Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Απόπειρα ερμηνείας και εξήγησης της μάχης-Γιάννης Μήτρου

Ήρθε επιτέλους στα χέρια μου και το βιβλίο του κ. Μήτρου ‘’Η Αγία Σωτήρα Μαυροματίου Θηβών και το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στον ομώνυμο ναό’’
Θα παραθέσω το κεφάλαιο:


‘’Απόπειρα ερμηνείας και εξήγησης της μάχης’’


Ο Τάκης Λάππας, που θεωρείται από τους πιο έγκριτους ιστοριοδίφες της νεότερης εποχής, με την δημοσίευση πολλών πρωτογενών πηγών, κράτησε ορισμένες αποστάσεις από τον Τσεβά. Μπορεί ασφαλώς να περιέγραψε το περιστατικό κατά Τσεβά, αλλά τουλάχιστον διεξήγαγε επιτόπια έρευνα στο Μαυρομάτι και συμπλήρωσε την αφήγησή του με τις πληροφορίες της Σωτηρίας Κυράστα-Σολωμού. Ο Σπηλιάδης απασχολήθηκε με το θέμα της αρχηγίας των όπλων της επαρχίας, χωρίς να δώσει την πρέπουσα σημασία στο συμβάν. Ο Μακρυγιάννης απλώς κατηγόρησε τον Σουρμελή, επιδιώκοντας την αποκάλυψη των πολιτικών δεινών της πατρίδας που όντως ήταν τεράστια κατά την περίοδο της Επανάστασης. Και ο Οικονόμου φαίνεται, ότι ακολούθησε την αναφορά του Ξάνθη. Με άλλα λόγια, δεν ερμηνεύτηκε ο σκοπός για τον οποίο έγινε η μάχη και αν τελικά εξυπηρέτησε τον ευρύτερο αγώνα των Βοιωτών και των Ελλήνων.
Σχετικά τώρα με την ημερομηνία, προκύπτει ένα θέμα: το πότε έγινε η μάχη. Η μαρτυρία του Τσεβά, στηρίχτηκε στην εξιστόρηση του πατέρα του προερχόμενη από τους αυτόπτες μάρτυρες (Τάσος και Πανάρετος) η οποία όμως συνέβη αρκετά χρόνια αργότερα. Η ημερομηνία πιθανότατα θα πρέπει να αναζητηθεί στην αναφορά του Ξάνθη, η οποία είναι ασφαλώς από μαρτυρία, αλλά συνέβη τρεις μόλις ημέρες μετά το ολοκαύτωμα. Δε μπορεί να έγινε λάθος τόσων ημερών , σε ένα τόσο πρόσφατο συμβάν που είχε τόσους νεκρούς.
Όσον αφορά την ίδια τη μάχη του Μαυροματίου, ερωτήματα ανακύπτουν σχετικά με την απόφαση του Σκουρτανιώτη να κλειστεί στον μαντρότοιχο της εκκλησίας, να περιορισθεί κατόπιν μέσα σε αυτήν και να μην πραγματοποιήσει έξοδο. Ο ισχυρισμός του Τσεβά ότι τον επηρέασε ο Δρίτσουλας, είναι αντιφατικός και δεν αντέχει κριτικής, γιατί απλούστατα ο οπλαρχηγός παρακολουθούσε επί μακράν τις κινήσεις των Οθωμανών και γνώριζε τη δύναμή τους. Επιπρόσθετα, μπορούσε άραγε ένας –άσημος κατά τα άλλα- στρατιώτης σα το Δρίτσουλα να πείσει, για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθηθεί, έναν οπλαρχηγό και αρχηγό των όπλων της περιοχής μεγέθους Σκουρτανιώτη; Για λόγους γοήτρου και μόνον, η ανάληψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας ανήκε δικαιωματικά στον οπλαρχηγό, τον καπετάνιο. Το λένε δημοτικά τραγούδια, το λένε διάφορα διαχρονικά έγγραφα σε ανάλογε περιπτώσεις. Είναι μια νομοτέλεια στο πεδίο των κλεφτών, των αρματολών, ακόμα και των ανταρτών. Δε μπορεί ο Σκουρτανιώτης να θυσίαζε τόσα παλικάρια, τόσες ανθρώπινες ζωές, επειδή του είπε ‘’θα δοξασθώμεν’’ ο Δρίτσουλας. Το να δεχόμασταν μάλιστα αυτό τον ισχυρισμό, θα υπαινισσόμασταν κατ’ επέκταση την μειωμένη οξυδέρκεια και νοημοσύνη του Σκουρτανιώτη, πράγμα που δεν υφίστατο. Ο Σκουρτανιώτης είχε αποδείξει στο παρελθόν την αξιοθαύμαστη στρατηγική του ικανότητα.
