Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Η μάχη στο Ταμπούρι 25 Ιουλίου 1821 (μέρος α)

.


μέρος α'
-ελεύθερη απόδοση-

Ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει καλά ότι ο κίνδυνος δεν έχει περάσει. Ο Κιοσέ Μεχμέτ έχει στρατοπεδεύσει στη Θήβα με τις δυνάμεις του και ο Ομέρ Βρυώνης κατευθύνεται στη Χαλκίδα. Τα μάτια του αετού πάνω από τα Δερβενοχώρια προσέχουν άγρυπνα και ανήσυχα τις ορδές των δύο πασάδων, κάτω στο κάμπο. Η επιστροφή στη Θήβα και ο διαχωρισμός αμέσως μετά, του στρατού των Τούρκων σε δύο μέρη, δείχνει ότι ο άμεσος κίνδυνος για τη Πελοπόννησο έχει περάσει. Ο Ομέρ δεν αποφασίζει να μπει στη Πελοπόννησο, τουλάχιστον για την ώρα. Οι Τούρκοι γνωρίζουν ότι οι επαναστάτες στην Αν. Στερεά δε συνετρίβησαν, απλά διασκορπίστηκαν και έχουν προς το παρόν αποτραβηχτεί στα όρη. Η αντίσταση στη Βοιωτία μπορεί να μη τους νίκησε, αλλά τους προβλημάτισε πολύ. Διαπίστωσαν πολλούς επαναστατικούς θύλακες που δεν εξαφανίστηκαν, απλά αποτραβήχτηκαν προσωρινά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν αποφασίζει να μπει στη Πελοπόννησο. Φοβάται εγκλεισμό. Η επανάσταση προς το παρόν διασώζεται στο Μοριά όπως και η πολιορκία της Τρίπολης.
Στις 14 Ιουλίου ο Ομέρ Βρυώνης φθάνει στα Βρυσάκια όπου υπάρχει σημαντική δύναμη Ελλήνων με τους Θηβαίο Κώτσιο και τον Αγγελή. Προσπαθεί να τους νικήσει, αλλά δεν καταφέρνει να διαλύσει το στράτευμά τους. Θέτει σε πρώτη προτεραιότητα την βοήθεια των Τούρκων που πολιορκούνται στην Ακρόπολη από τους Έλληνες και φεύγει από την Εύβοια, έχοντας υπό την οδηγία του 3000 Αλβανούς. Ο Σκουρτανιώτης βλέποντάς το στράτευμα του Βρυώνη να βγαίνει από τον Εύριπο, θορυβείται. Ειδοποιεί τους Έλληνες που βρίσκονται στην Αθήνα και πολιορκούν την Ακρόπολη, για τον άμεσο κίνδυνο. Ο Χατζη-Μελέτης Βασιλείου σπεύδει και ενώ ο Ομέρ στρατοπεδεύει στη Λιάτανη, τον παρενοχλεί με το απόσπασμά του, που όμως στην επίθεση των υπεράριθμων Τούρκων, διαλύεται στα βουνά. Ο Ομέρ κατευθύνεται στην Αθήνα και στις 20 Ιουλίου στρατοπεδεύει στα Πατήσια. Αλώνει την Αθήνα και λύει την πολιορκία της Ακρόπολης.


Ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει καλά, πως από τη στιγμή που οι Τούρκοι δε μπήκαν στην Πελοπόννησο, τα Δερβενοχώρια κινδυνεύουν. Οι Τούρκοι μένουν στην Αν. Στερεά με σκοπό να διαλύσουν τους επαναστατικούς θύλακες. Ένας από αυτούς και μάλιστα πολύ σημαντικός, είναι τα Δερβενοχώρια. Από τη πρώτη στιγμή προτρέπει τους σκοπούς και τις προφυλακές του, να έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Όλες αυτές τις ημέρες γυρίζει από σκοπιά σε σκοπιά, από προφυλακή σε προφυλακή. Παράλληλα επεξεργάζεται σχέδιο στρατολόγησης. Ενημερώνει όλα τα χωριά του οροπεδίου. Όποιος άντρας μπορεί να κρατήσει όπλο, να είναι έτοιμος εάν χρειαστεί. Με πρόχειρους υπολογισμούς καταλήγει πως μπορεί να συγκεντρώσει σε περίπτωση ανάγκης, δύναμη πυρός 300 όπλων.
