Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Λίγα λόγια για τον πίνακα του Peter Von Hess



Ο Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες

Ο Peter Von Hess (1792-1871) ήταν Γερμανός ζωγράφος, που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Όθωνα το 1833 και ζωγράφισε σε αυτό το στάδιο της ζωής του σημαντικούς πίνακες, με θέματα από την επανάσταση και την εποποιϊα του 1821.
Ο πίνακας που απεικονίζεται στο παρόν θέμα και έχει συνδεθεί με τα Δερβενοχώρια και τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, είναι ένα δημιούργημά του, που ο ίδιος ονόμασε «Ο Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες» και τον ζωγράφισε γύρω στα 1835. Τον συγκεκριμένο πίνακα μπορεί να θαυμάσει κανείς, στo Μουσείο Μπενάκη.
Πρόκειται για μια καταπληκτική ρεαλιστική σύνθεση κίνησης και δράσης. Ο θεατής νομίζει πως από στιγμή σε στιγμή, οι φιγούρες θα κινηθούν. Σαν κεντρική μορφή δεσπόζει η σκούρα ψιλόλιγνη φιγούρα του Διάκου με το σταυρό στο στήθος, που με ασκητικό, γαλήνιο και καθαρό πρόσωπο, δείχνει το δρόμο για τον αγώνα, τη μάχη και το χρέος, έχοντας τεντωμένο το δάχτυλο του αριστερού του χεριού. Γύρω του πολεμιστές έτοιμοι να τον ακολουθήσουν. Ο θεατής νομίζει πως ακούει φωνές, ποδοβολητά, κλαγγές όπλων, κυριαρχεί μια βιασύνη παντού, μα ξαφνικά όλα σταματούν. Σα να μην ακούγεται τίποτα πια, ούτε καν μία ανάσα, τη ματιά του θεατή, μαγνητίζει μια συγκλονιστική λεπτομέρεια, που μάλλον αποτελεί και το κεντρικό θέμα του πίνακα. Μια καταπληκτική σκηνή αποχαιρετισμού. Ο πολεμιστής στο κέντρο του πίνακα κάτω από το δέντρο -που η θωριά και η κεντρικότητα της θέσης σε σχέση με τους υπόλοιπους, συνηγορούν πως είναι ο αρχηγός των Δερβενοχωριτών- φιλάει στο μάγουλο ένα μωρό. Το μωρό, σα να αισθάνεται τον κίνδυνο που σε λίγο θα ριχτεί ο πολεμιστής, σκύβει προς το μέρος του να τον αγκαλιάσει, σα να μη θέλει να τον αφήσει να φύγει. Πίσω τους, άλλη μια μητέρα με το μωρό της στην αγκαλιά.
Για πολλά χρόνια οι απόγονοι Σκουρτανιωταίοι πίστευαν -και πολλοί πιστεύουν ακόμα- ότι εκείνος που δίνει το φιλί είναι ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και το μωρό ο μοναχογιός του Ιωάννης. Για τον Θανάση οι πιθανότητες είναι συντριπτικές να πρόκειται πραγματικά γι’αυτόν. Για το μωρό όμως, είναι λάθος να πιστεύουν κάποιοι με ελαφρά τη καρδιά πως πρόκειται για τον μικρό Ιωάννη -εκτός κι αν ο Peter Von Hess έχει εισάγει από τότε ένα είδος χρονικού σουρεαλισμού- δεδομένου ότι ο Διάκος πέθανε το 1821 και σύμφωνα με τα στοιχεία, ο μικρός Ιωάννης γεννήθηκε το 1823, γεγονότα που σημαίνουν ότι ο μικρός Ιωάννης και ο Διάκος δε συναντήθηκαν ποτέ. Όταν γεννήθηκε ο Ιωάννης, ο Διάκος ήταν ήδη δύο χρόνια νεκρός. Οι πολεμιστές είναι σίγουρα Δερβενοχωρίτες και δεν αποκλείεται ο Peter Von Hess να αναπαριστά όντως τον μεγάλο εκλιπόντα των Δερβενοχωρίων, τον αρχηγό Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, μόνο που αν λάβουμε υπ’ όψη μας αυστηρά τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, το μωρό δεν είναι ο γιος του, αλλά ίσως ο ανιψιός του Παναγής γιός του Κώτσου Σκουρτανιώτη, που όντως τότε ήταν δύο ετών.
