όπλων και κινούμενων ανθρώπων θόρυβος, συν τω χρόνω μειούμενος, εδείκνυον ότι οι πολιορκηταί απεμακρύνοντο της εκκλησίας. Ήλθε η στιγμή καθ' ην πέριξ αυτής ουδέ ψίθυρος ηκούετο. Το παν είχεν ήδη υποχωρήσει εις το πυκνόν της νυκτός σκότος και τον ήχον των σαλπίγγων, αίτινες και αύται είχον πλέον καταπαύσει. Τότε δύο άνθρωποι έζων ακόμη εις την εκκλησίαν της αγίας Σωτείρας, ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και εις καλόγηρος αγνώστου επωνύμου.
''Άφησέ με αρχηγέ να πάρω ολίγον αέρα'' είπεν ο καλόγηρος προς τον Σκουρτανιώτην, όστις διά της αριστεράς χειρός εκράτει την θύραν της εκκλησίας ημιανοικτήν, διά ν' αναπνέη και βλέπη και διά της δεξιάς την ένδοξον πάλλαν του, ετοίμη να πλήξη πάντα όστις ήθελε τολμήση να εισέλθη ''άφησέ με, έσκασα. Λυπήσου με, έφυγαν οι σκύλοι''
''Βάλε την μύτη σου εδώ και μη βιάζεσαι καλόγηρε'' είπεν ο Σκουρτανιώτης.
Ο καλόγηρος αναπνεύσας και εις στιγμήν, καθ' ην ο Σκουρτανιώτης, απησχόλει το πνεύμα του, τις είδε, τι διαλογιζόμενος, ήνοιξε την θύραν, έπειτα ενθαρυνθείς επροχώρησε προς τον περίβολον της εκκλησίας. Εκεί συνελήφθη παρά των Τούρκων κεκρυμμένων, οίτινες παρεμόνευον, ίνα σκυλεύσωσι τους νεκρούς μετά τον διασκεδασμόν των ασφυξιογόνων αερίων και πεισθείς είπεν ότι μόνον ο αρχηγός ζη πάντων των άλλων θανόντων. Τούτο ο διοικών την τουρκικήν φάλαγγα μαθών διέταξε την πάση θυσία εκπόρθηση της εκκλησίας και την σύλληψιν η φόνον του Σκουρτανιώτου. Τότε πολλοί των Τούρκων οπλισθέντες δι' εκρηκτικών συσκευών, είδος σημερινών βομβών, επετέθησαν κατά του Σκουρτανιώτου, όστις ηδυνήθη μεν να φονεύση τινάς εξ αυτών, τέλος όμως υπέκυψε, διότι εις των πολλών κατώρθωσε να κατευθύνη κατ' αυτού ανημμένην εκρηκτικήν βόμβαν, ήτις εκραγείσα κατέκαυσε και διεμέλισε αυτόν.
Τοιούτο υπήρξε το τέλος του στρατηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτου και των μετ' αυτού πεσόντων 66 άλλων οπαδών του, τέλος εκ των ηρωικωτάτων και ενδοξοτάτων, διότι τοιούτοι ηρωϊσμοί δεν είνε συνήθεις εν τη ιστορία του κόσμου, όπερ εβύθισεν εις θλίψην σύμπασαν την Βοιωτίαν και Αττικήν, διότι επήλθεν ακαίρως και ασκόπως, χωρίς παρ' ουδενός ν' αναμένηται, αφού μετά δύο ημέρας επρόκειτο να δοθή μάχη, υπό συνθήκας ευνοϊκάς, καθ' ην επρόκειτο να κριθή η τύχη της Βοιωτίας και της Αττικής διά τον χειμώνα του έτους τούτου.
Η οδύνη της Βοιωτίας και ιδίως της επαρχίας Θηβών και μάλιστα Ταναγραίων επί τω θανάτω του Αθ. Σκουρτανιώτου υπήρξεν ανεκλάλητος. Έκαστος Βοιωτός επένθησεν επί τω θανάτω του τον πατέρα, τον προστάτην του, τον λυτρωτήν του. Οι Τούρκοι καίτοι ενίκησαν εν Μαυροματίω ουδόλως επωφελήθησαν της νίκης ταύτης, διότι υπέστησαν μεγίστας απωλείας, διό την επομένην θάψαντες τους νεκρούς των και αποκομίσαντες τους τραυματίας, ανεχώρησαν κατεσπευσμένως εις Θήβας και εκείθεν εις Χαλκίδα.

