Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Η μάχη στο Ταμπούρι (μέρος β')




-μέρος β-


Ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει για τα καλά στον ουρανό το καλοκαιριάτικο εκείνο πρωινό του Ιούλη, όταν η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων φάνηκε να ανεβαίνει από το δρόμο της Γκούρεζας. Ο καπετάνιος, καλά κρυμμένος στη μέση περίπου των κεντρικών ταμπουριών, παρακολουθούσε την ανάβασή τους μέσα από ένα κενό που άφηναν οι πέτρες μπροστά του. Είχε δώσει ρητή εντολή προς όλους, να μη βιαστεί κανείς, μα να περιμένουν να ρίξει αυτός το πρώτο βόλι. Οι Δερβενοχωρίτες κρατούσαν την ανάσα τους όσο οι Τούρκοι προχωρούσαν και εισχωρούσαν όλο και περισσότερο στη στημένη παγίδα.
Εκατό όμως μέτρα πριν φτάσουν στα ψηλότερα ταμπούρια οι Τούρκοι σταμάτησαν. Η εμπροσθοφυλακή τους ακροβολίστηκε και μια κινητικότητα πρόδιδε κάποιες διαβουλεύσεις. Το μυαλό του νεαρού καπετάνιου άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Οι Τούρκοι είχαν δει τους σωρούς των ταμπουριών ή τουλάχιστον μερικούς απ’ αυτούς και τους υποπτεύονταν. Το είχε σκεφτεί από την αρχή πως πιθανόν τα ταμπούρια να γίνονταν ορατά από τον εχθρό, αποφάσισε όμως να τα δημιουργήσει επειδή πίστευε πως χωρίς αυτά, οι απώλειες για τους Δερβενοχωρίτες ίσως ήταν μεγάλες. Πάντως οι Τούρκοι βρίσκονταν ήδη μέσα στη παγίδα που τους είχε στήσει. Και τώρα να άρχιζε η επίθεση των Δερβενοχωριτών, η νίκη θεωρούνταν δεδομένη. Τουλάχιστον τριακόσιοι Τούρκοι βρίσκονταν μέσα στη παγίδα. Οι υπόλοιποι βρίσκονταν χαμηλότερα, μακριά από τα βεληνεκές των όπλων των Ελλήνων. Ο καπετάνιος αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα, αναμένοντας τις κινήσεις του εχθρού.
Πράγματι μετά από πέντε λεπτά, μια μικρή ομάδα είκοσι περίπου Τούρκων συνέχισε να ανεβαίνει προσεκτικά προς τα ψηλότερα ταμπούρια. Η ομάδα είχε επωμισθεί την ευθύνη του ελέγχου τους. Αν ήταν όλα καθαρά, θα ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι. Ο Σκουρτανιώτης τους άφησε να πλησιάσουν στα εξήντα, στα πενήντα, στα σαράντα, στα τριάντα μέτρα. Τότε σηκώθηκε βγάζοντας μια κραυγή σημάδεψε και πυροβόλησε στο ψαχνό.
«Μπιέριιιιιιι….» (Βαράτε)
Μεμιάς τα όπλα των Δερβενοχωριτών βρόντησαν και άστραψαν στο βουνό. Οι είκοσι Τούρκοι που βρίσκονταν μπροστά, έπεσαν ακαριαία νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Οι πτέρυγες του Σκουρτανιώτη άρχισαν να χτυπούν τους τριακόσιους Τούρκους που βρίσκονταν χαμηλότερα, που έτσι κι αλλιώς βρίσκονταν στο βεληνεκές των όπλων τους. Οι πυροβολισμοί συνοδεύονταν από αλαλαγμούς, ουρλιαχτά και βρισιές, πρακτική που κύριο στόχο είχε την πτώση του ηθικού του εχθρού. Οι Τούρκοι κεραυνοβολημένοι από τη ξαφνική επίθεση, προσπάθησαν να αντιδράσουν. Ακροβολίστηκαν στα κοντινότερα βράχια και επιχείρησαν να απαντήσουν στην επίθεση. Σε βοήθειά τους άρχισαν να έρχονται και οι 200 που βρίσκονταν χαμηλότερα. Μα βρίσκονταν ήδη σε μειονεκτική θέση. Κυκλωμένοι από τους Δερβενοχωρίτες και χαμηλότερα απ’ αυτούς, δεν είχαν πολλά περιθώρια αντίδρασης. Ήδη οι πρώτοι Δερβενοχωρίτες που δεν είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή όπλα, αναθάρρησαν και πλησίασαν τους πρώτους είκοσι νεκρούς Τούρκους που είχαν πέσει με τις πρώτες ομοβροντίες των Ελλήνων, για να τους πάρουν τον οπλισμό. Τα είκοσι παραπάνω όπλα στράφηκαν πια ενάντια στους Τούρκους και έδωσαν ένα παραπάνω πλεονέκτημα στους Δερβενοχωρίτες.
