Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Το μειράκιον, ο μικρός Τάσος



Η ύπαρξη στην ιστορία του ολοκαυτώματος του Μαυροματίου του μικρού Τάσου, εμφανίζεται μόνο στην διήγηση του Τσεβά. Ο Βάγιαννης δεν κάνει λόγο για την ύπαρξή του στην ιστορία μας, αλλά όπως είδαμε η διήγηση του Βάγιαννη παρουσιάζει γενικότερα κενά.
Ο Γιάννης ο Μήτρου, ο οποίος κατάγεται και από το Μαυρομάτι, στο βιβλίο του «Η Αγία Σωτήρα και το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στον ομώνυμο ναό» γράφει τα εξής σχετικά με το μικρό Τάσο:


«Ο μικρός Τάσος και το Παρατηρητήριο

Το επίθετο του Τάσου δεν αναφέρεται , αλλά η προφορική παράδοση στέκεται σε έξι πιθανά επίθετα. Το γεγονός ότι την περίοδο αυτή είχε πάρει το δρόμο της ξενιτιάς η πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού, παίρνοντας μαζί του όλα σχεδόν τα γυναικόπαιδα, κρύβοντας τα υπάρχοντά τους στις νεοεμφανιζόμενες «Πονίτσες» και αφήνοντας μονάχα τους γεροντότερους στο Μαυρομάτι, περιορίζει κατά πολύ την αναζήτηση του μικρού Τάσου. Και επειδή είναι βέβαιο ότι τα μικρά παιδιά έλειπαν από το χωριό ή οι γηγενείς τα είχαν πάρει με το ζόρι γιατί είχε προηγηθεί η ομηρία μικρών παιδιών από τους Οθωμανούς το 1820-21 (97), το πεδίο των αναζητήσεών μας μειώνεται σημαντικά. Υποθέτουμε βέβαια, ότι μόνον ένας επήλυδας, θα ήταν τόσο αφελής να αφήσει το παιδί του να «αλωνίζει» στη διάρκεια του πολέμου, με την έννοια ότι αγνοούσε τις επικρατούσες συνθήκες στη περιοχή.
Τη περίοδο αυτή, ο ηλικίας 8 ετών, λαβαίνοντας υπόψη το διασωζόμενο μητρώο αρένων από το 1780, είναι ο Τάσσος Ιωαν. Κουτρουλάρας ή «μικρός Τάσος» όπως λεγόταν μέχρι και την έναρξη του 20ου αιώνα. Η Αικατερίνη Ξυδώνα-Παπαθανασίου, τοπική πληροφοριοδότρια για την εποχή της Τουρκοκρατίας, η οποία αγνοούσε της ημερομηνίες γεννήσεως ορισμένων συγχωριανών της, είχε ακούσει από τη γιαγιά της, αλλά δε θυμότανε με ακρίβεια, ότι ένας από τους Κουτρουλαραίους ή τους Κρεμμυδαίους ήταν ο μικρός Τάσσος. Και εδώ δεν θα πρέπει να γίνει σύγχυση με έναν άλλον μικρό Τάσσο, τον Τάσσο Πανούση Κρεμμύδα, ο οποίος γεννήθηκε μόλις το 1830 ή 1836.
Το πώς βρέθηκε ο Τάσσος εκεί, παραμένει μέχρι σήμερα ένα ερώτημα. Οι απαντήσεις μας μόνον σε εικασίες θα μπορούσαν να στηριχθούν. Η ιστορία ωστόσο, θα πρέπει να αποδεχτεί εδώ και την πιθανότητα του τυχαίου. Ο μικρός Τάσσος μπορεί να είδε και να επιχείρησε να θαυμάσει από κοντά τους καπεταναρέους όπως τους αποκαλούσε. Μπορεί και να περνούσε τυχαία από εκεί. Μπορεί να είχε χάσει κάποιο πρόβατο και να έψαχνε να το βρει κοντά στη περιοχή, μιας και ήταν τσοπανόπουλο.
Αυτή η τελευταία μάλιστα εκδοχή, ότι ο Τάσσος δηλαδή ήταν απλώς ένα τσοπανόπουλο και όχι κάποιος παρατηρητής, απορρίπτει μια παλαιότερη θεωρία, που έλεγε ότι στο σημείο αυτό ήταν τοποθετημένο το παρατηρητήριο του χωριού και τα μικρά παιδιά έστηναν καρτέρι για να επιβλέπουν το χώρο. Εκεί στο «μεγάλο πουρνάρι» σύμφωνα με την προφορική παράδοση, έκαναν σκοπιά οι πιο ευκίνητοι και οι πιο γρήγοροι, για να ειδοποιούν τους γηγενείς σε ενδεχόμενη εισβολή των Οθωμανών στο χωριό.
Όπως καταλαβαίνουμε, η μία εκδοχή αναιρεί την άλλη (98), με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα. Το μεγάλο πουρνάρι υπήρξε ως τοποθεσία, αλλά δεν γνωρίζουμε εάν υπήρξε αποκλειστικά ως παρατηρητήριο. Την περίοδο αυτή, η συντριπτική πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού, είχε ξενιτευτεί σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Μόνον ο γεροντικός πληθυσμός είχε παραμείνει στο Μαυρομάτι. Και όταν μένουν στο χωριό μόνον οι γηραιότεροι, το χωριό λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας κάθε παιδικής ανθρώπινης ψυχής. Δεν διακινδυνεύει να χάσει έναν νέο σε ηλικία, στο βωμό της σωτηρίας ενός γηραιότερου.»


Αυτά γράφει στο βιβλίο του ο Μήτρου για τον μικρό Τάσο. Ο πιθανότερος λοιπόν Τάσος της ιστορίας μας, είναι ο Τάσος Ιωαν. Κουτρουλάρας. Ο Τσεβάς τον αναφέρει «ρακένδυτο και ανυπόδητο» οπότε η άποψη του Μήτρου πως πρόκειται για επήλυδα ή τουλάχιστον πάμφτωχο, ενδέχεται να στέκει.
Η οικογένεια του Τάσσου Κουτρουλάρα λοιπόν, δεν είχε φύγει μαζί με την πλειοψηφία των γηγενών για τη Πελοπόννησο και τα νησιά και πιθανόν οι γονείς του να ήταν τσοπάνηδες σε ξένα κοπάδια. Ο έλεγχος σίγουρα των γονέων του απέναντί του, ήταν ιδιαίτερα χαλαρός για να μπορεί ο μικρός να «αλωνίζει» κάτω από τέτοιες συνθήκες. Η ύπαρξη όμως του σώματος των Ελλήνων ανταρτών στη περιοχή, μπορεί να παρείχε αίσθημα ασφάλειας για τους γονείς του μικρού και να βρισκόταν εκεί εις γνώση τους, για να θαυμάσει από κοντά τους καπεταναρέους. Αλλά μη κρίνουμε τους γονείς της εποχής σύμφωνα με τα δικά μας σταθμά. Υπάρχουν γονείς και γονείς. Άλλοι αφήνουν τα παιδιά να αλωνίζουν και άλλοι όχι. Ακόμη και στη δικιά μας εποχή, ο έλεγχος από τους γονείς δεν ήταν ίδιος για όλους μας. Άλλα παιδιά στο δικό μου χωριό αλώνιζαν όλη την ημέρα στο βουνό και το κάμπο χωρίς κανέναν έλεγχο και άλλα δε τολμούσαν να πάνε κάπου χωρίς να ενημερώσουν τους γονείς τους.