Το χρονικό του ολοκαυτώματος (II)


Την πρωίαν της 26ης Οκτωβρίου ευρέθη εις Μαυρομάτι μετά 70 άλλων και ουχί 47 ως αναφέρει ο Μ. Οικονόμου, διότι την τελευταίαν στιγμήν, προσετέθη και έτερον τμήμα εξ 23 άλλων υπό των εκ Βαγίων Αθανάσιον Τζουνάραν. Μεταβάντες εν σώματι εις την εκκλησίαν ησπάσθησαν τας εικόνας και παρέλαβον μεθ' έαυτών καλόγηρον τινά αγνώστου επωνύμου ον εύρον εις την εκκλησίαν. Έπειτα έσπευσεν αμέσως ο Σκουρτανιώτης να στείλη τον Δρίτσουλαν μετά δέκα ανδρών να παρακολουθή τας κινήσεις του εχθρού.
Ο Δρίτσουλας, όστις κατήγετο εκ Χωστίων της Θίσβης και ήτο γενναίος και τολμηρός πολεμιστής, αλλά τολμηρότερος του δεόντος και αισιοδοξότερος του πρέποντος, εις σημείον τι απέχον μίαν ώραν ΒΔ. του Μαυροματίου, είδε περί τους 20 Τούρκους ανιχνεύοντας ιππείς το έδαφος. Αντί ν' απομακρυνθεί αμέσως και ν' αναγγείλη τούτο εις τον αρχηγόν, έκρινε σκόπιμον να στήση παγίδα εις τους ιππείς τούτους. Προσβαλών αυτούς αιφνιδίως εφόνευσε τινάς εξ αυτών, αλλ' έμειναν πάντοτε αρκετοί, ίνα αναγγείλωσι το συμβάν εις το σώμα, εις ο ανήκον και παρακολουθήσωσι και τας κινήσεις του μικρού αποσπάσματος του Δρίτσουλα.
Ο Σκουρτανιώτης, ευθύς ως έμαθε τούτο, ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον, εις ον εξετέθη το σώμα του και εξέπληξε τον Δρίτσουλαν διά την ασύνετον πράξιν του, ήτις επρόδωκε την θέσιν των και εματαίωσε την εκτέλεσιν του σχεδίου του. Διέταξε δε να ετοιμασθώσι να φύγωσι αμέσως, διότι μετ' ολίγον δε θα δυνηθώσι να πράξωσι τούτο.
Ο Δρίτσουλας όμως αντέστη, θερμώς παρακαλών τον Σκουρτανιώτην να μη φύγωσι και βεβαιών αυτόν ότι δεν θα είναι περισσότεροι των 150-200 οι μέλλοντες να επιτεθώσι κατ΄αυτών Τούρκοι. ''Θα κάνουμε εδώ αρχηγέ, ένα νέο χάνι της Γραβιάς. Θα πιάσουμε την μάνδρα της αγίας Σωτείρας, θα τσακίσουμε τους Τούρκους. Θα σώσουμε την πατρίδα. Θα δοξασθώμεν. Έτσι εκάναμε με τον Ανδρούτσο στο χάνι της Γραβιάς''
''Θα είναι πολλοί Δρίτσουλα και δεν έχουμε πολεμοφόδια και θα πάθουμε ό,τι έπαθεν ο Διάκος'' υπέβαλεν ο Σκουρτανιώτης.