Το ότι ο οπλαρχηγός εξωθήθηκε σε μάχη λόγω του περιορισμένου χρόνου που είχε στην διάθεσή του, μοιάζει με κατασκεύασμα. Ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης προετοιμάστηκε για τη πολύνεκρη μάχη. Ο μαντρότοιχος της εκκλησίας, μέχρι και στις αρχές του 20ου αιώνα, διέθετε πολεμίστρες. Και δεν αναφερόμαστε σε κείνες που χτίστηκαν από τη κοινότητα Μαυροματίου το 1930 για τις ανάγκες του εορτασμού της εκαντοταετηρίδας και οι οποίες κατεδαφίστηκαν πάλι από την ίδια αργότερα, για άγνωστους λόγους. Αναφερόμαστε στις τρύπες της μάντρας στα Βόρεια, οι οποίες προέκυψαν ύστερα από την αφαίρεση των λίθων ενδιάμεσα από το κορμό της μάντρας. Για να αφαιρεθούν αυτοί οι ενδιάμεσοι λίθοι απαιτείται κάποιος εύλογος χρόνος. Δε γνωρίζουμε πόσες ήταν συνολικά οι τρύπες (112) αλλά γνωρίζουμε πως υπήρχαν. Πόσο χρόνο χρειάστηκαν άραγε οι πολεμιστές του Σκουρτανιώτη, για να αφαιρέσουν τις ενδιάμεσες πέτρες; Όσο και να χρειάστηκαν, σημασία έχει πως δαπάνησαν πολύτιμο χρόνο γι’ αυτό. Δεν περίμεναν να έρθει ο Δρίτσουλας και μετά να αποφασίσουν τι θα κάνουν. Πριν έρθει εκείνος, προετοιμάζονταν όλοι οι υπόλοιποι για τη μάχη. Γι’ αυτό ακόμα και όταν ο μικρός Τάσσος τους ειδοποίησε ότι έρχονταν εκατοντάδες Οθωμανοί στρατιώτες από το κάμπο, εκείνοι δεν αποφάσισαν να φύγουν, ενώ η ευκαιρία διαφυγής τους, η ελπίδα για συνέχιση της ζωής τους, παρέμενε ακόμα ζωντανή.
