(Διασκευή του έργου παίχτηκε στον ιερό χώρο της Αγιας Σωτήρας Μαυροματίου στα Σκουρτανιώτεια 2025 σε σκηνοθεσία Κώστα Ανταλόπουλου)
Το χρονικό μιας θυσίας
-θεατρικό, για το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου-
Του Γιώργου Πύργαρη
Λίγα λόγια από τον συγγραφέα
Δεν ξέρω αν είναι δόκιμο σήμερα να μιλάμε για ιστορικό θέατρο, όπως μιλάμε για ιστορικό μυθιστόρημα. Αυτή πάντως ήταν η πρόθεσή μου. Να αποτυπώσω όσο το δυνατόν πιο πιστά, ένα ιστορικό γεγονός. Το θεατρικό ΄΄Το χρονικό μιας θυσίας΄΄ το έγραψα την άνοιξη του 2025, με αφορμή τη συμπλήρωση 200 ετών από το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου και τον θάνατο του οπλαρχηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτη και των σαράντα πέντε παλικαριών του, γεγονός που έλαβε χώρα στον μικρό ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Μαυρομάτι Θηβών, μετά από μια απέλπιδα, θερμοπυλική μάχη έναντι υπέρτερων εχθρών. Το έγραψα λαμβάνοντας υπ΄όψη, όλες τις πηγές που υπήρχαν μέχρι σήμερα, τη διήγηση του Τσεβά, του Βαγιάννη, του Λάππα, του Φανόπουλου, όπως επίσης και τη δική μου δεκαοχτάχρονη έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, του Αρχείου Ύδρας καθώς και άλλων επί μέρους αρχείων, όπου ανίχνευσα πάμπολλες -άγνωστες μέχρι σήμερα- επιστολές του Σκουρτανιώτη ή που αφορούν τον Σκουρτανιώτη και φωτίζουν με νέα στοιχεία το γεγονός.
Μέχρι σήμερα, έχει τονιστεί από τους διάφορους ιστορικούς, μελετητές ή ακόμη και καλλιτέχνες, μονάχα η εθνική πλευρά του ολοκαυτώματος Μαυροματίου. Σωστά βέβαια, γιατί οπωσδήποτε έχουμε να κάνουμε με ένα σημαντικό εθνικό γεγονός, όπου σαράντα πέντε παλικάρια, πολεμούν λυσσαλέα εναντίον υπέρτερων εχθρών (600-700) και πέφτουν όλοι μέχρι ενός, για την αποτίναξη από τον τούρκικο ζυγό. Όπως όμως αποκαλύπτει η σύγχρονη έρευνα, το ολοκαύτωμα Μαυροματίου, δεν ήταν μόνο αυτό. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, το μέτωπο των Ελλήνων εναντίον των εχθρών δεν ήταν πάντα αρραγές, αλλά το χαρακτήριζαν εμφύλιες διαμάχες μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, καχυποψίες και ανταγωνισμοί μεταξύ των οπλαρχηγών, συγκρούσεις, δολοπλοκίες, ακόμη και δολοφονίες μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων. Βρισκόμαστε άλλωστε, σε ένα νέο υπό διαμόρφωση σύμπαν, γι΄αυτό και οι υπερβολές, η αλαζονεία, η φιλοδοξία, το να επιθυμεί κανείς να λάβει μια όσο το δυνατό υψηλότερη θέση σ΄ αυτό το νέο σύμπαν, ήταν καθημερινότητα εκείνης της εποχής. Επειδή όμως -όπως έχει πει και ο εθνικός μας ποιητής Δονύσιος Σολωμός- ΄΄εθνικό είναι ό, τι είναι αληθινό΄΄ νομίζω πως οι Έλληνες σήμερα ήμαστε αρκετά ώριμοι να δεχθούμε την αλήθεια χωρίς εξωραϊσμούς και να δεχθούμε επίσης αυτήν την πλευρά της ιστορίας, που παρέμενε για δεκάδες χρόνια στο ευρύ κοινό, κρυφή και αποσιωποιημένη. Το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου και ο ύποπτος θάνατος του οπλαρχηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτη και των παλικαριών του, αναδεικνύουν όλες τις αντιφάσεις της επανάστασης του 1821 και αυτές προσπάθησα να αναδείξω σ΄αυτό το έργο, στηριζόμενος σε... ιστορικές πηγές, αδιαμφισβήτητα στοιχεία και έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, αλλά και σε σοβαρές ενδείξεις που δείχνουν προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.
Στο έργο, δεν λαμβάνω υπ΄όψη την ιστορική μαρτυρία του Τσεβά περί παρουσίας του Τζουνάρα μετά των είκοσι πέντε παλικαριών του στο ολοκαύτωμα του Μαυροματίου. Ετούτο, γιατί όλα τα πρωτογενή στοιχεία και οι επίκαιρες του γεγονότος πηγές, δείχνουν πως οι νεκροί του Μαυροματίου ήταν 40-45 και όχι 70 όπως ισχυρίζεται ο Τσεβάς. Οπότε θεωρώ τη μαρτυρία του σε αυτό το σημείο... μυστηριώδη, παράξενη, αμφισβητίσημη και μη αξιοποίησιμη*.
*Ειδικότερα: Ο Τσεβάς, είναι ο μοναδικός που ισχυρίζεται πως στη μάχη του Μαυροματίου έλαβε μέρος και ο μικροοπλαρχηγός Τζουνάρας από τα Βάγια με 25 άντρες του, αφού προστέθηκε τελευταία στιγμή -όπως γράφει- στη δύναμη του Σκουρτανιώτη. Ανεβάζει έτσι τον αριθμό των νεκρών σε 70-75. Καμία άλλη επίκαιρη πηγή όμως της εποχής, δεν κάνει αναφορά για 70-75 νεκρούς. Όλοι μιλούν για 40--45 νεκρούς. Εξηγούμαι: α) ο Μπενιζέλος που καταγόταν από την Παλαιοπαναγιά (άρα βρισκόταν κοντά στο Μαυρομάτι την ημέρα του ολοκαυτώματος) και πήγε βαμβάκι στην Αθήνα μεταφέροντας το γεγονός και τον αριθμό των νεκρών, β) ο Αστυνόμος Αθηνών Ξάνθης, γ) το υπουργείο πολέμου, δ) η Γεν. Αστυνομία Ναυπλίου, ε) η εφημερίδα ΄΄ο Φίλος του Νόμου΄΄ της Ύδρας, στ) η ΄΄Γενική εφημερίδα της Κυβερνήσεως΄΄, ζ) η ΄΄εφημερίδα των Αθηνών΄΄, η) ο διευθυντής της εφημερίδας Αθηνών Γεώργιος Ψύλλας στο πρωτοσέλιδο άρθρο του για το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου, θ) ο άμεσος... στρατιωτικός προϊστάμενος του Σκουρτανιώτη, αρχιστράτηγος ανατολικής Στερεάς Γιάννης Γκούρας, που βρισκόταν εκείνη την ημέρα κάμποσα χιλιόμετρα δυτικά προς τη Λειβαδιά και τα Σάλωνα και έλαβε έγκριτες στρατιωτικές ειδήσεις, οι οποίες μάλιστα δεν είχαν καμία σχέση με τον Μπενιζέλο που μετέφερε το γεγονός στην Αθήνα, ι) ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του 3-4 χρόνια αργότερα, που σημαίνει πως είχε δασταυρωθεί πια το γεγονός και είχαν κατασταλαχθεί οι λεπτομέρειές του... Όλοι μα όλοι αυτοί λοιπόν, ομιλούν για 40-45 νεκρούς και ουδείς για εβδομήντα. Επίσης, δεν έχει βρεθεί ιστορικός ερευνητής μέχρι σήμερα, να καταθέσει αποδεικτικό των απογόνων του Τζουνάρα ή των απογόνων πολεμιστών του Τζουνάρα (από τις αιτήσεις αργότερα μεταλείων), που να πιστοποιεί πως κάποιος απ΄αυτούς, έπεσε στο Μαυρομάτι. Αν λάβουμε υπ΄ όψη μας μάλιστα και την επιστολή του Στάθη Κατζικογιάννη, όπου αναφέρει πως η ομάδα του Δρίτσουλα και του Λεβεντάκη αποτελούνταν από 10-15 άτομα, τότε τι μένουν για τον Σκουρτανιώτη; Τριάντα πολεμιστές συναγμένοι γύρω του. Ο στενότερος κύκλος των αδελφών, ξαδέλφων, συγγενών και πιο έμπιστων φίλων που του είχε απομείνει τον Νοέμβριο του 1825. Πού χωράει λοιπόν εδώ ο Τζουνάρας; Οπότε, η αναφορά του Τσεβά, μας βάζει σε πολλές σκέψεις και μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε, τουλάχιστον περίεργη. Μια... εφεύρεση ίσως. Ο Τζουνάρας πιθανόν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, πολύ πιθανόν να ήταν ένας αξιολογότατος οπλαρχηγός από τα Βάγια, να έδωσε μάλιστα και πολλές μάχες, αλλά όλα δείχνουν, πως στο Μαυρομάτι στις 3 Νοεμβρίου 1825, δεν ήταν. Τι ακριβώς ήθελε να πετύχει όμως ο Τσεβάς μ΄αυτήν την... εφεύρεση; Να δώσει... έμφαση στη μάχη Μαυροματίου ΄΄πειράζοντας΄΄ τον αριθμό των νεκρών, αγανακτισμένος -ως συντοπίτης του οπλαρχηγού- από το γεγονός, πως ένα τέτοιο ολοκαύτωμα δεν είχε εισέλθει ακόμα με τιμές και με δόξες στην επίσημη ιστορία, όπως θα έπρεπε; Θέλησε μήπως ο Τσεβάς, να εσάγει το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου στην επίσημη ιστοριογραφία... μεγενθύνοντας ταχυδακτυλουργικά των αριθμό των νεκρών; Δίκαιη η αγανάκτησή του, εντελώς αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική η ενέργεια, εάν όντως η υπόθεση Τζουνάρα, είναι εφεύρεση του Τσεβά. Κάθε ιστορικό γεγονός όμως, πρέπει να διασταυρώνεται από δύο τουλάχιστον διαφορετικές πηγές. Η συγκεκριμένη αναφορά περί Τζουνάρα, στέκει μέχρι σήμερα αίολη και έχει όλες τις υπόλοιπες, που είναι μάλιστα επίκαιρες του γεγονότος και όχι γραμμένες εκατό χρόνια μετά όπως του Τσεβά- απέναντί της. Μέχρι λοιπόν να διασταυρωθεί και από μία έτερη, αδιαμφισβήτητη πηγή -εάν ποτέ διασταυρωθεί- θα θεωρώ τη παρουσία του Τζουνάρα στο Μαυρομάτι... αμφισβητίσημη και ιστορικά μη αξιοποιήσιμη. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ο Τσεβάς αυθαιρετεί. Στη μάχη στο Ταμπούρι τον Ιούλιο του 1821 αναφέρει πως την επίθεση την έκανε ο Κιαμήλ μπέης, τη στιγμή που ακόμη και οι πέτρες σήμερα γνωρίζουν, πως ο Κιαμήλ μπέης την εποχή εκείνη, ήταν αποκλεισμένος στην Τριπολιτσά από τον Κολοκοτρώνη!!! Αυτά όμως ονομάζονται ιστορικές αυθαιρεσίες ολκής. Οφείλουμε όλοι ένα τεράστιο ΄΄ευχαριστώ΄΄ στον Τσεβά για τη διάσωση της μάχης του Μαυροματίου -και που το έκανε μάλιστα πολύ γλαφυρά, στηριγμένος στην... ολόφρεσκη προφορική παράδοση, αφού συγκαιρινοί του γεγονότος ίσως ζούσαν ακόμη- αλλά θα πρέπει να ήμαστε πολύ προσεκτικοί σε κάποια ατοπήματα και στο πότε εκείνος περνάει την κόκκινη γραμμή της ιστορικής δεοντολογίας... Η μοναδική περίπτωση να έχει δίκιο ο Τσεβάς στο θέμα του Τζουνάρα, είναι ο Σκουρτανιώτης να είχε πάει μόνο με πέντε άτομα στο Μαυρομάτι, κάτι που είναι εντελώς παράλογο, αλλά αναιρείται κιόλας από έγγραφο των Δερβενοχωριτών -δύο μόλις μήνες μετά το γεγονός- το οποίο κάνει λόγο για περισσότερους. Αναιρείται επίσης και από την προφορική παράδοση, η οποία διασώζει τη μνήμη καθολικού πένθους στη γενέτειρα του οπλαρχηγού, όπως διασώζει και τα μοιρολόγια που τραγουδήθηκαν τότε, για τα χαμένα παλικάρια των Σκούρτων. Αναιρείται επίσης και από τον ίδιο τον Τσεβά, γιατί κάνει λόγο για εβδομήντα μαχητές στο Μαυρομάτι που σημαίνει -λαμβάνοντας υπ΄όψη και την ομάδα των Δρίτσουλα-Λεβεντάκη- πως ο Τσεβάς θεωρούσε πως ο Σκουρτανιώτης είχε τουλάχιστον τριάντα. Και το κυριότερο, γνωρίζουμε έγκυρα από έγγραφα της εποχής, πως ο Σκουρτανιώτης διατηρούσε εκείνη την περίοδο 40-50 πολεμιστές. Με αυτούς έδωσε έναν περίπου μήνα πριν, την μάχη στο Κακοσάλεσι (26 Σεπτεμβρίου 1825) και μ΄αυτούς απώθησε Οθωμανούς από τη μονή Πατρογεράκη τις ίδιες ημέρες. Οπότε πώς προκύπτουν οι εβδομήντα του Τσεβά, αριθμό τον οποίον δεν αναφέρει ΚΑΜΜΊΑ άλλη επίκαιρη πηγή; Η αναφορά λοιπόν του Τσεβά περί Τζουνάρα, παραμένει ένας άλυτος γρίφος για κάθε σοβαρό μελετητή και είθε κάποτε να λυθεί. Στο κάτω κάτω, δεν έχουμε τίποτα με ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα, εάν πραγματικά την έδωσαν. Και μεις να τους τιμήσουμε θέλουμε. Αρκεί να διασταυρώνονται οι πληροφορίες. Και εδώ δυστυχώς, δε διασταυρώνονται. Το αντίθετο... Συγκρούονται!