Ο πιθανότερος λόγος λοιπόν να βρέθηκε εκεί ο μικρός Τάσος Κουτρουλάρας, ήταν να θαυμάσει τους καπεταναρέους. Εάν έβοσκε ξένα πρόβατα, δεν θα βρισκόταν εκεί, από φόβο μήπως κάποιος από τους αντάρτες του αρπάξει κάποιο πρόβατο για τροφή. Ακόμη, οι κινήσεις του σύμφωνα με την διήγηση του Τσεβά, δε δηλώνουν πως ο μικρός Τάσος είχε το βάρος ενός κοπαδιού δίπλα του. Οι κινήσεις του δηλώνουν πλήρη ελευθερία κινήσεων. Η μη ύπαρξη ακόμη άλλου παιδιού φίλου του, αποδεικνύει την μεγάλη εσωτερική μετανάστευση των γηγενών. Ίσως ο μικρός Τάσος να ήταν από τα ελάχιστα παιδιά που είχαν παραμείνει εκεί, γι’ αυτό το λόγο δε πήγε μαζί με φίλους του να θαυμάσει τους καπεταναρέους, αλλά πήγε μόνος.
Υπάρχει όμως κάτι που με προβληματίζει στη διήγηση του Τσεβά για τον μικρό Τάσο, γιατί μέχρι σήμερα πιστεύαμε πως οι επιθέσεις των Τούρκων έγιναν από την βορειοδυτική πλευρά.
Ο μικρός Τάσος πρωτοεμφανίζεται στη διήγηση του Τσεβά τη στιγμή που αντιδικεί με τον Δρίτσουλα και τους άλλους αν θα δώσει μάχη στο συγκεκριμένο σημείο ή όχι.
«Ενώ δε οι πλείστοι των ανδρών, εν οις και ο αδελφός του Κωνσταντίνος Σκουρτανιώτης ετάχθησαν με την ιδέα της παραμονής και αντιστάσεως, ο δε Σκουρτανιώτης δεν είχε εγκαταλείψει την σώτειραν ιδέαν της αναχωρήσεως, επιμένων ότι πρέπει αυτός να εκλέξη τον τόπον και τον χρόνον της μάχης και όχι οι Τούρκοι, την συζήτηση διέκοψεν η εμφάνισης μειρακίου τινός ευφυέστατου, αλλ' ανυποδήτου και ρακένδυτου, όπερ ασθμαίνον με φωνήν διακεκομμένην είπε: ''Καπεταναρέοι, έρχονται Τούρκοι πολλοί. Εγέμισαν το κάμπο. Τους είδα απ' επάνω απ' το μεγάλο πουρνάρι!''»
Ο μικρός Τάσος λοιπόν μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο μεγάλο πουρνάρι, στο υψηλότερο ύψωμα της περιοχής βορειοδυτικά της Αγίας Σωτήρας, που σύμφωνα με την παράδοση, ήταν παρατηρητήριο των γηγενών. Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί δεν είχε τοποθετηθεί εκεί Έλληνας αντάρτης από τον Σκουρτανιώτη, αφού ήταν πλεονεκτικό σημείο παρακολούθησης, παρά βρισκόταν εκεί μονάχα ο μικρός Τάσος. Και αυτά ύστερα από το κυνηγητό του Δρίτσουλα από τους 20 έφιππους και τις απαραίτητες ντουφεκιές που σίγουρα έθεσαν σε εγρήγορση το σώμα της Αγίας Σωτήρας του Σκουρτανιώτη. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί, είναι να μεσολάβησε τόσο δυνατός καυγάς μεταξύ Δρίτσουλα και Σκουρτανιώτη, που ακόμη και ο αντάρτης παρατηρητής να έφυγε για να δει τι τρέχει μεταξύ των καπεταναίων, αφήνοντας στη θέση του το μικρό Τάσο που μπορεί να βρισκόταν από ώρα μαζί του για να του κάνει παρέα.
Ακολουθεί η πρώτη μάχη.
«Τας πρώτας λυσώδους επιθέσεις, καθ' ας 150 περίπου Τούρκοι εκάλυψαν τον προ του περιβόλου της εκκλησίας χώρον, διεδέχθησαν άλλαι αραιότεραι και ασθενέστεραι και περί τας 3 μ.μ. έπαυσαν εντελώς. Ο Σκουρτανιώτης αποτεινόμενος τότε προς τους ατρομήτους εκείνους άνδρας, οίτινες τόσον ηρωικώς εμάχοντο είπεν. ''Σε λίγο η θα φύγουν οι Τούρκοι η θα έλθη εις αυτούς βοήθεια. Αυτό σημαίνει η παύσις της επιθέσεως. Εάν είχομεν πολεμοφόδια, ας ήρχοντο και άλλοι τόσοι. Η αγία Σωτείρα του Μαυροματίου θα επισκίαζε το χάνι της Γραβιάς''»
και
"Μόλις ετελείωσε την φράσιν ταύτην ο Σκουρτανιώτης, ηκούσθη η φωνή του μικρού Τάσου, όστις κατελθών εν τάχει του παρατηρητηρίου του, ανεριχήθη επί της μάνδρας της εκκλησίας και από του σημείου τούτου εφώναξε. ''Έρχονται και άλλοι πολλοί, απ' εδώ κι από κει και καβαλλαρέοι απ' επάνω!''»
Εδώ εμφανίζεται πάλι ο μικρός Τάσος. Αλλά ποιο παρατηρητήριο εννοεί; Το μεγάλο πουρνάρι; Μα τότε είναι εύκολα αντιληπτό, ότι το μεγάλο πουρνάρι μέχρι τότε, ήταν ακόμα ελεύθερο από Τούρκους. Οι Τούρκοι λοιπόν, δεν ήρθαν από τα βορειοδυτικά της Αγίας Σωτήρας αλλά από τα βορειοανατολικά! Οι πρώτες επιθέσεις δηλαδή, έγιναν από την ανατολική πλευρά κάτι που μέχρι σήμερα το είχαμε αποκλείσει.
Διότι ο μικρός Τάσος από τη δυτική πλευρά που βρισκόταν το μεγάλο πουρνάρι «ανεριχήθη επί της μάνδρας της εκκλησίας (καλυπτόμενος από τυχόν πυρά των Τούρκων από την ίδια την εκκλησία) και από του σημείου τούτου εφώναξε» Αν οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το μεγάλο πουρνάρι από την αρχή, ο μικρός Τάσος δε θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί, ούτε να έχει τη πολυτέλεια να ανεβαίνει στη μάντρα και να φωνάζει, αφού θα βρισκόταν ανάμεσα σε διασταυρωμένα πυρά.
«''Έρχονται και άλλοι πολλοί, απ' εδώ κι από κει και καβαλλαρέοι απ' επάνω!''»
Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως οι Τούρκοι πρωτοεμφανίστηκαν στο χαμηλό λόφο βορειοανατολικά της Αγίας Σωτήρας. Ένας λόφος που είναι μεν χαμηλότερα από το σημείο που βρίσκεται ο ναός, αλλά πιο εύκολα προσβάσιμος από όσους έρχονται από το κάμπο. Από κει οργάνωσαν τις πρώτες επιθέσεις στην ανατολική πλευρά του ναού. Αυτές οι πρώτες επιθέσεις είχαν το μειονέκτημα να γίνονται από χαμηλά και οι Τούρκοι στρατιώτες να κουράζονται προς την ανηφόρα. Όταν κατάλαβαν το μειονέκτημά τους αυτό και με την επικουρία που ήρθε στη συνέχεια, άρχισαν να κυκλώνουν την εκκλησία σιγά σιγά από βόρεια και βορειοδυτικά μέχρι το μεγάλο πουρνάρι. Τότε έφυγε ο μικρός Τάσος και οι Τούρκοι να επιτίθενται από τρεις τουλάχιστον πλευρές, γιατί σίγουρα δε θυσίασαν την ανατολική πλευρά, έστω για να κόψουν το δρόμο διαφυγής στους αντάρτες.