Ύστερα από την απόφασή τους να πολεμήσουν, κλείστηκαν τελικά στην εκκλησία. Ο εγκλεισμός τους μέσα στη στενή εκκλησία της Αγίας Σωτήρας, ισοδυναμούσε με πραγματική αυτοκτονία. Αγνοώντας βέβαια τις πραγματικές συνθήκες της μάχης, δε μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα, αλλά μπορούμε να επιστρατεύσουμε τη λογική. Πώς να τοποθετήσεις μέσα στον αρχικό ναό που περιγράψαμε 45 η 67 ανθρώπους; Πώς να χωρέσουν όλοι εκείνοι μέσα εκεί; Πώς να τους κατανέμεις ώστε να πολεμήσουν με έναν εφικτό και αποδοτικό τρόπο; Δεν υπάρχει λογική εξήγηση. Το λέει και ο ίδιος ο Τσεβάς: «…Ατυχώς η εκκλησία ούτε παράθυρα προσιτά είχεν, ούτε άλλας οπάς, ίνα πολεμώσι πάντες οι έγκλειστοι…» Ναι, αλλά το γνώριζαν αυτό οι πολεμιστές. Είχαν μπει προηγουμένως στο ναό και είχαν προσευχηθεί. Είχαν δει και διαπιστώσει τις εγγενείς αδυναμίες του χώρου. Η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι είχαν σκοτωθεί αρκετοί πολεμιστές κατά τη διάρκεια της μάχης και γι’ αυτό αποφάσισαν να εγκλειστούν μέσα στο ναό. Μόλις λαβωνόταν η σκοτωνόταν κάποιος στην μάχη, τον μετέφεραν μέσα στην εκκλησία και τον άφηναν. Όταν από τα πολλά απέμειναν αρκετοί, αλλά λίγοι, πήραν το δρόμο του χαμού. Μπήκαν μέσα στην εκκλησία. Από κει και πέρα άρχισε όπως ήταν φυσικό, μια τραγική πορεία που είχε ως αναπόφευκτη κατάληξη τον θάνατο. Ήταν μοιραία εξέλιξη των πραγμάτων που μπορούσε να ανασχεθεί στη προκειμένη περίπτωση, μόνον από μια ηρωική έξοδος. 113
Και αυτό είναι το τελευταίο καίριο ερώτημα. Γιατί ο Σκουρτανιώτης ήταν απρόθυμος να πραγματοποιήσει έξοδο; Ακόμα και τα γυναικόπαιδα στο Μεσολόγγι την αποφάσισαν χωρίς όπλα και δίχως ψυχολογία. Είναι δεκάδες οι μαρτυρίες της ιστορικής περιόδου του 1821, που επιβεβαιώνουν ότι σε ανάλογες και ακραίες καταστάσεις πραγματοποιούνταν έξοδος. Και πάλι δεν υπάρχει εξήγηση, παρά μονάχα ότι ο οπλαρχηγός περίμενε έστω και την τελευταία στιγμή να φτάσει κάποια βοήθεια. Μια βοήθεια που δεν έφτασε την 3η Νοεμβρίου 1825 και τελικά οδήγησε στον θάνατο 45 πολεμιστές της Ελευθερίας.
Ο στρατηγός και ολόκληρη η Ελλάδα αναζητούσε εσπευσμένα μια θεαματική νίκη, όπως είπαμε στην αρχή του κεφαλαίου. Η νίκη θα έδινε όλα τα αναγκαία ψυχολογικά στηρίγματα που απαιτούνταν για μια ραγδαία ψυχολογική επανάκαμψη του συνόλου της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας. Θα επισφράγιζε ως σοφή την απόφαση της πολιτικής ηγεσίας να εμπιστευθεί στον Σκουρτανιώτη αυτή τη σημαντική θέση. Θα καθόριζε την έκβαση της στρατιωτικής καριέρας του στρατηγού. Το γόητρο που θα αποκτούσε από μια ενδεχόμενη νίκη, θα τον καθιστούσε ανάμεσα στις επιφανείς προσωπικότητες του τόπου. Θα υπερδρασκέλιζε το ήδη καταρρακωμένο γόητρο του Γκούρα. Θα τοποθετούσε στη συλλογική μνήμη το πρόσωπό του, ανάμεσα σε κείνα του Ανδρούτσου και του Διάκου, κάτι που έγινε αργότερα με τον Καραϊσκάκη. Θα ήταν πλέον ο ex officio ηγέτης ολόκληρης της περιοχής. Και όλα αυτά θα γίνονταν, αν του ερχόταν έγκαιρα επικουρία από συναδέλφους του. Αλλά δυστυχώς δεν του ήρθε καμία.
