Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

Το χρονικό του ολοκαυτώματος (I)


Κατά Τσεβά
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΘΗΒΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ


Την μάχην του Μαυροματίου, έγραψα συμφώνως προς τας διηγήσεις του πατρός μου και του οπλαρχηγού Γ. Γκέλη, όστις τα προ της μάχης γεγονότα, έμαθε την ίδιαν νύκτα παρά του αγγελιοφόρου Τάσσου Καβά. Τα δε κατά την διάρκειαν της μάχης και μετ' αυτήν παρά του μικρού Τάσου και του καλογήρου, όστις αφέθη ελεύθερος υπό των Τούρκων πεισθέντων ότι ούτος ήτο όλως ανίκανος προς πόλεμον και ότι ήχθη βιαίως εις την εκκλησίαν υπό των επαναστατών, ίνα μη προδώση τας κινήσεις των εις τους Τούρκους.

Γεώργιος Δ. Τσεβάς




Επειδή η λεηλασία και η δήωσις των δυτικών δήμων της επαρχίας Θηβών και των ανατολικών τοιούτων της Λεβαδείας εξηκολούθει και έτεινε να εξολοθρεύση τας περιφέρειας ταύτας, οι κάτοικοι αυτών επεκαλέσθησαν την συνδρομήν του Σκουρτανιώτου, όστις ήδη είχεν αναγνωρισθή γενικός αρχηγός της Βοιωτίας, αλλ' όστις εισέτι είχε το στρατηγίον του εις τα Δερβενοχώρια, υπεσχέθησαν δε ν 'αναλάβωσι την συντήρησιν και την μισθοδοσίαν των υπ' αυτόν ανδρών. Ο Σκουρτανιώτης δεχθείς την πρόσκλησιν ταύτην ητοιμάζετο ν' αναχωρήσει εκ Δερβενοχωρίων. Πολλοί όμως εκ των κατοίκων τούτων εν οις και ο θείος του ο Παπαδιπλός ηναντιώθησαν εις την απόφασή του ταύτην , τον παρακάλεσαν δε να την αναθεωρήση, διότι η αναχώρησις αυτού θα εξέθετε εις μέγα κίνδυνον τα Δερβενοχώρια, τα οποία οι Τούρκοι της Χαλκίδος θα έσπευδον να καταστρέψωσιν εκδικούμενοι αυτά, δι 'όσα είχον πάθει παρ' αυτών κατά το διάστημα της επαναστάσεως.
Εις μάτην ο Σκουρτανιώτης προσεπάθησε να πείση τον Παπαδιπλόν, ότι δεν θα εγκαταλείψη τα Δερβενοχώρια, αλλά θα μετασταθμεύσει εις γειτονικόν μέρος, ένθα ήλπιζε να πλήξη καιρίως τους Τούρκους, οίτινες θα ήσαν του λοιπού ανίκανοι να βλάψουν τα τε Δερβενοχώρια και την λοιπήν Βοιωτίαν. Επειδή δε ο Παπαδιπλός επέμενεν επισείων τον κίνδυνον της ιδιαιτέρας πατρίδος του, ο Σκουρτανιώτης είπεν, ''ότι θα υπάγη, διότι έχει διαταγάς της κυβερνήσεως και διότι η πατρίς του δεν είναι μόνον τα Δερβενοχώρια αλλ' ολόκληρος η Ελλάς'' Οργισθείς δε επί τούτοις ο Παπαδιπλός κατηράσθη τον Σκουρτανιώτη ειπών: ''Να πας και να μη ξαναγυρίσεις'' Δε παρήλθε δε πολύς χρόνος και ηκούσθη ο τραγικός θάνατος του Σκουρτανιώτου, ον όλοι τότε απέδωκαν εις την κατάραν του Παπαδιπλού.
Ο Σκουρτανιώτης αναχωρήσας εκ Δερβενοχωρίων έφθασε διά Πλαταιών εις Νεοχώριον των Θεσπιών, όπερ εξέλεξεν ως κέντρον ενεργείας. Το Νεοχώριον είχε το πλεονέκτημα να κείται επί των υπωρειών του Ελικώνος και ουχί μακράν του Κιθαιρώνος και του Κορινθιακού κόλπου. Το Νεοχώριον όρισε ως κέντρον συγκεντρώσεως των διαφόρων υπ' αυτόν Θηβαϊκών σωμάτων, τα οποία έδρων από των προθύρων της Χαλκίδος μέχρι Κωπαϊδος και Δομβραίνης, κρατούντα εν αποκλεισμώ το φρούριον του Καραμπαμπά, παρενοχλούντα τους εκ Χαλκίδος εξερχόμενους Τούρκους και προστατεύοντα την χώραν. Ως βλέπωμεν, το υπό του Σκουρτανιώτου σώμα ήτο διηρημένον εις πολλά τμήματα και ένεκα τούτου δεν ηδύνατο ευκόλως να ενωθή και να πλήξη σοβαρώς τον εχθρόν, ουδέ ήτο ευχερής ο επί μακρόν εν τω αυτώ τόπω επισιτισμός ολοκλήρου του σώματος. Παρά τας δυσκολίας ταύτας ο Σκουρτανιώτης από του Νεοχωρίου εσχεδίασε, να προσβάλη τους περιτρέχοντας και λεηλατούντας την Βοιωτίαν Τούρκους μεταξύ Πέτρας και Θεσπιών. Υπολογίσας εύρεν ότι περί τα τέλη του Οκτωβρίου θα ήτο δυνατόν να εύρη τους Τούρκους εις κατάλληλον θέσιν, ίνα προσβάλη και συντρίψει αυτούς. Προς τούτο, πρώτον διέταξε τον πληθυσμόν των μερών τούτων να καταφύγει εις τα όρη, έπειτα ειδοποίησε τους οπλαρχηγούς των διαφόρων σωμάτων Γ. Κουκούλεζαν, Κώτσον Βόγκλη, Γεώργιο Γκέλη, Μήτρον Μπινιάρην, Κόλλιαν, Πετεινάρην, Κουμπίτσαν, Κιόκεν, Αλλέγραν και άλλους να ευρεθώσι την εσπέραν της 27ης εις Παραπούγγια. Και ωσεί προαισθανόμενος το ένδοξον, αλλά θλιβερόν τέλος του ''έχουμε γάμο, έγραφε, και δεν πρέπει να λείψη κανείς, διότι τέτοιο δεν θα ξαναϊδούμε άλλον''

Οδυσσέα Ελύτη ''Ο ύπνος των γεναίων''


Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά
τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.

Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, σ’ ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα ‘φτανε
να πικράνει τον αέρα του Άδη

(Το ‘να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν’ αρπαχτεί απ’ το μέλλον,
τ’ άλλο κάτω απ’ την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι

Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου
αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, κάλυψε
τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, σάλευε κιόλας μες
στο διάστημα.

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται,
μέσα στη μελανάδα τ’ ουρανού

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό
τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το
έρεβος…

Κι απαρχής Κοιλάδες. Όρη, Δέντρα, Ποταμοί

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη και ανα-
στρεμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με θανατωμένο
μέσα τους τον Δήμιο

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Μήτε η ώρα δώδεκα χτυπώντας μες στα έγκατα, μήτε η φωνή του Πόλου
κατακόρυφα πέφτοντας, αναιρούσανε τα βήματά τους.

Διάβαζαν άπληστα τον κόσμο με τα μάτια τ’ ανοιχτά για πάντα, κει
που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, κι όπου με βία κατέβαιναν οι γύπες να ευφρανθούν τον
πηλό των σπλάχνων τους και το αίμα.