Αλλά τι απέγινε ο μικρός Τάσος; Σύμφωνα με την διήγηση του Τσεβά, βρίσκεται πάνω στη μάντρα της εκκλησίας και ενημερώνει τον αρχηγό για την μεγάλη επικουρία των εχθρών. Ο μικρός Τάσος που μέχρι τότε παρακολουθεί εκστασιασμένος και σχετικά ασφαλής, από το μεγάλο πουρνάρι τη μάχη που γέρνει μέχρι τότε υπέρ των Ελλήνων, φαίνεται ξαφνικά –αντικρίζοντας πλείστους Οθωμανούς και έφιππους να έρχονται από παντού, τρομοκρατημένος. Το πιθανότερο είναι να ακολούθησε τις συμβουλές του αρχηγού ή κάποιου αντρός του, να μη πήδησε ποτέ μέσα στο περίβολο του ναού, αλλά πάλι έξω και με κάλυψη τη μάντρα να χάθηκε νοτιοδυτικά προς το χωριό ή τις νοτιοδυτικές παρυφές του επόμενου λόφου, όπου ασφαλής θα παρακολούθησε τη συνέχεια από μακριά.
Να λοιπόν που η ενασχόλησή μας με το μικρό Τάσο, μας βοήθησε να αναλύσουμε ακόμη και τα στάδια της μάχης.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Ανάλυση στο κείμενο του Βάγιαννη-Διαφορές και ομοιότητες με τον Τσεβά


Θα επιχειρήσω εδώ μια ανάλυση στο κείμενο του Βάγιαννη, επισημαίνοντας τις διαφορές και τις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτόν και τον Τσεβά και θα εκθέσω κάποιες προσωπικές απόψεις πάνω στο θέμα.
Η γλώσσα του Βάγιαννη είναι η καθαρεύουσα της εποχής. Γλώσσα που χρησιμοποιεί ευχερώς. Είναι επίσης φανερό πως γράφει σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής του. Το καινούριο έθνος αναζητά τους ήρωές του κάτω από την σκέπη της θρησκείας και της πίστης. Είναι επίσης φανερό όμως -ακόμη και στον πιο άπειρο αναγνώστη- πως όσα αναφέρει ο Βάγιαννης, δεν είναι τεκμηριωμένα, ούτε είναι προϊόν επιστημονικής έρευνας. Σε πολύ λίγες γραμμές, προσπαθεί να αποδώσει τα γεγονότα της επανάστασης στη ανατολική Βοιωτία, χωρίς να κρατά χρονολογική σειρά, με αποτέλεσμα να δημιουργείτε στον αναγνώστη μια αίσθηση προχειρότητας και απόδοσης συνονθυλευμάτων. Είναι χαρακτηριστικό, πως τα γεγονότα της μάχης του Μαυροματίου τα τοποθετεί την Άνοιξη! «Οι εν Χαλκϊδι Τούρκοι μη ανεχόμενοι τον κατά ξηράν αποκλεισμόν εξέρχονται του πορθμού, κατευοδουμένου του έαρος» γράφει, αρχίζοντας την διήγησή του για τη μάχη του Μαυροματίου. Όσα αναφέρει πολύτιμα μεν, αλλά θα πρέπει να αξιολογηθούν με την προϋπόθεση της επίγνωσης πως ο Βάγιαννης δεν αναζήτησε αυθεντικές πηγές, παρ’ ότι ο χρόνος τότε ίσως ήταν ακόμη κατάλληλος για κάτι τέτοιο. Ούτε φαίνεται πως στις προθέσεις του ήταν μια ουσιαστική ιστορική αναζήτηση. Το κείμενό του διακρίνεται μάλλον από ερασιτεχνισμό. Δεν αναφέρει τις πηγές του. Μεταφέρει απλά την περιρέουσα ατμόσφαιρα και ίσως στοιχεία που πλανιόνταν προφορικά από στόμα σε στόμα.
Παρ’ όλα αυτά όμως, σε πολλά σημεία η περιγραφή του –ειδικά της μάχης του Μαυροματίου- ταιριάζει σε πολλά σημεία με τη περιγραφή του Τσεβά, έτσι που ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται εύκολα, πως πάνω κάτω, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Ένα ζήτημα βέβαια που τίθεται είναι, εάν ο Τσεβάς είχε διαβάσει τον Βάγιαννη για να γράψει το δικό του έργο. Εκείνος όμως ισχυρίζεται πως οι πηγές του είναι άλλες. Ο πατέρας του και ο οπλαρχηγός Γκέλης, οπότε δεν έχουμε λόγο να μη τον πιστέψουμε.
Το σημαντικό στοιχείο μετά την ανάγνωση του κειμένου του Βάγιαννη, είναι ότι επαναπροσδιορίζεται ο ισχυρισμός του Γιάννη του Μήτρου, πως η αντιδικία και η διχογνωμία του Σκουρτανιώτη με τον Δρίτσουλα, δε συνέβη ποτέ, διότι όπως ισχυρίζεται ο Μήτρου, ο Τσεβάς έγινε ''αποδέκτης μιας μεροληπτικής πληροφόρησης από συμπατριώτες του Σκουρτανιώτη που σκοπό είχαν να μεταφέρουν τη κύρια ευθύνη του δράματος σε άλλο πρόσωπο''.
Όπως βλέπουμε όμως και ο Βάγιαννης περιγράφει την αντιδικία Σκουρτανιώτη-Δρίτσουλα. Ήταν λοιπόν και ο Βάγιαννης αποδέκτης αυτής της μεροληπτικής πληροφόρησης από συμπατριώτες του Σκουρτανιώτη; Το κύριο μέλημα δηλαδή των Δερβενοχωριτών εκείνη την εποχή, ήταν να πιάσουν όλους τους ιστορικούς για να απαλλάξουν τον Σκουρτανιώτη από την ευθύνη της μάχης του Μαυροματίου; Αστεία πράγματα. Όλα αυτά σημαίνουν λοιπόν, πως η σημαντική αυτή αντιδικία για τη μάχη του Μαυροματίου μεταξύ Σκουρτανιώτη-Δρίτσουλα, έλαβε πραγματικά χώρα αφού αναφέρεται και διασταυρώνεται από δύο διαφορετικές πηγές και εφόσον κυριαρχεί και στη περιρέουσα ατμόσφαιρα και στη προφορική ιστορία της οποίας ο Βάγιαννης είναι αποδέκτης και την χρησιμοποιεί αβίαστα.
Θα πρέπει βέβαια να προσθέσουμε εδώ, πως πολλά στοιχεία ίσως έχουν μεταφερθεί και φτάσει μέχρι το Βάγιαννη και από κάποιον Παπαβασιλείου από την Θήβα , δάσκαλο στο επάγγελμα, ο οποίος γύρω στα 1860 γυρνούσε στα χωριά και έβγαζε λόγους για τους ήρωες της Θήβας και το 1821.

Ας δούμε όμως τις σημαντικές διαφορές αλλά και τις ομοιότητες του Βάγιαννη με τον Τσεβά.
Η πρώτη ουσιαστική διαφορά όπως είπαμε και πιο πάνω, είναι η τοποθέτηση από τον Βάγιαννη του γεγονότος της μάχης την άνοιξη. Δεν αναφέρει ούτε καν το έτος. Αγνοεί κατά πάσα πιθανότητα την αναφορά του αστυνόμου των Αθηνών που είναι αδιαμφισβήτητη, αναφορά η οποία ορίζει το γεγονός στις 3 Νοεμβρίου του 1825, ενώ τριάντα χρόνια περίπου αργότερα από τον Βάγιαννη, ο Τσεβάς τοποθετεί το γεγονός στις 26 Οκτωβρίου 1825.