Οι εκατό περίπου πολεμιστές που βρίσκονταν με τον Σκουρτανιώτη στα ψηλά ταμπούρια, χτυπούσαν από περίοπτη θέση τον εχθρό, προκαλώντας του αρκετές απώλειες.
Ο Γιώργος Γκέλης, άντρας με αδρά χαρακτηριστικά και νευρώδης, ικανότατος πολεμιστής, ήξερε από το πρωί πως είχε ξημερώσει μια καλή μέρα γι’ αυτόν. Ήταν πολύ γρήγορος στα όπλα και ίσως ο καλύτερος Δερβενοχωρίτης στο σημάδι. Σκληρός άνθρωπος. Επιπλέον μισούσε θανάσιμα τους Τούρκους. Από τη στιγμή που ο Σκουρτανιώτης έδωσε το σύνθημα της επίθεσης μέθυσε. Είχε εκπαιδεύσει εδώ και καιρό έναν δεκαεφτάχρονο ανιψιό του να του γεμίζει τα όπλα. Πράγματι ο μικρός είχε γίνει ξεφτέρι. Δούλευαν με τρία ντουφέκια που τα δύο έπρεπε να είναι συνεχώς γεμάτα. Ο Γκέλης μπορούσε να σημαδέψει σταρήθρα στα εκατό μέτρα. Πόσο μάλλον Τούρκους που προσπαθούσαν να κρυφτούν στα βράχια και μάλιστα βρίσκονταν χαμηλότερα από κείνον. Η υπόθεση ήταν παιχνιδάκι για το Γιώργο Γκέλη που μετρούσε κιόλας τους Τούρκους που έπεφταν απ’ τα βόλια του.
«Στιατ Μήτς!!» (Εφτά Μήτσο!!) έλεγε στον ανιψιό του αναμμένος και άπλωνε το χέρι να του δώσει το άδειο όπλο που κάπνιζε ακόμα.
Μπροστά στη λύσσα και στο στρατηγικό πλεονέκτημα των Δερβενοχωριτών, οι Τούρκοι άρχισαν σιγά σιγά να υποχωρούν. Τακτικά στην αρχή. Ο Γιωργο Γκέλης το κατάλαβε και ως ένας από τους τρεις αρχηγούς της δεξιάς πτέρυγας έδωσε το σύνθημα να βγουν οι Έλληνες από τα ταμπούρια και τις κρυψώνες τους ώστε να ακολουθούν τους Τούρκους στη κατάβαση για να τους έχουν συνεχώς παγιδευμένους στο κλοιό τους. Το ίδιο έκανε κι ο Βιέννας με τον Κουκούλεζα από την άλλη πλευρά. Όσοι δεν είχαν ακόμη όπλα, πετούσαν πέτρες στους Τούρκους και καραδοκούσαν τη στιγμή να πλησιάσουν τους πρώτους νεκρούς και τραυματίες για να τους λαφυραγωγήσουν.