Πράγματι στις 25 Ιούλη νωρίς το πρωί, άντρες από τα καραούλια τον ειδοποιούν ότι 500 πεζοί Τούρκοι και ιππείς από τη Θήβα, κατευθύνονται νότιο ανατολικά προς τον Ασωπό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Έρχονται για τα Δερβενοχώρια. Ο Σκουρτανιώτης σημάνει συναγερμό. Εν ριπή οφθαλμού 300 περίπου Δερβενοχωρίτες απ’ όλα τα χωριά του οροπεδίου, τα Σκούρτα, το Δερβενοσάλεσι, το Κακονισχύρι, τα Κρόρα, το Πράσινο, συγκεντρώνονται γύρω από τον αρχηγό σε ορεινό σημείο έξω από το Δερβενοσάλεσι, στο δρόμο που έρχεται από τη Ραμπντόσα, την ευκολότερη δίοδο από τον Ασωπό. Τα Δερβενοχώρια, για πρώτη φορά μετά από αιώνες κινδυνεύουν, αλλά ο αρχηγός είναι ήρεμος και χαμογελαστός. Είχε βιώσει την αναστάτωση που επικρατούσε εδώ όλον αυτό τον καιρό, είχε δει την αγωνία στα πρόσωπα των ντόπιων, των γυναικών, των γέρων, ακόμα και των παιδιών. Ήταν ο κεντρικός αποδέκτης όλης αυτής της ανησυχίας και όχι μόνο. Μερικοί τον θεωρούσαν υπεύθυνο που τα Δερβενοχώρια από τη μια στιγμή στην άλλη, από κει που απολάμβαναν μια ήσυχη και ήρεμη ζωή χωρίς να τους ενοχλεί κανείς, είχαν περάσει σε μια κατάσταση εμπόλεμης αβεβαιότητας. Ναι, είχε ακούσει και τέτοια. Πως δεν είχε καμιά δουλειά να μπλεχτεί και να τους εκθέσει όλους, αφού οι Τούρκοι δε τους ενόχλησαν ποτέ. Όσο λίγες κι αν ήταν αυτές οι φωνές, είχαν όμως ακουστεί, δημιουργώντας του ένα πρόσθετο βάρος, στεναχώρια και ανησυχία. Δε κοιμόταν πια όπως παλιά. Τις νύχτες ξύπναγε μαύρα μεσάνυχτα, λουσμένος στον ιδρώτα. Έβλεπε περίεργα όνειρα και εφιάλτες. Έπαιρνε το άλογο και γυρνούσε τα καραούλια. Δεν είναι και μικρό πράγμα να πέφτει πάνω σου ο πιθανός αφανισμός μιας ολόκληρης περιοχής. Ώρες ώρες το βάρος είναι δυσβάσταχτο. Έτσι έπρεπε όμως να κάνει. Να σηκώσει τη σημαία της επανάστασης. Στο κάτω κάτω, είχε ζυγίσει απ’ την αρχή τα πράγματα. Ήταν σίγουρος όταν ξεσηκώθηκε εναντίον των Τούρκων, πως εξέφραζε τη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Δερβενοχωριτών. Οι ενάντιες φωνές ήταν ελάχιστες και μέσα του ήξερε καλά, πως είχε πράξει το σωστό. Το αποδεικνύουν οι τριακόσιοι άντρες που είναι τώρα συναγμένοι γύρω του.
Ο καπετάνιος ψύχραιμα τους λέει πως δε χρειάζεται να ανησυχούν, γιατί έχουν το πλεονέκτημα. Αν είναι κάποιοι που έχουν πρόβλημα, είναι οι Τούρκοι. Ούτε τη περιοχή γνωρίζουν και ανεβαίνοντας τα βουνά θα βάλλονται από ψηλά και από παντού. Αλλά δε χρειάζεται να πει πολλά σε τέτοιους άντρες και το ξέρει. Αν κυλάει κάτι μέσα στο αίμα τους πάππου προς πάππου, αυτό είναι το μίσος για τον ξένο που θέλει να πατήσει τούτα τα χώματα σα κατακτητής. Οι Δερβενοχωρίτες ήταν μια ανοιχτή αγκαλιά για κάθε κατατρεγμένο του κάμπου που ερχόταν εδώ ζητώντας βοήθεια. Όλοι αυτοί είχαν θέση και τόπο στα Δερβενοχώρια και πολλοί απ’ αυτούς είναι εδώ σήμερα και κρατούν όπλο. Αυτό που δεν άντεχαν όμως οι Δερβενοχωρίτες, ήταν ο κατακτητής.