Η δεύτερη διαφορά, φέρνει τον Σκουρτανιώτη να παίρνει μέρος στην εκδίωξη των Τούρκων από τη Θήβα προς τη Χαλκίδα έστω ως αντιπρόσωπος-ειρηνοποιός για να φύγουν ήσυχα οι Τούρκοι, ενώ ο Τσεβάς αναφέρει ότι ο Σκουρτανιώτης δεν ενεπλάκη ποτέ με τους Τούρκους της Θήβας, φέρων ο ίδιος σαν δικαιολογία ότι «αν μαθευτεί πως έπεσε η Θήβα που έχει μεγάλο όνομα, θα πλακώσει όλη η Τουρκιά».
Για την ανάθεση της αρχηγίας από την προσωρινή κυβέρνηση στον Σκουρτανιώτη σε όλη τη Βοιωτία, φαίνεται πως έχει γνώση και ο Βάγιαννης, ο οποίος όμως κάνει λόγο για μια συγκέντρωση που έγινε στη Θήβα λίγο πριν την έξοδο των Τούρκων από την Χαλκίδα και τη μάχη του Μαυροματίου. Κατά τον Βάγγιαννη, την συγκέντρωση την επεδίωξε ο Σκουρτανιώτης ο οποίος (άγων το τριακοστόν δεύτερο έτος συναισθανθείς, ην ευθύνην ανέλαβε απέναντι της Πατρίδος) κάλεσε τους αντιπροσώπους της πόλεως και τους σωματάρχες Δρίτσουλα, Κόλια, Πετηνάρη, Τσουνάρη, τους υπενθύμισε τη κρισιμότητα της κατάστασης, πιθανόν να τους ενημέρωσε για την διαταγή της αρχηγίας του και χώρισε αρμοδιότητες και χώρους ευθύνης στους λοιπούς αρχηγούς. Ο Τσεβάς δεν αναφέρει περί τέτοιας συνάντησης, εκτός από την προγραμματισμένη συνάντηση που είχε ο Σκουρτανιώτης με τους άλλους αρχηγούς την επαύριον της μάχης του Μαυροματίου στα Παραπούγγια, συνάντηση βέβαια, η οποία μετά τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν, δεν έγινε ποτέ.

Και ερχόμαστε τώρα στον Τσουνάρη, που είναι ποιος όμως; Μήπως είναι ο Αθανάσιος Τζουνάρας που αναφέρει ο Τσεβάς πως προστέθηκε τελευταία στιγμή στο απόσπασμα του Σκουρτανιώτη και του Δρίτσουλα με 25 άλλους και έπεσε και εκείνος στη μάχη του Μαυροματίου; Άλλη μια πηγή λοιπόν που αναφέρει περί Αθανασίου Τζουνάρα εάν πραγματικά πρόκειται γι’ αυτόν. Φυσικά ο Βάγιαννης δεν λέει πως ο Τσουνάρης ενώθηκε στη μάχη του Μαυροματίου με τον Σκουρτανιώτη, ορίζει δε όπως και ο Μακρυγιάννης τον αριθμό των μαχομένων Ελλήνων στους 40 σε αντίθεση με τον Τσεβά που τους ανεβάζει στους 70 μετά από την ένωση με τον Αθανάσιο Τζουνάρα.
Όσον αφορά περί λεηλασιών και βανδαλισμών, όπως και για ειδοποίηση από πλευράς Σκουρτανιώτη των κατοίκων να απομακρυνθούν σε πιο ασφαλή μέρη, κάνει λόγο και Βάγιαννης, οπότε επαναπροσδιορίζεται και η δικιά μου θέση σε προηγούμενο άρθρο όπου ανέλυα τις διαφορές Τσεβά-Μήτρου. Είχα αμφισβητήσει τότε και θεωρούσα δύσκολο, τακτικός στρατός να προβαίνει σε λεηλασίες κατοίκων τόπου που θεωρεί επαρχία του. Δεν αποκλείεται όμως ο Τουρκικός στρατός, είτε για εκφοβισμό είτε για εκδίκηση να πρόβαινε πραγματικά σε τέτοιες λεηλασίες και βανδαλισμούς.
Στη μάχη τώρα.
Ο Βάγιαννης αναφέρει, πως μετά τη σύσκεψη στη Θήβα, ο Σκουρτανιώτης αποφάσισε «αυτός μεν μετά του Δρίτσουλα να διευθύνωσι το προς απόκρουσιν του εχθρού σώμα» μαθαίνοντας δε τους «βανδαλισμούς των Τούρκων εσπευσμένως μετά τεσσαράκοντα αριτόλμων ανδρών καταλαμβάνει το Κεφαλάρι του Μαζιού, αφ’ όπου θα διήρχετο ο εχθρικός στρατός, άμα δε αγγέλει όπως οι εν Χοστίοις άνδρες σπεύσωσιν σε βοήθεια» αλλά πιο πριν έχει πει, πάντα για την ίδια έξοδο των Τούρκων από την Χαλκίδα «πολυαρίθμου στρατιάς…χιλίων τακτικών και ευαρίθμων ατάκτων» με τον Ομέρ-Βρυώνη, στρατιά που είδε ο Τσουνάρης να εξέρχεται της Χαλκίδος. Σύμφωνα με τον Βάγιαννη, ο Τσουνάρης βρισκόταν με εντολή του Σκουρτανιώτη στη Ρετσώνα για να ειδοποιήσει με φωτιές, σε περίπτωση εξόδου των Τούρκων τον Σκουρτανιώτη -που θα βρισκόταν στον κωνοειδή υψηλό λόφο του Ελικώνος στο Δήμο της Θίσβης- σημείο που θα μπορούσε να διακρίνει τις φωτιές του Τσουνάρη.*
Ο Τσουνάρης σύμφωνα με τον Βάγιαννη, μετά από αυτό, υποχώρησε προς τη Θήβα που την βρήκε έρημη από κατοίκους που είχαν καταφύγει αλλού. Μετά προχώρησε προς Θίσβη-Μαυρομάτι; Κατά πάσα πιθανότητα, γιατί εκεί θα έβρισκε τον Σκουρτανιώτη και αυτόν τον δρόμο θα ακολουθούσαν οι Τούρκοι οδεύοντας προς Λιβαδειά, οπότε ο ισχυρισμός του Τσεβά πως τελευταία στιγμή προστέθηκε στη μάχη και τμήμα του Τζουνάρα, μπορεί να ισχύει.
Εδώ λοιπόν –πάντα σύμφωνα με τον Βάγιαννη- έχουμε μια ατράνταχτη απόδειξη πως ο Σκουρτανιώτης γνώριζε για τη πολυαριθμότητα του Τουρκικού στρατού.
Αλλά εδώ η μεγάλη αλήθεια είναι μία και μοναδική. Δεν υπάρχει ουσιαστικά ικανή ελληνική στρατιωτική δύναμη να αντιμετωπίσει αυτή τη στρατιά. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια. Ούτε οι 40 του Σκουρτανιώτη, ούτε οι 25 του Τσουνάρη, ούτε η επικουρία των Χοστίων, αλλά ούτε και οι ολίγοι του Πετηνάρη που «περιφέρηται από του Κιθαιρώνος μέχρι του Σφιγγίου η Φαγά όρους» έστω κι αν προστεθούν όλοι μαζί, δε φτάνουν για να αντιμετωπίσουν αυτή τη στρατιά. Χρειάζονται πολλοί περισσότεροι. Οπότε σε καμιά περίπτωση δεν είναι στα άμεσα σχέδια του Σκουρτανιώτη, η κατά μέτωπο μάχη σε αυτή τη φάση. Ο αρχικός του σκοπός είναι η προστασία και η ειδοποίηση των αμάχων να καταφύγουν σε πιο ασφαλή μέρη και για την ώρα, μόνον η παρακολούθηση του εχθρού. Ο Σκουρτανιώτης όμως έχει και μια διαταγή αρχηγίας στη Βοιωτία. Πρέπει να μεγαλώσει τη δύναμη του Ελληνικού στρατού στη περιοχή, γι’ αυτό –έστω κι αν ο Βάγιαννης δε το αναφέρει- όλα συνεπικουρούν σε μια δεύτερη συγκέντρωση (σύμφωνα και με τον Τσεβά) που έχουν την επόμενη στα Παραπούγγια, όλοι ή οι περισσότεροι Βοιωτοί αρχηγοί και σωματάρχες, για να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τον Ομέρ του Ευρίπου.