Μια ανεξάρτητη έρευνα θα μπορούσε να στραφεί σε αυτή τη κατεύθυνση. Να διερευνήσει, να εξηγήσει και να ερμηνεύσει τελικά τους λόγους απουσίας διαφόρων οπλαρχηγών της περιοχής από αυτή τη μάχη. Θα πρέπει σύμφωνα με την αφήγηση του Τσεβά, οι Κουκούλεζας, Κώτσος Βόγλης, Γεώργιος Γκέλης, Κόλλιας (Βασίλειος) Πετεινάρης, Κουμπίτσας, Κιόκες, Αλλέγρας, Μπεκίρωνας, Ραμπατάκης κ.α. να ήταν σε θέση να τον βοηθήσουν αφού υποτίθεται ότι θα συναντιόντουσαν στις 27 του μηνός στα Παραπούγγια. Πού βρίσκονταν λοιπόν εκείνοι οι οπλαρχηγοί; Αν βρίσκονταν στη Πελοπόννησο για τις ανάγκες του εμφυλίου, έπρεπε να ήταν θεωρητικά στο δρόμο τους για τα Παραπούγγια. Και αφού θα πλησίαζαν προς τη Βοιωτία, οι 4 ανεμοστρόβιλοι αγγελιοφόροι θα προλάβαιναν να τους ειδοποιήσουν για να έρθουν έγκαιρα προς βοήθεια. Αν πάλι ήταν στη περιοχή, οι αγγελιοφόροι θα ήξεραν πού να τους βρουν. Και θα προλάβαιναν τότε να βοηθήσουν τον στρατηγό. Σε αυτό το σκεπτικό, υποτίθεται και πάλι, ότι ο Σκουρτανιώτης είχε συναίσθηση της δύσκολης θέσης στην οποία θα περιερχόταν και ότι είχε τη δυνατότητα να «κρατήσει» τους Οθωμανούς για κάμποσες ώρες μέχρι να του έρθει η ποθητή και σωτήρια βοήθεια. Και στο τέλος τι έγινε; Ήρθε άκαιρα η βοήθεια από τον Λάππα όπως γράφει ο γιος του, η από έναν Σουλιώτη στη καταγωγή με το όνομα Ζέρβας όπως μας ενημερώνει ο Φανόπουλος, ή από κανέναν όπως μας λένε ουσιαστικά ο Τσεβάς και ο Ξάνθης. Κανείς Θηβαίος οπλαρχηγός δεν εμφανίστηκε. Και ένα νέο Μανιάκι γράφτηκε, σε μια περίοδο, που μια αμφίρροπη –έστω και στο ελάχιστο- μάχη ήταν σίγουρο ότι θα κόστιζε δυσανάλογα αίμα.
Μιαν άλλη εξήγηση της απόφασης του στρατηγού, θα μπορούσε να συσχετιστεί με τη δυνατότητα παροχής άμεσης βοήθειας σε εκείνον από τους ικανούς για πόλεμο τοπικούς πληθυσμούς. Αλλά και αυτή η εξήγηση δεν αντέχει κριτικής, γιατί ήδη τον Μάιο και το Σεπτέμβριο του 1825 η κυβέρνηση Κουντουριώτη είχε διατάξει εσπευσμένη στρατολόγηση και απογραφή όλων των κατοίκων της χώρας (Ν. ΜΗ’-10/9/1825) Μόνον οι γέροι βρίσκονταν στο Μαυρομάτι αυτή την εποχή, πράγμα που και η προφορική παράδοση βεβαιώνει.