Ο αρχηγός δίνει τις πρώτες του εξετάσεις σε πολεμικές συνθήκες μπροστά στους συμπατριώτες του. Ήρεμος, χαμογελαστός, χωρίς πολλές κουβέντες όπως πάντα, εμπνέει τους ορεσίβιους που δείχνουν να εμπιστεύονται το νεαρό αρχηγό τους. Δίπλα του ο οπλαρχηγός Γκέλης με τους δικούς του από το Δερβενοσάλεσι. Σκληρός και πολύ ικανός στο σημάδι, σίγουρα θα έχει το πρώτο λόγο σήμερα και το ξέρει. Είναι μια καλή μέρα γι’ αυτόν. Γύρω από τον Σκουρτανιώτη συναγμένα όλα του τ’ αδέρφια, ο Κώτσιος, ο Γιώργης, ο Λουκάς, ο Γάτσης, ο Δημήτρης, ο Μιχάλης. Ο κουνιάδος του ο Βιέννας. Τα πρωτοπαλίκαρά του, ο ανδρείος Δήμος Κουκούλεζας, ο Κουμπίτσας κι οι άλλοι Λιαταναίοι. Πανέτοιμοι όλοι. Το απόσπασμα των 300 ορεσίβιων μπροστά στο νεαρό καπετάνιο, καθισμένο πάνω στα βράχια είναι σιωπηλό. Οι περισσότεροι ασχολούνται με τον οπλισμό τους. Ποτέ δε τους άρεσαν οι πολλές κουβέντες. Ο αρχηγός με τα πρωτοπαλίκαρα, αρχίζουν να συζητούν στα αρβανίτικα για το ποιο σημείο είναι καλύτερα να «τη στήσουν» στους Τούρκους. Ο Γιώργο-Γκέλης κάποια στιγμή, διαφωνεί με έναν τσοπάνο της περιοχής και υψώνει τη φωνή του. Ήταν πάντα ευέξαπτος και ήθελε να περνάει το δικό του. Παρεμβαίνει ο Θανάσης που τους θυμίζει τη κρισιμότητα της κατάστασης. Ο ίδιος μέσα του ήξερε ποιο μέρος έπρεπε να πιάσουν, αν οι Τούρκοι έρχονταν απ’ τη Ραμπντόσα. Είχε καταλήξει εδώ και πολύ καιρό σε αυτό το σημείο, όχι τώρα. Τόσα χρόνια αρχηγός της περιοχής, δούλευε ακόμη και στον ύπνο του τέτοια σχέδια σε περίπτωση επιδρομών, από τους δρόμους που πιθανόν να ερχόταν ο εχθρός. Για το δρόμο της Ραμπντόσας είχε επιλέξει ένα σημείο πιο κάτω, ο δρόμος βάθαινε ανάμεσα σε δύο ράχες γεμάτες μεγάλα πουρνάρια. Θα έπιαναν τις δύο ράχες αντικριστά, θα τους άφηναν να περάσουν και θα τους βαρούσαν από δυο μεριές. Όμως δε βρίσκονταν εδώ για να μαλώσουν μεταξύ τους και με τον τρόπο του, επιπλήττει τον Γιώργο Γκέλη και τον τσοπάνο της περιοχής. Δε προλαβαίνει να αποσώσει το λόγο του όμως και βλέπουν νάρχεται τρεχάτος ο Στάμου ο Κολιός φωνάζοντας. Ήταν αγγελιοφόρος από το καραούλι του Νίκο Μπήλιου δυτικά. Πηδάει σαν αγριοκάτσικο στα βράχια και φτάνει λαχανιασμένος ανάμεσά τους.
«Είναι καμιά πεντακοσαριά καπετάνιο και κόψαν στη γέφυρα του Μητροπολίτη! Μείναν καμιά πενηνταριά εκεί με τ’ άλογα. Οι άλλοι πήραν το δρόμο για τη Γκούρεζα!»
