Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008

Οι στρατιωτικοπολιτικές συνθήκες πριν τη μάχη του 1825

-του Γ. Μήτρου από το βιβλίο ''Η Αγια-Σωτήρα Μαυροματίου Θηβών και το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στον ομώνυμο ναό''-


Χρονικά βρισκόμαστε στα τέλη του 1825.
Ο Οθωμανικός στρατός του Ευρίπου, πραγματοποιεί συχνές εξορμήσεις μέχρι και τη Λιβαδειά και καταδυναστεύει τους πληθυσμούς της υπαίθρου. Σκορπάει πανικό, λεηλατεί κai δολοφονεί Έλληνες αμάχους. Εκμεταλλεύεται ουσιαστικά, την γενική πολιτική και στρατιωτική αστάθεια που επικρατεί στις τάξεις των Ελλήνων αυτήν τη περίοδο. Οι κάτοικοι της περιοχής, ακολουθώντας πατροπαράδοτες και έξυπνες τακτικές, εγκαταλείπουν τον τόπο, μεταναστεύοντας προσωρινά στην Πελοπόννησο, την Σαλαμίνα, τον Πόρο και αλλού. Μετά το πέρας του κινδύνου επιστρέφουν πάλι σπίτια τους. Και αυτό συμβαίνει συνεχώς και αδιαλείπτως τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.Την ίδια περίοδο, έχει εξελιχθεί σε πραγματική μάστιγα η ληστρική δράση του φρουράρχου της Ακροπόλεως των Αθηνών Ιωάννη Γκούρα, ο οποίος απομυζεί φορολογικά τους τοπικούς πληθυσμούς από την Αττική ως και την Λιβαδειά. Εξολοθρεύοντας τον Ανδρούτσο, παραμένει ο βασικότερος στρατιωτικός διεκδικητής της αρχηγίας της Α χέρσου Ελλάδος, έχοντας προκαταβολικά πάρει το βαθμό του φρουράρχου των Αθηνών από τον Ιούνιο κιόλας του 1824. Μια κίνηση-προϊόν της πολεμικής διπλωματικής βουλιμίας του Κωλέττη με στόχο την αποδυνάμωση της επιρροής που ασκούσε τότε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σε πληθυσμούς και οπλαρχηγούς ολόκληρης της Στερεάς. Ο Γκούρας λοιπόν, κυριαρχεί στην περιοχή και συντελεί, σε συνδυασμό με τους Οθωμανούς, στην ερήμωση του τόπου και στην εξαθλίωση των πληθυσμών (74). Οι κάτοικοι διαμαρτύρονται στην κυβέρνηση μέσω των δημογερόντων τους. Η κυβέρνηση αν και καθυστερημένα αντιδρά(75). Ο μοναδικός οπλαρχηγός που διατηρεί ορισμένο αξιόλογο στράτευμα στην επαρχία Θηβών είναι ο Αθανάσιος Γάτσης η Σκουρτανιώτης (1793-1825), ο οποίος κατάγεται από τα Σκούρτα. Είναι ο μοναδικός διεκδικητής ενός σημαντικού στρατιωτικού αξιώματος στην επαρχία Θηβών. Είναι από τους πρωτοπόρους στην κήρυξη της επανάστασης στην επαρχία Θηβών. Παλιός και στενός σύμμαχος του Ανδρούτσου καλείται να επικρατήσει στην περιοχή, η οποία είναι ρημαγμένη, ερειπωμένη, κατεστραμμένη. Καλείται να κυριαρχήσει στρατιωτικά και κατ' επέκταση πολιτικά. Το πρώτο το πετυχαίνει χωρίς κόπο, γιατί οι περισσότεροι μικρο-οπλαρχηγοί της επαρχίας εξακολουθούν να αναλώνονται στα περιστασιακά οφέλη που τους προσδίδουν τα ερείσματα που διαμορφώνονται (λόγω του εμφυλίου πολέμου) στην Πελοπόννησο (76). Είναι μύθος ασφαλώς η άποψη των ιστορικών του κλασσικού θετικισμού, ότι οι υπόλοιποι μικρο-οπλαρχηγοί της επαρχίας μας θα αναγνώριζαν ως καταλληλότερο τον Σκουρτανιώτη για τη θέση του στρατηγού, διότι ήταν μεγαλόψυχοι. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που οι προαγωγές των στρατιωτικών διαμορφώνονται με βάση τις δημόσιες σχέσεις που έχουν εκείνοι με την κεντρική πολιτική ηγεσία των επαναστατημένων και όχι με βάση την ικανότητά τους να καταλάβουν μια ανάλογη θέση. Οι προαγωγές μοιράζονται αφειδώς προκειμένου να υπάρχει πολιτικός προσεταιρισμός των στρατιωτικών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι από το 1824(77), ο Κολοκοτρώνης μαζί με μια σειρά διαφόρων άλλων στρατιωτικών, ήταν φυλακισμένοι στη Ύδρα και υπόλογοι στην κυβέρνηση Κουντουριώτη, ως προδότες της πατρίδας. Τη θέση τους είχαν καρπωθεί υποδεέστεροι και ανίδεοι με τα στρατιωτικά(78).Μια από τις πιο τραγικές καταλήξεις των δύο εμφυλίων πολέμων στη διάρκεια της Ελληνικής επανάστασης, ήταν η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου τον Ιούνιο του 1825, που συντελέστηκε ύστερα από διαταγή του Ιωάννη Γκούρα. Αποτέλεσμα αυτής της επαίσχυντης πράξης, ήταν να δημιουργηθεί ένα μεγάλο στρατιωτικό κενό στην ευρύτερη περιοχή. Ο οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, κάλυψε το κενό αυτό αφού προάχθηκε στο βαθμό του Αντιστράτηγου με δικαιοδοσία σε ολόκληρη τη Βοιωτία(79). Παρόλο που η κυβέρνηση Κουντουριώτη γνώριζε τις σχέσεις του Ανδρούτσου με τον Σκουρτανιώτη, λόγω της άθλιας κατάστασης στην οποία είχαν περιέλθει οι τοπικοί πληθυσμοί εξαιτίας των Οθωμανών και του Γκούρα, αποφάσισε και διόρισε τον Σκουρτανιώτη, στρατηγό των όπλων(80). Εκείνος έθεσε ως άμεση προταιρεότητα την προσωρινή εκκαθάριση της περιοχής από τον εχθρό, υπό την μορφή παρεμπόδισης με ανταρτοπόλεμο και όχι ασφαλώς μέσω ανοικτής συγκρούσεως. Ο Ομέρ Πασάς του Ευρίπου άλλωστε, που κυριαρχούσε στην περιοχή, ήταν ένας από τους ισχυρότερους στρατιωτικούς ηγέτες της περιόδου και προηγούμενες αψιμαχίες εναντίον του από τους Ανδρούτσο, Μαυροβουνιώτη και Κριεζώτη δεν είχαν φέρει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, το άλλοτε ενιαίο μέτωπο των Ελλήνων απέναντι στους Οθωμανούς είχε βαθιά διαρραγεί από τους δύο εμφυλίους πολέμους και η πατρίδα οικονομικά, στρατιωτικά και ψυχολογικά αιμοραγούσε.Η χώρα, μετά τις συνεχείς αποτυχίες της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον τακτικό στρατό του Ιμπραήμ της Αιγύπτου χρειαζόταν μια βαρύγδουπη νίκη και πολλά χρήματα. Στον οικονομικό τομέα, ήδη από τον Ιούλιο του 1825 ο Σκουρτανιώτης μαζί με την πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία της επαρχίας είχε αποστείλει σχετικό υπόμνημα ζητώντας την Αγγλική βοήθεια για να μπορέσει να καλύψει τις τεράστιες ανάγκες του έθνους(81) . Στο στρατιωτικό τομέα, ο άτακτος στρατός μας, απαιτούσε μια νικηφόρα προσπάθεια απέναντι στον τακτικό στρατό του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι είχε κάνει την αρχή τον Μάιο του 1825 και είχε αποτύχει. Ουσιαστικά είχε δώσει μια μάχη χωρίς αντίκρισμα, αλλά όφειλε να την διεξάγει για να αναπτερώσει το ηθικό των Ελλήνων(82). Η πράξη του Παπαφλέσσα ήταν ένα καλό παράδειγμα για τον Σκουρτανιώτη, ώστε να μην πραγματοποιήσει κάποια ριψοκίνδυνη ενέργεια. Παρόλα αυτά την αποτόλμησε. Ήταν ένα σιωπηρό αίτημα των καιρών και επί του προκειμένου τίποτα περισσότερο. Γενικότερα, πάνω σε αυτή τη βάση κινήθηκαν οι προσπάθειες των οπλαρχηγών το 1825. Βασικός σκοπός τους ήταν η παρεμπόδιση του αντιπάλου και η δημιουργία απωλειών σε αυτόν, η αίσθηση της προσωρινής νίκης και η κατ' επέκταση ψυχολογική ανάταση τόσο των αγωνιστών, όσο και του λαού.