Βρισκόμαστε δηλαδή σε ένα πολυσύνθετο στρατιωτικό δράμα, που εμπεριέχει και τις ανάλογες διαστάσεις του πολιτικού αλληλοσπαραγμού, που διαδραματίζονταν εκείνο τον καιρό. Ένα δράμα που ο αναγνώστης στη περίπτωσή μας καλείται να το εξηγήσει σιωπηρά. Η εθνοκεντρική ιστορία το «αποσιώπησε» άλλωστε με ιδιαίτερη ευκολία. Δε χάνεται τόσος κόσμος σε μια μάχη και να περιοριστεί η συγγραφή της σε τοπικό επίπεδο.
Ο μόνος που δεν αποσιώπησε το γεγονός ήταν ο ειλικρινής στρατηγός Μακρυγιάννης, γνώστης των σκοτεινών παρασκηνίων της εποχής. Τα λόγια του αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ερμηνείας που παραθέσαμε. Χαρακτηριστικά λέει κατηγορώντας τον Σουρμελή: «…Βάνει ο Κωλέτης τον Σουρμελή, στενόν φίλον του Γκούρα και της φατρίας τους, και φκιάνει στορίαν και κατηγοράει ασυστόλως τον Δυσσέα, τον οχτρό του Κωλέτη, κι εγκωμιάζει πολύ τον Γκούρα και τους φίλους του…οι φίλοι του στοριογράφου έχουν όνομα, εκείνοι οπού δεν είναι της φατρίας του δεν έχουν όνομα. Εις ΄ημετέρους’ βάνει τους συντρόφους του και τους δίνει μεριδιον, ή το δίνει όλο εκείνων οπούχουν το όνομα –γένονται και ‘ημέτεροι’. Αφού λέγει δια τον Δυσσέα πλήθος ψευτιές, τον κατηγορεί και διά το χτίσιμο του παπά 114. Πες και τα αίτια στοριογράφο, και το κοινό είναι κριτής ή υπέρ η κατά. Ένας οπού γένεται πρόδότης εις τους Τούρκους και αφανίζει τόσα παλικάρια –και τον γενναίον αγωνιστή Σκουρτανιώτη τον Θανάση με σαράντα ανθρώπους ποιος τους πρόδωσε εις τους Τούρκους και τους κάψαν όλους σε μιαν εκκλησιά;»115
«Πικροτέραν στιγμήν και φαρμακωτέραν εις καμίαν περίστασιν δεν είχα δοκιμάσει. Εμείναμεν εις τη μέσην ικανήν ώραν, χωρίς να κινούμεθα ούτε εδώθεν ούτε εκείθεν. Εσυλλογίσθημεν εις ποίον έπρεπε να υπαγωμεν να μας παρηγορήση, ποίον να παρηγορήσωμεν. Επιστρέψαμεν οπίσω ειδοποιούντες και τους λοιπούς να μείνουν εις θέσιν, διότιο ο αρχηγός απέθανεν…» έγραφε ο Κασομούλης στα απομνημονεύματά του για τον θάνατο του Καραϊσκάκη116. Να ένιωσαν άραγε το ίδιο δράμα οι τοπικοί οπλαρχηγοί και ο Γκούρας μετά τον θάνατο του Σκουρτανιώτη;
Με άλλα λόγια τρεις είναι οι θεωρητικοί άξονες εξήγησης της μάχης, που παραθέσαμε. Ο πρώτος, κάνει λόγο στην ιδιοσυστασία του Σκουρτανιώτη ως ατομικότητα, που θέλει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή να αποδείξει στους πληθυσμούς και την ηγεσία, ότι αξίζει τη θέση και το βαθμό που κατέχει. Που θέλει να ξεπεράσει σε γόητρο (εάν αυτό υπήρχε) και σε αξία τον αρχιστράτηγο Γκούρα. Που αναζητάει να «εξολοθρεύσει» τον Ομέρ Πασά του Ευρίπου, δίνοντάς του ένα σημαντικό επιτέλους χτύπημα.