Ας επιστρέψουμε όμως στα γεγονότα.
Οι Τούρκοι καίνε τη Θήβα σύμφωνα με το Βάγιαννη, λεηλατούν χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς και κατευθύνονται στη Πέτρα της Λιβαδειάς. Δε βρίσκουν αντίσταση και επιστρέφουν.
Ο Σκουρτανιώτης αναμένει στο Κεφαλάρι του Μαζιού και Μαυρομάτι.
«Η αιφνηδία όμως εμφάνισις του εχθρού ην απροσδόκητος και η επικουρία καθίστατο αδύνατον εντός λίγων ωρών να καταφθάση»
Η λέξη «αιφνηδία» μας λέει πως ο Σκουρτανιώτης δε γνώριζε, ούτε περίμενε την ξαφνική επιστροφή της Τουρκικής στρατιάς. Και εδώ ξεπηδούν κι άλλα ερωτήματα. Γιατί επέστρεψε ξαφνικά η Τούρκικη στρατιά; Γιατί δε προχώρησε μέχρι τη Λιβαδειά; Ποιος τελικά ήταν ο σκοπός της εξόδου του Τούρκικου στρατού από τη Χαλκίδα; Η τρομοκρατία μέχρι τη Πέτρα και η γρήγορη επιστροφή ξανά στη Χαλκίδα;
Αλλά ας συνεχίσουμε στα γεγονότα σύμφωνα με τον Βάγιαννη.
«μετά μικράν συμπλοκήν προς εικοσάδα εφίππων, ο Σκουρτανιώτης παρήγγειλεν υποχώρησιν εις τον περίβολον του εν Μαυροματίω ναού τιμωμένου επ’ ονόματι της Αγίας Σωτήρας»
Μάλιστα. Ο Βάγιαννης συμφωνεί και κείνος με τον Τσεβά για την μικροσυμπλοκή με 20 έφιππους Τούρκους, μόνο που δεν αναφέρει όπως ο Τσεβάς, πως την μικροσυμπλοκή την προκάλεσε ο Δρίτσουλας.
Γιατί έγινε λοιπόν αυτή η μικροσυμπλοκή, που ουσιαστικά πρόδωσε τη θέση των 40 Ελλήνων επαναστατών ανταρτών;
Μήπως εκείνοι που προκάλεσαν τη μικροσυμπλοκή, αγνοούν την ξαφνική επιστροφή ολόκληρης της Τούρκικης στρατιάς και νομίζουν πως η εικοσάδα των εφίππων είναι ένα μικρό απόσπασμα που απαγκιστρώθηκε για άγνωστους λόγους από την υπόλοιπη στρατιά και επιστρέφει μονάχο του στη Χαλκίδα; Από την άλλη είναι δυνατόν, να μη παρακολουθείτε μια τέτοια στρατιά μετά το Μαυρομάτι από τους Έλληνες τη στιγμή μάλιστα που η παρακολούθηση είναι ένας από τους δύο κύριους στόχους του Σκουρτανιώτη τη δεδομένη στιγμή; Και αν ναι, ποιος θα ήταν κατά τον Σκουρτανιώτη ο ικανότερος να αναλάβει την ευθύνη της παρακολούθησης μετά το Μαυρομάτι και την Αλίαρτο;
Τα πράγματα είναι απλά. Μονάχα ο Δρίτσουλας. Μονάχα ο Δρίτσουλας, γιατί εκείνος είναι οπλαρχηγός δυτικά των Θηβών και γνωρίζει άριστα τη περιοχή. Στον Δρίτσουλα λοιπόν ανατίθεται εκ των πραγμάτων η ευθύνη της παρακολούθησης του εχθρού από το Μαυρομάτι, Αλίαρτο και πέρα. Και ο Δρίτσουλας φέρει αποκλειστικά την ευθύνη και της μικροσυμπλοκής, αλλά και της ακούσιας ή εκούσιας άγνοιας της επιστροφής ολόκληρης της Τουρκικής στρατιάς. Ο Σκουρτανιώτης στέκεται στο Μαυρομάτι, ήσυχος αφού ο Δρίτσουλας έχει αναλάβει την παρακολούθηση και προετοιμάζει την σύσκεψη της επόμενης ημέρας. Πρέπει να ενημερώσει τους λοιπούς αρχηγούς για τον διορισμό του από τη κυβέρνηση σε Γενικό Αρχηγό και να τους πείσει για την ανάγκη της αύξησης της δύναμης του ελληνικού στρατού στη Βοιωτία κάτω από τις διαταγές του. Είναι ένας δύσκολος ρόλος και το γνωρίζει. Οι λοιποί αρχηγοί σωματάρχες αντάρτες όπως λέει και ο Μήτρου «δεν είναι άγγελλοι, ούτε φυσικά διάβολοι, αλλά άνθρωποι με αδυναμίες αρετές και φιλοδοξίες. Πολλοί δε απ’ αυτούς έχουν κακό παρελθόν»
Ο Δρίτσουλας λοιπόν είναι ο μοναδικός υπεύθυνος της μικροσυμπλοκής με την εικοσάδα των Τούρκων εφίππων. Οποιαδήποτε άλλη άποψη είναι μονάχα εκ του πονηρού.
Αλλά γιατί επιχειρεί αυτή τη συμπλοκή ο Δρίτσουλας; Ιδού το μεγάλο ερώτημα.
Τα σενάρια είναι δύο.
Το πρώτο, κάποιοι να μην ήθελαν να γίνει ποτέ αυτή η συνάντηση στα Παραπούγγια με αρχηγό τον Σκουρτανιώτη και ενέπλεξαν τον Δρίτσουλα για να τον βγάλει από τη μέση. Ποτέ όμως ένας προδότης δε στέκεται στο τόπο του μαρτυρίου. Οι προδότες δείχνουν τον δρόμο στον εχθρό και αποχωρούν. Ο Δρίτσουλας παρέμεινε και έπεσε στη μάχη του Μαυροματίου, οπότε μάλλον αυτό το σενάριο πρέπει να το ξεχάσουμε για πάντα.
Το άλλο, όλα να οφείλονται στην πραγματικά ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του σωματάρχη Δρίτσουλα. Αυτό το σενάριο θα προσπαθήσω να αναλύσω αμέσως.
Ποιος είναι λοιπόν ο Δρίτσουλας μέχρι αυτή τη στιγμή; Ο Δρίτσουλας είναι από τα Χόστια από οικογένεια μεγαλοκτηνοτρόφων. Από τους πιο έμπιστους και πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου. Έχει λάβει μέρος στη μάχη στο χάνι της Γραβιάς. Είναι μαζί με τον Ανδρούτσο, μέχρι ότου εκείνος στενεύεται πολύ από τη κυβέρνηση. Στο τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του Ανδρούτσου και στα γεγονότα στις Λιβανάτες, ο Δρίτσουλας δε φέρεται να είναι μαζί του. Ο Φανόπουλος λέει πως περνώντας ο Γκούρας από τα Χόστια με τον Ανδρούτσο αλυσοδεμένο για να τον πάει στην Αθήνα, ο Δρίτσουλας σύμφωνα με την προφορική παράδοση, έπεσε να τον απελευθερώσει και μονάχα μετά από παρότρυνση του ίδιου του Ανδρούτσου σταμάτησε. Σύμφωνα με τον Φανόπουλο πάλι, φαίνεται να είναι και κείνος ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραψαν στη Λιβαδειά το αίτημα απελευθέρωσης του Ανδρούτσου και της μη καταδίωξής του από τη κυβέρνηση.