Από κει θ’ ανέβουν λοιπόν. Όχι απ’ τη Ραμπντόσα. Ήθελαν να τους πιάσουν στον ύπνο. Να τους πάρουν τη πλάτη. Κανείς δε περίμενε να έρθουν απ’ τη Γκούρεζα. Είναι βράχια απόκρημνα κι η ανάβαση γι’ αυτούς δύσκολη, αλλά την επέλεξαν μονάχα για αιφνιδιασμό. Αν έβγαιναν στο οροπέδιο από κει, τα πράγματα θα ήταν δύσκολα.
«Από Γκούρεζα; Εκεί κατρακυλάνε ακόμα κι οι χελώνες! Ουχού κονιάρηδες, θα σας φάει ο λύκος!» λέει δυνατά ο Κοτζάνης ο Σπύρος από τη Λιάτανη και τα παλικάρια ξεσπάνε σε γέλια.
«Από Γκούρεζα ε; Τόσο το καλύτερο!» λέει σα να μονολογεί ο Σκουρτανιώτης και προσθέτει δυνατά «Βέμι, σκέμι κοχ! (Πάμε, δεν έχουμε ώρα)»
Οι σκληροτράχηλοι ορεσίβιοι σηκώνονται και κατά ομάδες η μια πίσω από την άλλη, ακολουθούν τον αρχηγό, προχωρώντας για τον αυχένα που βγαίνει ο δρόμος της Γκούρεζας. Σιωπηλοί. Κανένας δε θα πίστευε αν έβλεπε 300 άντρες να περπατούν όλοι μαζί, πως θα μπορούσαν να κάνουν τόση ησυχία. Μα οπλισμός τους, όχι και ό, τι καλύτερο. Αν εξαιρέσεις τα εκατό περίπου όπλα του αποσπάσματος, τα υπόλοιπα ήταν ένα κράμα από κυνηγετικά και αυτοσχέδια. Ο Δήμος ο Κουκούλεζας βλέποντας ένα δεκαεφτάχρονο λιανό τσοπανόπουλο από τα Κρόρα να βαδίζει δίπλα του γεμάτο περηφάνια, κρατώντας ένα γκρα φτιαγμένο από σωλήνα, ο Θεός να το έκανε όπλο, του λέει:
«Αϊ μωρέ Γιαννάκη! Σκότωσε σήμερα Τουρκαλάδες να τους πάρεις τις μπιστόλες με τα ντουφέκια!»
Εκείνος σα να ψήλωσε μισό μέτρο.
«Θα τους γαμήσω το κέρατο καπετάν Δήμο!» απαντά, κάνοντας όσους ήταν κοντά να ξεσπάσουν σε γέλια.
Σε είκοσι περίπου λεπτά διακρίνουν τον Νίκο Μπήλιο. Φτάνουν κοντά του.
«Έχουν αρχίσει ν’ ανεβαίνουν» λέει στον Σκουρτανιώτη.
Εκείνος εξετάζει το μέρος. Από πίσω του συγκεντρώνονται σιγά σιγά όλες οι ομάδες των πολεμιστών. Σε λίγο φωνάζει το Γκέλη και τα πρωτοπαλίκαρα κοντά του.
«Θάρθουν από τη χαράδρα, το ρέμα και τις πλαγιές. Δε μπορούν απ’ αλλού. Θα κάνουμε ταμπούρια εδώ ψηλά στη ράχη»
Απευθύνεται στον Γκέλη.