Το χρονικό μιας θυσίας
θεατρικό δρώμενο
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ: Ακούγεται μόνο η φωνή του
ΤΟΥΡΚΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έλληνας Ευβοιώτης καπετάνιος με δικό του ασκέρι ελληνικό, προσκυνημένοι στους Τούρκους, πολεμάνε μαζί τους
ΤΟΥΡΚΟΙ: Τούρκοι που περικυκλώνουν την Αγιά Σωτήρα και βάζουν φωτιά
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ: Γυναίκες απλές της εποχής, εμφανίζονται στη σκηνή με μη ομιλούντα ρόλο
ΜΑΥΡΟΜΑΤΑΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ: 60-70 ετών
ΓΥΝΑΙΚΑ: Η Δόξα, όμορφη, επιβλητική γυναίκα που εμφανίζεται να στεφανώσει τα παλικάρια, 30 περίπου ετών
Α
(Ξημερώματα έξω από το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Μαυρομάτι. Κάτω από ένα δέντρο, στηριγμένος στη ρίζα του, κάθεται ένας άντρας 32 ετών. Είναι ο οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης. Λιανός, σχετικά ψηλός για τα δεδομένα της εποχής, καστανός, με μαλλιά μακριά λίγο πιο πάνω από τους ώμους. Δείχνει πολύ σκεφτικός και προβληματισμένος. Σαν εισαγωγή, μπορεί να υπάρχει και υπόκρουση μουσικής. Όχι με κλαρίνο, το οποίο δε γνώριζαν τότε στην Ελλάδα. Με ταμπουρά. Ίσως να ενδείκνυται το τραγούδι... ΄΄ο ήλιος εβασίλεψε Έλληνά μου΄΄, αλλά και ο Φουντουζής, μπορεί να τραγουδά ένα κλέφτικο ακαπέλα, χωρίς όμως να φαίνεται)
ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ: 3 Νοεμβρίου 1825. Έξι μήνες μετά τη δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην Ακρόπολη. Ο Αντιστράτηγος Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, ξημερώνει με τα τριάντα περίπου παλικάρια του, στον μικρό ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στο Μαυρομάτι. Είναι μια δύσκολη περίοδος για τον οπλαρχηγό και εκείνος καχύποπτος, νευρικός και αγχώδης. Η στοχοποίησή του από τον Κωλέττη, που του έχει μειώσει με διαταγές και με παύση μισθών το στράτευμα, όπως ακριβώς έκανε και με τον Ανδρούτσο και μετά τον δολοφόνησε, τον έχουν φέρει σε δεινή θέση. Οι Οθωμανοί του Ευρίπου το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1825, επιδίδονται συνεχώς σε επιδρομές, λεηλασίες και αιχμαλωσίες, στις περιοχές της Αττικής, του Ωρωπού, της Αυλίδας, της Θήβας... ακόμη και των Δερβενοχωρίων. Ο Σκουρτανιώτης έχει να φυλάξει από τις επιδρομές των εχθρών, μια τεράστια περιοχή. Υποχρεώνεται μόνο με 40 στρατιώτες πια, να αποκρούει τμήματα Οθωμανών που αποτελούνται από τριακόσιους, τετρακόσιους και εξακόσιους πολεμικούς κάθε φορά. Στο Μαυρομάτι εκείνες τις ημέρες βρίσκεται, γιατί παρακολουθεί μεγάλο τμήμα Οθωμανών που έχει βγει από την Χαλκίδα και κατευθύνεται προς τη Λειβαδιά, αφού διέτριψε για λίγο και στη Θήβα. Ο οπλαρχηγός έχει προλάβει να ειδοποιήσει τους χωρικούς που αποσύρθηκαν στα ψηλώματα και περιμένει στο Μαυρομάτι, σχεδιάζοντας να αυξήσει πάλι το στράτευμά του, ώστε να αντιμετωπίσει σθεναρά τον μεγάλο του εχθρό... Τον Ομέρ πασά του Ευρίπου...
(Κάποια στιγμή ο Σκουρτανιώτης σηκώνεται, έρχεται προς το δυτικό μέρος της εκκλησίας και κοιτάζει προς τον κάμπο κάτω. Σφυρίζει αριστερά προς τα δυτικά (εκεί που σήμερα είναι το νεκροταφείο του Μαυροματίου, βρισκόταν το λεγόμενο τότε... μεγάλο πουρνάρι, ιδανικό σημείο εποπτείας της περιοχής, σαν βίγλα και ο Σκουρτανιώτης είχε τοποθετήσει σκοπό να ελέγχει τον κάμπο). Κάποιος ανταποδίδει από εκεί το σφύριγμα, σημάδι πως όλα πηγαίνουν καλά. Ο Σκουρτανιώτης επιστρέφει στην προηγούμενη θέση του στο δέντρο. Σε λίγο από την πόρτα της εκκλησίας, βγαίνει ένας καλόγηρος,, κρατώντας στο χέρι μια στάμνα και μία πετσέτα...)
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Καλημέρα καπετάνιο! Σου έφερα νερό να νιφτείς...
(o Σκουρτανιώτης σηκώνεται και πλησιάζει τον καλόγηρο)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Καλημέρα γέροντα... Νάσαι καλά...
(ο καλόγηρος του ρίχνει νερό στα χέρια και ο καπετάνιος πλένει το πρόσωπο. Μετά σκουπίζεται με την πετσέτα)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Σου γίναμε βάρος τόσοι νομάτοι από τα ψες...
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Τι βάρος καπετάνιο μου; Δε λες που ήσαστε σεις και μας ειδοποιήσατε πως επέρασαν Τούρκοι;... Μα... κατά πού κάνανε;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Κείθε προς τον Κριμπά κάνανε και τη Πέτρα... Είναι καμιά εξακοσαριά! Μαζί με τους τουρκοκαπεταναίους. Πεζοί και καβαλαραίοι. Για πούθε είναι ο σκοπός τους δεν ηξεύρω. Για Λειβαδιά; Για Σάλωνα; Μα θα κάμουν και πλιάτσικο, για τούτο μήνυσα από τα χτες τους χωριάτες, να μαζευτούν στα βουνά...
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Νάσαι καλά καπετάνιο! Να κι εγώ ήρτα από τον Σαγματά να συνάξω εδώ τις ελιές του μοναστηριού. Μα δουλειά ακόμη καλά καλά, δεν έκαμα. Να ιδούμε μήπως προκάνω τίποτις σήμερα. Καλημέρα καπετάνιο.... Πάω να ρίψω λάδι στα καντήλια...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Άμε στο καλό!... Άναφτα καντήλια μπας και μας σπλαχνιστεί τουλάχιστον ο Θεός, γιατί οι άλλοι μας απαράτησαν όλοι...
(ο καλόγηρος μπαίνει στο ξωκκλήσι. Την ίδια στιγμή βγαίνει από μέσα ένας άλλος άντρας. Είναι ο αδελφός του καπετάνιου ο Κώτσος)
ΚΩΤΣΟΣ: Καλημέρα βλά!... (βλά=αδελφός, είναι αρβανίτικη λέξη. Οι Σκουρτανιωταίοι και τα παλικάρια τους ήταν αρβανίτες και θέλουμε να δώσουμε έναν τόνο, πως μιλούσαν κι αυτήν την γλώσσα)... Μάτι δεν έκλεισες... Όλο τόρ τόρ τη νύχτα... (αρβανίτικο, τορ=γύρω, εδώ γύρω γύρω)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Πώς να κλείσω μάτι ωρέ Κώτσο, που πάει να μ΄ αφανίσει ο Κωλέτης;;;; Κοίτα πώς εκαταντήσαμεν... (δείχνει προς την εκκλησία που μέσα κοιμούνται ακόμη ή ξεκουράζονται οι άντρες του)... Εμείναμε με τριάντα μόνο παλικάρια! Λησμόνησες πόσους είχαμε πέρσι το θέρος στο Καπαντρίτι με τους Γεννίτζαρους; Όχι τριάντα... Τερακόσιους τριάντα!! Πώς να πολεμήσω ωρέ ολόκληρον Ομέρ τώρα, μόνο με τόσους στρατώτες; Πώς να κρατήσω με τόσο ολίγους, τόσον μεγάλον τόπο; Ο Κωλέτης με τις διατάτες μείωσης του στρατέματος, μας μουνούχισε!...
ΚΩΤΣΟΣ: (προσπαθεί να τον καθησυχάσει)... Έλα Θανάση, μη κάνεις έτσι... Ημπορεί να τα καταφέρει ο αδερφός μας ο Γιώργης με τον γραμματικό στ΄Ανάπλι και να πάρουν άλλες διατάτες. Ημπορεί να φτιάξουν τα πράματα...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (Κάθεται κατάχαμα στη ρίζα του δέντρου)... Κανένα νέο ακόμη από τον Γιώργη και τ΄Ανάπλι... (σκωπτικά)... Τίποτις δε θα πάρουν Κώτσο... Τίποτις! Όσο κάμει ο Κωλέτης κουμάντο, τίποτις δε θα πάρουν. Με έχει βάλει στο μάτι το ξέρω!... Μάλλον επειδής επήγα απροθύμως στον εμφύλιο του Μοριά... Και επειδής ομίλησα σε κάποιους εκεί στα χωριά, με τους καλύτερους λόγους για τον γέρο Κολοκοτρώνη! Από τότες, μήτε λουφέδες για τους άντρες μου έδωκε, μήτε ζαερέδες! Μονάχα διατάτες μείωσης του στρατέματος... (με οργή το επαναλαμβάνει)... Μείωσης του στρατέματος! Πώς να κάμω καλά με τριάντα μόνο, τέτοιον τόπο από τα Μέγαρα, την Αθήνα, τον Ωρωπό, τον Ανηφορίτη, τη Θήβα μέχρι την Πέτρα και τα Σάλωνα; Πώς να κάμω καλά, τόσους λυσαγμένους Τουρκαλάδες οπού ευγαίνουν κάθε τόσο παγανιά από την Έγριπο και αιχμαλωτούν εδικούς μας; Και κλέβουν στάρια, κρασιά, αρνιά και γυναίκες;
ΚΩΤΣΟΣ: (φουρκισμένος κι αυτός)... Βρωμοκωλέττη!...
(Την ίδια ημέρα της μάχης Μαυροματίου, ο Γιώργης Σκουρτανιώτης, ο γραμματικός Αναστάσης Θεοδωριάδης και ο παπα Φίλης από το Δερβενοσάλεσι, βρίσκονταν στον Ναύπλιο για να πετύχουν κάτι καλύτερο για τον καπετάνιο τους)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (Σηκώνεται όρθιος, οργισμένος)... Να ιδείς οπού μου την έχει στημένην ο άτιμος... Φοβάμαι μην το πάθω σαν τον Δυσσέα, ωρέ Κώτσο... Σάμπως δεν έκλεισαν στη φυλακή για είκοσι μέρες και τον Γιώργη με τον κουσιουρί μας (αρβανίτικη λέξη, σημαίνει... ξάδερφος) τον παπά Θανάση τον απερασμένο Μάρτη, κατηγορώντας τους πως ομονοούσαν με τον Δυσσέα; Και μένα με είχε στείλει στις Λιβανάτες να πολεμάω τον Δυσσέα;;; Φτου! Πολιτικάντηδες! Προδοταριά! Άργεψα να τους πάρω χαμπάρι!...
ΚΩΤΣΟΣ: Έχεις δίκιο... αλλά μη τα σκέφτεσαι τώρα όλα αυτά...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τα σκέφτομαι! Τα σκέφτομαι Κώτσο, γιατί τήρα πώς εκατάντησα! Να μην ημπορώ εγώ να κάμω πόλεμο όπως τον θέλω; Αισχύνομαι με τόσο ολίγους στρατιώτες!... Θυμάσαι πώς πολεμάγαμε τόσα χρόνια πριν να μπλέξουμε με τους Κωλέτηδες; Στη Κάζα, στη Θήβα, στο Ταμπούρι, στον Ανηφορίτη, στην Ακρόπολη... Θυμάσαι τι εκάμαμε στα μιντάτια του Δράμαλη; Στη Παγώντα το εικοστρία;... Στους Γενιτζάρους στον Ωρωπό πέρσι, στο Νανόι του Μαραθώνα, στο Καπαντρίτι... στην Αθήνα, στον Κάλαμο; Τους αφανίσαμε! Τόσο άχτι μας είχε ο Ομέρ, όπου σαν έμαθε ότι λαβώθηκα τον απερασμένο Απρίλη, έστειλε τετρακόσιους καβαλαραίους να κάψουν το κατούντι μας τα Σκούρτα για να με γδικηθεί!... Προγραμμένον μ΄ έχει κι αυτός ο άτιμος!... Έχει επικηρύξει το κεφάλι μου!...