Ο Σκουρτανιώτης που ήταν ψηλότερα, όταν είδε πως οι Τούρκοι υποχωρώντας έβγαιναν απ’ το βεληνεκές των όπλων των αντρών που είχε υπό την άμεση οδηγία του, έδωσε το σύνθημα της επίθεσης. Μεμιάς εκατό πολεμιστές ξεχύθηκαν με φωνές και αλαλαγμούς πάνω στους Τούρκους. Η επίθεση αυτή τους φόβισε τόσο πολύ, που παράτησαν τις θέσεις και τη στρατηγική της τακτικής υποχώρησης και άρχισαν να κατηφορίζουν άτακτα το βουνό, αφήνοντας ξοπίσω τους νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι Δερβενοχωρίτες στο κατόπι τους, χτυπούσαν αλύπητα. Οι μη έχοντες μέχρι εκείνη τη στιγμή όπλα λαφυραγωγούσαν τους πεσμένους Τούρκους που έβρισκαν μπροστά τους, ανεβάζοντας τον αριθμό των Δερβενοχωρίτικων όπλων.
Ο Σκουρτανιώτης κατεβαίνοντας έγινε μάρτυρας μιας σκηνής, που του έθεσε ένα πρόβλημα που ήθελε άμεση λύση. Σαράντα περίπου μέτρα πιο κάτω, ένας εικοσάχρονος Δερβενοχωρίτης που μέχρι εκείνη τη στιγμή δε κρατούσε όπλο, λαφυραγωγούσε έναν Τούρκο τραυματία. Ο Τούρκος, ελαφρά τραυματισμένος, είχε πέσει στα γόνατα και παρακαλούσε τον εικοσάχρονο να του χαρίσει τη ζωή. Πριν προλάβει όμως να επέμβει ο Σκουρτανιώτης, είδε τον εικοσάχρονο να σημαδεύει τον Τούρκο και να του ρίχνει με το ίδιο του το όπλο. Είδε κιόλας το αίμα να εκτινάζεται απ’ το κεφάλι του. Κατάλαβε ότι έπρεπε να πάρει αμέσως μια απόφαση σχετικά με τους τραυματίες Τούρκους που θα έβρισκαν στο δρόμο τους. Τι έπρεπε να τους κάνει; Να τους περιμαζέψει ή να αφήσει τους άντρες του να τους σκοτώσουν; Δεν άργησε ν’ αποφασίσει. Φώναξε τον αδερφό του Κώτσιο και του έδωσε εντολή να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους αρχηγούς να μη σκοτώνουν τους τραυματίες, αλλά να τους μαζέψουν και να δούνε αργότερα τι θα κάνουν μ’ αυτούς. Πίστευε ότι μερικοί Τούρκοι αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους ίσως και αξιωματικοί, να ήταν στα χέρια του χρήσιμοι και ένα γερό διαπραγματευτικό χαρτί. Ο Κώτσιος έφυγε με σκοπό να ειδοποιήσει τις πτέρυγες.

Οι Δερβενοχωρίτες κυνήγησαν μέχρι χαμηλά τους Τούρκους. Ιδιαίτερα αυτοί που είχαν πάρει καινούριο οπλισμό απ’ τους νεκρούς. Διψασμένοι για μάχη, ήθελαν να δοκιμάσουν τα όπλα τους και κυνήγησαν τον εχθρό μέχρι τους πρόποδες. Κάποιοι πιο τολμηροί βγήκαν και στο κάμπο προς τη γέφυρα του Μητροπολίτη, αλλά εκεί μικρή δύναμη ιππικού που περίμενε, τους απώθησε, υποστηρίζοντας την υποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι αναχώρησαν αμέσως προς τη Θήβα.