Ο Δρίτσουλας στη μάχη του Μαυροματίου είναι περίπου 45 ετών και η χημεία ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Σκουρτανιώτη, δυστυχώς δεν είναι καθόλου καλή. Για να πούμε την αλήθεια, η χημεία ανάμεσά τους είναι από εκρηκτική έως αυτοκαταστροφική. Ο Δρίτσουλας εσωτερικά ζηλεύει τον Δερβενοχωρίτη καπετάνιο, εξωτερικά τον αμφισβητεί. Ίσως γιατί ο Σκουρτανιώτης είναι μόλις 32 ετών και διορίζεται από τη κυβέρνηση στρατηγός και Γενικός αρχηγός.
Εδώ έχουμε δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες και προσωπικότητες, που οι ανάγκες του αγώνα, τους έφεραν να συμπράξουν σε μια δεδομένη στιγμή για έναν κοινό σκοπό.
Ο Σκουρτανιώτης από τη μια, είναι Απολλώνιος. Μετρημένος, συνετός, ολιγαρκής, ασκητικός. Διαμορφωμένος από μια δύσκολη και φτωχική παιδική ηλικία λόγω της γρήγορης ορφάνιας από το πατέρα. Ορφάνια που προσπαθεί να καλύψει με τους ασκητές καλόγερους της Μονής του Οσίου Μελετίου. Ο Σκουρτανιώτης με την επιρροή και την χρόνια μαθητεία του στη Μονή, μετατρέπεται σε ιδεαλιστή. Ιδέες όπως απελευθέρωση της πατρίδας, η τιμή η αξιοπρέπεια η προσωπική ελευθερία, είναι γι’ αυτόν τα μεγάλα του ιερά, ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξής του. Ο Σκουρτανιώτης έχει την δύναμη να θέσει εαυτόν κάτω από το κοινό συμφέρον, λόγω ιδιοσυγκρασίας και ασκητικής κουλτούρας που είναι από χρόνια κοινωνός. Ήταν πάντα ένας ταπεινός υπηρέτης του αγώνα. Δε ζήτησε ποτέ τίποτα προσωπικό. Ακόμη κι όταν ο Ανδρούτσος για τους δικούς του λόγους, δεν τον πρότεινε για προαγωγή, ο Σκουρτανιώτης δεν αντέδρασε. Ίσως πικράθηκε αλλά δεν αντέδρασε. Και όχι μόνο αυτό. Δε του φύλαξε τίποτα. Όπως είδαμε στη επιστολή προς το βουλευτικό τον Απρίλη του 1825, είναι από τους ελάχιστους που θεωρούν ακόμη τον Ανδρούτσο αρχηγό και τον υποστηρίζουν ανοιχτά βάζοντας φαρδιά πλατιά την υπογραφή ενώπιον της κυβέρνησης, τη στιγμή που σχεδόν όλοι του έχουν γυρίσει τη πλάτη. Ο Σκουρτανιώτης είναι ειλικρινής και δεν του αρέσει να αδικεί. Ούτε του αρέσει να σκοτώνει. Για κείνον ο πόλεμος, είναι το αναπόφευκτο τίμημα για την ελευθερία.
Ο Δρίτσουλας από την άλλη είναι Διονυσιακός. Κυριαρχημένος από πάθη και ένστικτα. Αυθόρμητος, φιλόδοξος, ορμητικός. Ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Μπορεί να διαθέσει όλο του το κοπάδι για τον αγώνα, αλλά μπορεί και να σκοτώσει μόνο και μόνο από ηδονή. Μισεί τους Τούρκους θανάσιμα. Και αυτό το μίσος τον τυφλώνει. Του αρέσει ο πόλεμος. Ο Διόνυσος και ο Άρης είναι οι δύο μεγάλοι θεοί του. Μέσα στον αγώνα του 1821 βρίσκει τον πραγματικό του εαυτό. Η μάχη για κείνον είναι ένα παιχνίδι που τον κάνει κυριολεκτικά ευτυχισμένο. Και ζηλεύει τον Σκουρτανιώτη, ίσως όχι μόνο επειδή ο τριανταδυάχρονος καπετάνιος έγινε Γενικός αρχηγός σε τόσο μικρή ηλικία, αλλά και γιατί μπορεί να κυριαρχήσει στα ένστικτά του, ενώ ο ίδιος όχι. Ο Δρίτσουλας γνωρίζοντας τον Σκουρτανιώτη, κυριαρχείται από ένα φοβερό αίσθημα φθόνου. Τον θαυμάζει μυστικά και τα βάζει με τον εαυτό του επειδή τον θαυμάζει. Θέλει απεγνωσμένα να βρει την αχίλλειο πτέρνα αυτού του πολλά υποσχόμενου γοητευτικού καπετάνιου και μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη, τυφλώνεται και δε διστάζει να προκαλέσει τους προπορευμένους 20 έφιππους Τούρκους. Στην ουσία βιάζεται να δει τον Σκουρτανιώτη στη μάχη. Αν είναι άτρομος και ανδρείος όπως εκείνος. Αν δεν υπάρχει θέμα προδοσίας από πλευράς του λοιπόν, όλα οφείλονται στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του Δρίτσουλα. Προκαλεί τους Τούρκους, τρέχει προς το απόσπασμα του Σκουρτανιώτη που βρίσκεται στην Αγία Σωτήρα προδίδοντας ουσιαστικά τη θέση τους και το δράμα αρχίζει.
Μα είναι όμως δυνατόν να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση μέθης από εγωισμό και φθόνο ο Δρίτσουλας, που να επιμένει να δώσει μια τόσο άνιση μάχη; Ο Δρίτσουλας παρακολουθεί τους Τούρκους, γνωρίζει τη στρατιωτική τους δύναμη. Είναι τόσο τρελός λοιπόν, ώστε να επιχειρήσει με 40 ή 70 ανθρώπους να τα βάλουν με ολόκληρη στρατιά χιλίων Τούρκων;
Από τη μια το έχει ξανακάνει. Ο θρίαμβος στο χάνι της Γραβιάς του είχε δώσει στο παρελθόν ανυπολόγιστη αίγλη μαζί με τον Ανδρούτσο. Ο Δρίτσουλας μπορεί να θεωρεί εφικτή μια ανάλογη νίκη. Μπορεί πραγματικά να πιστεύει, πως μπορούν να αντέξουν μέχρι το βράδυ. Και στο σκοτάδι να αποχωρήσουν όπως έκαναν και στο χάνι της Γραβιάς, ντροπιάζοντας για άλλη μια φορά τους Τούρκους. Και ίσως να πιστεύει, πως επειδή προκάλεσε εκείνος αυτή τη μάχη, θα επισκίαζε το νεαρό καπετάνιο, έστω κι αν εκείνος είχε στη τσέπη του τη βούλα της αρχηγίας από τη κυβέρνηση. Την επαύριον όλοι θα ήξεραν ότι η νίκη οφείλεται στον Δρίτσουλα, γιατί εκείνος προκάλεσε τη μάχη του Μαυροματίου.

Ο Σκουρτανιώτης μένει εμβρόντητος από την αποκοτιά του Δρίτσουλα και διατάζει άμεση αποχώρηση προς τα προχώματα του Ελικώνα. Ο Δρίτσουλας μεθυσμένος από φθόνο, πιστεύει πως βρήκε επιτέλους την αχίλλειο πτέρνα του Σκουρτανιώτη. Τον κατηγορεί για δειλία και «όλο εσύ καπετάν Θανάση θ’ ακούεσαι, σήμερα είνε μέρα που θα φανή και ο Δρίτσουλας».
Ακραιφνής εγωισμός!
Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ πως εκτός των άλλων, νιώθει και αδικημένος. Η μαθητεία του κοντά στον Ανδρούτσο, η συμμετοχή του στη μάχη στο χάνι της Γραβιάς, η απουσία του μεγάλου αρχηγού (Ανδρούτσου) ίσως να τον κάνουν να σκέφτεται «γιατί όχι και γω;» Αν προκαλέσει εκείνος μια μάχη και βγει νικητής (!) ίσως αλλάξουν τα δεδομένα και η στρατιωτική του πορεία.
Ο Σκουρτανιώτης μένει έκπληκτος από τη συμπεριφορά του Δρίτσουλα. Και ο χρόνος τον πιέζει αφόρητα. Πρέπει να πάρει μια απόφαση. Αλλά εκείνη η κατηγορία για δειλία τον τρυπάει σα δηλητηριασμένο βέλος κατ’ ευθείαν στη καρδιά. Ποτέ δε τον κατηγόρησαν για δειλό. Από πού κι ως που; Τέσσερα χρόνια έχει αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα. Το σώμα του είναι γεμάτο πληγές. Αν φύγει, ο Δρίτσουλας θα τον κατηγορήσει στη συγκέντρωση της επόμενης και στους λοιπούς αρχηγούς για δειλό. Θα είναι η αφορμή που ίσως γυρεύουν πολλοί να τον αμφισβητήσουν ανοιχτά. Πράγματι. Ο Δρίτσουλας χτύπησε εκεί που έπρεπε. Τη τιμή του ιδεαλιστή καπετάνιου. Παγίδευσε ψυχολογικά και τύφλωσε ακόμα και τον Απολλώνιο Σκουρτανιώτη, που πήρε δυστυχώς την λάθος απόφαση.
«Καπετάν Γιάννη δε φοβούμαι όλην τη Τουρκιά και δια να μη με νομίσητε δειλόν θα μείνωμεν, μάθε όμως ότι η παλληκαριά θέλει και μυαλό και ότι η πατρίδα μας έχει ανάγκην από τέτοια παλληκάρια ωσάν αυτούς που βλέπεις»
Και διέταξε το απόσπασμά του να πιάσει θέσεις στο περίβολο το ναού.


Και η μάχη κατά Βάγιαννη αρχίζει.
«Ο ακραιφνής πατριώτης και σώφρων αρχηγός ενέδωκε λόγω υπερτάτης φιλοτιμίας μη εκληφθή ως αποφεύγων να συμπλακή και ούτω εισελθόντες εντός του περιβόλου του ναού, εμάχοντο μετ’ απαραμίλλου γενναιότητος. Στενώς όμως πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να κλεισθώσιν εντός του ναού, αφ’ όπου πεισματωδώς διά πέντε οπών ημύνοντο. Μέχρι νυκτός αντετάχθησαν ανδρείως….μάτην οι Τούρκοι απεπειρώντο προσβολήν δι’ εφόδων, ων συνέπεια ην τόσον η μεγάλη φθορά του εχθρού, όσον και η κατανάλωσις των πολεμοφοδίων των μαχομένων Θηβαίων»
Σύμφωνα με τον Βάγιαννη λοιπόν και σε αντίθεση με τον Τσεβά, η μάχη στο περίβολο δε κράτησε πολύ. Οι Έλληνες μαχητές πολύ γρήγορα αναγκάσθηκαν να κλειστούν στο εκλησσάκι της Αγίας Σωτήρας, απ’ όπου αμύνονταν από πέντε τρύπες. Οι απώλειές των Τούρκων σύμφωνα με τον Βάγιαννη, προέρχονταν από την άμυνα των Ελλήνων από αυτές τις πέντε τρύπες! Προσωπικά θεωρώ από δύσκολο έως αδύνατο κάτι τέτοιο. Ποιες ήταν αυτές οι πέντε τρύπες; Ίσως κάποια μικρά παράθυρα και τα τρίλοβα του ιερού. Η οπτική από εκεί των αμυνόμενων και η δράση πυρός είναι πολύ περιορισμένη ώστε να έχει «μεγάλη φθορά ο εχθρός» και να αντέξουν οι έγκλειστοι μέχρι τη νύχτα! Επιπλέον λόγω της περιορισμένης οπτικής και δράσης των πυρών των Ελλήνων από τις πέντε μικρές τρύπες, θα ήταν πολύ εύκολη η πρόσβαση των Τούρκων στο τοίχο της εκκλησίας και η άνοδός τους στη σκεπή για να κάνουν αυτό που τελικά έκαναν. Να ανοίξουν τρύπες στην οροφή, να ρίψουν εύφλεκτες ύλες και να κατακάψουν τους Έλληνες αγωνιστές. Αλλά αυτό οι Τούρκοι σύμφωνα με τον Βάγιαννη δε το αποτολμούν παρά πολύ αργότερα.
«η δε κατάστασις αύτη εξηκολούθησε μέχρι βαθείας νυκτός ότε οι Τούρκοι αποκαμόντες ητοιμάσθησαν προς αναχώρησιν»
Οι Τούρκοι για πολλές ώρες προσπαθούν να σκοτώσουν τους Έλληνες αντάρτες μέχρι «βαθείας νυκτός» δε τα καταφέρνουν και ετοιμάζονται να αναχωρήσουν.
«ότε τυχαίως εις μοναχός εν τω ναώ προ της μάχης καταφυγών όπως σωθή και κρυφίως εξελθών συνελήφθη υπό της οπισθοφυλακής, προς ην εκ φόβου ανεκοίνωσεν ότι εντός του ναού μεταξύ των πολιορκηθέντων υπάρχει και ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και ότι ήδη στερούνται πολεμοφοδίων. Οι Τούρκοι επί τη αγγελία μένουσιν έκπληκτοι, έξαλλοι δε εκ χαράς ότι θα συλλάβωσιν αιχμάλωτον τον Καπετάν-Θανάση ειδοποιούσι το στράτευμα όπερ επανελθόν ήρξατο αύθις δι’ επανειλημμένων εφόδων και αλλαλαγμών να προσβάλλη το τείχος του ναού….μέχρις ου ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης του ναού έρριπτον διαφόρους πεπυρακτωμένας ύλας και ούτω πάντες πλην ενός ….υπέστησαν τον υπέρ πίστεως και ελευθερίας μαρτυρικόν θάνατον»
Να και ο μοναχός (Πανάρετος;) λοιπόν, άλλο ένα κοινό σημείο με τον Τσεβά. Σύμφωνα με τον Βάγιαννη όμως, οι Τούρκοι ετοιμάστηκαν να φύγουν αργά τη νύκτα μη δίνοντας μεγάλη σημασία πια στους εγκλείστους, θεωρώντας τους ίσως ένα μικρό και ακίνδυνο απόσπασμα (που όμως διαθέτουν γι’ αυτό όλη τη μέρα τους μέχρι βαθειάς νυκτός και ίσως πολλές απώλειες) ώσπου η τυχαία έξοδος του μοναχού (πώς τον άφησε ο Σκουρτανιώτης και οι πολιορκούμενοι να φύγει, από τη στιγμή που δεν είχαν ριφθεί ακόμα εύφλεκτες ύλες και δεν ήταν νεκροί, πληγωμένοι ή ζαλισμένοι;) τους πληροφόρησε πως μέσα στο ναό είναι ο Δερβενοχωρίτης οπλαρχηγός Σκουρτανιώτης (που τόσα τους έχει κάνει). Μόνο ακούγοντας το όνομα του Σκουρτανιώτη οι Τούρκοι αλαλάζουν από χαρά και επιστρέφουν! Εδώ η πένα του Βάγιαννη, μάλλον θέλει να ηρωοποιήσει ακόμη περισσότερο τον μάρτυρα αρχηγό και τραβάει τη πλοκή της μάχης πέρα από τη πραγματικότητα. Οι διαφορές με τη διήγηση του Τσεβά είναι εμφανείς και μάλλον ο δεύτερος είναι πιο κοντά στη πραγματικότητα, αν και ούτε κείνος αποφεύγει τη πρόκληση να ηρωοποιήσει τον αρχηγό με το να το να ισχυριστεί στη διήγησή του, πως ήταν ο τελευταίος (όπως και ο Βάγιαννης) επιζών λες και τα οβούζια και οι αυτοσχέδιες βόμβες έκαναν διάκριση σε αρχηγούς και μη.