«Καλύτερα να πιάσεις στη δεξιά μεριά. Να έχεις τον ήλιο από πίσω. Τράβα τους δικούς σου στην άκρη και χαμηλά. Θάρθει μαζί σου κι ο Γιώργης με τον Μιχάλη, ανάμεσα σε σένα και το ταμπούρι. Ο Κουκούλεζας, ο Βιέννας κι ο Κουμπίτσας αριστερά. Εγώ με τους υπόλοιπους στα ταμπούρια. Θα τους βάλουμε στη μέση. Ρίχνω πρώτος. Τ’ μος σιοχ χουντ! (μη δω να φαίνεται μύτη)»
Κούνησαν όλοι καταφατικά το κεφάλι και άρχισαν να κινούνται προσεκτικά για τις θέσεις τους. Οι εκατό άντρες που έμειναν με τον αρχηγό, γρήγορα κι αθόρυβα άρχισαν να μαζεύουν πέτρες και να δημιουργούν κάθε τόσο, σωρούς από δαύτες για να κρύβονται πίσω τους. Ο αρχηγός με το σχέδιό του ήθελε να δημιουργήσει ένα ημικύκλιο στον αυχένα γύρω από τους Τούρκους και να τους αφήσει να χωθούν μέσα του. Και μετά να βαρούσαν από τρεις πλευρές. Από τη στιγμή που απέτυχε ο αιφνιδιασμός τους, όλα φαίνονταν εύκολα. Αυτό που δεν άρεσε στο Σκουρτανιώτη, ήταν ότι στο ρέμα σε μερικά σημεία, τα πουρνάρια ήταν αρκετά μεγάλα. Οι Τούρκοι θα μπορούσαν να καλυφθούν και να μη φαίνονται καλά από κει. Αλλά δε μπορούσε να τους αλλάξει το δρόμο.


Ο Κιοσέ Μεχμέτ μένοντας στη Θήβα, έθεσε πρώτη προτεραιότητα τη κατάκτηση των Δερβενοχωρίων, όχι μόνο επειδή το απόσπασμα του Σκουρτανιώτη, που μέχρι τότε ήταν τοποτηρητής της ειρήνης και της νομιμότητας στη περιοχή, σήκωσε επαναστατικό μπαϊράκι, αλλά και επειδή οι πληροφορίες που έφταναν σ’ αυτούς τόνιζαν, πως πολλοί επαναστάτες του κάμπου έβρισκαν άσυλο εκεί, με αποτέλεσμα ο επαναστατικός θύλακας των Δερβενοχωρίων να αυξάνει επικίνδυνα, ώστε να θέτει σε διαρκή κίνδυνο τις εφοδιοπομπές και τις επικοινωνίες τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Κιοσέ Μεχμέτ, απέστειλε 500 Τούρκους με αρχηγό των Κιαμήλ μπέη, να σβήσουν την επανάσταση στα Δερβενοχώρια.
Δε γνωρίζουμε την ακριβή ώρα της μάχης. Ο Τσεβάς που έχει καταγράψει το γεγονός δεν το αναλύει διεξοδικά. Διασώζει όμως την ημερομηνία, τον αριθμό των αντιμαχομένων, το τόπο και τον αριθμό των νεκρών από τις δύο πλευρές. Γι’ αυτό, για να έχουμε έστω και σήμερα μια πιο διεξοδική απόδοση της μάχης, ήμαστε υποχρεωμένοι να αυτοσχεδιάσουμε, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στα Δερβενοχώρια εκείνη της εποχή. Εμείς απλά θα διανθίσουμε το ιστορικό στέλεχος που μας άφησε ο Τσεβάς σχετικά με τη μάχη στο ταμπούρι.

Από υποθέσεις λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως οι Τούρκοι ξεκίνησαν από τη Θήβα τα χαράματα της 25ης Ιουλίου 1821 τόσο νωρίς, ώστε στις επτά το πρωί να βρίσκονται ήδη στον Ασωπό και στη γέφυρα του Μητροπολίτη. Ένα δεύτερο ενδεχόμενο είναι να ξεκίνησαν από τη προηγούμενη το απόγευμα, να διανυκτέρευσαν στον Ασωπό και τα χαράματα της 25ης να άρχισαν την άνοδο στη Γκούρεζα. Ένα ερώτημα που μπορεί επίσης να τεθεί είναι γιατί δεν επέλεξαν να ανέβουν τη νύχτα στη Γκούρεζα, ώστε το πρωί να ξημερώσουν στο οροπέδιο και να αιφνιδιάσουν για τα καλά τους Δερβενοχωρίτες. Η επιλογή όμως της ανάβασης στα Δερβενοχώρια από τη Γκούρεζα, που μπορεί να θεωρηθεί τόλμημα ακόμα και την ημέρα, τη νύχτα μπορεί να θεωρηθεί καθαρή αυτοκτονία, γι’ αυτό οι Τούρκοι δεν αποτόλμησαν ποτέ κάτι τέτοιο. Από την άλλη, ο πιο εύκολος δρόμος ανάβασης από τη Ραμπντόσα, πιθανόν έχει αποκλειστεί εξ’ αρχής από εκείνους, γιατί σίγουρα θεώρησαν πως σε καμιά περίπτωση δε θα ήταν τόσο αφελείς οι Δερβενοχωρίτες, ώστε να αφήσουν μια τέτοια οδό αφύλακτη. Η ουσία πάντως είναι πως ο Κιαμήλ μπέης, αποφάσισε να αιφνιδιάσει τους Δερβενοχωρίτες ακολουθώντας την δύσκολη μεν αλλά μη αναμενόμενη οδό της Γκούρεζας το πρωί της 25ης Ιουλίου 1821. Ο αιφνιδιασμός όπως είδαμε απέτυχε και οι 500 Τούρκοι ανηφόριζαν πια ανυποψίαστοι προς το στόμα του λύκου.