Ο Σκουρτανιώτης ακολούθησε τους τολμηρούς άντρες του μέχρι τους πρόποδες για να σιγουρευτεί για τη φυγή των Τούρκων και τη περιφανή νίκη των Ελλήνων. Κόντευε μεσημέρι και η ζέστη ήταν αφόρητη όταν βλέποντας τους Τούρκους να ανοίγονται στο κάμπο προς τη Θήβα, κάθισε κάτω από ένα πουρνάρι να ξαποστάσει. Γύρω του μαζεύονταν χαρούμενοι άντρες, καμαρώνοντας, άλλοι για τη νίκη και άλλοι για τον φρέσκο οπλισμό που είχαν πάρει από τους Τούρκους. Ο νεαρός καπετάνιος, αφού κάθισε λίγο μαζί τους και αφού όρισε προφυλακή στους πρόποδες, έπιασε να ανεβαίνει ξανά τη Γκούρεζα. Στο δρόμο συναντούσε άντρες που σκύλευαν τους νεκρούς. Έπαιρναν από πάνω τους σχεδόν τα πάντα. Ρούχα, λεφτά, χαρτιά. Τους παρατούσαν σχεδόν ολόγυμνους. Μέχρι να φτάσει ψηλά ο Σκουρτανιώτης, μέτρησε αθόρυβα από μέσα του 78 πτώματα Τούρκων και πέντε Δερβενοχωριτών. Φτάνοντας ψηλότερα ζήτησε να μάθει που έχουν τους αιχμαλώτους. Ρώτησε το Βιέννα, μα εκείνος δεν απάντησε. Στράφηκε στο Κώτσιο.
«Τους σκότωσε ο Γκέλης» απάντησε αυτός συνοφρυωμένος.
Ο Θανάσης εξοργίστηκε.
«Πού είναι;» ούρλιαξε και ακολούθησε τη πορεία που του έδειξε ο Κώτσιος με το χέρι του. Έφτασε σ’ ένα πλάτωμα κάτω από ψηλά κάθετα βράχια. Καμιά δεκαπενταριά Τούρκοι βρίσκονταν νεκροί σε ένα σωρό. Ο Γιώργο Γκέλης λίγο πιο πέρα καθάριζε τα όπλα του. Ο Σκουρτανιώτης ρίχτηκε πάνω του οργισμένος όσο ποτέ.
«Δεν άκουσες τη διαταγή για τους αιχμαλώτους;»
«Δεν άκουσα τίποτα!» απάντησε συνοφρυωμένος εκείνος.
Ο Θανάσης φώναξε το Κώτσιο που ακολουθούσε.
«Τον ειδοποίησες;»
«Φώναξα αλλά δε ξέρω αν άκουσε. Όταν έφτασα εδώ, τους είχε σκοτώσει»
«Τι τους ήθελες;» απάντησε ο Γιώργο Γκέλης «ζωντανούς θα τους ξανάβρισκες μπροστά σου»
Ο Θανάσης πλησίασε τον Γκέλη απειλητικά. Τόσο απειλητικά που οι άντρες γύρω τους φοβήθηκαν καυγά και πλησίασαν να τους χωρίσουν.
«Ου γιαμ καπεταν κουτού. Ου μπν κουμάντο! Ε γκέγκε;» (Εγώ είμαι καπετάνιος εδώ. Εγώ κάνω κουμάντο. Τ’ άκουσες;)
Ο Γκέλης κοίταξε το νεαρό καπετάνιο για λίγα δευτερόλεπτα κατάματα και χωρίς να μιλήσει έκανε νόημα στους δικούς του απ’ το Δερβενοσάλεσι να φύγουν.
Ήταν η πρώτη ρήξη του Σκουρτανιώτη με το Γιώργο Γκέλη. Θα ακολουθούσαν κι άλλες μέχρι οι δύο άντρες να χώριζαν τελικά τα τσανάκια τους.
Ο Σκουρτανιώτης πρόσταξε να μαζέψουν τους νεκρούς Δερβενοχωρίτες και να του αναφέρουν ακριβή αριθμό των νεκρών Τούρκων.
Σε μισή ώρα δέκα πτώματα Δερβενοχωριτών ήταν απλωμένα μπροστά του. Τα πρόσωπά τους ωχρά, παγωμένα, ακίνητα. Τα μάτια τους γυάλινα. Όλοι σχεδόν, νέοι. Ο μεγαλύτερος απ' αυτούς, πενηντάρης.
Ο Σκουρτανιώτης διέταξε να τους ανεβάσουν στα χωριά.
Κάποια στιγμή τον πλησίασε ο Κουκούλεζας.
«Τι θα κάνουμε με τα πτώματα των Τούρκων;»
«Θα τ’ αφήσουμε όπως είναι» απάντησε ο Θανάσης.
Ο Κουκούλεζας κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του.
«Μάνα τους γέννησε κι αυτούς…»
Ο Θανάσης πειράχτηκε. Έπιασε από το μπράτσο το πρωτοπαλίκαρό του και τον τράβηξε κάπως παράμερα.
«Το ξέρω Δήμο! Το ξέρω ότι τους γέννησε μάνα! Μα έχουμε πόλεμο. Πρέπει να μυρίσει η περιοχή. Να φοβηθούν. Για παραδειγματισμό. Να μη ξανάρθουν. Έχουμε ευθύνη για τις γυναίκες και τα παιδιά που είναι πάνω. Εξ’ άλλου έχουν τελειώσει πια αυτοί, δε θα καταλάβουν τίποτα, ακόμη κι αν τους φάνε τα τσακάλια»
Γύρισε προς τους άλλους.
«Αφήστε τους έτσι!» είπε αυστηρά και κίνησε προς τα πάνω.
Ήξερε καλά πια, πως ο καιρός της αθωότητας είχε περάσει. Τα χέρια του είχαν βαφτεί με αίμα. Εχθρών και φίλων.
Το ένιωσε καλύτερα την επόμενη μέρα, όταν με τη κουστωδία των παλικαριών του επισκεπτόταν ένα ένα τα σπίτια των νεκρών στα διάφορα χωριά για να αποτιμήσει φόρο τιμής. Διαπίστωσε πως επικρατούσε ανησυχία. Η νίκη ήταν πικρή. Και έγινε πικρότερη όταν επισκέφθηκε ένα νεκρό εικοσάχρονο παλικάρι από τα Κρόρα. Ο κόσμος ήταν μαζεμένος έξω από το σπίτι του και όλοι σηκώθηκαν όταν είδαν τη κουστωδία των πολεμιστών. Πέρασε πρώτος μέσα και ασπάσθηκε στο μέτωπο τον νεκρό. Μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή άκουσε έναν ψίθυρο από τη μαυροφορεμένη μάνα που του τρύπησε τη καρδιά.
«Άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι δοξάζονται»
Γύρισε για μια στιγμή και τη κοίταξε. Τα μάτια της τον διαπέρασαν σα το χειρότερο βόλι.
Με κόπο κατάφερε να επισκεφθεί τους άλλους τρεις νεκρούς στο Δερβενοσάλεσι και να συλληπηθεί την οικογένειά τους. Με ανακούφιση ασπάστηκε το τελευταίο νεκρό της μάχης, τον Μελέτη Τσεβά.
Στο τέλος καβάλησε το άλογό του και είπε στους υπόλοιπους να φύγουν μόνοι. Κάλπασε και σταμάτησε στο πρώτο ερημικό ξωκλήσι που βρήκε μπροστά του. Μπήκε μέσα και μόνο εκεί ένιωσε πως μπορούσε να αναπνεύσει. Πλησίασε την εικόνα της Παναγίας και λύθηκε μπροστά της.
«Παναγιά μου βόηθα με…»
Απ’ το ξωκλήσι βγήκε το σούρουπο. Καβάλησε το άλογο και κάλπασε πιο ήρεμος για τα Σκούρτα. Τόσες ώρες μαζί, η Παναγιά τον βόηθησε ν’ αποδεχθεί τον ρόλο του. Οι καιροί τον ήθελαν σκληρό κι έτσι έπρεπε να γίνει. Ατσάλι.