Ο δεύτερος άξονας, σχετίζεται –αναπόφευκτα- με τις πολιτικές διαμάχες, που διεξάγονται αυτόν τον καιρό και χωρίζουν αργότερα τη χώρα σε τρεις κομματικές παρατάξεις. Που δημιουργούν δόλιους δεσμούς και άσπονδες φιλίες ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς άντρες. Που προκαλούν απότομες μεταστροφές στους χαρακτήρες των ηρώων της περιόδου, θυμίζοντας μας μεσαιωνικές εποχές.
Ο τρίτος, αναφέρεται στις συνθήκες διεξαγωγής της μάχης, έχοντας τελικά ως τραγική απόληξη, την έλλειψη στρατιωτικής υποστήριξης. Εν τέλει, δόθηκε μια ηρωική, αλλά πιθανότατα άκαιρη μάχη. Και για το λόγο αυτό, παραλληλίστηκε με εκείνη του Παπαφλέσσα. Ήταν ένας τραγικός επίλογος στη ζωή του Αθανασίου Σκουρτανιώτη, που γνωρίζοντας τις γενικότερες συνθήκες που επικρατούσαν και επικράτησαν αργότερα στην Επανάσταση, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να ισχυριστούμε, πως εάν κέρδιζε αυτήν την μάχη ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, θα είχε σίγουρα εξελιχθεί σε μία από τις πιο σημαντικές στρατιωτικές φυσιογνωμίες ολόκληρης της Ελλάδας.


Σημειώσεις
112. Κάποιες κλειστηκαν κατά την διάρκεια της επισκευής του 1836 καικάποιες κλειστηκαν στη σύγχρονη εποχή, αφού τις 2 βόρειες τις προλάβαμε και εμείς οι νεότεροι σε ηλικία. Η πρώτη επαφή με τον εχθρό, πρέπι μάλιστα να έγινε στη Β πλευρά. Από εκεί φαίνεται πως ήρθε το πρώτο κύμα της επίθεσης του Οθωμανικού στρατού.
113.Μια έξοδος, που πραγματοποίησαν οι αγωνιστές στο Μανιάκι, παρά την δύσκολη θέση στην οποία είχαν περιέλθει. Η έκβαση της εξόδου ήταν δραματική, αλλά επιδιώχθηκε ως τη τελευταία αναγκαία και ζωτική λύση. Βλ. για το ίδιο θέμα, Φωτάκος ο.π. σελ 64
114. "Το χτίσιμο του παπά", που πολλοί το θεωρούν ότι σημαίνει ένα "κατασκεύασμα ιστορικό" είναι ένα πραγματικό γεγονός. Συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1822. Υπήρχε ένας παπάς που καταγόταν από τη Θήβα και αφού διείσδυε στις τάξεις των Ελλήνων και μάθαινε τις στρατιωτικές ενέργειες που επρόκειτο να αναλάβουν οι Έλληνες, τα πρόδοδε όλα στους Τούρκους. Πολλοί πολεμιστές είχαν χάσει τη ζωή τους από τη προδοσία του παπά. Τον έπιασαν όμως κάποτε και τον παρέδωσαν στον Ανδρούτσο. Εκείνος για παραδειγματισμό και από αγανάκτηση, τον έκτισε όρθιο ενώ ήταν ζωντανός. Στο χωρίο, ο Μακρυγιάννης κατηγορεί τον Σουρμελή (μόνιμος υβριστής του Ανδρούτσου, φίλος του Γκούρα και Κωλέττη) που είχε γράψει: "...ιερέα δε τινά ζώντα κτίζει όρθιον έως ου απέπνευσεν ο δυστυχής, διά να ευχαριστήση (ο Ανδρούτσος) με τοιαύτην θυσίαν τον δαίμονά του..." Βλ. για το ίδιο θέμα, Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, εκδ. Α. Καραβία, χ.χ. δ. 117, 118
115. Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, σελ 388
116. Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, τ. Β' εκδ Ι. Βλαχογιάννης, Αθήνα 1939-1942, σελ. 510