Θέλω επίσης να προσθέσω ακόμη κάτι εδώ. Επέλεξα να αναλύσω τη στρατηγική της άμυνας στον αυχένα με τη μέθοδο του ταμπουριού, μόνο και μόνο από το όνομα που έχει ακόμη και σήμερα αυτή η περιοχή. Γιατί είμαι σχεδόν βέβαιος, πως η περιοχή «Ταμπούρι» δεν ονομαζόταν έτσι πριν, μα πήρε το όνομά της από εκείνη τη μάχη και έπειτα και εξ’ αιτίας του ταμπουριού ή των ταμπουριών που έστησε ο Σκουρτανιώτης με τους άντρες του σε ημικύκλιο για να αποκρούσουν τους Τούρκους. Το περιβόητο ταμπούρι λοιπόν, ίσως έμεινε εκεί πολλά χρόνια μετά την επανάσταση, δίνοντας από τότε το όνομά του και χαρακτηρίζοντας για πάντα τη περιοχή. Πρόκειται δηλαδή για την εξαιρετική εκείνη περίπτωση, που ένα τοπωνύμιο συμπληρώνει τα κενά του ιστορικού και μας βοηθά να κατανοήσουμε ακόμη και τον τρόπο μιας μάχης.



Σε λιγότερο από μία ώρα από τη στιγμή που ο Σκουρτανιώτης έφτασε με τους 300 στο σημείο της μάχης, περί την ενάτη πρωινή, όλα ήταν έτοιμα για την υποδοχή των Τούρκων στον αυχένα του δρόμου της Γκούρεζας. Οι σωροί με τα ταμπούρια ύψους περίπου ενός μέτρου, ήταν έτοιμα Από τις δυο του άκρες δεξιά κι αριστερά κερδίζοντας βάθος στις πλαγιές, είχαν ακροβολιστεί εκμεταλλευόμενοι τα βράχια και τα πουρνάρια, οι πολεμιστές, όπως τους είχε κατανείμει ο Θανάσης. Από κει που βρισκόταν ο 28άχρονος καπετάνιος, προσπαθούσε να ελέγξει την κάλυψη των πολεμιστών του σε όλο το τόξο της γραμμής και έμεινε ευχαριστημένος. Οι Δερβενοχωρίτες είχαν γίνει ένα με το βουνό. Η εμπειρία ακόμη και των μη πολεμιστών σε αυτά τα μέρη από τότε που γεννήθηκαν, τους είχε κάνει να αναπτύξουν μια αξιοθαύμαστη ικανότητα στη κάλυψη. Ήξεραν από τη φύση τους να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται το τόπο προς όφελός τους. Και τώρα είχαν γίνει όπως ακριβώς ήθελε ο Σκουρτανιώτης. Χαμαιλέοντες. Οι Τούρκοι έπρεπε να χωθούν όσο το δυνατόν βαθύτερα στη παγίδα. Ο Θανάσης ήξερε, πως δε υπήρχε θέμα νίκης των Τούρκων εδώ. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν η πρόκληση μεγαλύτερης ζημιάς στον εχθρό και όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες για τους ίδιους. Ήξερε καλά, πως ο θάνατος και ενός μονάχα Δερβενοχωρίτη, θα χρεωνόταν στον ίδιο και στην απόφασή του να σηκώσει τη σημαία της επανάστασης.

(συνεχίζεται)