Η σημασία της μάχης του Ταμπουριού ήταν μεγάλη και για τη περιοχή και για τον ίδιο τον Σκουρτανιώτη. Ήταν η μάχη, που έθεσε ουσιαστικά τον καπετάνιο και τα Δερβενοχώρια εκτός νομιμότητας. Μετά από αυτήν, δεν υπήρχε γυρισμός, παρά μονάχα η σκληρή προοπτική του ολοζώντανου τότε συνθήματος «ελευθερία ή θάνατος». Αυτή η μάχη επίσης κατέδειξε, τη κοινή μοίρα του Σκουρτανιώτη και των Δερβενοχωρίων. Διότι δε χαρακτηρίστηκε μόνον ο Σκουρτανιώτης εχθρός στα μάτια των Τούρκων, αλλά γενικότερα τα Δερβενοχώρια που ο αρχηγός θα έπρεπε να προστατεύει σα τα μάτια του από δω και μπρος. Το βάρος της ευθύνης ήταν τεράστιο για τον εικοσιοχτάχρονο καπετάνιο. Τα Δερβενοχώρια, ήταν από τις ελάχιστες περιοχές στην επαναστατημένη τότε Ελλάδα, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «επαναστατική» συμπαρασύροντας σε αυτόν τον χαρακτηρισμό όλον τον πληθυσμό. Μάχιμο και άμαχο. Τα Δερβενοχώρια ήταν σα το Σούλι. Δεν ήταν ένα ανοιχτό και εύκολα προσβάσιμο πεδίο, που διάφοροι καπετάνιοι θα περνούσαν προσωρινά, θα έδιναν μάχες και θα έφευγαν. Τη μάχη του Ταμπουριού την έδωσαν μονάχα Δερβενοχωρίτες, γνωρίζοντας καλά στη πλειονότητά τους τις συνέπειες και την αβεβαιότητα του μέλλοντός τους. Και αν δεν είχαν τα Δερβενοχώρια τη μοίρα του Σουλίου τελικά, αυτό οφείλεται στο ότι είχαν τη τύχη, να μην βρίσκεται απέναντί τους ένας ευφυής, άπληστος και ραδιούργος Αλή Πασάς, αλλά διαφορετικοί κάθε φορά πασάδες, που έρχονταν εποχιακά, να καταπνίξουν μια γενικότερη επανάσταση στον Ελλαδικό χώρο. Ο μοναδικός που θα μπορούσε να έχει βλέψεις εναντίον των Δερβενοχωρίων, ήταν ο Ομέρ του Ευρίπου, όμως δε το τόλμησε, γιατί ο Σκουρτανιώτης που γρήγορα διέβλεψε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πέρασε πρώτος στην επίθεση, κλείνοντας τα επόμενα χρόνια τον Ομέρ στο κάστρο του και μην αφήνοντάς τον να ξεμυτίσει, με στενή παρακολούθηση στον Εύριπο και συνεχείς μάχες στον ανηφορίτη.
Η μάχη στο Ταμπούρι επίσης, ανέδειξε τον ηγετικό ρόλο του Θανάση Γάτση στα Δερβενοχώρια, αφού μπροστά στα μάτια των συμπατριωτών του ανέλαβε την ευθύνη και κάτω από τις διαταγές του οι Δερβενοχωρίτες κατέκτησαν μια περιφανή νίκη και δεν άφησαν τους Τούρκους να πατήσουν το τόπο τους και να πνίξουν την επανάσταση εκεί εν τη γενέσει της. Παρά την ανησυχία και τις απώλειες, ο ενθουσιασμός και η πίστη των Δερβενοχωριτών προς τον νεαρό ηγέτη τους, είναι αδιαμφισβήτητα. Κάτω από τη καθοδήγησή του, τα Δερβενοχώρια εντάχθηκαν στην κοινή μοίρα όλων των Ελλήνων, στην προοπτική της απελευθέρωσης με οποιοδήποτε τίμημα, επιλογή που βοήθησε -αν και αθόρυβα- καταλυτικά στο σύνολό της την ελληνική επανάσταση, λόγω της νευραλγικής θέσης των Δερβενοχωρίων, που ουσιαστικά ένωναν την Στερεά με την Αθήνα και την Πελοπόννησο.
H νίκη στο Ταμπούρι μαζί με την ηθική νίκη στο χάνι της Γραβιάς και τη νίκη επί του Βευράν, είναι από τις λίγες που ανύψωσαν το ηθικό όλων των Ελλήνων το πρώτο κρίσιμο χρόνο της επανάστασης, που απασχόλησαν τους Τούρκους στη Στερεά και δεν τους άφησαν να εισχωρήσουν στη Πελοπόννησο και να λύσουν τη πολιορκία της Τρίπολης.