Βέβαια, εδώ πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας και μια συγκυρία. Ο Peter Von Hess, ανήκε στη κουστωδία του Όθωνα και γυρόφερνε στο παλάτι. Την ίδια εποχή, ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης ήταν και κείνος στο παλάτι ως ένας από τους τρεις υπασπιστές του Όθωνα. Γιώργης Σκουρτανιώτης λοιπόν και Peter Von Hess γνωρίζονταν και δεν αποκλείεται ο Γιώργης ως χρέος προς τον αδερφό και το τόπο του, να έχει συμβάλει με διάφορες πληροφορίες στη δημιουργία του πίνακα. Δεν αποκλείεται επίσης, ο ζωγράφος να χρησιμοποίησε ως μοντέλο για να δημιουργήσει τον Θανάση στον πίνακα, τον ίδιο τον Γιώργη.
Δεν αποκλείεται όμως, αφού ο Γερμανός ζωγράφος ήρθε μετά την επανάσταση και έγινε αποδέκτης ξαφνικά, πάμπολλων ιστοριών από τη μεγάλη εποποιία, να μην έδωσε σημασία στις χρονολογικές λεπτομέρειες και πράγματι να παρουσίασε δύο ήρωες που θυσιάσθηκαν για τη πατρίδα. Τον Διάκο και τον Σκουρτανιώτη. Ή να ήθελε να παρουσιάσει τον δρόμο της θυσίας, τον αποχωρισμό από τα γήινα και τους αγαπημένους και τότε πράγματι μιλάμε για έναν ιδιαίτερο σουρεαλισμό. Ο Διάκος σα να μην είναι ζωντανός παρά ένα φάντασμα, ουσιαστικά δείχνει στον Θανάση και στους Δερβενοχωρίτες που χάθηκαν στο Μαυρομάτι, τον δρόμο της θυσίας που ακολούθησε πριν λίγα χρόνια και ο ίδιος. Και δεν αποκλείεται, αν αναλύσουμε τον πίνακα κάτω από αυτό το πρίσμα, ο Γερμανός ζωγράφος με το μωρό να θέλει να απεικονίσει το γιό του Θανάση και τον αποχωρισμό τους. Η σκηνή του αποχαιρετισμού, είναι πολύ ζεστή και συγκινησιακή και παραπέμπει όντως σε σκηνή αποχαιρετισμού πατέρα και μονάκριβου γιου. Είναι τόσο φορτισμένη μάλιστα με κείνο το άρπαγμα κυριολεκτικά του μωρού στο πατέρα και το αντίστροφο, που θάλεγε κανείς πως αυτή είναι η τελευταία φορά που βλέπονται οι δυο τους.
Υπάρχει μάλιστα μια φιγούρα, κρυμμένη σχεδόν στον πίνακα, που η στάση της προμηνύει την τραγική μοίρα του αρχηγού και των υπολοίπων στο Μαυρομάτι. Πρόκειται για μια θεσπέσια λεπτομέρεια του πίνακα που με πρώτη ματιά περνάει απαρατήρητη. Αν προσέξει όμως καλύτερα κανείς, εκφράζει μια άλλη δυναμική και δίνει άλλες διαστάσεις στον πίνακα. Και η λεπτομέρεια αυτή, είναι η γυναικεία φιγούρα αριστερά, που βρίσκεται σκυμμένη πίσω από τον πολεμιστή του πρώτου πλάνου. Η γυναικεία εκείνη φιγούρα, έχει σκεπάσει το πρόσωπο με τη παλάμη και κλαίει σα να γνωρίζει τη τραγική μοίρα του αρχηγού και των υπολοίπων που φεύγουν. Σα να είναι η ίδια η μοίρα, η ίδια η Ελλάδα, η ίδια η Ιστορία αυτή η σκυφτή γυναικεία φιγούρα, αναλύεται σε δάκρυα γιατί οι θυσίες για την ελευθερία, φαίνεται να μην έχουν τελειωμό. Σα να είναι σίγουρη, πως αυτός ο αποχαιρετισμός ακριβώς από πάνω της, είναι ο τελευταίος. Πατέρας και γιος, δε θα συναντηθούν ποτέ ξανά, γι’ αυτό αναλύεται σε δάκρυα. Πρόκειται όντως για μια καταπληκτική λεπτομέρεια, που προδίδει τη πρόθεση του ζωγράφου να δείξει έμμεσα σε αυτό τον πίνακα, τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και τη τραγική του μοίρα.
Όπως και νάχει πάντως, το φιλί αυτό εκτός από ένα αριστούργημα του Peter Von Hess, είναι συμβολικό και δρα καταλυτικά για όλη τη σκηνή. Είναι το φιλί του γενναίου λίγο πριν φύγει για την τελευταία μάχη, το φιλί εκείνου που θυσιάζεται για την Ελλάδα που έρχεται. Αυτός ο ιερός ασπασμός, που εκφράζει την μεγάλη θυσία, την ανυπέρβλητη αγάπη του αποφασισμένου γι' αυτούς που θα μείνουν, ας είναι το σύμβολο τούτου του βιβλίου, ας είναι η παρακαταθήκη που μας άφησαν ήρωες σα τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ


Με τον θάνατο του Θανάση Σκουρτανιώτη, μια άλλη μορφή ξεπετάγεται από την ίδια οικογένεια, όχι μόνο για να πάρει τη θέση του, όχι μόνο για να τον αντικαταστήσει επάξια, αλλά για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση από το 1825 μέχρι το 1829. Ό, τι κέρδισε αυτή η μορφή, το πήρε μονάχα με το σπαθί της. Και δεν είναι άλλη, από τον αδερφό του Θανάση, τον Γιώργη Σκουρτανιώτη.
Προσωπική μου γνώμη, πως ο Γιώργης έχει αδικηθεί από την ιστορία, ακριβώς γιατί δεν είχε έναν δοξασμένο θάνατο όπως ο αδερφός του. Θα μείνει άναυδος όμως ο αναγνώστης, αν σκύψει πάνω στις πολεμικές αρετές και στη προσφορά αυτού του άντρα στην επανάσταση του 1821. Θα χρειαστεί ίσως μια ξεχωριστή έρευνα για να ανακαλύψει κανείς, αυτή τη τεράστια προσφορά και προσωπικότητα. Μέχρι το 1825, ο Γιώργης ήταν γνωστός σαν ένας σκληρός πολεμιστής, αδερφός του καπετάνιου των Δερβενοχωρίων και πανέμορφος. Η ωραιότητά του ήταν παρομοιώδης. Λένε πως ήταν ο ωραιότερος αξιωματικός του Όθωνα, όταν αργότερα έγινε υπασπιστής του.
Ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης. Που η Διοικητική Επιτροπή για να ανασυγκροτήσει το στρατόπεδο της Αν. Ρούμελης τον συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στους σημαντικούς οπλαρχηγούς στις 3 Μαίου 1826. Που συντάσσεται με το σώμα του Καραϊσκάκη και παίρνει μέρος στη μεγαλειώδη μάχη της Αράχωβας. Που ακολουθεί τον Καραϊσκάκη στην Αττική και υπερασπίζει στο Φάληρο σημαντική θέση. Προβλέποντας την επίθεση των Τούρκων σε αυτή τη θέση, ανοίγει κρυφά τάφρο με αποτέλεσμα το ανύποπτο ιππικό των εχθρών να βρεθεί προ απροόπτου, να τσακιστεί και να θαφτεί εκεί.
Μακρυγιάννης, Σουρμελής, Καρόρης εκθειάζουν την μεγάλη προσφορά του στο Παλιό Φάληρο στη μάχη στα Μποστάνια.
Ο Γιώργης. Που αγνοώντας τις διαταγές του Μορφόπουλου και με προσωπική πρωτοβουλία και ευθύνη, ρίχνεται στη μάχη του Μαρτίνου κατά του εχθρού, χαρίζοντας τη τελευταία στιγμή τη νίκη στα ελληνικά όπλα. Που κάτω από τις οδηγίες του Υψηλάντη δίνει ανεπανάληπτες μάχες στη Θήβα, υπερασπίζεται με σθένος την πόλη και ξεχωρίζει σε ανδρεία και σύνεση, ώστε η συμβολή του να μνημονεύεται εκτός από τον Τσεβά και από τον Περραιβό.Που μαζί με τον Κριεζώτη, σώζουν κυριολεκτικά την διάλυση του στρατού του Υψηλάντη και κατ’ επέκταση την συνέχιση της ελληνικής επανάστασης με επέμβασή τους στα μισά του δρόμου των λιποτακτών. Τον Γιώργη που απέκρουσε τη κύρια δύναμη του Τουρκικού στρατού στη μάχη της Πέτρας χαρίζοντας για άλλη μια φορά την νίκη στον Υψηλάντη και τα ελληνικά όπλα. Ο αδερφοποιτός του Κριεζώτη. Ο έμπιστος αρχηγός του Υψηλάντη. Ο υπασπιστής του Όθωνα αργότερα, που δεν υπάκουσε ούτε στο βασιλιά και δε δέχτηκε να χτυπήσει το Κριεζώτη με αποτέλεσμα να χάσει την εύνοιά του και να αποσυρθεί στο Ωρωπό. Ο Γιώργης. Που οι Τούρκοι τον μισούσαν τόσο πολύ, που σκότωσαν την ερωμένη ή αρραβωνιαστικιά του στον Ωρωπό, την πανέμορφη Κρουστάλλω. Μια τεράστια προσωπικότητα που βοήθησε καταλυτικά την Ελληνική επανάσταση, μα η ιστορία δε τον έχει τιμήσει ακόμα όσο του πρέπει.
Η μελέτη γι’ αυτόν λοιπόν, θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού κεφαλαίου. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με την εκδίκησή του για τον θάνατο του αδερφού του και θα αναφέρουμε τι γράφουν γι’ αυτή την εκδίκηση οι Βάγιαννης και Τσεβάς.