ΚΩΤΣΟΣ: Ακόμη και τώρα πριν ένα μήνα, μήπως δεν εκάμαμε καλά τριακόσιους τουρκαλάδες στο Κακοσάλεσι, με σαράντα μόνο στρατιώτες;;... Δε διώξαμε πριν ολίγες ημέρες, άλλους τόσους απ΄τη μονή Πατρογεράκη;...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Μωρέ μια χαρά πολεμούσα τους Τούρκους μόνος μου, δεν είχα ανάγκη καμιά κυβέρνηση!... Μαύρη η ώρα οπού με εκάμανε επίσημο αξιωματικό και στρατηγό! Από τότες οπού έμπλεξα μ΄αυτούς, μέχρις και στον εμφύλιο με εστείλανε στον Μοριά να πολεμήσω τον Κολοκοτρώνη!... Μας διασπάσαν τους στρατιωτικούς για να κάμουν αυτοί τα δικά τους! Να αδυνατίσουν τις επαρχίες και να τα πάρει όλα τ΄ Ανάπλι! Να κάμουν κουμάντο σε όλη την Ελλάδα τρεις νοματαίοι! Κι ούτε ζαερέ, ούτε λουφέδες στον Σκουρτανιώτη! Τα κανονίσανε έτσι, να μου φύγει όλο το στράτεμα. Κι οι αξιωματικοί!... Ο Αλέξης ο Βέλιος, ο Σταύρος ο Θηβαίος, ο Μπιρμπίλης από την Κούλουρη!... Μου εφύγανε όλοι μαζί με τους άντρες τους! Με τι να τους πλερώσω ωρέ Κώτσο αφού δε μου δίνει η κυβέρνηση τίποτις;... Κι έχουνε δίκιο οπού εφύγανε! Φαμίλιες έχουν οπίσω, πώς να τις θρέψουν;... Τα ίδια εκάμανε και στον Αντρούτσο... Του εκόψανε στην αρχή τον ζαερέ και τους λουφέδες ν΄αδυνατέψει και ύστερις τόνε γκρεμίσανε απ΄την Ακρόπολη!...
ΚΩΤΣΟΣ: Ο Μαμούρης!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Κι επειδής έβαλα χέρι στους ενοικιαστές για να μη χάσω το στράτεμα, με απειλήσανε πως έχουν κι άλλους τρόπους να με κάμουνε καλά... Έτσι μόγραψε το μινιστίρι πολέμου! Ακούς;; Έχουν κι άλλους τρόπους, λέει, να με κάμουνε καλά! Να ιδείς οπού μ΄ έχουν βάλει στόχο, όπως βάλανε και τον Δυσσέα και τον φάγανε... Φοβούμαι παγίδα Κώτσο! Θα μου βάλουν κάνα δόκανο να με ξολοθρέψουν!... Να ιδείς, οπού θάμαι ο επόμενος...
ΚΩΤΣΟΣ: Ψιό!... (είναι αρβανίτικη λέξη και σημαίνει ΄΄σώπα΄΄ ή ΄΄πάψε).... Δεν ημπορούν να μας κάμουν τίποτις. Πομόνεψε!... Ημπορεί να έρτουν καλά νέα από τ΄ Ανάπλι και τον Γιώργη...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (έχει ξεθυμάνει από την οργή. Κάθεται πάλι στη ρίζα του δέντρου)... Έπρεπε να είχαμε φύγει τότες τον Αύγουστο για τα Σάλωνα... Εδώ, αναγκαστήκαμε λόγω της πείνας μας, να πάρουμε και γεννήματα κι από φτωχούς. Δε μ' ένοιαξε που επήρα από τους ενοικιαστές, να δώκω ολίγους λουφέδες στους άντρες... Αυτά είναι σοδήματα της επαρχίας, οπού έπρεπε να πληρώνονται οι στρατιωτικοί οπού τη φυλάγουν! Για τους φτωχούς όμως μ' ένοιαξε, οπού τους πήραμε πράματα... Αλλά τι να εκάμαμε;; Οι στρατιώτες πεινάγαν, δε βαστιούνταν... Ξανοίγονταν στα χωριά ν' αρπάξουν να φάνε, αφού δεν έστελνε τίποτε τ' Ανάπλι!...
ΚΩΤΣΟΣ: Δεν τους φτάναν οι Τούρκοι, είχαν και μας στο σβέρκο τους οι φτωχοί...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έπρεπε να φεύγαμε τον Αύγουστο από δω Κώτσο, ημπορεί στα Σάλωνα να εσώναμε το στράτεμα... Άμα κολλούσαμε στον Γκούρα, τουλάχιστο δε θα πεινάγαμε... Και θα πολεμούσαμε από κει την Τουρκιά. Στον Γκούρα στέλνει ο Κωλέττης ζαερέδες, γιατί είναι με τη βούλα κυβερνητικός... Δε μ΄ άφηκε όμως ο Παϊσιος να υπάγω... Κι οι προεστοί της Θήβας... ΄΄Μη φεύγεις! Κάτσε εδώ να μας φυλάξεις απ΄ τους Τούρκους του Εγρίπου!΄΄... Έτσι μου είπανε... Με τι; Με τι να σας φυλάξω γέροντες; Με τριάντα μόνον παλικάρια να σας φυλάξω, οπού μου άφηκεν ο Κωλέτης;;;;... Με ρίξαν πάλι στο φιλότιμο οι Θηβαίοι και στάθηκα... Έπρεπε να φύγουμε μωρέ για τα Σάλωνα τότες... Φοβούμαι πως εδώ μου τη φυλάνε...
(Σιγά σιγά βγαίνουν όλα τα παλικάρια του Σκουρτανιώτη από την εκκλησία. Ακολουθεί και ο καλόγηρος με τη στάμνα και την πετσέτα, όπου τους ρίχνει στα χέρια νερό να πλυθούν και να σκουπιστούν. Ακούγονται καλημέρες προς τον καπετάνιο. Οι άντρες κάθονται από δω κι από κει και γυαλίζουν τα όπλα τους. Μουσική, που δείχνει πως περνά και η ώρα. Δημοτικό, χωρίς κλαρίνο. Ένα τραγούδι που βρήκα στο youtube, είναι το... ΄΄για δέστε τον Αμάραντο΄΄ παιγμένο με ταμπουρά ή μπουζούκι, καραντουζένι. Επιμένω στο ΄΄χωρίς κλαρίνο΄΄ γιατί πέρα από το ότι το κλαρίνο ήταν άγνωστο στην Ελλάδα τότε, το επίσημο όργανο των αγωνιστών του 1821, ήταν ο ταμπουράς)... Δε θα παιχτεί όλο φυσικά το τραγούδι, αλλά όσο ακουστεί, μπορεί να το συνοδεύουν και τα παλικάρια του Σκουρτανιώτη ενώσο γυαλίζουν τα όπλα τους. Ένα από τα παλικάρια μπορεί να είναι και ο Σταμάτης Φουντουζής, οπότε θα πει αυτός το τραγούδι ακαπέλα και τα παλικάρια θα συνοδεύουν)
Β
(Όταν σταματά το τραγούδι, στη σκηνή εμφανίζεται ένα τσοπανόπουλο, δώδεκα, δεκατριών, δεκατεσσάρων ετών. Από τα νοτιοδυτικά. Πανέξυπνο, τετραπέρατο, ετοιμόλογο, κοιτάζει με θαυμασμό τους πολεμιστές και τα όπλα τους. Είναι ο μικρός Τάσος)
ΒΙΕΝΝΑΣ: (Πρόκειται για ένα παλικάρι 25 περίπου ετών και κουνιάδος του καπετάνιου. Κατάγεται από τη Σαλαμίνα και είναι αδελφός της Ειρήνης, συζύγου του καπετάνιου. Είναι έξυπνος και πλακατζής. Κοιτάζει τάχα αγριεμένα τον μκρό)... Τι είσαι συ μωρέ; Τούρκος;
ΤΑΣΟΣ: (διαμαρτυρόμενος έντονα)... Όχι καπετάνιο! Δεν είμαι Τούρκος εγώ!
ΒΙΕΝΝΑΣ: Τι είσαι μωρέ; (τον πλησιάζει τάχα απειλητικά)...
ΤΑΣΟΣ: Παιδί είμαι, τι είμαι;
ΒΙΕΝΝΑΣ: Τι παιδί ωρέ, αφού κρατάς ντουφέκι..
ΤΑΣΟΣ: Άϊντέεεε... Δεν είναι ντουφέκι αυτό καπετάνιοοο...
ΒΙΕΝΝΑΣ: Τι είναι μωρέ; Ντουφέκι είναι και θες να μας σκοτώσεις!
ΤΑΣΟΣ: (έντονα)... Όχι καπετάνιο! Γκλίτσα είναι!
(ο Βιέννας έχει πλησιάσει τον μικρό Τάσο και του παίρνει την γκλίτσα)
ΒΙΕΝΝΑΣ: Μωρέ σα νάχεις δίκιο... Γκλίτσα είναι! Και γω την απέρασα για ντουφέκι... Σκιάχτηκα!... (χαμογελάει στο παιδί και του χαϊδεύει το κεφάλι)... Άϊντε πάρτη!... Και τι κάνεις του λόγου σου εδώ;
ΤΑΣΟΣ: Έχω φέρει τα πρόβατα δώ πιο πάνω... Βοσκάνε! Δεν ακούς τα κουδούνια;
ΒΙΕΝΝΑΣ: Τι τα θες μωρέ τα κουδούνια; Να τα βγάλεις! Άμα τ΄ακούσουν οι Τούρκοι, θα έρθουν να στα πάρουν!
ΜΗΤΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: Αφού κι εγώ τα λιμπίστικα τώρα! Δε πας να σφάξεις κάνα αρνί να φάμε οπού πεινάμε; Χαχχαααα...
ΤΑΣΟΣ: (έντονα)... Ν΄αφήσετε ήσυχα τα πρόβατά μου!... Μη μου λέτε τέτοια, για θα φύγω...
(γέλια από τα παλικάρια)
ΒΙΕΝΝΑΣ: Καλά καλά, δε σου πειράζει κανείς τα πρόβατα... Και πώς σε λένε ωρέ;
ΤΑΣΟΣ: Τάσο! Εσένα;
ΒΙΕΝΝΑΣ: Κώστα... Κώστα Βιέννα... Κι από πούσαι ωρέ Τάσο;
ΤΑΣΟΣ: Από πού νάμαι καπετάνιο, από το Πατρατζίκι; Από δω από το Μαυρομάτι είμαι...
(Όλοι γελούν με την ευστροφία και την ετοιμολογία του μικρού)
ΤΑΣΟΣ: (προς τον Βιέννα)... Εσύ από πούσαι;;
ΒΙΕΝΝΑΣ: Από τη Κούλουρη!...
ΤΑΣΟΣ: Ααααα...
ΒΙΕΝΝΑΣ: Την ξές τη Κούλουρη;
ΤΑΣΟΣ: Όχι... την έχω ακούσει όμως...
ΒΙΕΝΝΑΣ: Δεν έχεις πάει δηλαδής...
ΤΑΣΟΣ: Δεν έχω φύγει από το χωριό ποτές καπετάνιο! Μια φορά μόνο οπού επήγα στη Φήβα! Πριν τον πόλεμο... Ήμανε μικρός...
ΒΙΕΝΝΑΣ: Σ΄άρεσε μωρέ η... Φήβα;
ΤΑΣΟΣ: Ουουου είχε απ΄όλα! Κόσμοοοος... Με τον θείο μου τον Κουτρουλάρα, φάγαμε και κρέμα με μέλι! Είχε και μαγαζιά με τζαρούχια.... Ούυυου πόσα τζαρούχια είχε καπετάνιο, πίσω από μεγάλα παλαθύρια!...
(Τα παλικάρια γελούν)
ΤΑΣΟΣ: Θα μου δώκεις να κρατήσω το όπλο σου;
ΒΙΕΝΝΑΣ: Όχι! Είσαι μικρός ακόμα! Όταν μεγαλώσεις, θα σκοτώσεις κάναν Τούρκο και θα του το πάρεις...
ΤΑΣΟΣ: Εσύ από Τούρκο το πήρες;
ΒΙΕΝΝΑΣ: Ναι...
ΤΑΣΟΣ: Έχεις σκοτώσει πολλούς;
ΒΙΕΝΝΑΣ: (χαμογελώντας)... Καμιά τετρακοσαριά!
ΤΑΣΟΣ: Ουυυυυυ πολλούς!... (ξαφνικά κοιτάζει με καχυποψία τον Βιέννα)... Τότες έπρεπε να είχες τετρακόσια ντουφέκια καπετάνιο! Πούντα;... Ψεματούρηηηηη;... Τετρακόσιους δεν έχει σκοτώσει ούτε ο Κολοκοτρώνης!
ΒΙΕΝΝΑΣ: Χαχα... Τον Κολοκοτρώνη τον ξές όμως ε;
ΤΑΣΟΣ: Αμ δεν τον ξέρω; Όλοι τον ξέρουν τον Κολοκοτρώνη, καπετάνιο!
ΒΙΕΝΝΑΣ: Δεν είμαι εγώ ο καπετάνιος, αυτός είναι!... (δείχνει τον Σκουρτανιώτη που συνεχίζει να κάθεται στη ρίζα του δέντρου, σιωπηλός)
ΜΙΧΑΛΗΣ: (μικρότερος αδελφός του καπετάνιου)... Πάμε ωρέ παλικάρια να κάμωμεν καμιά βόλτα στο χωριό, να δώκουμε θάρρος στους Μαυροματαίους... Ημπορεί να μας κεράσουν και κάναν καφέ...(γυρνώντας στον μικρό Τάσο)... Έχετε καφέ στο χωριό Τάσο;
ΤΑΣΟΣ: Δεν ξέρω καπετάνιο! Δε πίνω καφέ...