΄΄Όχι αρχηγέ μου, δεν θα είναι περισσότεροι των 200, διότι είναι σκορπισμένοι. Εγώ ξέρω. Τους παρακολουθώ τόσον καιρό. Δεν πρέπει δα να είμεθα και τόσον δειλοί και να φεύγωμε σε κάθε σπουδαία περίστασι''
Η υπόμνηση του κατορθώματος του χανίου της Γραβιάς, αφ' ενός, η βεβαίωση αφ' ετέρου του Δρίτσουλα γνωρίζοντας τον τόπον και παρακολουθήσαντος τας κινήσεις των Τούρκων, ότι δεν θα είναι πλείονες των 200, εκλόνισαν τον Σκουρτανιώτην, όστις ήδη επέμενε εις την αναχώρησιν μετ' ολίγωτέρας επιμονής. Ενώ δε οι πλείστοι των ανδρών, εν οις και ο αδελφός του Κωνσταντίνος Σκουρτανιώτης ετάχθησαν με την ιδέα της παραμονής και αντιστάσεως, ο δε Σκουρτανιώτης δεν είχε εγκαταλείψει την σώτειραν ιδέαν της αναχωρήσεως, επιμένων ότι πρέπει αυτός να εκλέξη τον τόπον και τον χρόνον της μάχης και όχι οι Τούρκοι, την συζήτηση διέκοψεν η εμφάνισης μειρακίου τινός ευφυέστατου, αλλ' ανυποδήτου και ρακένδυτου, όπερ ασθμαίνον με φωνήν διακεκομμένην είπε: ''Καπεταναρέοι, έρχονται Τούρκοι πολλοί. Εγέμισαν το κάμπο. Τους είδα απ' επάνω απ' το μεγάλο πουρνάρι!''
Η άμεσος εμφάνιση των Τούρκων έδωκε τέρμα εις πάσαν πλέον συζήτησιν περί εκλογής του τόπου και του χρόνου της μάχης. Ο Σκουρτανιώτης εγερθείς της θέσεώς του είπεν εν οργή αναφερόμενος εις τον υπαινιγμόν του Δρίτσουλα ότι φεύγει εκ δειλίας. ''ας χαθώμεν λοιπόν διά να να μη μας επούν δειλούς'' και διέταξεν αμέσως να καταλάβωσι την μάνδραν της Αγίας Σωτείρας, ήτις έκειτο εις το δυτικό άκρον του Μαυροματίου 100 μέτραν μακράν του μεγάλου πουρναριού, όπερ ο μικρός Τάσσος -ούτω ονομάζετο το μειράκιον εκείνο- ως παρατηρητήριον.
Έπειτα καλέσας ονομαστί τέσσαρας εκ των ωκυποδεστέρων νέων, διέταξεν αυτούς να σπεύσωσι ν' αναγγείλωσι τα συμβαίνοντα εις όλους τους πολεμιστάς της Βοιωτίας και να καλέσωσιν αυτούς ''να έλθωσι να τους βοηθήσουν η να τους θάψουν''
Τέσσερις ανεμοστρόβιλοι εξεκίνησαν από το Μαυρομάτι την 1 μ.μ. της 26ης Οκτωβρίου 1825 και κατηυθήνθησαν προς τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος. Ήσαν οι αγγελιοφόροι του Αθανασίου Σκουρτανιώτου. Το μεσονύκτιον ολόκληρος η Βοιωτία εγνώριζεν την έναρξιν του δράματος, αλλ' ήτο αργά, διότι και ευχαί ακόμη των πολεμιστών ήσαν περιτταί, αφού το δράμα είχε τελειώσει πολύ πρότερον, περί την δύσιν του ηλίου.