Ας παρακολουθήσουμε πρώτα τον Βάγιαννη:

«…Επί τω θλιβερώ αγγέλματι του θανάτου του πρώτου Βοιωτού μάρτυρος, πανταχόθεν συνηθροίσθησαν εις την εκ του καπνού μελανωθείσαν εκκλησίαν, ένθα μετά δακρύβρεχτον μνημόσυνον υπέρ της ψυχής του πρώτου μάρτυρος οπλαρχηγού και των υπ’ αυτών, ανεκήρυξαν αρχηγόν μεν τον αδελφόν του γενναίου οπλαρχηγού Γεώργιον Σκουρτανιώτην, σωματάρχας δε τους πρώην και μετά του Λουκά Δρίτσουλα υιού του εν τω ναώ υπέρ ελευθερίας μαρτυρήσαντος. Πάντες δε οι σωματάρχαι εντός του ναού συνελθόντες ξιφήρεις, ώμοσαν να διευθυνθώσιν εις τα μέρη ένθα ετάχθησαν και να εξαγοράσωσι το αίμα των αδελφών των. Ετέρα όμως επιβαλλομένη ανάγκη μεγίστου κινδύνου διασώσεως των γυναικοπαίδων ανά τας νήσους ηνάγκασεν αυτούς να εγκαταλείψωσι το σχέδιον της εκδικήσεως»

και αφού αναφέρει την εξόρμηση του Δράμαλη συνεχίζει για το ίδιο θέμα:

«…Ο τολμητίας Πετηνάρης μετά χρόνον ενωθείς μετά του Σκουρτανιώτου (Γεωργίου πιά) και εις τα υπωρείας του Υπάτου όρους περιφερόμενος, παρατηρεί απόσπασμα τακτικού εξ Αλβανών στρατού, μεθ’ ου συμπλακείς αναγκάζει αυτό να κελισθή εντός του ναού του χωρίου Σύρτζι. Καταφθάσας δε και ο Σκουρτανιώτης απεφάσισεν να εκδικηθώσιν αυτούς και ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης έρριπτον πίσσαν ανημμένην επί των Οθωμανών, οίτινες απετεφρώθησαν πλην δύο αξιωματικών, ους συνέλαβον αιχμαλώτους κατά την συμπλοκήν. Οι αιχμάλωτοι αξιωματικοί παρεκάλεσαν τους σωματάρχας να έλθωσιν εις συνεννόησιν περί απελευθερώσεώς των και μετά σύσκεψιν απεφασίσθη να αφεθώσιν ελεύθεροι υπό τον όρον αντί χρυσίου προσφερομένου αυτοίς ν’ απελευθερωθώσιν οι εν ταις φυλακείς Χαλκίδος κρατούμενοι είκοσι και δύο χριστιανοί, όπερ και εγένετο πέμψαντες τον ένα των αιχμαλώτων εις Χαλκίδα.»