ΜΙΧΑΛΗΣ: Και τι πίνεις ωρέ το πρωί οπού σηκώνεσαι;
ΤΑΣΟΣ: Ούουου... γάλα, ψωμί κι αλάτι!
ΜΙΧΑΛΗΣ: (κλείνοντας το μάτι στα παλικάρια)... Κι απ' αυτό πίνουμε... χαχα... Πάμε ωρέ!... Δεν έχωμε και τον Κουκούλεζα να μας φτιάξει και κάνα καρβέλι στη θράκα!...
ΜΗΤΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: (πολύ πλακατζής τύπος με μακριά κατσαρά μαλλιά, που μιλάει γρήγορα)... Άϊντε πάμε!... Και που ηξεύρεις... ημπορεί να μ΄ αγαπήσει καμιά μαυρομάτα Μαυροματαία, να την παντρευτώ και να την πάω στη Λιάτανη στη γριά μου, οπού είναι μόνη της... Γιατί έτσι οπού το πάμε εμείς όλο πόλεμο, πόλεμο καπετάνο... γεροντοπαλίκαρο θα μείνω και θα φταις εσύ!.... Χαχαχα...
ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ: (μικρότερος αδελφός του καπετάνιου)... Ποια να σε αγαπήσει εσένα ωρέ Μήτρο Αναγνώστου, έτσι αξύριστος και ξεμάλλιαστος οπού είσαι;;; Από πότε έχεις να πας στο μπαρμπέρη ωρέ;;;; Ιπακρέχουρ!... (αρβ. Ιπακρέχουρ=αξύριστος ή ακούρευτος)
ΜΗΤΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: Με κούρεψε προψές ο Σταμάτης... (τον δείχνει)... με μίαν ψαλίδα, οπού κωλοκουρεύουν τις προβατίνες!... Χαχαχαχα...
(γέλια από τα παλικάρια κι από τον Σκουρτανιώτη)
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Πήρα να τον κούρεψω ωρέ... αλλά ήτανε τόσο μπερδεμένες οι τρίχες από τη βρώμα και το άγανο, οπού εκόλλησε κει μέσα η ψαλίδα και δεν ξάνοιγε... Έδωσα-πήρα, τίποτις.... Την απαράτησα λοιπόν κι εγώ την ψαλίδα μες στην αφάνα!... Να στη κεφάλα του θα είναι ακόμα, μέσα στις τρίχες...
(Γέλια πολλά)
ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ: (κάνει τον σταυρό του)... Σε καλό να μας βγουν Παναγιά μου, τα γέλια σήμερις...
(Τα παλικάρια σηκώνονται όλα και κατευθύνονται ανατολικά προς το χωριό. Στη σκηνή απομένει μόνο ο καπετάν Σκουρτανιώτης και ο μικρός Τάσος, ο οποίος κοιτάζει με θαυμασμό από μακριά τον καπετάνιο, διστάζει όμως να του μιλήσει. Ο Σκουρτανιώτης του κάνει νόημα να πλησιάσει)
ΤΑΣΟΣ: Εσύ ΄σαι ο καπετάνιος;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Εγώ είμαι...
ΤΑΣΟΣ: Είναι δύσκολο να είσαι καπετάνιος;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (χαμογελάει πικρά)... Πολύ δύσκολο...
ΤΑΣΟΣ: Είσαι παντρεμένος;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ναι είμαι...
ΤΑΣΟΣ: Πώς τη λένε τη γυναίκα σου;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ειρήνη...
ΤΑΣΟΣ: Είναι όμορφη ε;;;...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (χαμογελώντας)... Είναι, αλλά εσύ πού το ξές;
ΤΑΣΟΣ: Ολόκληρος καπετάνιος, καπετάνιο... να μην έχεις ωραία γυναίκα;....... Παιδί έχεις;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έχω ένα, δύο χρονώ...
ΤΆΣΟΣ: Πως το λένε;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Γιάννη...
ΤΑΣΟΣ: Και πού στέκουν τώρα;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Στη Κούλουρη...
ΤΑΣΟΣ: Αλλά δεν είσαι από την Κούλουρη...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Οχι, από τα Σκούρτα είμαι...
ΤΑΣΟΣ: Και γιατί η φαμίλια σου είναι στην Κούλουρη;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Γιατί θέλει να με γδικηθεί προσωπικώς ο Ομέρπασας και φοβάμαι μη κάμει κακό στη φαμίλια μου. Στη Κούλουρη είναι πιο σφαλισμένοι...
(Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Ο μικρός Τάσος, σκαλίζει με τη γκλίτσα του το χώμα)
ΤΑΣΟΣ: Τους νικάμε τους Τούρκους καπετάνιο;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (μελαγχολικά, κοιτάζοντας πέρα το άπειρο, προφητικά)... Τους νικάμε... Αλλά και να νικήσουν μερικούς από μας... και να αποθάνωμε κάποιοι... στο τέλος θα νικήσουμε. Δεν έχουν άλλο προκοπή εδώ αυτοί.... Δεν δένει το αίμα τους με τον τόπο...
(Μικρή σιωπή)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έχεις ακούσει για τον Λεωνίδα, Τάσο;
ΤΑΣΟΣ: Ποιον, αυτόν που πολέμησε τους Περσιάνους με λίγους και εσκοτώθη στα Θερμοπύλια σιμά στο Ζητούνι; Ναι, μας ομιλεί γι΄αυτόν ο πρίφτης μας (αρβ. πρίφτης=παπάς) όταν μας μαζεύει κάνα βράδυ στην εκκλησιά...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Αυτοί ήταν άντρες...
ΤΑΣΟΣ: Θάθελα νάμουν μεγάλος και γω καπετάνιο! Να πολεμούσα μαζί σας!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (που έχει εν τω μεταξύ σηκωθεί. Του χαϊδεύει το κεφάλι)... Είσαι μικρός ακόμα. Τώρα πολεμάμε εμείς για σας... Κάποτες θα πρέπει να πολεμήσετε και σεις για μας...
ΤΑΣΟΣ: Να πολεμήσουμε;... Πώς να πολεμήσουμε;;;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Να μη μας λησμονήσετε!...
ΤΑΣΟΣ: Το λες στενοχωρεμένα καπετάνιο... Σα να μη ξημερώσει άλλη μέρα...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (πικρά)... Από τότες οπού εσηκώσαμε ντουφέκι, έτσι είναι η κάθε μέρα μας Τάσο... Σα νάναι η στερνή...
ΚΟΛΙΟΒΕΤΑΣ ΝΙΚΟΣ: (Κολιοβέτας Νίκος, από Ακραίφνιο. Φύλαγε σκοπός στο μεγάλο πουρνάρι). Έρχεται τρέχοντας προς την εκκλησία από τα δυτικά)... Καπετάνιοοο... Καπετάνιοοο...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι είναι ωρέ Νίκο Κολιοβέτα;
ΚΟΛΙΟΒΕΤΑΣ: Ακούω αντάρα κάτω στον κάμπο! Ντουφεκιές! Δε βλέπω τι γίνεται, την αντάρα μόνο ακούω...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ποιοι Έλληνες πολεμικοί είναι σε κείνα τα μέρη ωρέ;
ΚΟΛΙΟΒΕΤΑΣ: Ο Ντρίτσουλας γκεζέραγε ψες... Με καμιά δεκαριά!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Λες να έκαμε καμιά μαρσίρα;... ("μαρσίρα" σημαίνει "τρέλλα΄΄, αρβανίτικο). Εγώ πάω στο πουρνάρι. Νίκο! Βγέκα εδώ στη μάντρα και σφύρα στα παλικάρια νάρτουν! Είναι στο χωριό!... Νιόρα!... ("νιόρα" αρβανίτικο, σημαίνει "γρήγορα" "ταχέως")
(Ο Σκουρτανιώτης τρέχει δυτικά προς το μεγάλο πλατάνι να ελέγξει τον κάμπο κάτω και ο Κολιοβέτας ανατολικά προς την είσοδο της μάντρας, να φωνάξει να επιστρέψουν οι άντρες. Ο Καλόγηρος βγαίνει ανήσυχος από το ναό στη σκηνή)
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Τι έγινε Τάσο; Φωνές άκουσα...
ΤΑΣΟΣ: Μια αντάρα ακούστηκε κατά τον κάμπο κάτω... Ντουφεκάγανε!...
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: (έντρομος)... Τούρκοι θάναι!... (κάνει τον σταυρό του)... Βοήθα μας Κύριε!.... Τάσο! Φύε από δω! Τράβα στο βουνό!
ΤΑΣΟΣ: Πάω να ιδώ τα πρόβατα και θα ξανάρτω!
(ο μικρός Τάσος φεύγει νοτιοδυτικά και ο καλόγηρος κάνοντας πάλι τον σταυρό του, μπαίνει ξανά στην εκκλησία. Ακούγεται με ταμπουρά το τραγούδι... "Μάνα μου τα κλεφτόπουλα, ας είναι και ορχηστρικό. Υπάρχει στο YouTube. Ίσως να το πει κι ο Φουντουζής, αλλά χωρίς να εμφανιστεί στη σκηνή. Ακαπέλα. Μπορεί να είναι κι άλλο τραγούδι. Συζητήσιμο. Δεν είναι ανάγκη να ακουστεί όλο. Το τραγούδι να ακουστεί μέχρι να εμφανιστούν από τα ανατολικά τα παλικάρια που είχαν πάει στο χωριό. Μπαίνουν στη σκηνή ανήσυχοι, αλλά δεν υπάρχει κανείς να ρωτήσουν)
Γ
(Σύντομα όμως, εμφανίζεται από δυτικά ο Σκουρτανιώτης. Βιαστικός...)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Κάποιους κυνηγάνε οι Τούρκοι κάτω στα ισάδια! Μάλλον αυτός ο τρελο-Ντρίτσουλας θα είναι! Καταπώς φαίνεται, έρχονται κατά δω! Ξανοίξτε στις πλαγιές ωρέ και μόλις κοντέψουν, δώστε τους μιντάτι! Ντουφεκάτε κατά τους Τούρκους μπας και φοβηθούν και δεν κάμουν κατά τις ράχες! Αραιά! Να φαινόμαστε πολλοί! Μη στέκεστε μωρέ, τώωωρα!...
(Τα παλικάρια τρέχουν προς τη βόρεια πλευρά της εκκλησίας. Ένας τρέχει δυτικά στο πλατάνι. Στη σκηνή μένουν ο καπετάνιος, ο Κώτσος και ο Βιέννας)
ΒΙΕΝΝΑΣ: Πρέπει να φύγουμε Θανάση! Αυτοί είναι καμιά εξακοσιαριά και μεις τριάντα!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Το ξέρω Κώστα! Δε θα σταθούμε εδώ. Μα να δώκουμε ολίγο μιντάτι στον Ντρίτσουλα να γλιτώσει και θα φύγουμε ύστερις όλοι μαζί... (γυρνάει προς τον Κώτσο)... Αυτά που σούλεγα!... Μήπως είναι παγίδα ωρέ Κώτσο; Τραβάνε τους Τούρκους ντουγρού κατά πάνω μας!
ΚΩΤΣΟΣ: (ανήσυχος κι αυτός)... Ας περιμένουμε Θανάση και θα ιδούμε...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έχουμε πολλούς οχτρούς εδώ γύρω Κώτσο! Πολλούς! Κι όχι μόνο Τούρκους. Κι εδικούς μας!... Ξέρω και ονόματα!... Ο βουλευτής!... Ο παραστάτης μας ο Βρυζάκης έγραψε γράμμα ενάντιά μου! Έτσι του είπε να κάμει ο Κωλέτης! Θες κι άλλους; Ο έπαρχος της Θήβας ο Οικονόμου! Κι αυτός! Μωρέ καλά τον σκυλόβρισα κι αυτόν και την κυβέρνηση τις προάλλες!... Ο έπαρχος Σαλώνων ο Λιδωρίκης!... Θες κι άλλους;... Οι ενοικιαστές της Λειβαδιάς! Όλοι αυτοί με θέλουνε νεκρό! Θαρρούν πως γίνομαι νέος Αντρούτσος! Είχε δίκιο ο Δυσσέας οπού τους είχε στο ντουφέκι ωρέ! Αυτοί θέλουν να μας αδυνατίσουν!... Να φέρουν ξένο βασιλιά και να μας κάμουν πατσαβούρι των Εγγλέζων... Και να μένουν αυτοί να διοικάνε για τα συμφέροντα των Εγγλέζων...
(Βγαίνει ο Καλόγηρος)
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Τι νέα καπετάνιο;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ώρα να φύγεις γέροντα! Έρχονται Τούρκοι!
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Δε φεύγω από τον οίκο του Θεού εγώ! Δε θα με πειράξουν! Άμαχος είμαι!
ΚΩΤΣΟΣ: Νογάς πόσους άμαχους, γυναίκες και παιδιά αιχμαλωτίζουν; Κάνε κατά το βουνό, τώρα που είναι νιόρα... (νιόρα=νωρίς)
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Δε φεύγω! Η χάρη του Θεού θα μας βοηθήσει...
ΚΩΤΣΟΣ: Όπως καταλαβαίνεις...