Αι πρώται επιθέσεις των τούρκων ήσαν άγριαι και υπέρ το δέον τολμηραί. Εν αλαλαγμοίς και πατάγω και τυμπανοκρουσία γενόμεναι, σκοπόν είχον την τρομοκράτησιν και την λιποψυχίαν των Ελλήνων. Πολλοί των επιτιθέμενων έφθανον μέχρι του περιβόλου της εκκλησίας, ην εζήτουν να υπερπηδήσωσιν. Ολίγιστοι εκ τούτων επέστρεφον εις τας αρχικάς των γραμμάς, διότι οι αμυνόμενοι Έλληνες ου μόνον δεν απώλεσαν την ψυχραιμίαν και το θάρρος των, άλλ' ησθάνθησαν εν ταις ψυχαίς αυτών ογκούμενην την αγανάκτησιν, διά το θρασύν τρόπον της επιθέσεως των. Τοιαύτη ήτο η ψυχραιμία των Ελλήνων και η βεβαιότης προς την νίκην, ώστε ουδείς επρόσεχε τον πλησίον του, ουδείς ωμίλει, αλλά πάντες εμάχοντο άφωνοι αν θαυμαστή αταραξία, κεραυνοβολούντες με τα καριοφίλια των τους τολμούντες να πλησιάσωσι τον περίβολον της εκκλησίας. Τας πρώτας λυσώδους επιθέσεις, καθ' ας 150 περίπου Τούρκοι εκάλυψαν τον προ του περιβόλου της εκκλησίας χώρον, διεδέχθησαν άλλαι αραιότεραι και ασθενέστεραι και περί τας 3 μ.μ. έπαυσαν εντελώς. Ο Σκουρτανιώτης αποτεινόμενος τότε προς τους ατρομήτους εκείνους άνδρας, οίτινες τόσον ηρωικώς εμάχοντο είπεν. ''Σε λίγο η θα φύγουν οι Τούρκοι η θα έλθη εις αυτούς βοήθεια. Αυτό σημαίνει η παύσις της επιθέσεως. Εάν είχομεν πολεμοφόδια, ας ήρχοντο και άλλοι τόσοι. Η αγία Σωτείρα του Μαυροματίου θα επισκίαζε το χάνι της Γραβιάς''
Μόλις ετελείωσε την φράσιν ταύτην ο Σκουρτανιώτης, ηκούσθη η φωνή του μικρού Τάσου, όστις κατελθών εν τάχει του παρατηρητηρίου του, ανεριχήθη επί της μάνδρας της εκκλησίας και από του σημείου τούτου εφώναξε. ''Έρχονται και άλλοι πολλοί, απ' εδώ κι από κει και καβαλλαρέοι απ' επάνω!'' Καίτοι η είδησις αύτη ήτο ισοδύναμος προς άγγελμα θανάτου, εν τούτοις ουδενός εκ των εκεί μαχομένων εκλονίσθη το ηθικόν. Τότε ο Σκουρτανιώτης διέταξε να φείδωνται των φυσιγγίων και να πυροβολώσι μόνον όταν θα είναι βέβαιοι ότι έκαστος πυροβολισμός θα φονεύη και έναν Τούρκον.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

Το χρονικό του ολοκαυτώματος (I)


Κατά Τσεβά
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΘΗΒΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ


Την μάχην του Μαυροματίου, έγραψα συμφώνως προς τας διηγήσεις του πατρός μου και του οπλαρχηγού Γ. Γκέλη, όστις τα προ της μάχης γεγονότα, έμαθε την ίδιαν νύκτα παρά του αγγελιοφόρου Τάσσου Καβά. Τα δε κατά την διάρκειαν της μάχης και μετ' αυτήν παρά του μικρού Τάσου και του καλογήρου, όστις αφέθη ελεύθερος υπό των Τούρκων πεισθέντων ότι ούτος ήτο όλως ανίκανος προς πόλεμον και ότι ήχθη βιαίως εις την εκκλησίαν υπό των επαναστατών, ίνα μη προδώση τας κινήσεις των εις τους Τούρκους.

Γεώργιος Δ. Τσεβάς




Επειδή η λεηλασία και η δήωσις των δυτικών δήμων της επαρχίας Θηβών και των ανατολικών τοιούτων της Λεβαδείας εξηκολούθει και έτεινε να εξολοθρεύση τας περιφέρειας ταύτας, οι κάτοικοι αυτών επεκαλέσθησαν την συνδρομήν του Σκουρτανιώτου, όστις ήδη είχεν αναγνωρισθή γενικός αρχηγός της Βοιωτίας, αλλ' όστις εισέτι είχε το στρατηγίον του εις τα Δερβενοχώρια, υπεσχέθησαν δε ν 'αναλάβωσι την συντήρησιν και την μισθοδοσίαν των υπ' αυτόν ανδρών. Ο Σκουρτανιώτης δεχθείς την πρόσκλησιν ταύτην ητοιμάζετο ν' αναχωρήσει εκ Δερβενοχωρίων. Πολλοί όμως εκ των κατοίκων τούτων εν οις και ο θείος του ο Παπαδιπλός ηναντιώθησαν εις την απόφασή του ταύτην , τον παρακάλεσαν δε να την αναθεωρήση, διότι η αναχώρησις αυτού θα εξέθετε εις μέγα κίνδυνον τα Δερβενοχώρια, τα οποία οι Τούρκοι της Χαλκίδος θα έσπευδον να καταστρέψωσιν εκδικούμενοι αυτά, δι 'όσα είχον πάθει παρ' αυτών κατά το διάστημα της επαναστάσεως.