Λέει δηλαδή με λίγα λόγια ο Βάγιαννης, πως ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης με τον Πετηνάρη, εκδικήθηκαν σε ανύποπτο χρόνο το θάνατο του Θανάση και των υπολοίπων στην Αγία Σωτήρα. Ο Πετηνάρης συνάντησε στο Σύρτζι (σημερινό Ύπατο) τακτικό τούρκικο απόσπασμα αποτελούμενο από Αλβανούς. Συνεπλάκη μαζί τους, αιχμαλώτισε δύο αξιωματικούς και τους υπόλοιπους τους έκλεισε μέσα στην εκκλησία του Συρτζίου. Ειδοποίησε τον Γιώργη, ο οποίος κατέφθασε, άνοιξε τρύπα στη στέγη και κατέκαψε το τούρκικο απόσπασμα, εκδικούμενος με τον ίδιο τρόπο τον θάνατο του αδερφού του. Κατόπιν αντάλλαξε τους αιχμαλώτους αξιωματικούς με είκοσι δύο Έλληνες χριστιανούς φυλακισμένους στη Χαλκίδα.

Ο Τσεβάς αναφέρει τα εξής για το ίδιο ζήτημα:

«…Τον Αθαν. Σκουρτανιώτη θανόντα διεδέχθη εν τη οπλαρχηγία ο αδελφός του Γεώργιος, όστις ανεδείχθη άξιος αυτού διάδοχος. Ούτος αποκαθαίρων το έδαφος της υπαίθρου χώρας, από των Τούρκων, κατώρθωσε 15 ημέρας, από του ηρωϊκού θανάτου του αδελφού του, να καταστρέψη τουρκικόν απόσπασμα όπερ συνήντησε εις θέσιν Γκούρεζα του Συρτζίου. Τούτο ηττηθέν και καταδιωχθέν, ενεκλείσθη εντός εκκλησίας του χωρίου όπου κατεκάη ολόκληρον. Το κατόρθωμα τούτο ανεκούφισε τους Ταναγραίους πολεμιστάς, δυνηθέντας να εκδικηθώσιν τον θάνατον του αρχηγού και συμπολίτου των Αθαν. Σκουρτανιώτου.»

Οι διαφορές του Βάγιαννη όπως βλέπουμε αρκετές, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Και οι δύο αναφέρουν πως ο Γιώργης, εκδικήθηκε τελικά τον θάνατο του αδερφού του, καίγοντας μέσα σε μια εκκλησία στο Σύρτζι, ένα τούρκικο απόσπασμα.
Το ερώτημα που μπαίνει τώρα είναι το εξής:
Μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός; Η εκδίκηση του Γιώργη συνέβη πραγματικά ή το γεγονός αυτό είναι ένα εύρημα του Βάγιαννη, της προφορικής ιστορίας και κατ’ επέκταση του Τσεβά;
Η προσωπική μου γνώμη είναι η εξής:
Το γεγονός αυτό, θα πρέπει πραγματικά να συνέβη. Και τούτο, γιατί δεν είναι ένα τόσο «καθαρό» κατόρθωμα για τον Γιώργη. Στην ουσία πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης αλλά και βλασφημίας. Αν ήταν εύρημα, οι ιστορικοί αλλά και η προφορική παράδοση, θα δημιουργούσαν κάτι άλλο. Θα ανέφεραν π.χ. ότι ο Γιώργης κατέκαψε το τούρκικο απόσπασμα μέσα σε ένα σπίτι ή μια παλιά αποθήκη. Εδώ ο Γιώργης χάριν εκδίκησης, φαίνεται μαζί με τους Τούρκους να έκαψε και μια εκκλησία. Πράξη καθαρής βλασφημίας. Και ποτέ ένας ιστορικός όταν θέλει να ανεβάσει έναν ήρωα και έχει την ευχέρεια να δημιουργήσει ένα γεγονός εκ του μη όντος, δεν το κατασκευάζει με τέτοιο τρόπο ώστε να προσδώσει στον πρωταγωνιστή του το στίγμα της βλασφημίας.
Όλα αυτά σημαίνουν πως το γεγονός συνέβη πραγματικά.
Δε γνωρίζουμε σε ποιο σημείο ήταν ανεπτυγμένο το θρησκευτικό συναίσθημα του Γιώργη. Αν τοποθετήσουμε όμως το γεγονός στην εποχή του και στις συνθήκες της επανάστασης του 1821, το θρησκευτικό συναίσθημα των πολεμιστών επαναστατών, είναι πολύ ανεπτυγμένο. Και είναι ανεπτυγμένο, γιατί είναι αναγκαίο. Η υπέρβαση που επιθυμούν οι επαναστάτες Έλληνες είναι τόσο μεγάλη, που μονάχα η πίστη σε μια μεταφυσική πηγή τους τροφοδοτεί με την ανάλογη δύναμη. Θεωρώ δύσκολο δηλαδή Έλληνες που λαμβάνουν δύναμη από τον Θεό, από τους αγίους και τις εκκλησίες τους να βάζουν οι ίδιοι φωτιά σε μια τέτοια εκκλησία, έστω κι αν πρόκειται να κάψουν μέσα της απίστους. Είναι τεράστια η βλασφημία για την εποχή, γιατί στρέφονται χάριν εκδίκησης ενάντια στο θεό τους. Εκτός κι αν θεωρούσαν πως θάνατος απίστων μέσα στον οίκο του θεού, δίνει χαρά στον ίδιο το θεό.
Πώς λοιπόν ο Γιώργης προέβη σε μια τέτοια πράξη εκδίκησης μεν, βλασφημίας δε;
Ο ένας λόγος, το θρησκευτικό του συναίσθημα να μην ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο. Ο δεύτερος , να βρέθηκε προ τετελεσμένων γεγονότων. Να τον ειδοποίησε ο Πετηνάρης πως κρατά τους Τούρκους κλεισμένους μέσα στην εκκλησία. Ο Τσεβάς αναφέρει πως αυτό έγινε 15 μέρες μετά το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου. Που σημαίνει πως ο πόνος του Γιώργη ήταν πρόσφατος. Αν λάβουμε υπόψη και το ότι ο Γιώργης σύμφωνα με τη προφορική παράδοση, ήταν παρορμητικός και ιδιαίτερα επιρρεπής στο συναίσθημα της οργής, τότε είναι αλήθεια, πως δε θα δίσταζε να κάψει τους Τούρκους μέσα στην εκκλησιά, ζητώντας κατά βάθος συγχώρεση από τον Θεό και υποσχόμενος πως κάποτε θα έφτιαχνε ο ίδιος ξανά την εκκλησία, υπόσχεση που δε μπορούμε να γνωρίζουμε εάν τελικά τήρησε.
Ο Βάγιαννης αναφέρει πως ο Γιώργης κράτησε δύο αξιωματικούς και τους αντάλλαξε με 22 χριστιανούς από τις φυλακές της Χαλκίδας. Εδώ ο Γιώργης φαίνεται να ακολουθεί τα βήματα του Θανάση, του οποίου τακτική υπήρξε ενίοτε, να συλλαμβάνει Τούρκους αξιωματούχους και να τους ανταλλάσει για λύτρα, με σκοπό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του αγώνα και των αντρών του. Ένα τέτοιο γεγονός, άσχετο με το παρόν θέμα αλλά πολύ ενδιαφέρον, που αποδεικνύει τη τακτική αυτή του Θανάση Σκουρτανιώτη,είναι και η παρακάτω διήγηση του Τσεβά:

«…Εις Ρετσώνα ενώ ανέμενε (o Κώτσο Βόγκλης) μετά του Σκουρτανιώτου (Θανάση) παρά την οδόν Χαλκίδος, ίνα κτυπήσωσι Τούρκους μεταβαίνοντας εις ενίσχυσιν των εν Χαλκίδι, ανηγγέλθη εις αυτούς ότι έμελλε να διέλθη εκείθεν Τούρκος βέης, όστις είχεν απαγάγει την περικαλλή θυγατέρα του Παπαζαρίφη εκ Παλαιοπαναγιάς. Μετ’ ολίγον εφάνη Τούρκος έχων επί των καπουλίων του ίππου του την κόρην και ακολουθούμενος υπό πολλών ένοπλων ανδρών. Ο Βόγκλης εζήτησε την άδειαν να φονεύση τον Τούρκον βεβαιών ότι ουδένα κίνδυνον θα διατρέξη η κόρη. Εν τοιαύτη περιπτώσει είπεν ο Σκουρτανιώτης συ θα κτυπήσης το άλογο εις το κεφάλι και ημείς το απόσπασμα. Τον Τούρκον θα τον αιχμαλωτίσωμεν, διότι έχομεν ανάγκην από γρόσια. Πυροβολήσας πράγματι πρώτος ο Βόγκλης εφόνευσε τον ίππον, όστις πεσών παρέσυρε το πολύτιμον φορτίον του. Εκ του αποσπάσματος οι μεν εφονεύθησαν κατόπιν, οι δε διεσκορπίσθησαν. Ο Τούρκος ηχμαλωτίσθη και ηλευθερώθη αντί πλούσιων λύτρων, η δε κόρη του Παπαζαρίφη παρεδόθη εις τους γονείς της.»