(Αρχίζουν να ακούγονται από μακριά, φωνές και ντουφεκιές. Ο καλόγηρος κάνοντας τον σταυρό του, ξαναμπαίνει στην εκκλησία. Ο Σκουρτανιώτης, ο Κώτσιος και ο Βιέννας, φεύγουν κι αυτοί προς την βόρεια πλευρά της εκκλησίας. Συνεχίζονται οι ντουφεκιές. Μουσική σόλο φλογέρα, κλέφτικο ΄΄Το παράπονο της φλογέρας΄΄ στο youtube... ή ο Φουντουζής ένα κλέφτικο ακαπέλα, χωρίς να εμφανίζεται όμως στη σκηνή. Όχι όλο το τραγούδι)
Δ
(Ο Σκουρτανιώτης με τα περισσότερα παλικάρια του, μπαίνουν βιαστικοί και λαχανιασμένοι στη σκηνή από δυτικά και ανατολικά του ναού. Κάποιοι παραμένουν πίσω παρατηρώντας τα γενόμενα στις πλαγιές και τον κάμπο. Οι Τούρκοι που εκδίωκαν την ομάδα του Δρίτσουλα και του Λεβεντάκη, εξ' αιτίας της παρουσίας και των βολών του Σκουρτανιώτη, έχουν σταματήσει προσωρινώς την εκδίωξη και έχουν μείνει στις παρυφές των λόφων. Συζητούν για να αποφασίσουν τι θα κάνουν. Η ομάδα του Δρίτσουλα συνεχίζει να ανηφορίζει και σε λίγο θα φθάσει στο ναό και στον Σκουρτανιώτη)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τους σταματήσαμε μωρέ μπροσώρας τους Τουρκαλάδες! Έχουν απομείνει κάτω στα ριζά και κάνουν συβούλιο!
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Α: Οι δικοί μας ανηφορίζουν καπετάνιο! Από το σουλούπι, τον έκαμα τον Ντρίτσουλα!
ΒΙΕΝΝΑΣ: Νάχετε το νου σας ωρέ! Τρεχάτε καμπόσοι στη θύρα της μάντρας να τους προσέχετε... Κι ας είναι Έλληνες!
(Φεύγουν μερικά παλικάρια προς την ανατολική πλευρά, στην είσοδο της μάντρας)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Για να ιδούμε τι έχει να μας ειπεί ο Ντρίτσουλας!... (οργισμένος)... Πώς έκαμε τέτοια αποκοτιά μωρέ;;; Γιατί μας φανέρωσε στους Τούρκους;
ΚΩΤΣΟΣ: Με το μαλακό Θανάση! Μη πιαστούμε στα χέρια αναμετάξυ μας τώρα...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Μου χάλασε τα σκέδια Κώτσο! Παλεύω να συνάξω πάλι στράτεμα, για να πολεμήσω τον Ομέρ. Είτε με διατάτα από τ΄Ανάπλι, είτε με τη μάζωξη οπού έχω ορίσει μεθαύριο στα Παραπούγκια με τους ντόπιους οπλαρχηγούς! Πετεινάρης, Τζουνάρας, Αλέγρας, Μάμαλης κι άλλοι, μήνυσαν πως θάρτουν! Ακόμη κι ο Σταύρος ο Θηβαίος ημπορεί να γυρίσει. Είναι με τον Μήτρο Μπινιάρη τώρα.... Κι αυτός ο τρελο-Ντρίτσουλας, με φανερώνει και μου φέρνει τους Τούρκους καταπάνω! Τώρα!... οπού δεν έχω χαΐρι και δύναμις! Μαζεύτε τα να φύγουμε από δω... Με ψευτοπαλικαριές, δε νικιέται ο Ομέρ μωρέ! Τον ξέρω! Τον πολεμώ τόσα χρόνια!...
ΚΩΤΣΟΣ: Ας περιμένουμε λίγο να ιδούμε τι έχει να μας ειπεί κι ο Ντρίτσουλας...
(Βγαίνει και ο καλόγηρος από το ναό)
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Τι γίνεται καπετάνιο;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Γέροντα στο είπα πάλι... Φύγε! Σε λίγο θα πλακώσει εδώ, όλη η Τουρκιά!
(Ακούγονται ομιλίες από τα ανατολικά. Στη σκηνή μπαίνουν οι... Δρίτσουλας, Αναστάσης Λεβεντάκης με καμιά δεκαριά-δωδεκαριά άντρες. Σκονισμένοι ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι. Είναι... σαν κάπως περικυκλωμένοι από τους άντρες του Σκουρτανιώτη που τους περίμεναν στην είσοδο. Υπάρχει γενικά μια καχυποψία ανάμεσα στις δύο ομάδες του Σκουρτανιώτη και του Δρίτσουλα. Όλοι οι άντρες έχουν τα χέρια έτοιμα στα σπαθιά και στα όπλα. Οι Δρίτσουλας και Λεβεντάκης, φαίνεται να είναι συναρχηγοί αυτής της μικρής ομάδας. Ο Δρίτσουλας 40-45 ετών διονυσιακός τύπος, παρορμητικός, ηδονιστής... ο Λεβεντάκης λίγο κάτω από τα 30, αμφιλεγόμενος)
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Φχαριστούμε για το μιντάτι ωρέ παλικάρια! Γεια σου καπετάν Σκουρτανιώτη!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Καλώς τον καπετάν Ντρίτσουλα! (Στρέφεται στον αδερφό του Κώτσο)... Μάζεψε τους άντρες να φύγουμε! Νιόρα!
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Γιατί να φύγετε καπετάν Σκουρτανιώτη;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Γιατί φανέρωσες τη θέση μας στον εχτρό και τον έφερες ντουγρού πάνω μας καπετάν Γιάννη! Το ίδιο να κάμετε και σεις... Να φύγετε!
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Τους βάρεσα! Πειράζει οπού τους βάρεσα ωρέ Σκουρταναίε;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Βαράς όταν τηράς φως να νικήσεις! Αφού τους βάρεσες, για δεν εστάθης τότε εκεί να τους νικήσεις, αλλά τους έφερες καταπάνω μου;
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Φοβάσαι διακόσιους παλιότουρκους... Στρατηγέ;
(Ο Σκουρτανιώτης θυμώνει. Πλησιάζει τον Λεβεντάκη)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Εσύ ποιος είσαι ωρέ;
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Αναστάσης Λεβεντάκης...
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Είναι ξάδερφος του Στάθη Κατζικογιάννη...
(Ένα παλικάρι, πλησιάζει τον Σκουρτανιώτη και κάτι του ψιθυρίζει στο αυτί)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ξάδερφος του Στάθη ε;... Και δεν ήσουν στη δούλεψή του Κωλέττη πριν λίγο καιρό;;; Αστού μ' θα νι ζογκ... (αρβανίτικο... "έτσι μου είπε ένα πουλάκι")
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: (λίγο σαστισμένος)... Ναι... ήμουν... Και τι μ΄αυτό;;; Έλληνας είναι ο Κωλέττης, δεν είναι Τούρκος...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Μωρέ χειρότερος κι από Τούρκο είναι!... Θα μου ειπείς εσύ για τον Κωλέττη... Κι άμα τον ματαϊδείς... πέ του το στα μούτρα, τι λέγω εγώ γι΄αυτόν... Δε με μέλλει... Τη γούνα μου τώρα την έκαψα!
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Δε με νοιάζει καπετάνιο τι έχεις με τον Κωλέττη... Εμένα μη με μπερδεύεις με τις δουλειές σας... Και τι έγινε που τον είδα και ήμουν στη δούλεψή του ολίγο καιρό; Ο ξάδερφός μου μ΄έστειλε σ΄αυτόν, ο Κατζικογιάννης... Και μούπε πως ό, τι αποφασίζει αυτός, είναι καλώς καμωμένο...
(Ο Σκουρτανιώτης κοιτάζει με νόημα τον αδερφό του Κώτσο και ξαναγυρνά στον Λεβεντάκη)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (αυστηρά με καχυποψία)... Ωστε έτσι σου είπε ο ξάδερφός σου ο Κατζικογιάννης για τον Κωλέττη ε; Πως ό, τι αποφασίζει αυτός, είναι καλώς καμωμένο...
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Έτσι...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και συ εκόλλησες πάνω του με κλειστά μάτια!... Μήπως σου είπε να κάμεις καμιά... παγαποντιά εδώ ο... εκλαμπρότατος;
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: (λίγο σα θυμωμένος)... Τι παγαποντιά καπετάν Σκουρτανιώτη;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Δεν ξέρω... Φοβούμαι πως... όποιον έχει στη δούλεψή του αυτός, τον μαγαρίζει και τον βάνει να κάνει παλιοδουλειές...
(παρεμβαίνει ο Δρίτσουλας)
ΔΡΊΤΣΟΥΛΑΣ: Άστονε τον Λεβεντάκη ωρέ Σκουρτανιώτη! Τι είναι αυτά που του τσαμπουνάς;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Εγώ τι τσαμπουνάω ή αυτός Ντρίτσουλα;; Μου λέγει για διακόσιους σκατότουρκους, οπού είναι εξακόσιοι! Θα με μάθει εμένα γράμματα ο Λεβεντάκης!... Τους έχω πάρει εις το κατόπι από την πρώτη στιγμή οπού ευγήκαν από την Έγριπο! Πίσω απ΄τα χνάρια τους είμαι!... Λες να μη ξέρω πόσοι είναι; Αλλά θα τους χτυπήσω, όταν μαζέψω πάλι ασκέρι! Όχι τώρα οπού θέλει ο... Λεβεντάκης!
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Διακόσιοι είναι!
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Εμείς διακόσιους βαρέσαμε Σκουρτανιώτη! Διακόσιοι μας κυνήγησαν! Διακόσιοι είναι κάτω στα ριζά!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και γιατί βαρέσατε διακόσιους, δέκα νομάτοι οπού ήσαστε όλοι κι όλοι... καπετάν Ντρίτσουλα και καπετάν Λεβεντάκη;
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Θέλαμε να τους εκάμουμε χωσιά! Θα με μάθεις και μένα πόλεμο τώρα, Σκουρτανιώτη; Στο κάτω της γραφής... καλά τους ονόμασες... διακόσιοι σκατότουρκοι είναι!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Για να κάμεις χωσιά Ντρίτσουλα, πρέπει νάχεις συννοηθεί και μ΄άλλους να περιμένουν μέσα στα κρυφά και να ριχτούν στον οχτρό άξαφνα! Εσύ με ποιον συννοήθεις;;;... Και πότε ματακάμαμε χωριό σε πόλεμο εμείς οι δύο, οπού θα κάμωμε τώρα; Θες να με μπάσεις σε μάχη στανικώς και δεν ηξεύρω γιατί!...
(Εκείνη τη στιγμή έρχεται από το πουρνάρι δυτικά, ο σκοπός που βρισκόταν εκεί καραούλι. Βιαστικός)
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Β: Καπετάνιο έρχονται! Οι Τούρκοι ανηφορίζουν κατά δω!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Μαζεύτε τα! Φεύγουμε!
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: (Πιάνει από τον μπράτσο τον Σκουρτανιώτη να τον συγκρατήσει)... Στάσου μωρέ Σκουρταναίε! Εγώ σε είχα για παλικάρι!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Παλικάρι γιάμ!... (αρβ. γιάμ= είμαι)... Κάφς σ΄ γιάμ!!... (αρβ. Κάφς=ανόητος-μουλάρι-χαζός... σ΄γιάμ=δεν είμαι)
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Άκου δω!... Άκου με ολίγο και ύστερις φέγα!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Σ' ακούω!...
ΔΡΊΤΣΟΥΛΑΣ: Εγώ δεν ήμουνα μωρέ στο χάνι της Γραβιάς;... Δε πιάστηκα απ΄ τους πρώτους στο χορό με τον Δυσσέα και χωθήκαμε μέσα; Έφαγε τα μούτρα του ο Βριγιώνης απάνω μας! Τον ξεφτιλίσαμε! Θάρεψε όλη η Ρούμελη ωρέ! Δοξαστήκαμε!! Έτσι θα κάμωμεν κι εδώ!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και στη Γραβιά ήσουνα... και στη Δρακοσπηλιά ήσουνα, οπού εσκοτώσατε τον Νούτσο και τον Παλάσκα τρεις ιμάρηδες νοματαίοι, (αρβ. Ιμάρηδες=τρελλοί) και τήνε πλέρωσε ο Δυσσέας, για σας τους ιμάρηδες!...
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Το τραβάς πολύ Σκουρτανιώτη... πού τη θυμήθης τώρα τη Δρακοσπηλιά απ΄ το εικοσιδυό... Περασμένα ξεχασμένα... Για τη Γραβιά σου ομίλησα εγώ...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Δεν είναι το ίδιο Ντρίτσουλα ετούτη η εκκλησιά με τη Γραβιά και μη παίρνεις φόρα! Το χάνι ήταν από χώμα. Εκάματε τρούπες και πολεμάγατε όλοι απ' εκεί. Ετούτη η εκκλησιά είναι από πέτρα ωρέ! Δυο παραθύρια έχει κι αυτά στενά... Ποιος θα πρωτοντουφεκίσει απ' εκεί Ντρίτσουλα; Σα ποντικοί θα πιαστούμε στη φάκα!... Και φουσέκια ολίγα!... Τόσα μας άφηκε... (κοιτάζει τον Λεβεντάκη)... ο φίλος του Λεβεντάκη ο Κωλέτης, από τότες οπού μας έκοψε και τον τζεμπιχανέ...
ΜΗΤΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: Οι Τούρκοι ανεβαίνουν καπετάνιο! Ό,τι είναι να κάμωμε, να το κάμωμε τώρα!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Φεύγωμε! Είπα... Θα δώκω μάχη όταν αποφασίσω εγώ! Όχι όποτε θέλουν οι Τούρκοι με τον Ντρίτσουλα και τον... Λεβεντάκη!...