Εις μάτην ο Σκουρτανιώτης προσεπάθησε να πείση τον Παπαδιπλόν, ότι δεν θα εγκαταλείψη τα Δερβενοχώρια, αλλά θα μετασταθμεύσει εις γειτονικόν μέρος, ένθα ήλπιζε να πλήξη καιρίως τους Τούρκους, οίτινες θα ήσαν του λοιπού ανίκανοι να βλάψουν τα τε Δερβενοχώρια και την λοιπήν Βοιωτίαν. Επειδή δε ο Παπαδιπλός επέμενεν επισείων τον κίνδυνον της ιδιαιτέρας πατρίδος του, ο Σκουρτανιώτης είπεν, ''ότι θα υπάγη, διότι έχει διαταγάς της κυβερνήσεως και διότι η πατρίς του δεν είναι μόνον τα Δερβενοχώρια αλλ' ολόκληρος η Ελλάς'' Οργισθείς δε επί τούτοις ο Παπαδιπλός κατηράσθη τον Σκουρτανιώτη ειπών: ''Να πας και να μη ξαναγυρίσεις'' Δε παρήλθε δε πολύς χρόνος και ηκούσθη ο τραγικός θάνατος του Σκουρτανιώτου, ον όλοι τότε απέδωκαν εις την κατάραν του Παπαδιπλού.
Ο Σκουρτανιώτης αναχωρήσας εκ Δερβενοχωρίων έφθασε διά Πλαταιών εις Νεοχώριον των Θεσπιών, όπερ εξέλεξεν ως κέντρον ενεργείας. Το Νεοχώριον είχε το πλεονέκτημα να κείται επί των υπωρειών του Ελικώνος και ουχί μακράν του Κιθαιρώνος και του Κορινθιακού κόλπου. Το Νεοχώριον όρισε ως κέντρον συγκεντρώσεως των διαφόρων υπ' αυτόν Θηβαϊκών σωμάτων, τα οποία έδρων από των προθύρων της Χαλκίδος μέχρι Κωπαϊδος και Δομβραίνης, κρατούντα εν αποκλεισμώ το φρούριον του Καραμπαμπά, παρενοχλούντα τους εκ Χαλκίδος εξερχόμενους Τούρκους και προστατεύοντα την χώραν. Ως βλέπωμεν, το υπό του Σκουρτανιώτου σώμα ήτο διηρημένον εις πολλά τμήματα και ένεκα τούτου δεν ηδύνατο ευκόλως να ενωθή και να πλήξη σοβαρώς τον εχθρόν, ουδέ ήτο ευχερής ο επί μακρόν εν τω αυτώ τόπω επισιτισμός ολοκλήρου του σώματος. Παρά τας δυσκολίας ταύτας ο Σκουρτανιώτης από του Νεοχωρίου εσχεδίασε, να προσβάλη τους περιτρέχοντας και λεηλατούντας την Βοιωτίαν Τούρκους μεταξύ Πέτρας και Θεσπιών. Υπολογίσας εύρεν ότι περί τα τέλη του Οκτωβρίου θα ήτο δυνατόν να εύρη τους Τούρκους εις κατάλληλον θέσιν, ίνα προσβάλη και συντρίψει αυτούς. Προς τούτο, πρώτον διέταξε τον πληθυσμόν των μερών τούτων να καταφύγει εις τα όρη, έπειτα ειδοποίησε τους οπλαρχηγούς των διαφόρων σωμάτων Γ. Κουκούλεζαν, Κώτσον Βόγκλη, Γεώργιο Γκέλη, Μήτρον Μπινιάρην, Κόλλιαν, Πετεινάρην, Κουμπίτσαν, Κιόκεν, Αλλέγραν και άλλους να ευρεθώσι την εσπέραν της 27ης εις Παραπούγγια. Και ωσεί προαισθανόμενος το ένδοξον, αλλά θλιβερόν τέλος του ''έχουμε γάμο, έγραφε, και δεν πρέπει να λείψη κανείς, διότι τέτοιο δεν θα ξαναϊδούμε άλλον''