Το τέλος του αρχηγού κατά Βάγιαννη έρχεται την επόμενη αυγή μέσα στο ιερό. Ο Σκουρτανιώτης «άμα τη Ηώ εν τω ιερώ εξέπνεεν» ενώ ο Τσεβάς τοποθετεί το τέλος του αρχηγού στη πόρτα όπου ως τελευταίος μαχόμενος αποκρούει τους Τούρκους που επιτίθενται και πέφτει διαμελισμένος από μία βόμβα.
Και (αναφέρομαι στη διήγηση του Βάγιαννη) εφόσον οι Τούρκοι εχαροποιήθησαν τόσο πολύ με την πληροφορία πως ο Σκουρτανιώτης ήταν μέσα στην εκκλησία, γιατί αφού έριξαν εύφλεκτες ύλες, δεν περίμεναν για να τον πιάσουν εάν έχει γλιτώσει, να σιγουρευτούν εάν είναι ήδη νεκρός, ή κατά την πάγια συνήθειά τους, να του πάρουν το κεφάλι για να το επιδείξουν όπως έκαναν (για παραδειγματισμό) στους φημισμένους εχθρούς τους; Σύμφωνα με τον Βάγιαννη λοιπόν, οι Τούρκοι έριξαν ευφλεκτες ύλες και έφυγαν, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα. Οπωσδήποτε η διήγηση του Βάγιαννη έχει κενά και αντιφάσεις.
Ένα αξιοσημείωτο βέβαια ακόμα στη διήγηση του Βάγιαννη σε σχέση με το Τσεβά, είναι ότι λείπει εντελώς το μικρό τσοπανόπουλο, ο Τάσος.

«άμα δε αγγέλει όπως οι εν Χοστίοις άνδρες σπεύσωσιν σε βοήθεια»
Αυτό λέει ο Βάγιαννης κάποια στιγμή προηγούμενα και δε το σχολίασα τότε γιατί πρέπει να το δούμε ξεχωριστά. Η βοήθεια αυτή κατά τον Βάγιαννη, είναι ο αδερφός του Θανάση, Γεώργιος Σκουρτανιώτης και ο γιος του Δρίτσουλα Λουκάς με δύναμη 200 περίπου ανδρών, οι οποίοι βρίσκονται στα Χόστια, σε προχώματα του Ελικώνα!!
«Οι Τούρκοι μετά το απαίσιον κατόρθωμά των περισυλλεξαντες τους φονευθέντας νύκτωρ ανεχώρησαν, καθ’ όν χρόνον επικουρία εκ διακοσίων περίπου ανδρών υπό τον Γεώργιον Σκουρτανιώτη και Λουκάν Δρίτσουλαν, είχε καταλάβη τα επί του Ελικώνος προχώματα…»
Ένα ερώτημα βέβαια που πλανιόταν αλλά δε το είχε θέσει κανείς μέχρι σήμερα, είναι πού βρισκόταν ο Γιώργης κατά τη μάχη του Μαυροματίου. Ο Βάγιαννης ισχυρίζεται πως ο Γιώργης ήταν κοντά δύο ώρες περίπου από το Μαυρομάτι, μαζί με το Λουκά το γιο του Δρίτσουλα, επικεφαλής διακοσίων ανδρών!
Μα τότε τι έκαναν οι «ωκυποδέστεροι αγγελιοφόροι» κατά Τσεβά; Και είναι δυνατόν, αν ο Σκουρτανιώτης είχε δίπλα του ένα τόσο αξιόμαχο στράτευμα, να μη στείλει αγγελιοφόρους εκεί για βοήθεια; Γιατί το απόσπασμα όταν πλησιάζει στο Μαυρομάτι να ενωθεί κατά Βάγιαννη με τον Σκουρτανιώτη, δηλώνει πλήρη άγνοια
«Οι επικεφαλής του σώματος αγνοούντες τα διατρέξαντα και βλέποντες να επικρατή ησυχία εν τω πεδίω, ανέμεναν την μετά των λοιπών συγκέντρωσιν»
Κατά Βάγιαννη δηλαδή, ό Σκουρτανιώτης, δεν είχε την στοιχειώδη εξυπνάδα, να στείλει έναν αγγελιοφόρο προς τον αδερφό του και τους 200 για βοήθεια, που έστω κι αν δε πρόφταιναν, θα ήξεραν τουλάχιστον ότι εκεί γίνεται μάχη και δε θα περίμεναν «την μετά των λοιπών συγκέντρωσιν»πέφτοντας τελικά απ' τα σύννεφα!
Και σε αυτό το σημείο λοιπόν η διήγηση του Βάγιαννη μπάζει και δεν είμαι σίγουρος αν πράγματι υπήρχε αυτό το σώμα των 200 ανδρών τόσο κοντά στο Αθανάσιο Σκουρτανιώτη. Εάν υπήρχε πάντως, τι πιο απλό, από το να μη δώσουν τη μάχη στο Μαυρομάτι, αλλά να υποχωρήσουν τακτικά για να παρασύρουν τους Τούρκους πάνω του και να τους αντιμετωπίσουν όλοι μαζί στα βουνά που θα είχαν και στρατηγικό πλεονέκτημα;
Και κάτι ακόμα. Αν αποδεχθούμε την άποψη του Βάγιαννη πως ο Γιώργης βρισκόταν κοντά και πήγε στο πεδίο της μάχης το επόμενο πρωί, είναι δυνατόν να μη θέσουμε το ερώτημα γιατί αυτός δε πήρε τα σώματα (έστω καμένα ή δαμελισμένα) των αδερφών του (Θανάση και Κώτσιου) να τα μεταφέρει στα Δερβενοχώρια για να τα θάψει; Τάφος στα Δερβενοχώρια του Θανάση δεν υπάρχει και όλα συνηγορούν, πως εκείνος θάφτηκε στο περίβολο της Αγίας Σωτήρας, σε ομαδικό τάφο μαζί με τους άλλους πεσόντες συναγωνιστές του.



*Για την ιστορία να αναφέρω το εξής: Σε επίσκεψή μου τον Ιούλιο του 2008 στην Αγία Σωτήρα, ώρα απογευματινή με καθαρή ατμόσφαιρα και γνωρίζοντας τη κατάθεση του Βάγιαννη περί φωτιάς του Τσουνάρη στη Ρετσώνα για να ειδοποιήσει για έξοδο των Τούρκων, προσπάθησα να διακρίνω έστω τους λόφους της Ριτσώνας και στάθηκε αδύνατο. Θεώρησα τότε πολύ δύσκολο να δουν οι αντάρτες από κει τις φωτιές του Τσουνάρη και μάλιστα σε μια εποχή όπως τέλη Οκτώβρη ή αρχές Νοέμβρη που η υγρασία είναι δεδομένη στην ατμόσφαιρα και μειώνει την ορατότητα μακριά. Εκτός βέβαια και αν δε διέκριναν το σημάδι της φωτιάς αλλά τους καπνούς. Ο Βάγιαννης βέβαια δε λεει ότι ο Σκουρτανιώτης ήθελε να διακρίνει τις φωτιές από το Μαυρομάτι, αλλά από τον Ελικώνα, που είναι μεν πιο μακριά από τη Ριτσώνα, αλλά οπωσδήποτε πιο ψηλά.