ΚΩΤΣΟΣ: (Τον τραβάει λίγο παράμερα να μην ακούν οι άλλοι)... Θανάση, γίνηκες ολίγο υποχόντριος μ΄αυτούς τους δύο... Σε νιώθω όμως... μας κυνηγάνε θεοί και δαίμονες αυτόν τον καιρό... Μας μήπως σήμερα είναι η ευκαιρία μας; Μήπως να σταθούμε δω να πολεμήσωμε;... Αν νικήσωμεν, θ' ακουστούμε σ' όλη την Ελλάδα... Μέχρις στ΄Ανάπλι θ΄ακουστούμε!... Θα στενεφτεί κι ο Κωλέττης και θα μας αυξήσει το στράτεμα...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Είναι στενάχωρα εδώ Κώτσο! Δε μ' αρέσει το μέρος... Έχω δει και κακό όνειρο... (γυρνάει προς τα παλικάρια και φωνάζει)... Άσε τους λαγούς που μας πετάγονταν συνέχεια μπροστά καθώς ερχόμαστε... Κακοτυχιά!... Μαζεύτε τα! Φεύγωμε!
ΔΡΊΤΣΟΥΛΑΣ: Κρίμας ωρέ Σκουρτανιώτη, κρίμας... Είχα ακούσει πολλά για σένα....ότι είσαι παλικάρι... ότι είσαι γενναίος κι αντρείος... Αλλά εσένα... δεν το λέει η καρδιά σου... Μου φαίνεται ότι φοβάσαι! Είσαι... δειλός ωρέ! Τρ΄μπες!... (τρ΄μπες=φοβάσαι, τονίζεται στο ρ)
(Στο άκουσμα της λέξης "δειλός" ο Σκουρτανιώτης οργίζεται)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Δειλός; Δειλός εγώ Ντρίτσουλα; Τρ΄μπεμ ού;;; (ού τρ΄μπεμ;=εγώ φοβάμαι;) Γιά ματαθούαε! (ματαθούαε... μίξη ελλην. και αρβαν. σημαίνει... ξαναπέστο)
(Ο Σκουρτανιώτης πάει να τραβήξει το σπαθί και ορμάει κατά πάνω στον Δρίτσουλα, αλλά πέφτουν πάνω τα παλικάρια και τους χωρίζουν. Όταν ηρεμεί κάπως, συνεχίζει...)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Θέτε να σταθούμε λοιπόν ε; (Στρέφεται προς τον Κώτσο)... Και συ Κώτσο;... Τότες, για να μη μας ειπούνε δειλούς, θα σταθούμε ωρέ κι ας αποθάνωμε!...
(Πλησιάζει τον Δρίτσουλα, του μιλάει σκληρά, αλλά φροντίζει να ακούει μόνο αυτός και όχι οι άλλοι, γιατί τον τραβάει κάπως παράμερα)...
Το κρίμα στο λαιμό σου ωρέ Ντρίτσουλα για τούτα τα παλικάρια οπού θα πέσουν εδώ... Κρίμας γιατί η πατρίδα έχει ανάγκη μωρέ τέτοιους λεβέντες και θα πάνε χαράμι από τη τρέλα σου... (Γυρνάει στα παλικάρια και φωνάζει)... Πιάστε τη μάντρα ωρέ! Κατά το βοριά και την ανατολή!... Που θα με ειπούνε εμένα δειλό!...
(Τα παλικάρια τρέχουν προς τα κει που έδωσε διαταγή ο καπετάνιος. Κάποια, φιλάνε το ντουφέκι τους. Δυο τρεις, μεταφέρουν μέσα από την εκκλησία, μερικά κιβώτια με φουσέκια πρς τη μάντρα. Εκείνος όμως φωνάζει τέσσερις να τους στείλει ως αγγελιοφόρους να φέρουν βοήθεια. Ο Δημητράκης και ο Μιχάλης, είναι τα δύο μικρότερα αδέρφια του)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Δημητράκη... Μιχάλη! Καββάς! Και συ... (φωνάζει κι έναν τέταρτο παλικάρι. Μαζεύονται γύρω του)... Θα φύγετε να φέρετε μιντάτια! Τρέξτε παντού! Ζερβά, δεξά, πάνω, κάτω! Ειπέτε τους πως στο Μαυρομάτι γίνεται μέγας πόλεμος!... (το σκέφτεται λίγο και χαμογελάει πικρά)... Όχι! Ειπέτε τους πως γίνεται γάμος!... Γάμος μωρέ γίνεται, έτσι να τους ειπείτε! Γίνεται γάμος και δεν πρέπει να λείψει κανείς! Είναι καλεσμένοι όλοι! Να έρθουν μιντάτι να νικήσωμε όλοι μαζί... ή να μας θάψουν!
ΜΙΧΑΛΗΣ: Εγώ δε φεύγω αδερφέ! Δε σ' αφήνω μονάχο σου!
ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ: Ούτε εγώ!
(Ο Σκουρτανιώτης τραβάει τα δύο μικρότερα αδέρφια του στην άκρη)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Είναι διαταγή! Ακούτε; Διαταγή! Δε θέλω κουβέντα! Τρεχάτε!... (Πάνε να φύγουν, μα αγκαλιάζει τα δύο του αδέρφια και τους τραβάει παράμερα)... Εσείς οπού είστε αδέρφια μου, θα τρέξετε πιο γοργά απ΄όλους μωρέ να φέρετε μιντάτι!... Ύστερις... Αν πέσετε και σεις εδώ, θα πεθάνει η μάνα... Κρατάω τον Κώτσο, τον Βιέννα... τα άλλα ξαδέρφια μας... Αν πάει στραβά η δουλειά εδώ, θα πέσουν πολλοί από το σόι, θα μαυρίσουν απ΄άκρη σ΄άκρη τα Σκούρτα!... Τουλάχιστον να ζήσετε σεις μωρέ!... Κι αν... κι αν γενεί στο τέλος το κακό, να προσέχετε τη γυναίκα μου μωρέ και το παιδί... Να μου φιλήσετε και τον αδερφό μας τον Γιώργη... (Τους αγκαλιάζει συγκινημένος και τους φιλά έναν έναν ξεχωριστά)... Φευγάτε τώρα!... Τρεχάτε μωρέ και με τη βοήθεια του Θεού, είθε να βγούμε νικητές! Καλή αντάμωση!...
(Οι αγγελιοφόροι φεύγουν συγκινημένοι προς το νοτιά. Ο Σκουρτανιώτης τους κοιτάζει συγκινημένος κι αυτός, καθώς απομακρύνονται. Ο καλόγερος τους σταυρώνει από μακριά σα να τους δίνει ευχή και μπαίνει γρήγορα στο ναό)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και τώρα πόλεμος! (Τρέχει σαν ζαρκάδι προς την ανατολική πλευρά της μάντρας. Τραγούδι)
Ε
(Οι Τούρκοι, διακόσιοι περίπου- έχουν ανέβει στα υψώματα του Μαυρομματίου και αναπτύσσονται στην βόρεια και ανατολική πλευρά της μάντρας του ναού. Οι Έλληνες του Σκουρτανιώτη και του Δρίτσουλα, αμύνονται εσωτερικά της μάντρας. Πριν αρχίσει η μάχη, οι Οθωμανοί σύμφωνα με τα έθιμά τους, ζητούν παράδοση. Μαζί με τους Οθωμανούς, πολεμούν και Έλληνες Ευβοείς, προσκυνημένοι στον πασά του Ευρίπου. Πρόκειται για τους άντρες των λεγόμενων τότε... τουρκοκαπεταναίων, καπετάν Κόντου και καπετάν Σάββα, οι οποίοι ζήτησαν συγχώρεση από τον Δημήτριο Υψηλάντη, μόλις την άνοιξη-καλοκαίρι του 1829. Το τμήμα τους θα αποτελούνταν τουλάχιστον από 200 άντρες Έλληνες κυρίως Ευβοείς. Εδώ μάλλον ειναι αναμεμιγμένοι. Άλλοι τετρακόσιοι Οθωμανοί και προσκυνημένοι Έλληνες, είναι κρυμμένοι ακόμη στον κάμπο και θα εμφανιστούν στο Μαυρομάτι αργότερα, στη δεύτερη φάση της μάχης. Οι δυνάμεις έχουν παραταχθεί και βρίσκονται στις θέσεις τους. Η σκηνή είναι άδεια, ακούμε μόνο τις φωνές. Οι μάχες εκείνη την εποχή, εκτός από χρήση όπλων, πυροβολισμών, σπαθιών, μαχαιριών κτλ. περιείχαν και πολλές βρισιές, ουρλιαχτά και γιούχα. Οι επιθέσεις των Οθωμανών στη μάντρα της Αγιά Σωτήρας, γίνονταν υπό των ήχο τουμπερλεκίων, που έδιναν τον ρυθμό. Εδώ προσπαθώ να εξωραΐσω κάπως τις βρισιές, αλλά στην πραγματικότητα, ήταν πολύ χειρότερες)
ΤΟΥΡΚΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ωρέ Σκουρτανιώτη... σήμερα σε μπλάξαμε καλά εδώ όπου εστάθης! Παραδοθείτε και προσκυνήστε τον πασά, να ζήσετε!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τουρκοκαπετάνιο! Τι δουλειά έχεις εσύ Έλληνας πράμα με τ΄ ασκέρι σου, να ντουφεκάς Έλληνες μωρέ, μαζί με τους Τουρκαλάδες; Δεν έχεις τσίπα; Δε ντρέπεσαι το Γένος σου; Θα δώκεις λόγο!...
ΤΟΥΡΚΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Πού θα δώκω λόγο ωρέ Σκουρταναίε; Σε σένα; Χαχαχαχα!... Που ξεσκωθήκατε να τα βάλετε με το ντιβάνι. Λίγα είναι τα ψωμιά σας ωρέ! Στο Μοριά λιανίζει ο Μπραήμης!... Πολλά έχεις κάνει ρε Σκουρταναίε, αλλά σήμερα ήρθε η ώρα να πλερώσεις! Δέκα χιλιάδες γρόσια θα πάρω μπαξίσι απ' τον πασά, όταν του πάγω το κεφάλι σου!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έλα να μου το πάρεις το κεφάλι ρε τουρκόγυφτε! Εδώ είμαι!...
ΤΟΥΡΚΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (κάπως απότομα)... Προσκύνα ωρέ! Δε λυπάσαι τ' αδέρφια και τα ξαδέρφια οπού έχεις μαζί και θα πάνε χαμένα; Μόνο συγγενήδες σου μείνανε ωρέ! Οι άλλοι λάκισαν απ΄τ΄ασκέρι σου, για δεν έχεις λένε, να τους πλερώσεις!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι λες ρε παραδόπιστε οπού πέταξες τη φουστανέλα και φόρεσες τούρκικο βρακί! Που θα μου πεις εσύ, να προσκυνήσω την καρατουρκιά! Όπου τη βρω τη πατάω στο κεφάλι τη τουρκιά! Και ασκέρι... αφού σας γαμήσω το κέρατο σήμερα, θα φτιάξω πάλι... Εδώ ήμαστε ωρέ! Ελάτε και θα σας φάγωμε το τζιέρι!
ΤΟΥΡΚΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Είπες την τελευταία σου κουβέντα Σκουρταναίε;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και πολλά είπαμε ρε τουρκογαμημένε!...
(Μετά από λίγο, ακούγονται τουμπερλέκια. Οι Τούρκοι κάνουν επίθεση. Αχός μάχης. Φωνές βρισιές, γιούχα κατά το δοκούν και φυσικά πυροβολισμοί. Σε αυτή τη 1η φάση της μάχης, δεν υπάρχουν άλογα, οπότε δεν ακούγονται χλιμιντρίσματα. Η σκηνή παραμένει άδεια. Το κοινό, ακούει μόνο ήχους)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Κάντε τον σταυρό σας παλικάρια! Κρατάτε! Κρατάτε γερά!
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Α: Πού πάτε ωρέ χαντούμηδες;;...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Β: Φάτηνε ρε κέρατο, φάτηνε!
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Γ: Χαχα... στο κούτελο! Τράβα να φας ρύζι με τον Αλλάχ τώρα...
ΚΩΤΣΟΣ: Μπράβο παλικάρια! Τους κρατάμε! Λίγα λόγια μωρέ!... Μη χάνετε τη δύναμή σας σε λόγια!... Βόλια φτύστε! Βόλια!!...
ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ: (οι ήχοι της μάχης από τα μεγάφωνα μειώνονται -χωρίς να πάψουν εντελώς όμως- για να ακουστεί ο εκφωνητής)... Για δύο περίπου ώρες, οι Τούρκοι επιτίθονται διαδοχικά αλλά λυσσαλέα στη μάντρα της Αγίας Σωτήρας. Προσκρούουν όμως συνεχώς, πάνω στη σθεναρή αντίσταση των Ελλήνων μαχητών, που προκαλούν στον εχθρό μεγάλες απώλειες. Κάποια στιγμή, οι άκαρπες επιθέσεις των Τούρκων να νικήσουν τον Σκουρτανιώτη και τα παλικάρια του, σταματούν. Αποθαρρύνονται και υποχωρούν προσωρινά στις πλαγιές των υψωμάτων, για να αποφασίσουν τι θα κάνουν...
(Στη σκηνή μπαίνει από την ανατολική πλευρά ο Δρίτσουλας με τον Λεβεντάκη, είναι ταλαιπωρημένοι απο τη μάχη)
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Λίγο νερό μωρέ, νερό! Καλόγερε!
(Ο καλόγηρος βγαίνει από την εκκλησία τρομοκρατημένος)
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Ναι καπετάνιο, να φέρω... (επιστρέφει με τη στάμνα και τους δίνει να πιούνε. Αφού πιουν, ο Δριτσουλας τραβάει παράμερα τον Λεβεντάκη)
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Τους δώκαμε μπερντάκι καλό. Μα μήπως είναι ώρα να φύγουμε; Τώρα ακόμα οπού ημπορούμε! Αν έρτουν κι οι άλλοι, θα μας κυκλώσουν από παντού και θα παγιδευτούμε δω μέσα!
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Πρέπει να βρούμε την ευκαιρία. Έχουμε και τους δικούς μας στη μάντρα...
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Τώρα είναι η ευκαιρία!...
(μπαίνουν στη σκηνή ο Σκουρτανιώτης με τον Κώτσο)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (απευθυνόμενος στους Δρίτσουλα και Λεβεντάκη)... Τι τα λέτε εσείς εδώ;
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Τίποτα δε λέμε! Λίγο νερό ήρταμε να πιούμε!
(Ο Καλόγηρος δίνει νερό στον Σκουρτανιώτη και στον Κώτσο. Πίνουν)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Αφού δεν έφυγες γέροντα κι έμεινες για να σε γράψει η ιστορία, άμε και στα παλικάρια λίγο νερό τώρα, να βρέξουν τα χείλια. Μη φοβάσαι... οι Τούρκοι έχουν λουφάξει μπροσώρας...
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Να πάω καπετάνιο μου, να πάω!... (τρέχει με τη στάμνα ανατολικά προς τη μάντρα)
ΔΡΊΤΣΟΥΛΑΣ: (χαμογελάει κάπως αλαζονικά και πονηρά στον Σκουρτανιώτη)... Στόπα ρε Σκουρτανιώτη πως θα νικήσουμε!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (κοιτάζει αυστηρά τον Δρίτσουλα)... Μη βιάζεσαι ωρέ Ντρίτσουλα! Δε τέλεψε τίποτα ακόμα!
ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ: Τους εκάμαμε μεγάλο χουνέρι! Στρώσαμε πολλούς χάμω...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τα ευρήκαν μπαστούνια!... Τώρα κάμουν συβούλιο! Ημπορεί ν' αποφασίσουν να φύγουν. Αν μείνουν όμως, οι επιθέσεις αυτή τη φορά θα είναι πιο πεισματώδεις! Φοβούμαι και για τους άλλους κάτω... Μήπως έχουν σκέδιο να μας κουράσουν ετούτοι οι πρώτοι και μετά να πλακώσουν όλοι μαζί... Και τώρα να φύγουμε καλά είναι, τους εκάμαμε ζημιά... Μα το επήρα πεισματικά με τούτονε οπού με είπε δειλό, γι΄αυτό θα σταθούμε... Δε φεύγει κανείς τώρα!... Κανείς!
ΔΡΊΤΣΟΥΛΑΣ: Θ' αντέξουμε ωρέ, όπως αντέξαμε και στη Γραβιά! Και μόλις πέσει η νύχτα, θα βρούμε ευκαιρία να φύγωμε κρυφά, να τους ξεφτιλίσουμε πάλι...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Μέχρι τη νύχτα δε φτάνουν τα βόλια κι ο τζεμπχανές Ντρίτσουλα... Ύστερις θα δουλέψουν χέρια μαχαίρια... Κι ο Θεός βοηθός!
(Ο Δρίτσουλας κι ο Λεβεντάκης φεύγουν προς τη μάντρα)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Λες να μας παίξανε κάνα τέχνασμα ετούτοι; Αυτούνου του Λεβεντάκη, δε τούχω μπιστοσύνη αφού έκαμε στον Κωλέττη... Άσε που είναι και ξάδερφος του Κατζικογιάννη... Άλλο τσιράκι του Κωλέττη κι αυτός!... Τον ξέρω καλά τον Κατζικογιάννη. Έχουμε κάνει πολέμους μαζί... το ξες. Έχει κολλήσει δυο χρόνια στον Γκούρα ως υπαρχηγός... Μου κάνει τον φίλο, αλλά ορέγεται καιρό τώρα, να μου πάρει τον τόπο...
ΚΩΤΣΟΣ: Μη βάζεις τέτοια με το νου σου Θανάση... Στο είπα πάλι, γίνεσαι υποχόντριος... Πολεμάνε μαζί μας ο Ντρίτσουλας με τον Λεβεντάκη. Και πολεμάνε καλά...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έχω υποψίες μωρέ! Ο Ντρίτσουλας ημπορεί να μην έχει ιδέα... Όπου τον πάει η τρέλα του είναι αυτός! Ημπορεί να του μπέρδεψε κι αυτούνου τα μυαλά ο Λεβεντάκης με τις χωσιές τάχαμου, για να μου φέρει τους Τούρκους απάνω!... Τα μάτια σου ανοιχτά αδερφέ!...
ΚΩΤΣΟΣ: Τους Τούρκους να φυλάμε ωρέ Θανάση ή τη πλάτη;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (αυστηρά)... Και τα δύο!
(Μπαίνει στη σκηνή ο καλόγερος, που έρχεται από τη μάντρα. Είχε πάει νερό στα παλικάρια)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έχεις καιρό ακόμη να φύγεις!
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Δε φεύγω καπετάνιο!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τότες, μπες και κάμε καμιά προσευχή, μπας και υποχωρήσουν οι Τούρκοι...
(Εκείνη τη στιγμή, ακούγεται η φωνή του μικρού Τάσου, που έρχεται τρέχοντας απ' το μεγάλο πουρνάρι)
ΤΑΣΟΣ: Καπετάνιοοοο... Καπετάνιοοοοο... Καπετάνιοοο...
(Μπαίνει ασθμαίνοντας στη σκηνή από τα δυτικά)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι είναι βρε Τάσο; Τι έπαθες και σκούζεις;
ΤΑΣΟΣ: Έρχονται κι άλλοι πολλοί καπετάνιο! Ουυυυυ πόσοι πολλοί έρχονται! Τους είδα απ' το μεγάλο πουρνάρι! Τετρακόσιοι, πεντακόσιοι, με πολλά άλογα και μπαϊράκια! Κάνουν κατά δω!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (στρέφεται και φωνάζει προς τη μάντρα οργισμένος)... Μόνο διακόσιοι Λεβεντάκη ε;; Μόνο διακόσιοι!...
(Ο Κώτσος τρέχει προς τη μάντρα. Ο Καπετάνιος πλησιάζει τον μικρό Τάσο και σκύβει μπροστά του)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Μπράβο ωρέ Τάσο! Σήμερα επολέμησες και συ σαν άντρας!... Μα τώρα θέλω να φύγεις μακριά... Ε γκέγκε; (αρβ. ε γκέγκε;=τ΄άκουσες;)
ΤΑΣΟΣ: (κουνάει λυπημένος, καταφατικά το κεφάλι)... Ναι...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Στάσου οπού σε θέλω κατιτίς ακόμα... (συγκινημένος)... Σαν απεράσουν τα χρόνια και γίνεις και συ άντρας... θέλω να πας να εύρης τον γιο μου, τον Γιάννη... σα μεγαλώσει κι αυτός... Να του ειπείς κατά γράμμα, τι γίνηκε εδώ σήμερις... Και να βαδίζει επάνω εις τα πατήματά μου να του ειπείς... Αυτός και τα παιδιά του... Εντάξει Τάσο;
ΤΆΣΟΣ: (έτοιμος να κλάψει, σκουπίζει με το μανίκι τα μάτια του)... Εντάξει καπετάνιο...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και τώρα ίκ! Ίκ!... (ικ=φύγε, αρβ)... Κι όταν σε ρωτάνε... "Πολέμησα κι εγώ μικρό παιδί, στο Μαυρομάτι" να τους λες... "μου τόειπε ο καπετάνιος!... Μου τόειπε ο καπετάν Γάτσης ο Σκουρτανιώτης΄΄... Άμε τώρα στο καλό...
(Ο Σκουρτανιώτης φιλάει στο μέτωπο το παιδί)
ΤΑΣΟΣ: Καλό βόλι καπετάνιο!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Να πας στην ευχή του Θεού... Νάνι ίκ!... (νάνι ίκ=τώρα φύγε)... Ίκ αλάργα γκα κουτού !... (Ίκ μακριά γκα κουτού=φύγε μακριά από δω)
(ο Σκουρτανιώτης τρέχει προς τη μάντρα)
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Τάσο φύε, δεν ήκουσες;... Φύε ρε! Άμα σε πιάσουν, θα σε τουρκέψουν κακομοίρηηη!... Γενίτζαρο θα σε κάμουν, να προσκυνάς όλη μέρα τον Αλλάχ! Φύε να σε χαρεί η μανούλα σου...
ΤΑΣΟΣ: Φεύγω... φεύγω!
(ο μικρός Τάσος τρέχει προς τα νοτιοδυτικά, ο καλόγηρος μπαίνει τρομοκρατημένος στην εκκλησία, κάνοντας τον σταυρό του)
ΣΤ
(Αχός μάχης. Χειρότερος από πριν. Αυτή τη φορά επιτίθονται και ντελήδες δηλ. καβαλάρηδες με άλογα. Χλιμιντρίσματα... Το κοινό, ακούει μόνο τους ήχους)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Κάθε βόλι και κορμί ωρέ παλικάρια! Μη πάει χαμένο τίποτις!
(οι ήχοι από τη μάχη χαμηλώνουν, για να ακουστει ο εκφωνητής)
ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ: Οι επιθέσεις αυτή τη φορά, είναι απανωτές και φονικότατες. Οι εχθροί δεν επιτίθονται πια μόνο από τα βόρεια και τα ανατολικά, αλλά σιγά σιγά περικυκλώνουν όλες τις πλευρές της Αγιά Σωτήρας, αδυνατίζοντας το μέτωπο των Ελλήνων μαχητών που αραιώνει. Οι Έλληνες μαχητές, αρχίζουν να δέχονται πυρά και στην πλάτη. Επιτίθονται και ντελήδες καβαλαραίοι με τ΄ άλογά τους. Η αντίσταση παραμένει σταθερή στην αρχή, τα παλικάρια του Σκουρτανιώτη συνεχίζουν να πολεμούν γενναία, αλλά τα πυρομαχικά τους κάποτε λιγοστεύουν. Κάποιοι πολεμιστές του Σκουρτανιώτη έχουν τραυματιστεί. Η γραμμή αμύνης της μάντρας αρχίζει σιγά σιγά να σπάει. Οι πολεμιστές τρέχουν να καλυφθούν τακτικά και άτακτα μέσα στο ναό. Αρχίζει να επικρατεί πανικός...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Βαστάτε μωρέ βαστάτε!
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Α: Δεν έχουμε φουσέκια καπετάνιο! Αχ!...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ξεσπαθώστε μωρέ ξεσπαθώστε! Να δουλεύουν χέρια μαχαίρια! Πρώτη φορά είναι; Τόχουμε ξανακάμει!.. Βαστάτε παλικάριαααα...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Β: Είναι πολλοί καπετάνιο... δε προκάνουμε....
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Γ: Σπάσαμε... σπάσαμε... Πίσω... μέσα στην εκκλησία!...
(Φωνές, βρισιές. Κάποια παλικάρια περνούν από τη σκηνή, ματωμένα, καπνισμένα, τραυματισμένα ενώ δέχονται από παντού πυρά. Άλλοι κουβαλούν και σέρνουν λαβωμένους. Μπαίνουν στον ναό)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (εμφανίζεται από τους τελευταίους στη σκηνή κρατώντας τον τραυματισμένο Βιέννα. Ο Κώτσος τους καλύπτει)... Κράτα ρε Κώστα, κράτα... πάρε αναπνοή... Γρήγορα όλοι μέσα!
(Υποχωρούν και μπαίνουν στο ναό. Εμφανίζονται μέσα από τα δέντρα οι πρώτοι Οθωμανοί, οι οποίοι προχωρούν προσεκτικά προς το ξωκκλήσι. Ακούγονται οι φωνές του Σκουρτανιώτη μέσα από το ναό)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Πιάστε τα παραθύρια! Ποιος έχει ακόμα φουσέκια;
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Α: Έχω πέντε εγώ...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Β: Κι εγώ τρία...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Γ: Κι εγώ έχω ολίγα...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Πιάστε τα παραθύρια και κρατάτε τους μακριά, να μη κοντέψουν...
(Από τα παράθυρα του ναού, ακούγονται πυροβολισμοί. Οι Οθωμανοί της αυλής ανταποδίδουν καλλυμένοι πίσω από δέντρα)
(Ακούγονται κάποια βογγητά λαβωμένων μέσα από το ναό)...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Πάτε τους λαβωμένους στο ιερό... Κώτσο τα γιατρικά!... Δέστε πρώτα τις πληγές για το αίμα με υφάδια... Και αντιφλογιστικά για τον πυρετό... Γέροντα βόηθα...
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Ναι καπετάνιο...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ: Νερό... νερό...
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: Λίγο έμεινε, πιες μια στάλα... Θέλουν κι άλλοι...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι ήθελα και σ΄άκουσα ωρέ Ντρίτσουλα;; Πιαστήκαμε στη φάκα!
(ακούγονται και οι τελευταίοι δυο-τρεις πυροβολισμοί από τα παράθυρα του ναού. Τα πυρομαχικά των Ελλήνων μαχητών, τελειώνουν εντελώς)
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Θα περιμένουμε να νυχτώσει και θα φύγουμε όπως κάναμε στη Γραβιά ρε Σκουρτανιώτη...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (οργισμένος)... Γραβιά... Γραβιά... Γραβιά! Μας έπρηξες τα καλαμπαλίκια με τη Γραβιά σου ρε ιμάρ! (αρβ. Ιμάρ=τρελός)... Μας πήρες στο λαιμό σου!...
ΔΡΙΤΣΟΥΛΑΣ: Θα γλιτώσουμε ωρέ Σκουρτανιώτη, θα ιδείς...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ψιό Ντρίτσουλα μη σφαγούμε εδώ τώρα μέσα στην εκκλησιά!!... Πριν να μας φάνε οι Τούρκοι!... Ψιό!...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Α: Χωρίστε τους μωρέ μη πιαστούν! Τραβάτε πιο πέρα τον Ντρίτσουλα...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Β... Διψάωωωω... νερό...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΛΑΒΩΜΕΝΟ: Ωχχχχ.... μάνα πονάω...
Ζ
(Οι Οθωμανοί της αυλής, αφού βλέπουν ότι έπαψαν οι πυροβολισμοί μέσα από το ναό, ξεθαρρεύουν εντελώς. Κάποιος δίνει διαταγή να σχηματιστεί γραμμή πυροβολιστών, για να σημαδεύει συνεχώς την πόρτα. Δυο τρεις φέρνουν μια σκάλα και ανεβαίνουν στη στέγη. Ανοίγουν τρύπες, με σκοπό να ρίξουν μέσα εύφλεκτα υλικά)
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Α: Έχουν ανέβει στα κεραμίδια καπετάνιο!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Να ιδούμε πρώτα, να ιδούμε. Κάνα φουσέκι έχετε μωρέ;;
ΚΩΤΣΟΣ: Δεν απόμεινε τίποτις Θανάση... Ο Βιέννας σβήνει μωρέ... πέθανε!
ΜΗΤΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: Τρυπάνε τα κεραμίδια καπετάνιο!
ΚΟΛΙΟΒΕΤΑΣ: Φέρνουν ρετζίνια και φωτιά μωρέ! Θα μας κάψουν!
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Β: Παναγιά μου!
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Γ: Βόηθα μας Θε μου, βόηθα μας!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Μη σας πιάνει φόβος μωρέ, εδώ είμαι γω!
ΚΩΤΣΟΣ: Να κάνουμε έξοδο κι ό,τι γίνει...
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Έχωμε λαβωμένους, θα τους θυσιάσωμε; Περιμένετε...
(οι Οθωμανοί πράγματι πετούν εύφλεκτα υλικά μέσα στο ναό. Ακολουθεί πανικός. Φωνές τρόμου από πολλούς μέσα από το ναό)
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Α: Παναγιά μου! Μας καίνε ζωντανούς!
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Β: Αχ Θε μου...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Γ: Έξω... δεν αντέχω άλλο... έξω...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Δ: Αέρα... μάνα μου...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Ε: Ωωωωωχ μάνα μου... καίγομαι!...
(Φωνές πανικού και τρόμου μέσα από τον ναό... Μη μπορώντας να αναπνεύσουν, επιχειρούν έξοδο άτακτα ομαδόν, αλλά η γραμμή πυροβολιστών που σημαδεύει την πόρτα, τους εξωθεί πάλι στο εσωτερικό του ναού, αφού βροχή πέφτουν τα βόλια πάνω τους)
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Α: Αέρα... δε μπορώ να πάρω αέρα... βοήθειαααα...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Β: Μάνα μου... μάνα μου...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Γ: Α ρε Μαριώωω.... δε θα με ξαναϊδείς...
ΜΗΤΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: (ασθμαίνοντας)... Δε θα ξαναδώ τη Λιάτανι μωρέ... Αχ Μάνα μου:... δε πρόκανα να σου φέρω νύφη...
ΠΑΛΙΚΑΡΙ Δ: Έξωωω να πάρουμε αέρα μωρέ... αέρα...
(Κάποιοι επιχειρούν πάλι έξοδο, αλλά δέχονται πάλι πυκνά πυρά στην πόρτα)
(Όλοι βήχουν και κραυγάζουν γοερά... Σιγά σιγά όμως, οι φωνές και τα βογγητά μέσα από το ναό σβήνουν. Ο καλόγηρος προσπαθεί να βγει από την πόρτα, αλλά τον συγκρατεί ο Σκουρτανιώτης, που αν και ζαλισμένος, παραμένει ακόμη ζωντανός)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (Μιλάει βαριά... βήχοντας)... Μη βγαίνεις ακό...μη γέροντα... θα... θα σε... σκοτώσουν... πάρε ... λίγο αέρα στην... πό....ρτα και περί.... μενε...
(ο καλόγηρος ξεφεύγει από τον Σκουρτανιώτη και βγαίνει. Παραδόξως οι Οθωμανοί δεν τον πυροβολούν. Τον αιχμαλωτίζουν όμως και τον ανακρίνουν αμέσως. Ο Έλληνας τουρκοκαπετάνιος, που πολεμάει μαζί με τους Τούρκους, το αρπάζει από τον σβέρκο)
ΤΟΥΡΚΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι γίνεται μέσα ωρέ καλόγερε;
ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ: (βήχοντας)... πέθα... (βήχει)... πέθαναν όλοι!... Μόνο... (βήχει)... μόνο ο καπετάνιος... (βήχει)...
ΤΟΥΡΚΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ζει μωρέ ο Σκουρτανιώτης;;;
(ο καλόγηρος γνέφει με το κεφάλι καταφατικά. Ο Τουρκοκαπετάνιος σπρώχνει περιφρονητικά τον καλόγηρο και δίνει διαταγή με νοήματα σε κάποιον, να πλησιάσει στη πόρτα, να την ανοίξει και να πετάξει οβούζιο, που είναι σαν χειροβομβίδα της εποχής. Αφού ο Σκουρτανιώτης, με τις λίγες δυνάμεις που του έχουν απομείνει και ζαλισμένος από τους καπνούς και τις φωτιές, αμύνεται με το σπαθί για λίγο πίσω από την πόρτα, τελικά ο Οθωμανός πετάει μέσα το οβούζιο. Ακούγεται μια έκρηξη και ο Σκουρτανιώτης πέφτει νεκρός...)
(Οι Οθωμανοί μετά την έκρηξη, πανηγυρίζουν και αποσύρονται από τη σκηνή)
ΤΟΥΡΚΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (φεύγοντας)... Καπετάν Σκουρτανιώτηηηηη... Πάμε για το χωριό σου τα Σκούρτα τώρα!... Έλα να το σώσεις!.... Χαχαχαχαχα...
(Οι Οθωμανοί αποχωρούν εντελώς από τη σκηνή. Μονάχα ο καλόγερος στέκει κάπου στη μέση κατάχαμα. Κοιτάζει το άπειρο σα χαμένος... Μουσική λυπητερή. Μοιρολόι. Ίσως του καπετάν Γιάννη στο youtube που είναι αρβανίτικο, αλλά προς συζήτηση αυτό. Ίσως ο Φουντουζής σε μοιρολόι, χωρίς όμως να εμφανιστεί στη σκηνή)
Η
ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ: Το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου 1825, οι Οθωμανοί του Ευρίπου έχουν ολοκληρώσει το φρικώδες έργο τους. Μέσα στο εκκλησάκι της Αγιά Σωτήρας, κείτονται άψυχα τα σώματα του Σκουρτανιώτη, του αδερφού του Κώτσου, του Βιέννα, του Δρίτσουλα, του Λεβεντάκη και των υπολοίπων μαρτύρων πολεμιστών. Με ανοιχτά στόματα σα να γυρεύουν ακόμη απεγνωσμένα οξυγόνο... σώματα μελανά, τουμπανιασμένα, φρικώδη. Ο καλόγερος, ο μόνος διασωθείς της μάχης, τρέμει. Το πρόσωπό του ωχρό, πάνινο. Δεν μπορεί να συνέλθει ακόμη, από το δράμα που έζησε. Κάθεται αναποφάσιστος κάτω, σα μια μαύρη φιγούρα ριζωμένη στο χώμα... σαν αποτρόπαιο ανατριχιαστικό άγαλμα. Μονάχα ο μικρός Τάσος που παρακολούθησε τη φονική μάχη από τους λόφους δυτικά, τρέχει μες στο σκοτάδι να ειδοποιήσει το χωριό πως όλα τέλειωσαν... έφυγαν κι οι Τούρκοι.
Σε λίγο αρχίζουν να καταφθάνουν δειλά, οι πρώτες γυναίκες και οι άντρες του Μαυροματίου, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι. Δεν τολμούν ακόμη να πλησιάσουν τον ναό, παρά κάθονται απόμερα ανάμεσα στα δέντρα, έχοντας φράξει με τις παλάμες τα στόματα από τρόμο... μπροστά στην υποψία της τραγωδίας που κρύβεται πίσω από τους πέτρινους τοίχους του μικρού ναού. Λίγο πολύ άλλωστε, τους είχε προετοιμάσει για το τι θα δουν και ο μικρός Τάσος... Που και που κάποια γυναίκα προσπαθεί να ψιθυρίσει κάτι, αλλά αυτό που βγαίνει είναι ένας πνιχτός λυγμός...
ΜΑΥΡΟΜΑΤΑΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ: ((60-70 ετών)... πλησιάζει αργά μ΄ένα μπαστούνι προς τον ναό. Σπρώχνει με το μπαστούνι του την πόρτα, μα αυτό που βλέπει είναι ανατριχιαστικό. Βγάζει τραγικό λυγμό. Κλαίει... Απλώνει τα χέρια προς το εσωτερικό του ναού σα να θέλει να χαϊδέψει από μακριά τα νεκρά παλικάρια...)
ΜΑΥΡΟΜΑΤΑΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Παλικάρια... Παλικάρια μου... Παιδιά μουυυ... (στρέφεται αργά προς τα έξω, ακουμπά την πλάτη στον τοίχο και κάθεται αργά αργά κάτω. Με το πρόσωπο ανάμεσα στα χέρια του κλαίει)
ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ: Τίποτα σχεδόν δεν κινείται. Ούτε καν τα φύλλα των δέντρων. Όλοι και όλα τριγύρω έχουν παγώσει, κοιτάζοντας το λιγοστό πια φως που βγαίνει απ΄τα μικρά τρίλοβα παράθυρα και τη σπασμένη πόρτα του ναού, από τις εναπομείνασες εστίες φωτιάς που σιγοκαίει ακόμη...
Και τότε, σα να έφθασε πετώντας μέσα από τα σύννεφα του Ελικώνα, μια ψηλόλιγνη φιγούρα γυναίκας με λευκό μακρύ φόρεμα, εμφανίζεται ξαφνικά στο ήσυχο πια προαύλιο του ναού, που λίγο πριν, μαίνονταν η φωτιά και οι κραυγές της μάχης. Ευθυτενής, αγέρωχη, λυγερόκορμη. Οι γυναίκες του Μαυροματίου που στέκουν φοβισμένες ακόμη μακριά, οι γέροι, ο καλόγερος και ο μικρός Τάσος που έχει επιστρέψει ξανά, κοιτάζουν με δέος τη λαμπρή γυναίκα να περπατά περήφανα και μεγαλόπρεπα προς τον ναό. Μόνο όταν φτάνει, σκύβει ταπεινά για να περάσει τη χαμηλή πόρτα η πανέμορφη νύφη...
(η σκηνή με τη γυναικεία φιγούρα που είναι η Δόξα, να συμβεί και στη σκηνή)
ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ: Οι αγγελιοφόροι του Σκουρτανιώτη, τρέχουν ακόμη λαχανιασμένοι και ειδοποιούν τους ανθρώπους. Έχουμε γάμο! Από τα Δερβενοχώρια φθάνει ο οπλαρχηγός Γκέλης με τους δικούς του. Κι ο Μάμαλης. Απ' το νοτιά ο Πετεινάρης... Ο Αλέγρας... Από τη Λειβαδιά θα φθάσει ο Σουλιώτης Διαμαντής-Τζήμα Ζέρβας με καμιά εκατοστή παλικάρια. Αυτοί οι Σουλιώτες, θα θάψουν το πρωί σε ομαδικό τάφο -λίγα μόλις μέτρα από τη πόρτα του ναού- τα νεκρά παλικάρια, συνεπικουρούμενοι από τον ιερέα και τις γυναίκες του Μαυροματίου... Στα γύρω χωριά οι πιο τολμηροί ξεσηκώνονται για την Αγιά Σωτήρα. Από τα Σκούρτα ο Κώτσο Βόγκλης με τον Κουκούλεζα και όλους τους άλλους. Θα μάθει εμβρόντητος κι ο Γιώργης στο Ναύπλιο από το φοβερό μαντάτο. Θα κινήσει κι αυτός αστραπή κατά κει. Μαζί του κι ο γραμματικός του καπετάνιου, ο Αναστάσης Θεοδωριάδης. Κι άλλοι. Κι άλλοι πολλοί, γυναίκες κι άντρες θα φτάσουν και θα φτάνουν απ' όλα τα μέρη, τους χρόνους και τους αιώνες, στη μικρή εκκλησία, όπου έγινε ο γάμος. Στην Αγιά Σωτήρα στο Μαυρομάτι!
΄΄Έχουμε γάμο και δεν πρέπει να λείψει κανείς!''
Αυτόν τον γάμο εννοούσε ο καπετάνιος λοιπόν! Τον γάμο του με τη δόξα...
(Τραγούδι τέλους. Όλοι οι ηθοποιοί εμφανίζονται στη σκηνή και υποκλίνονται στο κοινό)
ΤΕΛΟΣ















































Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου