Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Η μάχη στο Ταμπούρι 26 Ιουλίου 1821

.

μέρος α'
-ελεύθερη απόδοση-

Ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει καλά ότι ο κίνδυνος δεν έχει περάσει. Ο Κιοσέ Μεχμέτ έχει στρατοπεδεύσει στη Θήβα με τις δυνάμεις του και ο Ομέρ Βρυώνης κατευθύνεται στη Χαλκίδα. Τα μάτια του αετού πάνω από τα Δερβενοχώρια προσέχουν άγρυπνα και ανήσυχα τις ορδές των δύο πασάδων, κάτω στο κάμπο. Η επιστροφή στη Θήβα και ο διαχωρισμός αμέσως μετά, του στρατού των Τούρκων σε δύο μέρη, δείχνει ότι ο άμεσος κίνδυνος για τη Πελοπόννησο έχει περάσει. Ο Ομέρ δεν αποφασίζει να μπει στη Πελοπόννησο, τουλάχιστον για την ώρα. Οι Τούρκοι γνωρίζουν ότι οι επαναστάτες στην Αν. Στερεά δε συνετρίβησαν, απλά διασκορπίστηκαν και έχουν προς το παρόν αποτραβηχτεί στα όρη. Η αντίσταση στη Βοιωτία μπορεί να μη τους νίκησε, αλλά τους προβλημάτισε πολύ. Διαπίστωσαν πολλούς επαναστατικούς θύλακες που δεν εξαφανίστηκαν, απλά αποτραβήχτηκαν προσωρινά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν αποφασίζει να μπει στη Πελοπόννησο. Φοβάται εγκλεισμό. Η επανάσταση προς το παρόν διασώζεται στο Μοριά όπως και η πολιορκία της Τρίπολης.
Στις 14 Ιουλίου ο Ομέρ Βρυώνης φθάνει στα Βρυσάκια όπου υπάρχει σημαντική δύναμη Ελλήνων με τους Θηβαίο Κώτσιο και τον Αγγελή. Προσπαθεί να τους νικήσει, αλλά δεν καταφέρνει να διαλύσει το στράτευμά τους. Θέτει σε πρώτη προτεραιότητα την βοήθεια των Τούρκων που πολιορκούνται στην Ακρόπολη από τους Έλληνες και φεύγει από την Εύβοια, έχοντας υπό την οδηγία του 3000 Αλβανούς. Ο Σκουρτανιώτης βλέποντάς το στράτευμα του Βρυώνη να βγαίνει από τον Εύριπο, θορυβείται. Ειδοποιεί τους Έλληνες που βρίσκονται στην Αθήνα και πολιορκούν την Ακρόπολη, για τον άμεσο κίνδυνο. Ο Χατζη-Μελέτης Βασιλείου σπεύδει και ενώ ο Ομέρ στρατοπεδεύει στη Λιάτανη, τον παρενοχλεί με το απόσπασμά του, που όμως στην επίθεση των υπεράριθμων Τούρκων, διαλύεται στα βουνά. Ο Ομέρ κατευθύνεται στην Αθήνα και στις 20 Ιουλίου στρατοπεδεύει στα Πατήσια. Αλώνει την Αθήνα και λύει την πολιορκία της Ακρόπολης.


Ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει καλά, πως από τη στιγμή που οι Τούρκοι δε μπήκαν στην Πελοπόννησο, τα Δερβενοχώρια κινδυνεύουν. Οι Τούρκοι μένουν στην Αν. Στερεά με σκοπό να διαλύσουν τους επαναστατικούς θύλακες. Ένας από αυτούς και μάλιστα πολύ σημαντικός, είναι τα Δερβενοχώρια. Από τη πρώτη στιγμή προτρέπει τους σκοπούς και τις προφυλακές του, να έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Όλες αυτές τις ημέρες γυρίζει από σκοπιά σε σκοπιά, από προφυλακή σε προφυλακή. Παράλληλα επεξεργάζεται σχέδιο στρατολόγησης. Ενημερώνει όλα τα χωριά του οροπεδίου. Όποιος άντρας μπορεί να κρατήσει όπλο, να είναι έτοιμος εάν χρειαστεί. Με πρόχειρους υπολογισμούς καταλήγει πως μπορεί να συγκεντρώσει σε περίπτωση ανάγκης, δύναμη πυρός 300 όπλων.
Πράγματι στις 26 Ιούλη νωρίς το πρωί, άντρες από τα καραούλια τον ειδοποιούν ότι 500 πεζοί Τούρκοι και ιππείς από τη Θήβα, κατευθύνονται νότιο ανατολικά προς τον Ασωπό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Έρχονται για τα Δερβενοχώρια. Ο Σκουρτανιώτης σημάνει συναγερμό. Εν ριπή οφθαλμού 300 περίπου Δερβενοχωρίτες απ’ όλα τα χωριά του οροπεδίου, τα Σκούρτα, το Δερβενοσάλεσι, το Κακονισχύρι, τα Κρόρα, το Πράσινο, συγκεντρώνονται γύρω από τον αρχηγό σε ορεινό σημείο έξω από το Δερβενοσάλεσι, στο δρόμο που έρχεται από τη Ραμπντόσα, την ευκολότερη δίοδο από τον Ασωπό. Τα Δερβενοχώρια, για πρώτη φορά μετά από αιώνες κινδυνεύουν, αλλά ο αρχηγός είναι ήρεμος και χαμογελαστός. Είχε βιώσει την αναστάτωση που επικρατούσε εδώ όλον αυτό τον καιρό, είχε δει την αγωνία στα πρόσωπα των ντόπιων, των γυναικών, των γέρων, ακόμα και των παιδιών. Ήταν ο κεντρικός αποδέκτης όλης αυτής της ανησυχίας και όχι μόνο. Μερικοί τον θεωρούσαν υπεύθυνο που τα Δερβενοχώρια από τη μια στιγμή στην άλλη, από κει που απολάμβαναν μια ήσυχη και ήρεμη ζωή χωρίς να τους ενοχλεί κανείς, είχαν περάσει σε μια κατάσταση εμπόλεμης αβεβαιότητας. Ναι, είχε ακούσει και τέτοια. Πως δεν είχε καμιά δουλειά να μπλεχτεί και να τους εκθέσει όλους, αφού οι Τούρκοι δε τους ενόχλησαν ποτέ. Όσο λίγες κι αν ήταν αυτές οι φωνές, είχαν όμως ακουστεί, δημιουργώντας του ένα πρόσθετο βάρος, στεναχώρια και ανησυχία. Δε κοιμόταν πια όπως παλιά. Τις νύχτες ξύπναγε μαύρα μεσάνυχτα, λουσμένος στον ιδρώτα. Έβλεπε περίεργα όνειρα και εφιάλτες. Έπαιρνε το άλογο και γυρνούσε τα καραούλια. Δεν είναι και μικρό πράγμα να πέφτει πάνω σου ο πιθανός αφανισμός μιας ολόκληρης περιοχής. Ώρες ώρες το βάρος είναι δυσβάσταχτο. Έτσι έπρεπε όμως να κάνει. Να σηκώσει τη σημαία της επανάστασης. Στο κάτω κάτω, είχε ζυγίσει απ’ την αρχή τα πράγματα. Ήταν σίγουρος όταν ξεσηκώθηκε εναντίον των Τούρκων, πως εξέφραζε τη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Δερβενοχωριτών. Οι ενάντιες φωνές ήταν ελάχιστες και μέσα του ήξερε καλά, πως είχε πράξει το σωστό. Το αποδεικνύουν οι τριακόσιοι άντρες που είναι τώρα συναγμένοι γύρω του.
Ο καπετάνιος ψύχραιμα τους λέει πως δε χρειάζεται να ανησυχούν, γιατί έχουν το πλεονέκτημα. Αν είναι κάποιοι που έχουν πρόβλημα, είναι οι Τούρκοι. Ούτε τη περιοχή γνωρίζουν και ανεβαίνοντας τα βουνά θα βάλλονται από ψηλά και από παντού. Αλλά δε χρειάζεται να πει πολλά σε τέτοιους άντρες και το ξέρει. Αν κυλάει κάτι μέσα στο αίμα τους πάππου προς πάππου, αυτό είναι το μίσος για τον ξένο που θέλει να πατήσει τούτα τα χώματα σα κατακτητής. Οι Δερβενοχωρίτες ήταν μια ανοιχτή αγκαλιά για κάθε κατατρεγμένο του κάμπου που ερχόταν εδώ ζητώντας βοήθεια. Όλοι αυτοί είχαν θέση και τόπο στα Δερβενοχώρια και πολλοί απ’ αυτούς είναι εδώ σήμερα και κρατούν όπλο. Αυτό που δεν άντεχαν όμως οι Δερβενοχωρίτες, ήταν ο κατακτητής.
Ο αρχηγός δίνει τις πρώτες του εξετάσεις σε πολεμικές συνθήκες μπροστά στους συμπατριώτες του. Ήρεμος, χαμογελαστός, χωρίς πολλές κουβέντες όπως πάντα, εμπνέει τους ορεσίβιους που δείχνουν να εμπιστεύονται το νεαρό αρχηγό τους. Δίπλα του ο οπλαρχηγός Γκέλης με τους δικούς του από το Δερβενοσάλεσι. Σκληρός και πολύ ικανός στο σημάδι, σίγουρα θα έχει το πρώτο λόγο σήμερα και το ξέρει. Είναι μια καλή μέρα γι’ αυτόν. Γύρω από τον Σκουρτανιώτη συναγμένα όλα του τ’ αδέρφια, ο Κώτσιος, ο Γιώργης, ο Λουκάς, ο Γάτσης, ο Δημήτρης, ο Μιχάλης. Ο κουνιάδος του ο Βιέννας. Τα πρωτοπαλίκαρά του, ο ανδρείος Δήμος Κουκούλεζας, ο Κουμπίτσας κι οι άλλοι Λιαταναίοι. Πανέτοιμοι όλοι. Το απόσπασμα των 300 ορεσίβιων μπροστά στο νεαρό καπετάνιο, καθισμένο πάνω στα βράχια είναι σιωπηλό. Οι περισσότεροι ασχολούνται με τον οπλισμό τους. Ποτέ δε τους άρεσαν οι πολλές κουβέντες. Ο αρχηγός με τα πρωτοπαλίκαρα, αρχίζουν να συζητούν στα αρβανίτικα για το ποιο σημείο είναι καλύτερα να «τη στήσουν» στους Τούρκους. Ο Γιώργο-Γκέλης κάποια στιγμή, διαφωνεί με έναν τσοπάνο της περιοχής και υψώνει τη φωνή του. Ήταν πάντα ευέξαπτος και ήθελε να περνάει το δικό του. Παρεμβαίνει ο Θανάσης που τους θυμίζει τη κρισιμότητα της κατάστασης. Ο ίδιος μέσα του ήξερε ποιο μέρος έπρεπε να πιάσουν, αν οι Τούρκοι έρχονταν απ’ τη Ραμπντόσα. Είχε καταλήξει εδώ και πολύ καιρό σε αυτό το σημείο, όχι τώρα. Τόσα χρόνια αρχηγός της περιοχής, δούλευε ακόμη και στον ύπνο του τέτοια σχέδια σε περίπτωση επιδρομών, από τους δρόμους που πιθανόν να ερχόταν ο εχθρός. Για το δρόμο της Ραμπντόσας είχε επιλέξει ένα σημείο πιο κάτω, ο δρόμος βάθαινε ανάμεσα σε δύο ράχες γεμάτες μεγάλα πουρνάρια. Θα έπιαναν τις δύο ράχες αντικριστά, θα τους άφηναν να περάσουν και θα τους βαρούσαν από δυο μεριές. Όμως δε βρίσκονταν εδώ για να μαλώσουν μεταξύ τους και με τον τρόπο του, επιπλήττει τον Γιώργο Γκέλη και τον τσοπάνο της περιοχής. Δε προλαβαίνει να αποσώσει το λόγο του όμως και βλέπουν νάρχεται τρεχάτος ο Στάμου ο Κολιός φωνάζοντας. Ήταν αγγελιοφόρος από το καραούλι του Νίκο Μπήλιου δυτικά. Πηδάει σαν αγριοκάτσικο στα βράχια και φτάνει λαχανιασμένος ανάμεσά τους.
«Είναι καμιά πεντακοσαριά καπετάνιο και κόψαν στη γέφυρα του Μητροπολίτη! Μείναν καμιά πενηνταριά εκεί με τ’ άλογα. Οι άλλοι πήραν το δρόμο για τη Γκούρεζα!»
Από κει θ’ ανέβουν λοιπόν. Όχι απ’ τη Ραμπντόσα. Ήθελαν να τους πιάσουν στον ύπνο. Να τους πάρουν τη πλάτη. Κανείς δε περίμενε να έρθουν απ’ τη Γκούρεζα. Είναι βράχια απόκρημνα κι η ανάβαση γι’ αυτούς δύσκολη, αλλά την επέλεξαν μονάχα για αιφνιδιασμό. Αν έβγαιναν στο οροπέδιο από κει, τα πράγματα θα ήταν δύσκολα.
«Από Γκούρεζα; Εκεί κατρακυλάνε ακόμα κι οι χελώνες! Ουχού κονιάρηδες, θα σας φάει ο λύκος!» λέει δυνατά ο Κοτζάνης ο Σπύρος από τη Λιάτανη και τα παλικάρια ξεσπάνε σε γέλια.
«Από Γκούρεζα ε; Τόσο το καλύτερο!» λέει σα να μονολογεί ο Σκουρτανιώτης και προσθέτει δυνατά «Βέμι, σκέμι κοχ! (Πάμε, δεν έχουμε ώρα)»
Οι σκληροτράχηλοι ορεσίβιοι σηκώνονται και κατά ομάδες η μια πίσω από την άλλη, ακολουθούν τον αρχηγό, προχωρώντας για τον αυχένα που βγαίνει ο δρόμος της Γκούρεζας. Σιωπηλοί. Κανένας δε θα πίστευε αν έβλεπε 300 άντρες να περπατούν όλοι μαζί, πως θα μπορούσαν να κάνουν τόση ησυχία. Μα οπλισμός τους, όχι και ό, τι καλύτερο. Αν εξαιρέσεις τα εκατό περίπου όπλα του αποσπάσματος, τα υπόλοιπα ήταν ένα κράμα από κυνηγετικά και αυτοσχέδια. Ο Δήμος ο Κουκούλεζας βλέποντας ένα δεκαεφτάχρονο λιανό τσοπανόπουλο από τα Κρόρα να βαδίζει δίπλα του γεμάτο περηφάνια, κρατώντας ένα γκρα φτιαγμένο από σωλήνα, ο Θεός να το έκανε όπλο, του λέει:
«Αϊ μωρέ Γιαννάκη! Σκότωσε σήμερα Τουρκαλάδες να τους πάρεις τις μπιστόλες με τα ντουφέκια!»
Εκείνος σα να ψήλωσε μισό μέτρο.
«Θα τους γαμήσω το κέρατο καπετάν Δήμο!» απαντά, κάνοντας όσους ήταν κοντά να ξεσπάσουν σε γέλια.
Σε είκοσι περίπου λεπτά διακρίνουν τον Νίκο Μπήλιο. Φτάνουν κοντά του.
«Έχουν αρχίσει ν’ ανεβαίνουν» λέει στον Σκουρτανιώτη.
Εκείνος εξετάζει το μέρος. Από πίσω του συγκεντρώνονται σιγά σιγά όλες οι ομάδες των πολεμιστών. Σε λίγο φωνάζει το Γκέλη και τα πρωτοπαλίκαρα κοντά του.
«Θάρθουν από τη χαράδρα, το ρέμα και τις πλαγιές. Δε μπορούν απ’ αλλού. Θα κάνουμε ένα ταμπούρι εδώ ψηλά στη ράχη. Μακρύ. Τόξο. Για εκατό νοματαίους»
Απευθύνεται στον Γκέλη.
«Καλύτερα να πιάσεις στη δεξιά μεριά. Να έχεις τον ήλιο από πίσω. Τράβα τους δικούς σου στην άκρη και χαμηλά. Θάρθει μαζί σου κι ο Γιώργης με τον Μιχάλη, ανάμεσα σε σένα και το ταμπούρι. Ο Κουκούλεζας, ο Βιέννας κι ο Κουμπίτσας αριστερά. Εγώ με τους υπόλοιπους στο ταμπούρι. Θα τους βάλουμε στη μέση. Ρίχνω πρώτος. Τ’ μος σιοχ χουντ! (μη δω να φαίνεται μύτη)»
Κούνησαν όλοι καταφατικά το κεφάλι και άρχισαν να κινούνται προσεκτικά για τις θέσεις τους. Οι εκατό άντρες που έμειναν με τον αρχηγό, γρήγορα κι αθόρυβα άρχισαν να μαζεύουν πέτρες. Ο αρχηγός με το σχέδιό του ήθελε να δημιουργήσει ένα ημικύκλιο στον αυχένα γύρω από τους Τούρκους και να τους αφήσει να χωθούν μέσα του. Και μετά να βαρούσαν από τρεις πλευρές. Από τη στιγμή που απέτυχε ο αιφνιδιασμός τους, όλα φαίνονταν εύκολα. Αυτό που δεν άρεσε στο Σκουρτανιώτη, ήταν ότι στο ρέμα σε μερικά σημεία, τα πουρνάρια ήταν αρκετά μεγάλα. Οι Τούρκοι θα μπορούσαν να καλυφθούν και να μη φαίνονται καλά από κει. Αλλά δε μπορούσε να τους αλλάξει το δρόμο.


Ο Κιοσέ Μεχμέτ μένοντας στη Θήβα, έθεσε πρώτη προτεραιότητα τη κατάκτηση των Δερβενοχωρίων, όχι μόνο επειδή το απόσπασμα του Σκουρτανιώτη, που μέχρι τότε ήταν τοποτηρητής της ειρήνης και της νομιμότητας στη περιοχή, σήκωσε επαναστατικό μπαϊράκι, αλλά και επειδή οι πληροφορίες που έφταναν στους Τούρκους τόνιζαν, πως πολλοί επαναστάτες του κάμπου έβρισκαν άσυλο εκεί, με αποτέλεσμα ο επαναστατικός θύλακας των Δερβενοχωρίων να αυξάνει επικίνδυνα, ώστε να θέτει σε διαρκή κίνδυνο τις εφοδιοπομπές και τις επικοινωνίες τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Κιοσέ Μεχμέτ, απέστειλε 500 Τούρκους με αρχηγό των Κιαμήλ μπέη, να σβήσουν την επανάσταση στα Δερβενοχώρια.
Δε γνωρίζουμε την ακριβή ώρα της μάχης. Ο Τσεβάς που έχει καταγράψει το γεγονός δεν το αναλύει διεξοδικά. Διασώζει όμως την ημερομηνία, τον αριθμό των αντιμαχομένων, το τόπο και τον αριθμό των νεκρών από τις δύο πλευρές. Γι’ αυτό, για να έχουμε έστω και σήμερα μια πιο διεξοδική απόδοση της μάχης, ήμαστε υποχρεωμένοι να αυτοσχεδιάσουμε, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στα Δερβενοχώρια εκείνη της εποχή. Εμείς απλά θα διανθίσουμε το ιστορικό στέλεχος που μας άφησε ο Τσεβάς σχετικά με τη μάχη στο ταμπούρι.

Από υποθέσεις λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως οι Τούρκοι ξεκίνησαν από τη Θήβα τα χαράματα της 26ης Ιουλίου 1821 τόσο νωρίς, ώστε στις επτά το πρωί να βρίσκονται ήδη στον Ασωπό και στη γέφυρα του Μητροπολίτη. Ένα δεύτερο ενδεχόμενο είναι να ξεκίνησαν από τη προηγούμενη το απόγευμα, να διανυκτέρευσαν στον Ασωπό και τα χαράματα της 26ης να άρχισαν την άνοδο στη Γκούρεζα. Ένα ερώτημα που μπορεί επίσης να τεθεί είναι γιατί δεν επέλεξαν να ανέβουν τη νύχτα στη Γκούρεζα, ώστε το πρωί να ξημερώσουν στο οροπέδιο και να αιφνιδιάσουν για τα καλά τους Δερβενοχωρίτες. Η επιλογή όμως της ανάβασης στα Δερβενοχώρια από τη Γκούρεζα, που μπορεί να θεωρηθεί τόλμημα ακόμα και την ημέρα, τη νύχτα μπορεί να θεωρηθεί καθαρή αυτοκτονία, γι’ αυτό οι Τούρκοι δεν αποτόλμησαν ποτέ κάτι τέτοιο. Από την άλλη, ο πιο εύκολος δρόμος ανάβασης από τη Ραμπντόσα, πιθανόν έχει αποκλειστεί εξ’ αρχής από εκείνους, γιατί σίγουρα θεώρησαν πως σε καμιά περίπτωση δε θα ήταν τόσο αφελείς οι Δερβενοχωρίτες, ώστε να αφήσουν μια τέτοια οδό αφύλακτη. Η ουσία πάντως είναι πως ο Κιαμήλ μπέης, αποφάσισε να αιφνιδιάσει τους Δερβενοχωρίτες ακολουθώντας την δύσκολη μεν αλλά μη αναμενόμενη οδό της Γκούρεζας το πρωί της 26ης Ιουλίου 1821. Ο αιφνιδιασμός όπως είδαμε απέτυχε και οι 500 Τούρκοι ανηφόριζαν πια ανυποψίαστοι προς το στόμα του λύκου.
Θέλω επίσης να προσθέσω ακόμη κάτι εδώ. Επέλεξα να αναλύσω τη στρατηγική της άμυνας στον αυχένα με τη μέθοδο του ταμπουριού, μόνο και μόνο από το όνομα που έχει ακόμη και σήμερα αυτή η περιοχή. Γιατί είμαι σχεδόν βέβαιος, πως η περιοχή «Ταμπούρι» δεν ονομαζόταν έτσι πριν, μα πήρε το όνομά της από εκείνη τη μάχη και έπειτα και εξ’ αιτίας του ταμπουριού που έστησε ο Σκουρτανιώτης με τους άντρες του για να αποκρούσουν τους Τούρκους. Το περιβόητο ταμπούρι λοιπόν, ίσως έμεινε εκεί πολλά χρόνια μετά την επανάσταση, δίνοντας από τότε το όνομά του και χαρακτηρίζοντας για πάντα τη περιοχή. Πρόκειται δηλαδή για την εξαιρετική εκείνη περίπτωση, που ένα τοπωνύμιο συμπληρώνει τα κενά του ιστορικού και μας βοηθά να κατανοήσουμε ακόμη και τον τρόπο μιας μάχης.



Σε λιγότερο από μία ώρα από τη στιγμή που ο Σκουρτανιώτης έφτασε με τους 300 στο σημείο της μάχης, περί την δεκάτη πρωινή, όλα ήταν έτοιμα για την υποδοχή των Τούρκων στον αυχένα του δρόμου της Γκούρεζας. Το κεντρικό ταμπούρι ύψους περίπου ενός μέτρου, ήταν έτοιμο. Από τις δυο του άκρες δεξιά κι αριστερά κερδίζοντας βάθος στις πλαγιές, είχαν ακροβολιστεί πίσω από βράχια και πουρνάρια οι πολεμιστές, όπως τους είχε κατανείμει ο Θανάσης. Από κει που βρισκόταν ο 28άχρονος καπετάνιος, προσπαθούσε να ελέγξει την κάλυψη των πολεμιστών του σε όλο το τόξο της γραμμής και έμεινε ευχαριστημένος. Οι Δερβενοχωρίτες είχαν γίνει ένα με το βουνό. Η εμπειρία ακόμη και των μη πολεμιστών σε αυτά τα μέρη από τότε που γεννήθηκαν, τους είχε κάνει να αναπτύξουν μια αξιοθαύμαστη ικανότητα στη κάλυψη. Ήξεραν από τη φύση τους να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται το τόπο προς όφελός τους. Και τώρα είχαν γίνει όπως ακριβώς ήθελε ο Σκουρτανιώτης. Χαμαιλέοντες. Οι Τούρκοι έπρεπε να χωθούν όσο το δυνατόν βαθύτερα στη παγίδα. Ο Θανάσης ήξερε, πως δε υπήρχε θέμα νίκης των Τούρκων εδώ. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν η πρόκληση μεγαλύτερης ζημιάς στον εχθρό και όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες για τους ίδιους. Ήξερε καλά, πως ο θάνατος και ενός μονάχα Δερβενοχωρίτη, θα χρεωνόταν στον ίδιο και στην απόφασή του να σηκώσει τη σημαία της επανάστασης.

(συνεχίζεται)

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΘ. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗ


(Έλληνες αγωνιστές του 21, Πίνακας του Θάνου Βασιλικού)

ΑΘΑΝΑΤΟΙ!!

25η Μαρτίου 2009 σήμερα και για να τιμήσουμε όσο μπορούμε τους αγωνιστές της ελευθερίας, δίνουμε τα ονόματα των βεβαιωμένων πολεμιστών του Σκουρτανιώτη. Τιμή σε όλους και σε όσους πολέμησαν χωρίς να αναφέρεται πουθενά το όνομά τους. Αθάνατοι!


ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗ

Οι βεβαιωμένοι πολεμιστές του Σκουρτανιώτη όπως φαίνονται στις δηλώσεις των ιδίων ή των απογόνων τους στις αιτήσεις συνταξιοδότησης και τις επιτροπές πολλά χρόνια μετά την ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας. Ανάμεσά τους βρίσκονται μπουλουξήδες που σημαίνει πως ενδέχεται να έχουν υπό την εποπτεία τους άλλους 15-20 ή 30 άντρες. Ο συνολικός αριθμός των βεβαιωμένων, δεν εκφράζει τον πραγματικό αριθμό των αντρών του καπετάν Θανάση, διότι πολλοί πολεμιστές –και ιδίως εκείνοι που σκοτώθηκαν και δεν είχαν παντρευτεί για να έχουν απογόνους- δεν έκαναν φυσικά καμία αίτηση. Άλλοι υπηρέτησαν μετά την επανάσταση στα σώματα ασφαλείας, θεώρησαν ικανοποιητική τη σύνταξη και το βαθμό τους και δεν έκαναν επίσης αίτηση. Χαρακτηριστικό είναι το ότι από 40 ή 70 πολεμιστές που έπεσαν στο Μαυρομάτι, μονάχα ένας απόγονος βρέθηκε να κάνει αίτηση! Ο απόγονος του Κολιοβέτα Νικόλαου από το Κάστρο. Με αυτά τα δεδομένα, ο πραγματικός αριθμός των αντρών του καπετάνιου, εκτιμούμε ότι θα ήταν τρεις φορές τουλάχιστον μεγαλύτερος από τον αριθμό των βεβαιωμένων. Είναι βέβαια και το άλλο. Όταν σκοτώθηκε ο καπετάνιος το 1825 ένας μεγάλος αριθμός από τους άντρες του που δεν ήταν στο Μαυρομάτι, απορροφήθηκε από άλλους καπεταναίους. Όταν αργότερα υπέβαλαν αίτηση, χρησιμοποίησαν το όνομα του καπετάνιου τους που ήταν ακόμα εν ζωή για να μπορέσει να υπογράψει και να πιστοποιήσει την αλήθεια της αίτησης και όχι φυσικά του νεκρού καπετάνιου που δε θα μπορούσε να υπογράψει.

(Τα παρακάτω στοιχεία, μετά από επεξεργασία των στοιχείων του Φανόπουλου στο «Θήβα και Λειβαδιά, Χωραϊτες και χωρικοί»)

Από Σκούρτα:
1. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ. Καπετάνιος
2. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ αδερφός του Θανάση
3. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΓΑΤΣΗΣ αδερφός του Θανάση
4. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΚΩΤΣΙΟΣ αδερφός του Θανάση. Εκτελούσε χρέη υπασπιστή. Σκοτώθηκε στο Μαυρομάτι.
5. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ Διαδέχτηκε τον Θανάση ακολουθώντας αξιοθαύμαστη στρατιωτική πορεία. Μετά την επανάσταση υπασπιστής του Όθωνα.
6. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ αδερφός του Θανάση.
7. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ αδερφός του Θανάση.
8. ΒΟΓΚΛΗΣ ΚΩΤΣΟΣ ή ΣΑΡΡΗΣ Πολέμησε με τον Αθ. Σκουρτανιώτη στον Ανηφορίτη και στο Καπανδρίτι.
9. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ Πολέμησε με τον καπετάνιο στον Ανηφορίτη.
10. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΜΠΡΟΣ Πολεμιστής του καπετάνιου.
11. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Πολεμιστής του καπετάνιου.
12. ΤΟΛΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ Πολεμιστής του καπετάνιου, πολέμησε στον Ανηφορίτη.
Από Σπαϊδες (Ελαιώνας):
13. ΚΑΤΣΙΦΟΣ ΚΩΤΣΟΣ ή ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ. Πολεμιστής του Καπετάνιου. Μετά την επανάσταση χρησιμοποίησε τιμητικά το όνομα του καπετάνιου του.
14. ΚΑΤΣΙΦΟΡΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Μπουλουξής. Πατέρας του Κατσιφού Κώτσου. Πρώτος Μπουλουξής του καπετάνιου με 15-20 στρατιώτες. Σκοτώθηκε σε μάχη στον Ανηφορίτη.
Από Ψαχνά:
15. ΤΖΑΒΕΛΑΣ ή ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ. Πολέμησε με τον καπετάνιο στον Ανηφορίτη.
Από Τοπόλια (Κάστρο):
16. ΚΟΛΙΟΒΕΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Μπουλουξής. Έπεσε στο Μαυρομάτι μαζί με το καπετάνιο.
Από Χάλια:
17. ΑΓΓΕΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Πολέμησε με τον καπετάνιο στον Ανηφορίτη.
Από Χλεμποτσάρι (Ασωπία):
18. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΣ . Δεν υπάρχουν στοιχεία εκτός ότι έλαβε μέρος στην επανάσταση. Πολύ πιθανόν μαζί με τον καπετάνιο επειδή ζούσε στη Ταναγραϊκή γη.
Από Βάγια:
19. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΚΩΤΖΙΟΣ. Πολέμησε με τον καπετάνιο στον Ανηφορίτη.
Από Φάρο Αυλίδας:
20. ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ.Πολέμησε με τον καπετάνιο στον Ανηφορίτη, Μεσοβούνι, Δερβενοσάλεσι.
Από Δερβενοσάλεσι (Πύλη):
21. ΜΠΗΛΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Μπουλουξής. Πολέμησε με τον καπετάνιο στην Αθήνα, στη πολιορκία της Ακρόπολης και σε μάχες στην Εύβοια.
22. ΦΙΛΗΣ ΚΟΛΙΑΣ Μπουλουξής.
23. ΝΤΑΟΥΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Πολεμιστής του καπετάνιου.
24. ΓΚΕΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Μπουλουξής 20-30 ανδρών. Στην αρχή ακολούθησε τον καπετάνιο. Πολύ ικανός στο σημάδι. Για άγνωστους λόγους τσακώθηκαν και ακολούθησε κατόπιν προσωπικό δρόμο.
25. ΛΥΚΟΣ ΑΝΤΩΝ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
26. ΣΤΑΜΟΥ ΚΟΛΙΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου. Έλαβε μέρος σε μάχες στη Κάρυστο, το Αλιβέρι, τα Βρυσάκια και ήταν από τους λίγους που ακολούθησαν τον Γιώργη στις περιβόητες Λιβανάτες.
Από Ρημόκαστρο (Θεσπιές):
27. ΚΟΚΟΣΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου
Από Θήβα:
28. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΣ ή ΘΗΒΑΙΟΣ. Πολέμησε με το καπετάνιο.
29. ΓΚΙΚΑΣ ΣΤΑΘΗΣ. Μπουλουξής, επικεφαλής 15-20 στρατιωτών. Στην αρχή ακολούθησε το καπετάνιο στην άλωση της Αθήνας και στον Ανηφορίτη.
30. ΜΑΚΟΥΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Πολέμησε με το καπετάνιο στο Μεσοβούνι, Σουλό (Σουλάς;;), Ανηφορίτη.
31. ΤΣΙΑΓΚΛΗΣ ΛΟΥΚΑΣ. Με τ’ αδέρφια του όπως βλέπουμε παρακάτω, πήραν μέρος στην εξέγερση της Θήβας και μετά ακολούθησαν τον Σκουρτανιώτη στη Ρετσώνα και τον Ανηφορίτη.
32. ΤΣΙΑΓΚΛΗΣ ΜΗΤΣΟΣ. Αδερφός του Λουκά και Κωνσταντή Τσιαγκλή. Εξέγερση Θήβας, Ρετσώνα, Ανηφορίτη.
33. ΤΣΙΑΓΚΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ. Αδερφός του Λουκά και του Μήτσου Τσιαγκλή. Εξέγερση Θήβας, Ρετσώνα, Ανηφορίτη.
34. ΤΗΡΡΗΝΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΟΣ. Πλούσιος έμπορος πριν την επανάσταση, βοήθησε πολύ τον αγώνα οικονομικά και διέθεσε όλη του τη περιουσία. Υπηρέτησε ως τσαούσας(φροντιστής στρατοπέδου) με το καπετάν Θανάση, τον Δρίτσουλα και τον Γ. Σκουρτανιώτη αργότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία.
Από Κακονισχύρι (Πάνακτος):
35. ΠΕΠΠΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΥ. Από την αρχή της επανάστασης μαζί με τον καπετάνιο σε μάχες στον Ανηφορίτη, στη Θήβα, στη Κολομπίθεζα και στο Καλαμάκι.
36. ΠΕΠΠΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Μπουλουξής του καπετάνιου. Στα χαρτιά για την συνταξιοδότηση μιλάει για μια μάχη εναντίον του Ομέρ Βρυώνη στο Δερβενοσάλεσι.
37. ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ. Πολεμιστής του καπετάνιου. Έλαβε μέρος σε μάχες στον Ανηφορίτη, εναντίον Ομέρ πασά, στο Καλαμάκι και σε μάχες κατά Ομέρ και Γιανιτζάρ πασά.
38. ΠΑΠΑΙΩΑΝΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου. Έλαβε μέρος μαζί του σε μάχες στον Ανηφορίτη, Καλαμάκι.
39. ΠΕΠΠΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ .Τα έτη 1821-1822 ήταν πολεμιστής του καπετάνιου σε μάχες στον Ανηφορίτη, στη Θήβα, στη Κολομπίθεζα, στο Καλαμάκι.
Από Κρόρα (Στεφάνη):
40. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΗΜΟΣ ή ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Από τους πιο ανδρείους πολεμιστές του Σκουρτανιώτη. Του άρεσε να τρώει ζεστή κουκούλα, που ήταν πρόχειρο ψωμί ψημένο στη φωτιά και ο αρχηγός του έβγαλε το παρατσούκλι Κουκούλεζας. Μετά τον θάνατο του Θανάση, ακολούθησε τον Γιώργη και τον Καραϊσκάκη και σκοτώθηκε στο Φάληρο.
41. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Μικρότερος αδερφός του Δήμου. Πήρε το παρατσούκλι Κουκούλεζας γιατί έμοιαζε στη γενναιότητα με τον αδερφό του.
Από Λιάτανη (Αγ. Θωμάς):
42. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙΟΚΕΣ ή ΚΙΟΚΙΟΣ. Ανδρείος και συνετός πολεμιστής του καπετάνιου.
43. ΚΟΥΜΠΙΤΣΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
44. ΒΟΥΓΕΣΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
45. ΚΟΤΖΑΝΗΣ ΣΠΥΡΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου. Έλαβε μέρος σε μάχες στον Ανηφορίτη, Δερβενοσάλεσι, Μαραθώνα.
46. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου. Έλαβε μέρος με τον καπετάνιο σε μάχες στο Μεσοβούνι και Ανηφορίτη.
47. ΣΤΕΦΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
48. ΣΤΕΡΠΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
49. ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
50. ΜΠΟΥΓΕΣΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Φίλος μπουλουξής του καπετάνιου αλλά και του Κριεζώτη και τροφοδότης τους με τρόφιμα, αρνιά και σφαχτά.
Από Μουσταφάδες (Καλλιθέα):
51. ΛΙΑΜΠΟΤΗΣ. Δεν υπάρχουν επιπλέον στοιχεία παρά μόνο ότι πολέμησε κατά την διάρκεια της επανάστασης. Τον συνδέουμε με τον καπετάνιο ως κάτοικο της Ταναγραϊκής γης.
Από Μπράτσι (Τανάγρα):
52. ΜΠΛΑΝΑΣ ΚΩΤΣΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
53. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΩΤΗΡΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
54. ΓΡΙΠΟΝΗΣΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
55. ΜΠΕΛΕΓΡΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
Από Λεύκτρα (Παραπούγγια):
56. ΠΕΤΗΝΑΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Ίσως ο μοναδικός καπετάνιος δυτικά, που ήταν φίλος του Θανάση Σκουρτανιώτη πραγματικά. Φαίνεται να συμπράττουν αρκετές φορές μαζί , όπως στην εξέγερση και τις διαπραγματεύσεις της Θήβας, στην οργάνωση της άμυνας του Κιθαιρώνα και στη δημιουργία πρόχειρων καταλυμάτων για τα γυναικόπαιδα σύμφωνα με τον Βαγιάννη στις επιδρομές του Ομέρ του Ευρίπου. Δεν είναι τυχαίο, το ότι στο χωριό του Πετηνάρη στα Παραπούγγια, είχε κανονίσει ο καπετάνιος τη σύναξη των καπεταναίων δύο ημέρες μετά τη μάχη του Μαυροματίου, συνάντηση που τελικά δεν έγινε ποτέ.
Από Σχηματάρι:
57.ΔΕΔΑΚΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ή ΝΤΕΤΑΚΗΣ. Μπουλουξής. Πολέμησε από την αρχή της επανάστασης με το καπετάνιο σε μάχες όπως, στον Ανηφορίτη, Χαϊδάρι.
58.ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ή ΜΠΟΖΙΑΝΗΣ ΔΗΜ. Πολεμιστής του καπετάνιου. Από την αρχή του αγώνα, κάτω από τις οδηγίες του Γ. Σκουρτανιώτη.
59.ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
60.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου σε μάχες στον Ανηφορίτη.
61.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΜΠΡΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου σε μάχες στον Ανηφορίτη.
62.ΚΑΛΑΡΙΩΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
63.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου.
64.ΜΠΑΡΜΠΑΣ ΚΩΤΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛ. Πολεμιστής του Μπουγέση Σταμάτη και κατ’ επέκταση του Αθανασίου Σκουρτανιώτη.
65.ΤΟΛΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ. Πολεμιστής του καπετάνιου στον Ανηφορίτη.


Πολεμιστές του καπετάνιου από άλλες πηγές:

66.ΒΙΕΝΝΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. Κουνιάδος του καπετάνιου, αδερφός της γυναίκας του Ειρήνης. Έπεσε με τον αρχηγό στο Μαυρομάτι.
67.ΚΑΒΒΑΣ ΤΑΣΟΣ. Πολεμιστής του Θανάση, μάλλον από τη Λιάτανη. Ο ένας από τους 4 αγγελιοφόρους που απέστειλε για βοήθεια ο καπετάνιος, λίγες στιγμές πριν τη μάχη του Μαυροματίου.


*Οι πολεμιστές Πέππας Νικόλαος από Πάνακτο (μπουλουξής), Κοτζάνης Σπύρος από τη Λιάτανη και Μιχάλης Χρήστος από Φάρο Αυλίδας, όπως φαίνεται από τα έγγραφα, κάνουν λόγο για μια μάχη στο Δερβενοσάλεσι (Πύλη). Ο δε Πέππας Νικόλαος, δίνει ένα παραπάνω στοιχείο. Ότι αυτή η μάχη ήταν εναντίον του Ομέρ Βρυώνη. Πιθανολογώ ότι πρόκειται για μάχη με απόσπασμα της κύριας στρατιάς του Ομέρ Βριώνη, κατά την επιστροφή του από την Αθήνα, το Σεπτέμβρη του 1821. Την ίδια περίοδο στα Δερβενοχώρια, βρισκόταν ο Νικηταράς και ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Η συγκεκριμένη μάχη δεν αναφέρεται πουθενά εκτός από τρεις πολεμιστές του Σκουρτανιώτη από διαφορετικά χωριά, στις αιτήσεις τους στις επιτροπές του αγώνα για σύνταξη πολλά χρόνια μετά. Είναι οι μόνοι που λένε ξεκάθαρα, ότι ο Ομέρ Βρυώνης ή τουλάχιστον ικανά αποσπάσματά του πέρασαν από τα Δερβενοχώρια. Ερευνώ όσο μπορώ την υπόθεση.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Επιστροφή του Αθ. Σκουρτανιώτη στα Δερβένια-Οργάνωση στις νέες συνθήκες-Η μάχη στη μονή Οσίου Μελετίου

.


(Ομέρ Βρυώνης)


«ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ» ΣΤΑ ΔΕΡΒΕΝΙΑ

Δε γνωρίζουμε πόσο έμεινε ο Σκουρτανιώτης στην Αθήνα και στη πολιορκία της Ακρόπολης. Ο καπετάνιος δεν είχε ποτέ κάποιον ιστορικό κοντά του να ανιστορεί τα καθημερινά καθέκαστα και έτσι, ό, τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε για την στρατιωτική του πορεία, μπορούμε να τα εξάγουμε μονάχα από σκόρπια σημεία του Βαγιάννη, του Τσεβά, του Μακρυγιάννη, από τις επιστολές του ίδιου του Σκουρτανιώτη και γενικότερα από την μελέτη των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε χρονιάς του πολέμου. Λαμβάνοντας φυσικά υπ’ όψη, την ιδιαιτερότητα του τόπου που εκ των πραγμάτων τάχθηκε εκείνος να φυλά. Των Δερβενίων. Είναι για μένα σα να έχω ελάχιστα κομμάτια ενός σπασμένου μα πολύτιμου αγγείου. Τα τοποθετώ στη θέση τους σκιαγραφώντας τα κενά, προσπαθώντας συνάμα να μειώσω στο ελάχιστο την συμμετοχή της αυθαιρεσίας στο όλο εγχείρημα. Σε αυτό το σημείο, ας μου συγχωρεθούν τα όποια λάθη.
Ένα άλλο ερώτημα επίσης που μπορεί να τεθεί, είναι πόσοι ήταν οι άνδρες που τον ακολούθησαν στην Αττική και στην αρχή της επανάστασης. Αποδείξεις πάλι δεν έχουμε. Αν λάβουμε υπ’ όψη μας όμως, πως ο Σκουρτανιώτης διέθετε ήδη ένα απόσπασμα που μπορούσε να φτάσει τους 100 άνδρες κάτω από ειδικές συνθήκες και αν λάβουμε επίσης υπ’ όψη τον ενθουσιασμό που εκείνες τις ημέρες κυριαρχούσε -η Πελοπόννησος και η Στερεά βρίσκονταν υπό επαναστατικό πυρετό- μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε πως γύρω από τον Σκουρτανιώτη συνάχτηκαν γρήγορα από τα Δερβενοχώρια, τη Λιάτανι, το Σχηματάρι και τη Τανάγρα 150 άντρες τουλάχιστον. Αφού όρισε προφυλακές στα Δερβένια για να έχει μάτια και πληροφορίες, κατηφόρισε στην Αττική το πρώτο δεκαήμερο του Απρίλη και ενώθηκε με τον Χατζη-Μελέτη Βασιλείου υπό τις διαταγές του Δήμου Αντωνίου. Λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων της Αθήνας μέχρι το τέλος περίπου του Απριλίου. Η πόλη των Αθηνών αλώθηκε στις 26 του Απρίλη και οι Τούρκοι κλείσθηκαν στην Ακρόπολη, όπου άρχισαν να πολιορκούνται. Προσωπική μου γνώμη, πως ο Σκουρτανιώτης δεν στάθηκε πολύ στην πολιορκία της Ακρόπολης. Ήδη ο Ομέρ Βριώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ έχουν εισέλθει στην Αν. Στερεά να καταπνίξουν την επανάσταση. Έχει μεσολαβήσει η μάχη της Αλαμάνας και ο θάνατος του Διάκου από τις 23 του Απρίλη 1821, οπότε ο κίνδυνος για τα Δερβενοχώρια είναι μεγάλος. Ο Σκουρτανιώτης σύμφωνα με τη λογική, τέλη Απριλίου, θα πρέπει να επέστρεψε με τους άντρες του στα Δερβένια για να οργανώσει από δω και μπρος τον αγώνα από κει.
Εδώ να πούμε, πως τα Δερβένια που σημαίνουν περάσματα, ήταν από την αρχή της επανάστασης μέχρι το θάνατό του, η αδιαφιλονίκητη δικιά του περιοχή. Κανένας ποτέ δεν αμφισβήτησε την κυριαρχία του εκεί. Γνώριζε τη περιοχή άριστα πριν την επανάσταση και είχε ήδη οργανωμένο δίκτυο πληροφοριών και τροφοδοσίας. Τα Δερβενοχώρια ήταν η φωλιά του αετού. Από κει έλεγχε, νότια τα στενά της Κάζας και το δρόμο προς Ελευσίνα και τον Ισθμό, δυτικά το κάμπο της Θήβας, βόρεια τους Τούρκους της Χαλκίδας, την Αυλίδα και τον Ωρωπό και ανατολικά την δίοδο της Χασιάς στην Αθήνα. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα και πιο νευραλγικά σημεία της Ελληνικής επανάστασης. Από τα Δερβένια περνούσαν ταχυδρόμοι από και προς την Αττική και Πελοπόννησο, περνούσαν τρόφιμα, όπλα, πολεμοφόδια, χρήματα, πολεμιστές. Με αυτά τα δεδομένα, έπρεπε πια ο αρχηγός να καθορίσει την πορεία του από δω και μπρος.
Σε αυτή τη φάση της ελληνικής επανάστασης, δεν υπάρχει κυβέρνηση να συνδυάσει κεντρικά τον αγώνα. Ό, τι γίνεται, είναι προσωπικές ή συνδυασμένες αποφάσεις πρώην αρματολών, κλεφτών και καπεταναίων με τους δημογέροντες, τους προκρίτους και τον ξεσηκωμένο λαό. Σε αυτό το νευραλγικό σημείο λοιπόν, ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει ότι πρέπει πια να οργανωθεί βάση των καινούριων δεδομένων. Δεν είναι πια ο αρχηγός ενός αποσπάσματος που σκοπός του είναι η διατήρηση της ειρήνης. Βρίσκεται πια σε πόλεμο και πρέπει να συντονιστεί στις νέες συνθήκες. Αντιλαμβάνεται από την αρχή, πως η περιοχή που εκ των πραγμάτων τάχθηκε να φυλάει, έχει μια σπάνια ιδιαιτερότητα, σχετικά με άλλες περιοχές. Τον θέλει πάντα εκεί. Δε του αφήνει πολλά περιθώρια ελευθερίας και απομάκρυνσης. Πρώτον γιατί στα Δερβενοχώρια υπάρχει πάντα μεγάλος αριθμός άμαχου πληθυσμού και γυναικόπαιδα. Ο Σκουρτανιώτης ήταν ο εκ φύσεως προστάτης τους και οι Τούρκοι της Χαλκίδας πάντα κοντά. Δεύτερον γιατί ως ο μοναδικός ανατολικά συγκοινωνιακός κόμβος τα Δερβένια, που ενώνουν Ρούμελη με Πελοπόννησο, χρειαζόταν έναν ικανό καπετάνιο που να μην απομακρύνεται απ’ αυτήν, όχι μόνο για να την διατηρεί συνεχώς ελεύθερη, αλλά για να εκμεταλλεύεται άριστα τα πλεονεκτήματά της (κλέψιμο αλληλογραφίας εχθρού, επίθεση σε εφοδιοπομπές, παρατήρηση δυνάμεων του εχθρού, εξασφάλιση φίλιων επικοινωνιών, ροή πολεμοφοδίων πληροφοριών, τροφίμων κτλ). Ο Σκουρτανιώτης ήταν με λίγα λόγια, ο φυσικός προστάτης των Δερβενίων και αυτό ακριβώς, του αποστερούσε το δικαίωμα απομάκρυνσής του από αυτά. Ο Σκουρτανιώτης δεν είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων μέσα στην Ελληνική επανάσταση, όπως άλλοι καπεταναίοι και οπλαρχηγοί που εμφανίζονται πότε στο Μεσολόγγι, πότε στην Άμφισσα, πότε στην Αθήνα και πότε στη Πελοπόννησο. Εκ των πραγμάτων ήταν ταγμένος να φυλάει τα Δερβένια, όπως τόσο εύστοχα έχει παρατηρήσει και ο Φανόπουλος. Το σχοινί στο πόδι του καπετάνιου ήταν κοντό.
Το «εκ των πραγμάτων» στα Δερβένια όμως, σημαίνει και άλλα πράγματα. Σημαίνει και έναν ιδιαίτερο καπετάνιο. Η δύναμη των αντρών του, με βάση τον πληθυσμό των Δερβενοχωρίων και των γειτονικών χωριών, δε θα μπορούσε ποτέ να ξεπεράσει τους 300 κι αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιδρομών που θα πολεμούσαν ίσως ακόμα και ηλικιωμένοι. Η δύναμη κρούσης του Σκουρτανιώτη υπό κανονικές συνθήκες δε θα μπορούσε να είναι πάνω από 100 ή 150 άτομα. Αυτό το όριο, του στερούσε το δικαίωμα επιλογής μιας ‘’μεγάλης μάχης’’ με σοβαρό αντίκτυπο στην ελληνική επανάσταση. Η μόνη διέξοδός του, ήταν ο ανταρτοπόλεμος, η παρακολούθηση του εχθρού και μεταφορά πληροφοριών. Αυτό όμως το μειονέκτημα, η αποστέρηση δηλαδή παραπάνω φιλοδοξιών, καθώς και η στέρηση ελευθερίας δράσης σε όλη την επικράτεια της επαναστατημένης Ελλάδας, μπορεί να ερμηνευτεί και ως τροχοπέδη στη παραπέρα στρατολόγηση ακόμα κι αν υπήρχε μια τέτοια δυνατότητα. Πολλοί πολεμιστές από τα Δερβενοχώρια και τα γειτονικά χωριά, αν είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στον Σκουρτανιώτη που ήταν ταγμένος στα Δερβένια και σε κάποιον άλλον οπλαρχηγό που είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων και μεγαλύτερα σχέδια, πιθανόν να προτιμούσαν για τυχοδιωκτικούς λόγους και από φιλοδοξία τον δεύτερο. Αλλά απέναντι σε αυτό το μειονέκτημα προτάσσει την χαρισματική του προσωπικότητα που τον κάνει αγαπητό στους περισσότερους. Και έτσι προσελκύει το μάχιμο αντρικό δυναμικό της περιοχής κάτω από τις διαταγές του. Προσαρμόζει τη δομή και την οργάνωση της δύναμής του με βάση την κατάσταση που αντιμετωπίζει κάθε φορά, εκμεταλλευόμενος τη μορφολογία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής. Δεν έχει συνήθως τη δύναμή του συγκεντρωμένη όλη μαζί, εκτός και αν έχει αποφασίσει να λάβει μέρος σε μεγαλύτερη μάχη. Κρατά μια δύναμη είκοσι ή τριάντα αντρών γύρω του και έχει τις υπόλοιπες ομάδες διασπαρμένες στα διάφορα χωριά. Βρίσκεται πάντα σε επαφή με αυτές τις ομάδες και με ένα του σύνθημα μέσα σε δύο το πολύ ώρες, μπορεί να συγκεντρώσει μια δύναμη 150 ανδρών. Οι διασπαρμένες ομάδες είναι επιφορτισμένες με διάφορα καθήκοντα, παρακολούθησης του εχθρού, ελέγχου των διόδων, μεταφέρουν μηνύματα, τρόφιμα, χτυπάνε εφοδιοπομπές ή ταχυδρόμους του εχθρού. Και φυσικά ενημερώνουν ανά πάσα στιγμή για τα τεκταινόμενα τον αρχηγό. Με αυτό τον τρόπο η δύναμή του είναι ελαστική, πολύφθαλμη και σχεδόν «αόρατη» στον εχθρό. Δεν υπάρχει συγκεντρωμένο στράτευμα που το βλέπει ο εχθρός να το αντιμετωπίσει, παρά μικρές ομάδες που χτυπούν αιφνιδιαστικά κι εξαφανίζονται στα όρη. Μα όλες αυτές οι ομάδες, έχουν ένα κέντρο. Τον αρχηγό.
Αυτό τον τρόπο οργάνωσης επιλέγει ο Θανάσης Σκουρτανιώτης και έτσι θα πορευτεί με απόλυτη επιτυχία τα επόμενα χρόνια, παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει από καιρό σε καιρό.
Ας επιστρέψουμε όμως στα γεγονότα.
Ο Ομέρ Βριώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ, βρίσκεται προ των πυλών. Πρώτο μέλημα του Σκουρτανιώτη από τη στιγμή που επέστρεψε από την Αθήνα εξ’ αιτίας του κινδύνου, να έρθει σε επαφή αυτές τις καίριες στιγμές, με τους δυτικούς καπετάνιους Διοβουνιότη, Πανουριά, Ανδρούτσο, που βρίσκονται στο δρόμο των δύο Τούρκων πασάδων. Αγγελιοφόροι μεταφέρουν τα τεκταινόμενα από εκεί και αυτός με τη σειρά του ειδοποιεί καπεταναίους στην Αττική και τη Πελοπόννησο. Μέσω των Δερβενίων, με ταχύτατο ρυθμό για την εποχή, οι καπεταναίοι της Πελοποννήσου, γνωρίζουν τι συμβαίνει ανά πάσα στιγμή στη Ρούμελη και το αντίστροφο. Αφού ο Σκουρτανιώτης οργανώνει και εξασφαλίζει την επικοινωνία μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων, στρέφει τα μάτια του στον Εύριπο και τη Χαλκίδα. Στο απόρθητο φρούριο των Τούρκων –που υπάρχει ακόμη και σήμερα- στο Καράμπαμπα. Οι Τούρκοι του Καράμπαμπα έχουν ισχυρή δύναμη. Χαρακτηριστικό είναι, το ότι μέχρι το τέλος του πολέμου το 1829 το φρούριο του Καράμπαμπα δεν έπεσε. Ούτε καν μετά τη μάχη της Πέτρας. Ήταν ένας θύλακας που κράτησε μέχρι το τέλος. Παραδόθηκε ειρηνικά, αφού υπογράφηκαν οι συνθήκες ανεξαρτητοποίησης της Ελλάδας. Μέγιστος κίνδυνος λοιπόν για την ελληνική επανάσταση, ήταν το φρούριο του Ευρίπου, που η δύναμή του θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην επανάσταση. Κι ο Σκουρτανιώτης το γνώριζε αυτό. Από τη πρώτη στιγμή λοιπόν μέχρι τον θάνατό του όπως θα δούμε, ανοίγει ένα λυσσαλέο πόλεμο με τους Τούρκους της Χαλκίδας. Ορίζει προφυλακές, τους παρακολουθεί, γνωρίζει, πόσοι είναι, τι κάνουν και όταν εξορμούν τους επιτίθεται με ανταρτοπόλεμο και αν είναι μικρά αποσπάσματα τα αποδεκατίζει.
Αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμη μέχρι εκεί.
Προς το παρόν, ορίζει προφυλακές για να τους παρακολουθεί. Ο μεγάλος κίνδυνος για την ώρα, βρίσκεται δυτικά και έχει ενημερώσει γι’ αυτό το κίνδυνο τους Πελοποννήσιους, που μαθαίνουν για το κατόρθωμα του Ανδρούτσου στη Γραβιά, που αναπτέρωσε μεν το ηθικό των Ελλήνων, που στοίχισε στους Τούρκους 300 περίπου νεκρούς, που καθυστέρησε λίγες ημέρες, αλλά δεν κατόρθωσε να σταματήσει την επέλαση των δύο πασάδων που έχουν αλώσει και ανακαταλάβει ήδη τη Λιβαδειά. Ο Σκουρτανιώτης στέλνει στους Πελοποννήσιους για βοήθεια και μαθαίνει από εκείνους για το κατόρθωμα του Κολοκοτρώνη στο Βαλτέτσι στις 13 Μαίου και την αρχή της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Το σύνθημα είναι πως αν δεν αναχαιτιστούν οι Τούρκοι στη Στερεά, θα πάει χαμένο και το Βαλτέτσι και η πολιορκία της Τρίπολης. Οι Πελοποννήσιοι αποφασίζουν τελικά να στείλουν βοήθεια.
«…Ταύτα μαθαίνοντες οι εν Τρίπολει Έλληνες, έσπευσαν να ενισχύσωσι τον εν Βοιωτία διεξαγόμενον αγώνα, εκ της επιτυχίας του οποίου εξηρτάτο η ιδία των ασφάλεια…» γράφει ο Τσεβάς.
Έρχεται ο Νικηταράς και ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με αξιόλογη δύναμη. Ο Σκουρτανιώτης τους ενημερώνει και οι δύο Πελοποννήσιοι συνεχίζουν δυτικά. Πηγαίνουν Λιβαδειά να βοηθήσουν, εκτιμούν τη κατάσταση και στέλνουν αγγελιοφόρους για παραπάνω βοήθεια. Τσαλαφατίνος και Κυριακούλης Μαυρομιχάλης έρχονται από τη Πελοπόννησο και συναντούν τον Σκουρτανιώτη στα Δερβενοχώρια. Εκείνος τους ενισχύει με Δερβενοχωρίτες και αναχωρούν δυτικά. Ο Σκουρτανιώτης μένει στα Δερβένια για να ελέγχει τα σημαντικά στενά και τους Τούρκους της Εύβοιας.


Η μάχη της μονής οσίου Μελετίου

Ο Ομέρ Βριώνης όμως επελαύνει. Οι δυτικοί οπλαρχηγοί αν και ενισχύθηκαν από Πελοποννήσιους δεν μπορούν να τον συγκρατήσουν. Φτάνει στη Πέτρα, τη Θήβα και κατευθύνεται στα στενά της Κάζας ενώ οι Έλληνες σε αυτή την επέλαση διασκορπίζονται και υποχωρούν. Ο Σκουρτανιώτης ενώνεται με τους Πελοποννήσιους που έχουν υποχωρήσει και αυτοί σε Κριεκούκι και Κάζα διά μέσου των Θεσπιών. Ο Ομέρ όμως ενισχυμένος από 2.500 με τον Δεμήρ πασά, είναι ασταμάτητος. Περνάει από τη Κάζα και καίει τα Βίλια, ενώ αποσπάσματα Τούρκων χτενίζουν τη περιοχή. Τα Δερβενοχώρια πρώτη φορά μετά από αιώνες, κινδυνεύουν σοβαρά. Αλλά δε κινδυνεύουν μόνο τα Δερβενοχώρια. Πριν από αυτά, στο διάβα ακριβώς των Τούρκων, τρία χιλιόμετρα μετά τη Κάζα, στις παρυφές της Πάστρας είναι η μονή που Σκουρτανιώτης μεγάλωσε. Η μονή του οσίου Μελετίου. Ευτυχώς έχει μεριμνήσει να δημιουργήσει προμαχώνα πάνω από τη μονή. Οι στιγμές είναι δύσκολες. Δε κινδυνεύει μόνο το μοναστήρι, αλλά και τα Δερβενοχώρια με τους άμαχους και τα γυναικόπαιδα. Ο Σκουρτανιώτης οργανώνει την άμυνα του μοναστηριού, με ντόπιους ενώ ζητάει από τους Πελοποννήσιους βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης. Μετά από αυτό, σπεύδει να οργανώσει την άμυνα στα Δερβενοχώρια σε περίπτωση που οι Τούρκοι συνεχίσουν. Μεγάλο απόσπασμα 250 Τούρκων, στρέφεται προς τη μονή. Η μονή υποστηρίζεται από προμαχώνα που μέσα του βρίσκονται 70 Έλληνες. Άλλοι πολεμιστές έχουν κλειστεί μέσα στη μονή να αμυνθούν από εκεί. Οι Τούρκοι αρχίζουν τις επιθέσεις χωρίς αποτέλεσμα. Οι πολεμιστές του προμαχώνα και της μονής αμύνονται γενναία. Οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται γρήγορα πως ο προμαχώνας που βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο τους δημιουργεί πολλά προβλήματα. Τα πυκνά πυρά του των αντρών από εκεί, δε τους αφήνουν να πλησιάσουν στο τοίχος της μονής. Οργανώνουν συντεταγμένη επίθεση στον προμαχώνα, προσπαθώντας να του βάλουν φωτιά. Τη κρίσιμη εκείνη στιγμή, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης που κατείχε άλλη παρακείμενη θέση, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, σπεύδει να βοηθήσει και ενώ οι Τούρκοι είναι απασχολημένοι με τη προσπάθεια κατάληψης του προμαχώνα, τους αιφνιδιάζει μαζί με 20 άντρες. Περνούν με γυμνά τα σπαθιά ανάμεσα από τους Τούρκους και ενισχύουν τόν προμαχώνα. Οι Τούρκοι συνεχίζουν τις επιθέσεις χωρίς αποτέλεσμα. Τέλος, αποφασίζουν να παρατήσουν κάθε προσπάθεια, αλλά με οβούζια και άλλες εύφλεκτες ύλες προκαλούν ζημιές στη μονή.
Οι Τούρκοι δε κατευθύνονται στα Δερβενοχώρια.
Οι Πελοποννήσιοι που είχαν έρθει για βοήθεια, επιστρέφουν στη Πελοπόννησο και οι Έλληνες επαναστάτες αποσύρονται στα όρη. Ο Ανδρούτσος προσπαθεί να ανακόψει τις συγκοινωνίες των Τούρκων μεταξύ των πόλεων της Λιβαδειάς και της Λαμίας.
Ο Ομέρ Βριώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ, αφού διασκορπίζουν τους επαναστάτες, επιστρέφουν στη Θήβα, αναμένοντας τον Βεϋράν πασά με δύναμη 8.000 ανδρών. Το δρόμο όμως του Βεϋράν τον ανακόπτουν στη λεωφόρο Βασιλικών στη Λαμία οι Γκούρας, Διοβουνιώτης, Πανουριάς, Καλύβας και άλλοι, όπου και τον νικούν παίρνοντας πολλά λάφυρα.
Ο Ομέρ Βριώνης αφήνει υπέυθυνο σε Θήβα και Λιβαδειά τον Κιοσέ Μεχμέτ και αναχωρεί για την Έυβοια.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

H ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΘ. ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗ ΜΑΧΕΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΕΛΑΒΕ ΜΕΡΟΣ (τμήμα α')


(H περιοχή δράσης του Αθ. Σκουρτανιώτη κατά την επανάσταση του 1821. Δερβένια σημαίνουν περάσματα. Διακρίνονται με τις μωβ γραμμές οι δύο μοναδικοί οδοί Κάζα και Χασιά, επικοινωνίας της Αν. Στερεάς με την ΑΘήνα και την Πελοπόννησο, οδοί που ήταν υπό την άμεση ευθύνη και εποπτεία του Δερβενοχωρίτη οπλαρχηγού από την αρχή της επανάστασης μέχρι τον θάνατό του το 1825. Σε αυτή τη περιοχή έχει οργανώσει πριν ακόμη από την επανάσταση, δίκτυο πληροφοριών και τροφοδοσίας του και μέσα σ' αυτήν για τέσσερα ολόκληρα χρόνια μέσα στην επανάσταση, επέζησε μαχών και απείρων δυσκολιών. Η πρώτη απόπειρά του να βγει εκτός δικτύου και περιοχής του το Φθινόπωρο του 1825, δυτικά της Θήβας προς το Μαυρομάτι -δεν φαίνεται στον χάρτη- σημαδεύτηκε από τον θάνατό του)

Αρχηγός του στρατιωτικού αποσπάσματος Δερβενοχωρίων

Ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης πριν από την επανάσταση του 1821, ήταν στρατιωτικός Διοικητής και αρχηγός του αποσπάσματος των Δερβενοχωρίων. Πρόκειται για ένα απόσπασμα, αποτελούμενο κυρίως από άντρες που κατάγονταν από τα Δερβενοχώρια και είχε την άδεια συγκρότησης και δικαιοδοσίας στη περιοχή από τους ίδιους τους Τούρκους. Δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς συγκροτήθηκε αυτό το σώμα κατά τη περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Αν λάβουμε υπ΄ όψη μας πάντως, πως διά μέσου αυτής της περιοχής συγκοινωνούσε η υπόλοιπη Στερεά με την Αττική, την Αθήνα και τον Πειραιά, βάση μόνο δύο κύριων οδών (Κριεκούκι-Κάζα-Ελευσίνα η μία και Ραμπντόσα-Σκούρτα-Χασιά η άλλη), τότε η σπουδαιότητα της περιοχής ήταν διαχρονικά μεγάλη (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο λόρδος Βύρων που κατά την διάρκεια του ταξιδιού του στην Αθήνα το 1809, χρησιμοποίησε τον δρόμο Ραμπντόσα-Σκούρτα-Χασιά-Αθήνα). Αν λάβουμε υπ’ όψη μας ακόμα την μορφολογία του εδάφους της περιοχής, που ευνοεί την ύπαρξη ληστών, αφού μπορούσαν να εμφανίζονται ξαφνικά στα διάφορα στενά, να επιτίθενται στους εμπόρους και ταξιδιώτες και να εξαφανίζονται άμεσα στα βουνά, μπορούμε τότε να υποθέσουμε, πως η ανάγκη ενός τέτοιου αποσπάσματος απέναντι σε ληστές θα υπήρχε πολύ πριν από τη Οθωμανική κυριαρχία. Δεν αποκλείεται δηλαδή, οι Τούρκοι να βρήκαν το απόσπασμα από τους Βυζαντινούς (και εδώ έχουμε την απάντηση στο ερώτημα, γιατί το μοναστήρι του Οσίου Μελετίου είχε δικαιοδοσία πάνω του και είχε γνώμη στη επιλογή του αρχηγού του) ή τους Ενετούς και απλά οι Τούρκοι να το αποδέχθηκαν, αφού εξυπηρετούσε και τους ίδιους, διατηρώντας τις δύο οδούς προς Αθήνα καθαρές από ληστές.
Ο Τσεβάς βέβαια αναφέρει, πως τα μοναδικά αυτά προνόμια (διατήρηση αποσπάσματος, πολιτική και διοικητική αυτονομία, πλήρη κυριότητα γαιών και δασών) για την επαναστατημένη Ελλάδα, τα απόκτησαν οι Δερβενοχωρίτες από τους Τούρκους μετά από μακροχρόνια αντίσταση και υποτάγηκαν κατόπιν συνθήκης. Η ιστορία του αποσπάσματος όμως για την διατήρηση της τάξης από τους ληστές, ίσως πρέπει να ιδωθεί ως ξεχωριστή περίπτωση και ενδέχεται να έχει τις ρίζες της, πολλούς αιώνες πριν την Τουρκοκρατία.
Ο αριθμός του αποσπάσματος λίγα χρόνια πριν την επανάσταση, ήταν ελαστικός. Αριθμούσε, ανάλογα την περίσταση από τριάντα έως εκατό άνδρες. Η πληρωμή των αντρών γινόταν:
α)από τους ίδιους τους κατοίκους, που είχαν τα κοπάδια τους και το βιος τους στη περιοχή
β)από τη Μονή του Οσίου Μελετίου που ίσως ήταν η κύρια υπεύθυνη για το απόσπασμα και διέθετε και εκείνη κοπάδια και κτήματα στην ευρύτερη περιοχή γ)από περαστικούς ταξιδιώτες και εμπόρους που ζητούσαν περιστασιακά την συνδρομή του αποσπάσματος για να περάσουν ασφαλείς από τα επικίνδυνα σημεία.
Δε γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία που ο Σκουρτανιώτης έγινε αρχηγός του συγκεκριμένου αποσπάσματος. Από εκτιμήσεις που μπορούμε να κάνουμε, αυτό θα πρέπει να συνέβη ανάμεσα στο 1815 και το 1817. Ο Σκουρτανιώτης είκοσι δύο ή είκοσι τεσσάρων ετών τότε, είναι σε μια σχετικά ώριμη ηλικία να λάβει μια τέτοια θέση.
Ας παρακολουθήσουμε για λίγο τον Τσεβά σε αυτό το σημείο:
«…Η αυτονομία των Δερβενοχωρίων διήρκεσε καθ’ όλον το μακρόν διάστημα της Τουρκοκρατίας, εν δε τω μικρώ σώματι αυτών υπηρέτουν πάντες σχεδόν οι μάχιμοι άνδρες του μικρού τούτου κρατιδίου. Εκεί εγυμνάζοντο εις την χρήσιν των όπλων, εκεί εδιδάσκοντο την ιστορία της πατρίδος των, εκεί ελάμβανον μαθήματα φιλοπατρίας και εμελετώντο σχέδια επαναστάσεως και επλάττοντο όνειρα ελευθερίας. Αρχηγός του μικρού τούτου στρατού τας παραμονάς της επαναστάσεως, ήτο ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης. Ούτος μέλος της Φιλικής Εταιρείας ων και συμφώνως προς τα υποδείξεις εκείνης εργαζόμενος προητοίμασε δρακά τινα γενναίων ανδρών και επικεφαλής εκείνων τεθείς άμα τω συνθήματι της επαναστάσεως κατήλθε μετά των λοιπών παραπαρνηθίων οπλαρχηγών εις την Αττικήν και ηγωνίσθη προς κατάληψιν των Αθηνών…»
Δε μπορούμε να γνωρίζουμε εάν πράγματι το συγκεκριμένο απόσπασμα λειτουργούσε τόσο ειδυλλιακά ως εξέλιξη των αρχαίων Σπαρτιατών πολεμιστών όπως το τοποθετεί ο Τσεβάς, η ουσία όμως είναι ότι το απόσπασμα υπήρχε και αρχηγός του ήταν ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης.
Και φυσικά ο αρχηγός ενός τόσο σημαντικού αποσπάσματος πριν από την επανάσταση ακόμα, σίγουρα θα ήταν στόχος της Φιλικής Εταιρείας ώστε να τον μυήσει στο μεγάλο μυστικό. Είναι αδιανόητο δηλαδή η Φιλική Εταιρεία που πλησίαζε, ειδικά προς το τέλος, ευρύτερες μάζες Ελλήνων, να μη πλησίασε τον αρχηγό του ήδη υπάρχοντος στρατιωτικού αποσπάσματος των Δερβενίων, μιας τόσο σημαντικής περιοχής, για να τον χρησιμοποιήσει στρατιωτικά τη κατάλληλη στιγμή. Αυτή η σκέψη σε συνάρτηση με το γεγονός πως ο Σκουρτανιώτης δεν άργησε καθόλου να υψώσει την επαναστατική σημαία στα Δερβενοχώρια και τον Απρίλη του 1821, να λάβει μέρος στην άλωση της Αθήνας και στη πολιορκία της Ακρόπολης, μας δείχνουν πράγματι, πως ήταν μυημένος στο μυστικό της Φιλικής Εταιρείας, παρ’ ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη γι’ αυτό. Δε μπορούμε να γνωρίζουμε φυσικά πότε ακριβώς εκείνος μυήθηκε. Μονάχα εκτιμήσεις μπορούμε να κάνουμε. Αν λάβουμε υπ’ όψη όμως, πως ο Σκουρτανιώτης ήταν γνωστός στη Θήβα, αφού μετέφερε εκεί τον συμβολικό φόρο των Δερβενοχωριτών, αν λάβουμε επίσης υπ’ όψη, ότι ακόμα και έμπιστοι Έλληνες των Τούρκων και του μπέη της Θήβας, όπως ο Λουκατζίκος ή ο Θρaψιάδης ήταν ήδη Φιλικοί και γνώριζαν τον Σκουρτανιώτη, η μύησή του -αν δε συνέβη νωρίτερα- θα πρέπει να συνέβη ανάμεσα στο 1818 και το 1820. Μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν, πως ο Σκουρτανιώτης πριν από την επανάσταση, ήταν ήδη κρυφό όργανο της Φιλικής Εταιρείας και αφήνουμε ελάχιστες πιθανότητες για το αντίθετο.
Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τις αρχές του Απρίλη του 1821 και το ξέσπασμα της επανάστασης, ο Σκουρτανιώτης φαινομενικά μένει πιστός στον αρχικό του ρόλο, να κρατά τις οδούς προς Αθήνα καθαρές από ληστές και να συνεργάζεται με τους Τούρκους για ειρηνικούς και εμπορικούς σκοπούς. Εκείνη την εποχή, η περιοχή δικαιοδοσίας του ήταν από Κριεκούκι, Κάζα, Ελευσίνα, Αθήνα, Χασιά, Τανάγρα, Σχηματάρι, Ωρωπός, Αυλίδα, μέχρι Θήβα. Και φυσικά, εντός των σημείων αυτών, τα Δερβενοχώρια.
Δύο είναι τα σημαντικά στοιχεία για τον Σκουρτανιώτη εκείνη την εποχή.
Το πρώτο, αρχίζει να οργανώνει ένα δίκτυο πληροφοριών ίσως και τροφοδοσίας στη περιοχή δικαιοδοσίας του. Θα πρέπει να υποθέσουμε, πως ο Σκουρτανιώτης με το απόσπασμά του, περιπολεί καθημερινά σε όλη αυτή τη περιοχή, έτσι ώστε πολύ γρήγορα να γνωρίζει, όχι μόνο κάθε χωριό, όχι μόνο κάθε δρόμο και μονοπάτι, αλλά και ανθρώπους. Γρήγορα κινητοποιεί λοιπόν, ένα δίκτυο πληροφοριών και τροφοδοσίας. Γνωρίζει κάθε μαντρί, κάθε τσοπάνο, κάθε χτίστη και αγρότη, κάνει φίλους δημογέροντες στα χωριά, παπάδες και καντηλανάφτισσες στις εκκλησιές, ηγούμενους, καλόγριες και μοναχούς στα μοναστήρια. Στρατολογεί άντρες από όλα τα χωριά αυτής της περιοχής, πολλούς με τη μέθοδο stand by (όταν παραστεί ανάγκη να είσαι έτοιμος) και μπορούμε έτσι να υποθέσουμε, πως ο Σκουρτανιώτης πολύ σύντομα, γίνεται αποδέκτης πάμπολλων πληροφοριών. Γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τι συμβαίνει στη περιοχή του. Την ελέγχει απόλυτα. Μπορούμε ακόμη να φανταστούμε, πως πολλοί τσοπάνηδες ή δημογέροντες ενδέχεται να τον τροφοδοτούν -με τη μορφή δώρου ή ακόμη και πληρωμής- με κρέας γάλα, τυρί και αλεύρι, αφού περιπολεί συνεχώς με τους άντρες του και όλοι τον χρειάζονται για να προσέχει το βιος τους, όχι μόνο από τους ληστές αλλά και από τους Τούρκους.
Και εδώ είναι το δεύτερο σημαντικό για τον Σκουρτανιώτη κατά την περίοδο πριν την επανάσταση. Γίνεται αποδέκτης, όχι μόνο πληροφοριών για ληστές (Έλληνες και Τούρκους), αλλά και παραπόνων από Έλληνες για άδικη δράση των Τούρκων εναντίον τους. Εδώ το σημείο είναι κομβικό. Το απόσπασμα του Σκουρτανιώτη, είναι επιφορτισμένο να κρατά τις διόδους ανοιχτές από ληστές, με την άδεια των Τούρκων. Τι γίνεται στη περίπτωση που μη ληστές Τούρκοι (αξιωματούχοι, φοροεισπράκτορες, πλούσιοι αγρότες, τσιφλικάδες, ερωτευμένα μπεγόπουλα) αδικούν Έλληνες; Ποιος είναι ο ρόλος του Σκουρτανιώτη σε αυτή τη περίπτωση που σίγουρα ήταν αποδέκτης όλων αυτών των παραπόνων από πλευράς των σκλαβωμένων Ελλήνων πριν από την επανάσταση;
Ο αρχηγός σε αυτή τη περίπτωση, περπατά σε ένα τεντωμένο σκοινί. Από τη μια γνωρίζει τα όρια της δικαιοδοσίας του, από την άλλη οι σκλαβωμένοι και αδικημένοι Έλληνες του κάμπου της περιοχής του, τον βλέπουν σα τη μοναδική σανίδα σωτηρίας και ως τη μοναδική τους ελπίδα. Ο Σκουρτανιώτης γίνεται από τη μια γνώστης του τεράστιου αυτού προβλήματος, από την άλλη καλείται εκ των πραγμάτων να δώσει τη λύση, αλλά είναι περιορισμένος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο αρχηγός δεν είχε άλλο μέσο, παρά τη διπλωματία. Όταν ο Τούρκος που αδικούσε ήταν αξιωματούχος ή υψηλά ιστάμενος στην ιεραρχία, πιθανόν να παρενέβαινε διπλωματικά με τον τρόπο του «ευγενούς παραπόνου» για την άμβλυνση του προβλήματος και της αδικίας. Όταν ο Τούρκος που αδικούσε ήταν χαμηλά στην ιεραρχία, ενδεχομένως να χρησιμοποιούσε πιο «βίαια» μέσα, δεδομένου ότι είχε την δυνατότητα να χαρακτηρίσει ως ληστές, ακόμα και Τούρκους. Η ουσία είναι πως ο Σκουρτανιώτης ακόμη πριν την επανάσταση, είχε δημιουργήσει το δίκτυό του στη περιοχή και προστάτευε όσο μπορούσε με τον τρόπο του, τους Έλληνες του κάμπου. Με λίγα λόγια, η επανάσταση τον βρίσκει διαμορφωμένο αρχηγό, πανέτοιμο και πλήρως συνειδητοποιημένο, να εργαστεί πια γι’ αυτήν.



Μάρτης-Απρίλης 1821
Η Διαπραγμάτευση ειρηνικής αποχώρησης των Τούρκων από τη Θήβα
Συμμετοχή του Σκουρτανιώτη στην άλωση της Αθήνας και στη πολιορκία της Ακρόπολης


«…Ολίγας ημέρας βραδύτερον (εννοεί λίγες μέρες αργότερα από την 1 Απριλίου 1821) ύψωσε σημαίαν επαναστατικήν ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης εν Δερβενοχωρίοις και οι Χασιώται και οι Μενιδιάται υπό τον Μελέτιον ή Χατζη-Μμελέτην Βασιλείου εν Αττική… Πάντες ούτοι, επιπεσόντες κατά των Αθηνών εκυρίευσαν αυτάς την 26ην Απριλίου, βοηθούμενοι υφ’ όλων των περί Πάρνηθα αγροτών υπό την γενικήν αρχηγίαν του Βοιωτού Δήμου Αντωνίου…»



(Τσεβάς Ιστορία των Θηβών και της Βοιωτίας, σελ. 167)

Αυτή είναι λοιπόν η πρώτη πολεμική πράξη του Αθανασίου Σκουρτανιώτη. Λαμβάνει μέρος στην άλωση της Αθήνας και την πολιορκία της Ακρόπολης τον Απρίλη του 1821.
Πού βρισκόταν όμως ο οπλαρχηγός λίγες ημέρες πριν υψώσει και εκείνος την επαναστατική σημαία στις αρχές Απριλίου 1821;
Ας πάμε για λίγο στον Βαγιάννη, ο οποίος μπορεί να μας διαφωτίσει σε αυτό το σημείο:
«…Οι Θηβαίοι, άμα το τηλεβόλον ήρξατο εκτελούν το έργον της ελευθερίας, πάνοπλοι ευρέθησαν επί των ορέων. Πρώτοι οι Θεσπιείς κατελθόντες εκ του χωρίου Βάγια εις την θέσιν Άγιος Νικόλαος συνεπλάκησαν μετ’ ολίγων Οθωμανών και οι Πλαταιείς ένοπλοι αφιχθέντες παρέμενον μεσημβρινώς της πόλεως. Οι Τούρκοι υποχωρήσαντες επολιορκήθησαν εντός της πόλεως και ιδόντες προφανή τον κίνδυνον προσεκάλεσαν τους προκρίτους εν συμβουλίω. Την επομένην της ιεράς ημέρας συνελθόντες οι Οθωμανοί υπό τον Σαλή-Βέην απεφάσισαν ν’ αποσυρθώσιν εις Χαλκίδα και καλέσαντες επιτροπήν εκ μεν της πόλεως πενταμελή, εκ δε των επαναστατών τους Αθανάσιον Σκουρτανιώτη και Γεώργιον Πετηνάρην εξητήσαντο δεκαήμερον προθεσμίαν, όπως μεταφέρωσι τας αποσκευάς των εις Χαλκίδα. Οι Θηβαίοι μη έχοντες κατ’ αυτών αφορμάς συνήνεσαν εις πενθήμερον και εις την ανύψωσιν της σημαίας της ελευθερίας. Πάραυτα δε εν μέσω του αναβρασμού και της δεινουμένης καταστάσεως ο μεν Αθανάσιος Σκουρτανιώτης ανέλαβε την σύστασιν σώματος προς απόκρουσιν του εχθρού, εν δε τη πόλει ως και τοις πέριξ δήμοις ανετέθη τοις προκρίτοις η αστυνομική επιτήρησις. Όντως το πράγμα ην έξοχον να τίθενται αι πρώται βάσεις κανονικής τάξεως…»
Αυτά θα πρέπει να συνέβησαν ίσως την 25ην Μαρτίου 1821 και μετά. Με απλά λόγια, όσα αναφέρει ο Βαγιάννης σημαίνουν, ότι από την 25η Μαρτίου περίπου, Θεσπιείς που ήρθαν από τα Βάγια συνεπλάκησαν με μικρό απόσπασμα Οθωμανών στη Θέση Άγιος Νικόλαος και κινήθηκαν προς την Θήβα. Οι Πλαταιείς ήρθαν οπλισμένοι και περίμεναν νότια της πόλης των Θηβών. Ο Σαλη-μπέης θορυβήθηκε. Και φυσικά γνώριζε τον Σκουρτανιώτη όχι μόνο προσωπικά, αλλά ήξερε πως ήταν σώφρων και συνετός. Η προσωπική μου εκτίμηση λοιπόν είναι, ότι ο Σαλή-μπέης, κάλεσε τον αρχηγό των Δερβενοχωρίων για να σώσει αυτόν, την οικογένειά του και τους υπόλοιπους Τούρκους του Διοικητηρίου της Θήβας, από την απειλή. Ο Σκουρτανιώτης σπεύδει στη Θήβα και παίρνει μέρος στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην επιτροπή των προυχόντων της Θήβας, τους Έλληνες επαναστάτες και τους Τούρκους. Οι διαπραγματεύσεις δίνουν τελικά χρόνο πέντε ημερών στους Τούρκους να αποχωρήσουν στη Χαλκίδα με τις αποσκευές τους. Οι Τούρκοι θα πρέπει να αποχώρησαν πριν την 1η Απριλίου, γιατί σύμφωνα με τον Τσεβά, όταν ο Μπούσγος ήρθε εκείνη την ημέρα (1η Απριλίου) από την Λιβαδειά με εντολή του Διάκου να καταλάβει την Θήβα, η πόλη έπεσε αμαχητί, αφού οι Τούρκοι έλειπαν (Τσεβάς Ιστ. Θ. κ. Λ. σελ. 167)
Βλέπουμε δηλαδή τον Σκουρτανιώτη να αποτρέπει μια άσκοπη αιματοχυσία γυναικόπαιδων, να πετυχαίνει να φεύγουν οι Τούρκοι από τη Θήβα μέσα σε πέντε ημέρες και να πέφτει η πόλη στα χέρια των Ελλήνων. Λαμβάνει επίσης εντολή από τους δημογέροντες και την επιτροπή των Θηβών, να συγκροτήσει σώμα (μεγαλύτερο από αυτό που διέθετε) για τυχόν απόκρουση του εχθρού.
Δε γνωρίζουμε κατά πόσο ο Βαγιάννης διαθέτει αποδείξεις για όλα αυτά. Δυστυχώς όμως δεν έχουμε καμία άλλη πηγή για τη συγκεκριμένη περίοδο και μάλλον θα πρέπει, όχι μόνο να αρκεστούμε, αλλά και να στηριχτούμε πάνω του μιας και ο Λάππας το μόνο που κάνει είναι να κατηγορεί τους Θηβαίους πως δεν έκαναν τίποτα στην αρχή της επανάστασης και προσπαθεί εναγωνίως να μας πείσει πως η ελευθερία της Θήβας αυτές τις πρώτες ημέρες της επανάστασης, οφείλεται στον φόβο των Τούρκων του Διοικητηρίου στο άκουσμα της είδησης πως καταφθάνει ο Λειβαδίτης Μπούσγος που τον μπερδεύουν με τον Διάκο! Δεν υπήρχε στη Θήβα Σκουρτανιώτης, δεν υπήρχε Ζαρείφης, δεν υπήρχε Πετηνάρης, ούτε Μηνιός και Στάθης Κατσικογιάννης, δεν υπήρχαν οι Θηβαίοι, οι Βυλλιώτες, οι Βαγαίοι, οι Θεσπιείς, οι Ταναγραίοι, δεν υπήρχαν όλοι αυτοί και τόσοι άλλοι, η πόλη της Θήβας περίμενε την ελευθερία της από τους Λειβαδίτες κατά την άποψη ορισμένων Λειβαδιτών ιστοριοδιφών που θέλουν να ανεβάζουν συνεχώς το τόπο τους και να βγάζουν άχρηστους όλους τους άλλους. Η σελίδα που ο Λάππας αναφέρεται στη Θήβα εκείνης της εποχής, μονάχα χολή βγάζει και μάλιστα κατά πάσα πιθανότητα εσκεμμένη, για να έχει πάντα η Λειβαδιά το πάνω χέρι απέναντι στην ιστορική και αρχαία πόλη του Κάδμου. Ακόμα και εκεί που προσπαθεί να τους δικαιολογήσει τάχα, σπέρνει κι άλλη χολή με το να χρησιμοποιεί τον Φιλήμωνα που ανεβοκατεβάζει κι αυτός με τη σειρά του αμόρφωτους και ανθρώπους χωρίς επιρροή τους Θηβαίους. Άλλο πράγμα όμως η ιστορία και άλλο η πολιτική κύριε Λάππα και σεις στο συγκεκριμένο σημείο κάνατε μόνο το δεύτερο. Ο ρόλος και η συμβολή της Λειβαδιάς λόγω οικονομικής και γεωγραφικής θέσης στην ελληνική επανάσταση ήταν σημαντικότατος και αυτό δε μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Αλλά όταν φτάνουμε στο σημείο να βάζουμε το υποδεκάμετρο στη προσφορά του καθενός, κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Και το θέμα είναι να μη κάνουμε πολιτική όσοι σκύβουμε να γράψουμε πέντε πράματα για την ιστορία του τόπου. Γιατί θα μπορούσαμε να πούμε πολλά και μεις για τους Λειβαδίτες που και εσείς στα έργα σας τους έχετε θεοποιήσει και μιλώ για κάποιους κοτζαμπάσηδες Λογοθέτηδες και κάτι τέτοιους «μορφωμένους» που έβριζαν τους Θηβαίους στους Υδραίους και πλούτιζαν μέσα στη Τουρκοκρατία εις βάρος του λαού τους, αποκτώντας Τούρκικες συνήθειες και φτιάχνοντας μέγαρα δίπλα στα σαράγια που τα ζήλευαν ακόμη και οι Ευρωπαίοι περιηγητές, τη στιγμή που οι υπόλοιποι Έλληνες ζούσαν σε τρώγλες. Αλλά να μη πιάσουμε αυτά. Σώνει. Και η μικρή τούτη οργή μου δεν απευθύνεται στους αγαπητούς Λειβαδίτες, παρά μόνο στο συγκεκριμένο σημείο και στις «αδελφικές μαχαιριές» της διήγησης του αξιολογότατου κατά τα άλλα ιστοριοδίφη και λογοτέχνη Τάκη Λάππα στο έργο του «Λειβαδιά και Λειβαδίτες στο ‘21».
Σύμφωνα με τον Βαγιάννη λοιπόν, ο Σκουρτανιώτης παίρνει εντολή από τους δημογέροντες των Θηβών, να συγκροτήσει σώμα για να αποκρούσει τυχόν αντεκδίκηση του εχθρού. Λίγες ημέρες αργότερα όμως, τον βλέπουμε να βρίσκεται στην άλωση της Αθήνας και στη πολιορκία της Ακρόπολης. Δε μπορούμε να γνωρίζουμε γιατί δεν έμεινε να προστατεύσει τη Θήβα ή γιατί δεν συγκρότησε σώμα από Θεσπιείς, Πλαταιείς κτλ. Είχε καθώς δείχνουν τα πράγματα, αυτή την ευκαιρία. Από τη μια στιγμή στην άλλη, θα γινόταν πρωτοκαπετάνιος ανατολικής Στερεάς με δικαιοδοσία ακόμα και στα δυτικά χωριά των Θηβών. Δε ξέρουμε όμως εάν κάτι τέτοιο ήταν στις προθέσεις του. Άλλωστε δεν είναι, παρά 28 ετών. Αυτό βέβαια εκ των υστέρων, μπορεί να θεωρηθεί ως λάθος, γιατί ήδη θα είχε δημιουργήσει επαφές και δίκτυο δυτικά και δε θα βρισκόταν ουσιαστικά ξένος μεταξύ ξένων στο Μαυρομάτι, τέσσερα χρόνια αργότερα. Το γεγονός είναι πάντως, πως ο Σκουρτανιώτης δε συγκρότησε σώμα με άντρες δυτικά των Θηβών εκείνη τη κρίσιμη στιγμή και δεν αύξησε την περιοχή ευθύνης του. Έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις ειρηνικής αποχώρησης των Τούρκων από τη Θήβα και έφυγε.
Οι λόγοι αυτής της φυγής, μπορεί να είναι πολλοί. Ενδέχεται να ήρθε σε επαφή με άλλους οπλαρχηγούς και να ανέλαβαν εκείνοι τελικά την ευθύνη προστασίας της Θήβας, αφού ήδη ο Σκουρτανιώτης είχε πάνω του το τεράστιο βάρος των Δερβενίων και της ευρύτερης περιοχής.
Βέβαια διακρίνουμε μία αποστασιοποίησή του όσον αφορά την Θήβα. Αποστασιοποίηση που έχει επισημάνει και ο Τσεβάς. Η φράση που μεταφέρει ο Τσεβάς πως είπε ο Σκουρτανιώτης σε ανύποπτο χρόνο, ως απάντηση σε πρόταση αξιωματικού του να επιτεθούν στη Θήβα και να διώξουν ή να αιχμαλωτίσουν τη φρουρά ''Δε μας συμφέρει διότι έχει μεγάλο όνομα. Αν ακουσθεί ότι έπεσε θα στείλουν χιλιάδες στρατού να την ανακτήσουν και αλίμονο τότε. Τι μας μέλλει αφού κανείς δε μας πειράζει'' δείχνει μια αποστασιοποίηση που όντως προβληματίζει. Ο Σκουρτανιώτης έχει πλήρη επίγνωση των συνθηκών της επανάστασης. Γνωρίζει ότι από τη στιγμή που οι Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον των Τούρκων, ανά πάσα στιγμή ενδέχεται να κατέβουν κατά χιλιάδες στη Στερεά να καταπνίξουν την επανάσταση. Αυτή η φράση λοιπόν -αν ειπώθηκε πράγματι από τον Σκουρτανιώτη- ειπώθηκε ή πριν την επανάσταση, ή αναφερόταν σε μια συγκεκριμένη περίοδό της, που ο αρχηγός έβλεπε ότι δε συνέφερε τη συγκεκριμένη στιγμή να κατέβουν κατά χιλιάδες οι Τούρκοι. Πέρα από αυτή τη φράση όμως, διακρίνουμε όντως μια γενικότερη αποστασιοποίησή του όσον αφορά τη Θήβα, από τη πρώτη στιγμή.
Τα ενδεχόμενα αυτής της αρνητικής διάθεσης να αναλάβει την Θήβα, από τον Μάρτη του 1821, είναι τέσσερα.
Το πρώτο, ο Σκουρτανιώτης με τη σχετικά μικρή ηλικία και τη δύναμη των 150 αντρών που μπορούσε κάτω από αυτές τις συνθήκες να συγκροτήσει, έχει ήδη μεγάλη περιοχή υπό τον έλεγχό του. Η Θήβα ίσως να του είναι ένα πρόσθετο βάρος. Μπορεί ήδη να έχει προγραμματίσει με τον Χατζη-Μελέτη Βασιλείου από την Χασιά την επίθεση στην Αθήνα, οπότε η Θήβα είναι εξ’ αρχής εκτός του πλάνου του. Αν αναλάβει και την Θήβα, οι υποχρεώσεις του γίνονται σχεδόν ανεξέλεγκτες. Από την άλλη, διαφαίνεται ήδη ένα ενδιαφέρον προστασίας της Θήβας από οπλαρχηγούς, όχι μόνο από τα δυτικά χωριά των Θηβών, αλλά και από Λειβαδίτες, όπως ο Μπούσγος και αυτό ίσως να του λύνει τα χέρια. Δεν αποκλείεται δηλαδή, ο Σκουρτανιώτης να αποσύρεται προσωρινά από την ευθύνη της Θήβας, γι’ αυτούς τους λόγους.
Το δεύτερο ενδεχόμενο, η αμφιταλάντευσή του για το πώς θα πληρωθούν οι τυχόν μισθοί, εάν στη δύναμη του προσεταιριστούν άντρες δυτικά των Θηβών. Μέχρι τότε, είχε επιλύσει το πρόβλημα της μισθοδοσίας και του επισιτισμού των αντρών του, με τους παραδοσιακούς τρόπους, όπως είπαμε παραπάνω. Νέα δύναμη με άντρες δυτικά των Θηβών, αλλάζει ουσιαστικά την δομή του αποσπάσματός του και προκύπτουν νέα προβλήματα, που ο Σκουρτανιώτης, αδυνατεί τη συγκεκριμένη στιγμή να επιλύσει. Δεν υπάρχει ακόμη κυβέρνηση να μεριμνήσει για τους επαναστάτες. Αν λάβουμε υπ' όψη ακόμη -και αυτό είναι ολοφάνερο στις επιστολές του- πως είναι πρακτικός άνθρωπος που δε πετάει στα σύννεφα και μελετά το κάθε του βήμα, τότε μια τέτοια δυσκολία στην αρχή της επανάστασης, τον κάνει να είναι αρνητικός σε μια προοπτική αύξησης του στρατεύματός του με δυτικούς πολεμιστές.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι για λόγους συναισθηματικούς. Ο καπετάνιος των Δερβενοχωρίων, γνωρίζεται προσωπικά με τον Σαλή-μπέη και τους υπόλοιπους Τούρκους της Θήβας. Μετέφερε κάθε χρόνο τον συμβολικό φόρο και λόγω των καθηκόντων του με το απόσπασμα, είχε συχνές επαφές μαζί τους. Είχαν φάει και είχαν πιει μαζί και μέσα του πιθανόν να τιμούσε αυτή τη σχέση. Δεν ήθελε να βρεθεί ο ίδιος με το ξίφος γυμνό απέναντί τους. Δε κάνει το ίδιο βέβαια, όπως θα δούμε παρακάτω με τους Τούρκους της Χαλκίδας, που κυριολεκτικά γίνεται ο φόβος και ο τρόμος τους.
Το τέταρτο ενδεχόμενο απομάκρυνσής του από την Θήβα, η διάθεση των οπλαρχηγών από τα δυτικά, να συμπεριλάβουν την Θήβα στη δικιά τους περιοχή δικαιοδοσίας. Οι δυτικοί οπλαρχηγοί, ίσως έβλεπαν ως απειλή τον Σκουρτανιώτη εάν μεγάλωνε ο χώρος ευθύνης του και πιθανόν να αντέδρασαν στη παρουσία του εκεί. Μερικοί ενδέχεται να εξέφρασαν την επιθυμία να κατασφάξουν τους Τούρκους του Διοικητηρίου με τα γυναικόπαιδα και ο Σκουρτανιώτης να αντέδρασε, μαθημένος εδώ και χρόνια να τηρεί τη τάξη και να αντιτίθεται σε απάνθρωπες ενέργειες. Αλλά και ιδιοσυγκρασιακά δε μπορούσε να αποδεχθεί μια τέτοια πράξη. Πιθανόν λοιπόν τις πρώτες μέρες προσπάθειας κατάληψης της Θήβας, ο Σκουρτανιώτης να ήρθε σε αντίθεση με τους δυτικούς οπλαρχηγούς και να μη μπόρεσε να κρατήσει την Θήβα υπό την δικαιοδοσία του στη περίπτωση βέβαια που το επιθυμούσε. Η μικρή του ηλικία δεν ήταν άλλωστε, ποτέ καλός σύμμαχος γι’ αυτόν.
Γιατί θα πρέπει να καταλάβουμε κάποτε, πως πέρα από την επανάσταση εναντίον των Τούρκων, η ίδια αυτή επανάσταση κυοφορούσε μέσα της και έναν μυστικό μα λυσσαλέο πόλεμο μεταξύ των Ελλήνων οπλαρχηγών για περιοχές, για θέσεις και οφίτσια. Πάντα για περισσότερη εξουσία. Επομένως δε θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε, πως ο Σκουρτανιώτης, ‘’εκδιώχθηκε’’ κατά κάποιο τρόπο από τους δυτικούς οπλαρχηγούς, που ήθελαν να κάνουν τη Θήβα δικό τους τσιφλίκι. Το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με τις μεγάλες ευθύνες του Σκουρτανιώτη ανατολικά και πιθανό ήδη προγραμματισμό του για επίθεση κατά της Αθήνας, ίσως να τον έκαναν χαλαρό στη διεκδίκηση της Θήβας τη συγκεκριμένη στιγμή. Σ’ αυτή τη περίπτωση μπορούμε με κάθε επιφύλαξη βέβαια να ισχυριστούμε, πως πιθανόν να αρχίζει μία βεντέτα ή να ανοίγονται λογαριασμοί μεταξύ του Σκουρτανιώτη και των δυτικών οπλαρχηγών, λογαριασμοί που ίσως δεν είναι ανεξάρτητοι, από τη καταστροφική μάχη του Μαυροματίου, τέσσερα χρόνια αργότερα.
Η ουσία πάντως είναι, πως μετά από αυτές τις διαπραγματεύσεις, ο Σκουρτανιώτης δε συγκροτεί σώμα για την υπεράσπιση της Θήβας όπως λέει ο Βαγιάννης ή όπως του πρότεινε στην αρχή η επιτροπή προκρίτων, αλλά επιστρέφει στα Δερβενοχώρια, υψώνει επαναστατική σημαία και ενώνεται τις πρώτες δέκα μέρες του Απριλίου στη Χασιά με τον Χατζη-Μελέτη Βασιλείου και τον Δήμο Αντωνίου, απ’ όπου επιτίθενται όλοι μαζί στην Αθήνα και πολιορκούν τους Τούρκους στην Ακρόπολη.


(συνεχίζεται)

Τρίτη, 03 Μαρτίου 2009

Ψυχογράφημα του οπλαρχηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτη


Το πόσο δύσκολο είναι ένας ψυχολόγος να προβεί σε μια –εκ των υστέρων- ψυχολογική έρευνα μιας ιστορικής προσωπικότητας, είναι αδιαμφισβήτητο. Εμείς, να ευχαριστήσουμε τη ψυχολόγο κ. Αθανασία Βελαώρα, που δέχτηκε τη πρόκληση να προβεί στην σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ του Αθανασίου Σκουρτανιώτη, με όσα ιστορικά στοιχεία διέθετε και από τόσο μακρινό χρονικά σημείο από το αντικείμενό της. Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν το ψυχογράφημα του οπλαρχηγού από την κ. Βελαώρα:


Ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης, αυτός ο άδικα παραγνωρισμένος από την ιστορία όπως όλα δείχνουν, ήρωάς μας, περιγράφεται ως άνδρας με ψηλό παράστημα, δυνατός και μυώδης, ευκίνητος, μελαχρινός και εύχαρις.
Ως προς τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, τα σημαντικότατα αξίωματα που κατείχε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης δείχνουν ότι επρόκειτο για άνθρωπο οξυδερκή, κοινωνικό, πολυσχιδή, με υψηλή μόρφωση και εξαιρετική μνήμη. Πλήρως αφοσιωμένος στο καθήκον του, γενναίος, με αυτοθυσία, αγωνιζόταν για την ειρήνη και την ευημερία των συμπατριωτών του.
Είχε εξαιρετικές ηγετικές ικανότητες, οι οποίες είναι πιθανόν να οφείλονται στο γεγονός ότι ήταν πρωτότοκος γιος μιας πολυμελούς οικογένειας. Οι πρωτότοκοι είναι εκείνοι οι οποίοι συνήθως αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και υπευθυνότητες, πιθανώς για να διατηρήσουν την ανώτερη θέση που λόγω ηλικίας κατέχουν και ολοκληρώνουν όποια εργασία αναλαμβάνουν. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι είχε μείνει ορφανός από πατέρα σε πολύ μικρή ηλικία, και όντας ο πρωτότοκος γιος, είναι πιθανόν να είχε ο ίδιος αναλάβει τον ρόλο του «αρχηγού» της οικογένειας. Συνεπώς, οι περιστάσεις αυτές φαίνεται ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Πιο συγκεκριμένα, η κυρίαρχη θέση μέσα στην οικογένεια και η ανάληψη πολλών ευθυνών από πολύ νεαρή ηλικία του έδωσαν τα εφόδια ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει με περισσή αποτελεσματικότητα στις ανώτερες θέσεις τις οποίες κατείχε.
Ο χαρακτήρας του φαίνεται επίσης να έχει καθοριστεί σημαντικά από την φοίτησή του στο Μοναστήρι του Οσίου Μελετίου κατά την παιδική του ηλικία καθώς και την μετέπειτα παραμονή του στη Μονή στη θέση του «γνωριστή». Στη θέση αυτή πιθανότατα να οφείλονται οι εξαιρετικές διπλωματικές ικανότητες τις οποίες φαίνεται να διέθετε. Επίσης, το ήθος και η ευγένεια, αρετές οι οποίες φαίνεται να τον διέκριναν, πιθανώς να έχουν καλλιεργηθεί στο Μοναστήρι. Οι προσωπικές του αρετές καθώς και οι πολιτικές και πολεμικές γνώσεις οι οποίες μεταλαμπαδεύτηκαν στο Μοναστήρι, πιθανώς να έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επιλογή του ως αρχηγού του σώματος των Δερβενοχωριτών. Επιπλέον, η φοίτησή του στη Μονή, σίγουρα τόνισε τον πατριωτισμό και το επαναστατικό του φρόνημα, μιας και τα μοναστήρια εκείνης της εποχής υπήρξαν σε πολλές περιπτώσεις κύριες επαναστατικές εστίες. Συμπερασματικά, η παραμονή του σε ένα Μοναστήρι την περίοδο εκείνη, τον βοήθησε τόσο να αποκτήσει γνώσεις όσο και να καλλιεργήσει αρετές οι οποίες συνέβαλαν σημαντικά στην αποτελεσματική διαχείριση μιας τέτοιας θέσης, του αρχηγού ενός σώματος της Επανάστασης.
Οι ιδιαίτερες διαπραγματευτικές-διπλωματικές ικανότητές του είναι εμφανείς κυρίως από το γεγονός ότι κατόρθωνε να κλείνει «δύσκολες» συμφωνίες με τους εχθρούς, ώστε να διασφαλίζει σημαντικότατα προνόμια προς όφελος των συμπατριωτών του. Η πειθώ του, αρετή την οποία επίσης δείχνει να είχε, τον βοηθούσε σημαντικά προς αυτήν την κατεύθυνση.
Έχει ισχυρή αίσθηση καθήκοντος η οποία διαφαίνεται ξεκάθαρα από την πρώτη του επιστολή προς το βουλευτικό. Στην επιστολή αυτή, απαιτεί τους μισθούς των ανδρών του, ώστε να συντηρηθούν οι οικογένειές τους, προσπαθώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να φανεί αντάξιος της εμπιστοσύνης των ανδρών του. Αυτή του η ενέργεια ίσως αποτελεί βέβαια και μία προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης, μιας και από την ικανότητα σιτισμού των ανδρών εξαρτιόταν το κύρος κάθε αρχηγού. Πιθανότατα, να επιθυμούσε αφενός να διασφαλίσει το κύρος και την αξιοπιστία απέναντι στους άνδρες του, αφετέρου τη θέση του ως αρχηγός του σώματος.
Ευσυνείδητος και πειθαρχημένος προς τους ανωτέρους του, χωρίς ωστόσο να διστάζει να ορθώσει το ανάστημά του όπου έκρινε αναγκαίο (όπως κάνει π.χ. στην επιστολή του προς το βουλευτικό στις 11Απριλίου 1825, υποδεικνύοντας στην ουσία στο βουλευτικό τη δουλειά του).
Μέσα από αυτή την επιστολή διαφαίνονται αρκετά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Εκτός από το θάρρος και την περηφάνια απέναντι στο βουλευτικό μπορούμε να διακρίνουμε το ομαδικό πνεύμα το οποίο τον διακατέχει. Εδώ, ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης κατακρίνει την εμμονή του βουλευτικού στις μεταξύ τους διαμάχες και φιλονικίες και τονίζει την αναγκαιότητα της ενότητας για χάριν της Επανάστασης. Αυτή του η προτροπή δείχνει ότι είναι «εστιασμένος» στην Επανάσταση και την αξία της κάτι το οποίο αποτελεί σημαντική αρετή για έναν αρχηγό. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε, ότι παρά το νεαρό της ηλικίας του διακρινόταν από ισορροπία και ψυχολογική ωριμότητα, καθώς είχε τη δυνατότητα να αξιολογεί τις περιστάσεις και να δρα σύμφωνα με αυτές, ανεπηρέαστος από συναισθηματικούς παράγοντες, όπως είναι οι προσωπικές διαφορές και εμπάθειες.
Επιπλέον, σ’ αυτή την επιστολή μπορούμε να διακρίνουμε πρακτικότητα, καθώς και προνοητικότητα, μιας και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον σιτισμό του σώματος ώστε να προληφθεί η πείνα. Τονίζει σε αντιδιαστολή με την εμμονή στις προσωπικές φιλονικίες την αναγκαιότητα για τροφοδότηση των αγωνιστών του, δείχνοντας πόσο λογικός, πρακτικός και προνοητικός είναι.
Οι επιστολές του δείχνουν επίσης ότι έκανε ιδιαίτερα ευέλικτους χειρισμούς, καθιστώντας από τη μία σαφείς τις απόψεις του, γνωρίζοντας ωστόσο, πως να προστατεύει το κύρος του ως αρχηγός ώστε να μην εκτεθεί περαιτέρω. Ξανά εδώ ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης προσπαθεί να διαφυλάξει το κύρος και την υπόληψή του. Είχε πλήρη επίγνωση της ριψοκίνδυνης φύσης των προτροπών του προς το βουλευτικό, ωστόσο για χάρη της Επανάστασης τολμά να εκφέρει την άποψή του, αποδεικνύοντας έτσι περίτρανα το θαρραλέο του χαρακτήρα του και την τόλμη του.
Λιτός, αλλά καθ’ όλα ξεκάθαρος και περιεκτικός στην αλληλογραφία του με τους ανώτερούς του. Η ικανότητα έκφρασής του με μεστότητα, περιεκτικότητα και συντομία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δείχνει σπουδαία πνευματική καλλιέργεια και καλή γνώση της γλώσσας. Η έλλειψη κάθε υπερβολής και περιττών στοιχείων στο λόγο του μπορούν επίσης να υποδηλώνουν ωριμότητα και ουσία τόσο στον τρόπο σκέψης του όσο και τον τρόπο ζωής του.
Επομένως, διακρίνουμε τόσο στους λόγους όσο και στις ενέργειες του Αθανάσιου Σκουρτανιώτη ωριμότητα, ακρίβεια, λογική, πρακτικότητα και πάνω απ’ όλα ουσία.
Δίκαιος, με φιλάνθρωπα αισθήματα, μιας και μοίραζε τα αγαθά σε φτωχές οικογένειες και μάλιστα πολλές φορές από το δικό του υστέρημα και της οικογένειάς του.
Φαίνεται επίσης ότι είχε ιδιαίτερα χιουμοριστική διάθεση, αφού έδινε διάφορα προσωνύμια στους φίλους του αξιωματικούς και στρατιώτες. Υπερήφανοι, ωστόσο οι απόγονοί του, τα έχουν κρατήσει μέχρι και σήμερα, αποδεικνύοντας έτσι την μεγάλη αναγνώριση και τον σεβασμό προς το πρόσωπό του.
Ενώ όμως έχαιρε και εξακολουθεί να χαίρει θαυμασμού και σεβασμού των συμπατριωτών του, δεν κατάφερε να έχει την αποδοχή των υπολοίπων οπλαρχηγών των διαφόρων σωμάτων της Βοιωτίας. Το γεγονός αυτό γεννά πολλά ερωτήματα, τα οποία όμως είναι πολύ δύσκολο να απαντηθούν. Ωστόσο, μία πιθανή ερμηνεία θα ήταν η νεαρή του ηλικία. Οι πρεσβύτεροι οπλαρχηγοί είναι πιθανόν να τον θεωρούσαν λιγότερο ικανό από εκείνους λόγω ηλικίας. Μπορεί επίσης να ζήλευαν την θέση που κατείχε, με αποτέλεσμα να τοποθετούν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και εμπάθειες πάνω από τον Αγώνα. Ίσως σε αυτήν την αμφισβήτηση να οφείλεται εν μέρει η απόφαση του Σκουρτανιώτη να προχωρήσει στη μάχη, δηλαδή η βαθύτερη ανάγκη του για αποδοχή, μέσω της απόδειξης της αξίας του ως αρχηγού. Η νίκη θα απεδείκνυε ότι δικαίως κατείχε τη θέση αυτή. Εάν κάτι τέτοιο ισχύει, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια προσωπική αδυναμία του Αθανάσιου Σκουρτανιώτη. Πιο συγκεκριμένα, πιθανώς η προσωπική του ανάγκη για αποδοχή, για αναγνώρισή του ως αρχηγό, λειτούργησε αρνητικά, μην αφήνοντάς τον να αξιολογήσει πιο σωστά την κατάσταση και να δράσει ανάλογα.
Επιπλέον, το γεγονός ότι προχώρησε στη μάχη, μπορεί να οφείλεται στο ριψοκίνδυνο του χαρακτήρα του, κάτι το οποίο αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των ηγετών. Η υπέρμετρη τόλμη λοιπόν και η έλλειψη φόβου για τον επερχόμενο κίνδυνο προφανώς υπήρξαν κακοί σύμβουλοι στην παρούσα φάση μην επιτρέποντας μια πιο συνετή απόφαση. Ωστόσο, η δειλία είναι κάτι το οποίο δεν ταιριάζει καθόλου στη φυσιογνωμία ενός ηγέτη. Όπως άλλωστε είπε και ο ίδιος: «…ας χαθώμεν λοιπόν δια να μη μας επούν δειλούς». Προκειμένου λοιπόν να κατηγορηθεί για δειλία, αποφάσισε να δώσει μια άνιση μάχη. Ωστόσο, η πράξη αυτή δείχνει γενναιότητα και αυτοθυσία.
Εκτός από την τόλμη και το ριψοκίνδυνο του χαρακτήρα του, τόσο οι προτροπές του Δρίτσουλα για μια ένδοξη μάχη (Θα κάνουμε εδώ αρχηγέ ένα νέο Χάνι της Γαβριάς…) όσο και οι καθησυχαστικές του δηλώσεις για τον αριθμό των εχθρών, γέμισαν τον Σκουρτανιώτη με υπερ-αισιοδοξία και τον ώθησαν στο να μην το περιορίσει όπως όφειλε να κάνει. Ο ενθουσιασμός και η παρορμητικότητα με τα οποία έδρασε τότε, είναι πιθανόν να οφείλονται στον υπέρμετρο πατριωτισμό του, στη δίψα για μια ένδοξη νίκη καθώς και στο νεαρό της ηλικίας του.
Ολοκληρώνοντας αυτή την σύντομη ψυχογραφική ανάλυση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ελάχιστη σημασία έχουν οι λόγοι που τον οδήγησαν στο να δώσει την καταστροφική μάχη του Μαυροματίου. Γιατί δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι εκτός από αρχηγός ήταν πάνω από όλα ένας άνθρωπος τόσο με αρετές όσο και με αδυναμίες. Οφείλουμε επίσης να τονίσουμε το γεγονός ότι είχε κάνει σημαντικότατα κατορθώματα για την ηλικία του, και δυστυχώς ο πρόωρος θάνατός του δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει το έργο του. Παρά τη σύντομη διάρκεια της ζωής του, κατάφερε μέσα από τις γενναίες του πράξεις και το ενάρετο του χαρακτήρα του να καθιερωθεί στη συνείδηση των υπερήφανων συμπατριωτών απογόνων του ως ένας μεγάλος ήρωας.


Αθανασία Βελαώρα

Κυριακή, 01 Φεβρουαρίου 2009

Mια σπάνια φωτογραφία


Δημοσιεύουμε σήμερα μια σπάνια φωτογραφία του Γεωργίου Σκουρτανιώτη, ενός από τα δισέγγονα του οπλαρχηγού Αθανασίου Σκουρτανιώτη. Ο εικονιζόμενος είναι εγγονόςτου μοναδικού γιου του Στρατηγού, του μικρού Ιωάννη που γεννήθηκε, μεγάλωσε, έζησε και πέθανε στις Μουσταφάδες -σημερινή Καλλιθέα- Θηβών. Η φωτογραφία είναι σπάνια και ο μοναδικός τρόπος να πλησιάσουμε όσο τον δυνατόν πιο κοντά φωτογραφικά τον μεγάλο οπλαρχηγό.
Εδώ ο Γεώργιος Σκουρτανιώτης, διακρίνεται να φοράει παραδοσιακή στολή, φέσι, λευκή πουκαμίσα,τσαϊμαντάνι και φουστανέλα.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Λίγα λόγια για τον πίνακα του Peter Von Hess



Ο Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες

Ο Peter Von Hess (1792-1871) ήταν Γερμανός ζωγράφος, που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Όθωνα το 1833 και ζωγράφισε σε αυτό το στάδιο της ζωής του σημαντικούς πίνακες, με θέματα από την επανάσταση και την εποποιϊα του 1821.
Ο πίνακας που απεικονίζεται στο παρόν θέμα και έχει συνδεθεί με τα Δερβενοχώρια και τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, είναι ένα δημιούργημά του, που ο ίδιος ονόμασε «Ο Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες» και τον ζωγράφισε γύρω στα 1835. Τον συγκεκριμένο πίνακα μπορεί να θαυμάσει κανείς, στo Μουσείο Μπενάκη.
Πρόκειται για μια καταπληκτική ρεαλιστική σύνθεση κίνησης και δράσης. Ο θεατής νομίζει πως από στιγμή σε στιγμή, οι φιγούρες θα κινηθούν. Σαν κεντρική μορφή δεσπόζει η σκούρα ψιλόλιγνη φιγούρα του Διάκου με το σταυρό στο στήθος, που με ασκητικό, γαλήνιο και καθαρό πρόσωπο, δείχνει το δρόμο για τον αγώνα, τη μάχη και το χρέος, έχοντας τεντωμένο το δάχτυλο του αριστερού του χεριού. Γύρω του πολεμιστές έτοιμοι να τον ακολουθήσουν. Ο θεατής νομίζει πως ακούει φωνές, ποδοβολητά, κλαγγές όπλων, κυριαρχεί μια βιασύνη παντού, μα ξαφνικά όλα σταματούν. Σα να μην ακούγεται τίποτα πια, ούτε καν μία ανάσα, τη ματιά του θεατή, μαγνητίζει μια συγκλονιστική λεπτομέρεια, που μάλλον αποτελεί και το κεντρικό θέμα του πίνακα. Μια καταπληκτική σκηνή αποχαιρετισμού. Ο πολεμιστής στο κέντρο του πίνακα κάτω από το δέντρο -που η θωριά και η κεντρικότητα της θέσης σε σχέση με τους υπόλοιπους, συνηγορούν πως είναι ο αρχηγός των Δερβενοχωριτών- φιλάει στο μάγουλο ένα μωρό. Το μωρό, σα να αισθάνεται τον κίνδυνο που σε λίγο θα ριχτεί ο πολεμιστής, σκύβει προς το μέρος του να τον αγκαλιάσει, σα να μη θέλει να τον αφήσει να φύγει. Πίσω τους, άλλη μια μητέρα με το μωρό της στην αγκαλιά.
Για πολλά χρόνια οι απόγονοι Σκουρτανιωταίοι πίστευαν -και πολλοί πιστεύουν ακόμα- ότι εκείνος που δίνει το φιλί είναι ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και το μωρό ο μοναχογιός του Ιωάννης. Για τον Θανάση οι πιθανότητες είναι συντριπτικές να πρόκειται πραγματικά γι’αυτόν. Για το μωρό όμως, είναι λάθος να πιστεύουν κάποιοι με ελαφρά τη καρδιά πως πρόκειται για τον μικρό Ιωάννη -εκτός κι αν ο Peter Von Hess έχει εισάγει από τότε ένα είδος χρονικού σουρεαλισμού- δεδομένου ότι ο Διάκος πέθανε το 1821 και σύμφωνα με τα στοιχεία, ο μικρός Ιωάννης γεννήθηκε το 1823, γεγονότα που σημαίνουν ότι ο μικρός Ιωάννης και ο Διάκος δε συναντήθηκαν ποτέ. Όταν γεννήθηκε ο Ιωάννης, ο Διάκος ήταν ήδη δύο χρόνια νεκρός. Οι πολεμιστές είναι σίγουρα Δερβενοχωρίτες και δεν αποκλείεται ο Peter Von Hess να αναπαριστά όντως τον μεγάλο εκλιπόντα των Δερβενοχωρίων, τον αρχηγό Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, μόνο που αν λάβουμε υπ’ όψη μας αυστηρά τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, το μωρό δεν είναι ο γιος του, αλλά ίσως ο ανιψιός του Παναγής γιός του Κώτσου Σκουρτανιώτη, που όντως τότε ήταν δύο ετών.
Βέβαια, εδώ πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας και μια συγκυρία. Ο Peter Von Hess, ανήκε στη κουστωδία του Όθωνα και γυρόφερνε στο παλάτι. Την ίδια εποχή, ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης ήταν και κείνος στο παλάτι ως ένας από τους τρεις υπασπιστές του Όθωνα. Γιώργης Σκουρτανιώτης λοιπόν και Peter Von Hess γνωρίζονταν και δεν αποκλείεται ο Γιώργης ως χρέος προς τον αδερφό και το τόπο του, να έχει συμβάλει με διάφορες πληροφορίες στη δημιουργία του πίνακα. Δεν αποκλείεται επίσης, ο ζωγράφος να χρησιμοποίησε ως μοντέλο για να δημιουργήσει τον Θανάση στον πίνακα, τον ίδιο τον Γιώργη.
Δεν αποκλείεται όμως, αφού ο Γερμανός ζωγράφος ήρθε μετά την επανάσταση και έγινε αποδέκτης ξαφνικά, πάμπολλων ιστοριών από τη μεγάλη εποποιία, να μην έδωσε σημασία στις χρονολογικές λεπτομέρειες και πράγματι να παρουσίασε δύο ήρωες που θυσιάσθηκαν για τη πατρίδα. Τον Διάκο και τον Σκουρτανιώτη. Ή να ήθελε να παρουσιάσει τον δρόμο της θυσίας, τον αποχωρισμό από τα γήινα και τους αγαπημένους και τότε πράγματι μιλάμε για έναν ιδιαίτερο σουρεαλισμό. Ο Διάκος σα να μην είναι ζωντανός παρά ένα φάντασμα, ουσιαστικά δείχνει στον Θανάση και στους Δερβενοχωρίτες που χάθηκαν στο Μαυρομάτι, τον δρόμο της θυσίας που ακολούθησε πριν λίγα χρόνια και ο ίδιος. Και δεν αποκλείεται, αν αναλύσουμε τον πίνακα κάτω από αυτό το πρίσμα, ο Γερμανός ζωγράφος με το μωρό να θέλει να απεικονίσει το γιό του Θανάση και τον αποχωρισμό τους. Η σκηνή του αποχαιρετισμού, είναι πολύ ζεστή και συγκινησιακή και παραπέμπει όντως σε σκηνή αποχαιρετισμού πατέρα και μονάκριβου γιου. Είναι τόσο φορτισμένη μάλιστα με κείνο το άρπαγμα κυριολεκτικά του μωρού στο πατέρα και το αντίστροφο, που θάλεγε κανείς πως αυτή είναι η τελευταία φορά που βλέπονται οι δυο τους.
Υπάρχει μάλιστα μια φιγούρα, κρυμμένη σχεδόν στον πίνακα, που η στάση της προμηνύει την τραγική μοίρα του αρχηγού και των υπολοίπων στο Μαυρομάτι. Πρόκειται για μια θεσπέσια λεπτομέρεια του πίνακα που με πρώτη ματιά περνάει απαρατήρητη. Αν προσέξει όμως καλύτερα κανείς, εκφράζει μια άλλη δυναμική και δίνει άλλες διαστάσεις στον πίνακα. Και η λεπτομέρεια αυτή, είναι η γυναικεία φιγούρα αριστερά, που βρίσκεται σκυμμένη πίσω από τον πολεμιστή του πρώτου πλάνου. Η γυναικεία εκείνη φιγούρα, έχει σκεπάσει το πρόσωπο με τη παλάμη και κλαίει σα να γνωρίζει τη τραγική μοίρα του αρχηγού και των υπολοίπων που φεύγουν. Σα να είναι η ίδια η μοίρα, η ίδια η Ελλάδα, η ίδια η Ιστορία αυτή η σκυφτή γυναικεία φιγούρα, αναλύεται σε δάκρυα γιατί οι θυσίες για την ελευθερία, φαίνεται να μην έχουν τελειωμό. Σα να είναι σίγουρη, πως αυτός ο αποχαιρετισμός ακριβώς από πάνω της, είναι ο τελευταίος. Πατέρας και γιος, δε θα συναντηθούν ποτέ ξανά, γι’ αυτό αναλύεται σε δάκρυα. Πρόκειται όντως για μια καταπληκτική λεπτομέρεια, που προδίδει τη πρόθεση του ζωγράφου να δείξει έμμεσα σε αυτό τον πίνακα, τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη και τη τραγική του μοίρα.
Όπως και νάχει πάντως, το φιλί αυτό εκτός από ένα αριστούργημα του Peter Von Hess, είναι συμβολικό και δρα καταλυτικά για όλη τη σκηνή. Είναι το φιλί του γενναίου λίγο πριν φύγει για την τελευταία μάχη, το φιλί εκείνου που θυσιάζεται για την Ελλάδα που έρχεται. Αυτός ο ιερός ασπασμός, που εκφράζει την μεγάλη θυσία, την ανυπέρβλητη αγάπη του αποφασισμένου γι' αυτούς που θα μείνουν, ας είναι το σύμβολο τούτου του βιβλίου, ας είναι η παρακαταθήκη που μας άφησαν ήρωες σα τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη.

Δευτέρα, 01 Δεκεμβρίου 2008

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ


Με τον θάνατο του Θανάση Σκουρτανιώτη, μια άλλη μορφή ξεπετάγεται από την ίδια οικογένεια, όχι μόνο για να πάρει τη θέση του, όχι μόνο για να τον αντικαταστήσει επάξια, αλλά για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση από το 1825 μέχρι το 1829. Ό, τι κέρδισε αυτή η μορφή, το πήρε μονάχα με το σπαθί της. Και δεν είναι άλλη, από τον αδερφό του Θανάση, τον Γιώργη Σκουρτανιώτη.
Προσωπική μου γνώμη, πως ο Γιώργης έχει αδικηθεί από την ιστορία, ακριβώς γιατί δεν είχε έναν δοξασμένο θάνατο όπως ο αδερφός του. Θα μείνει άναυδος όμως ο αναγνώστης, αν σκύψει πάνω στις πολεμικές αρετές και στη προσφορά αυτού του άντρα στην επανάσταση του 1821. Θα χρειαστεί ίσως μια ξεχωριστή έρευνα για να ανακαλύψει κανείς, αυτή τη τεράστια προσφορά και προσωπικότητα. Μέχρι το 1825, ο Γιώργης ήταν γνωστός σαν ένας σκληρός πολεμιστής, αδερφός του καπετάνιου των Δερβενοχωρίων και πανέμορφος. Η ωραιότητά του ήταν παρομοιώδης. Λένε πως ήταν ο ωραιότερος αξιωματικός του Όθωνα, όταν αργότερα έγινε υπασπιστής του.
Ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης. Που η Διοικητική Επιτροπή για να ανασυγκροτήσει το στρατόπεδο της Αν. Ρούμελης τον συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στους σημαντικούς οπλαρχηγούς στις 3 Μαίου 1826. Που συντάσσεται με το σώμα του Καραϊσκάκη και παίρνει μέρος στη μεγαλειώδη μάχη της Αράχωβας. Που ακολουθεί τον Καραϊσκάκη στην Αττική και υπερασπίζει στο Φάληρο σημαντική θέση. Προβλέποντας την επίθεση των Τούρκων σε αυτή τη θέση, ανοίγει κρυφά τάφρο με αποτέλεσμα το ανύποπτο ιππικό των εχθρών να βρεθεί προ απροόπτου, να τσακιστεί και να θαφτεί εκεί.
Μακρυγιάννης, Σουρμελής, Καρόρης εκθειάζουν την μεγάλη προσφορά του στο Παλιό Φάληρο στη μάχη στα Μποστάνια.
Ο Γιώργης. Που αγνοώντας τις διαταγές του Μορφόπουλου και με προσωπική πρωτοβουλία και ευθύνη, ρίχνεται στη μάχη του Μαρτίνου κατά του εχθρού, χαρίζοντας τη τελευταία στιγμή τη νίκη στα ελληνικά όπλα. Που κάτω από τις οδηγίες του Υψηλάντη δίνει ανεπανάληπτες μάχες στη Θήβα, υπερασπίζεται με σθένος την πόλη και ξεχωρίζει σε ανδρεία και σύνεση, ώστε η συμβολή του να μνημονεύεται εκτός από τον Τσεβά και από τον Περραιβό.Που μαζί με τον Κριεζώτη, σώζουν κυριολεκτικά την διάλυση του στρατού του Υψηλάντη και κατ’ επέκταση την συνέχιση της ελληνικής επανάστασης με επέμβασή τους στα μισά του δρόμου των λιποτακτών. Τον Γιώργη που απέκρουσε τη κύρια δύναμη του Τουρκικού στρατού στη μάχη της Πέτρας χαρίζοντας για άλλη μια φορά την νίκη στον Υψηλάντη και τα ελληνικά όπλα. Ο αδερφοποιτός του Κριεζώτη. Ο έμπιστος αρχηγός του Υψηλάντη. Ο υπασπιστής του Όθωνα αργότερα, που δεν υπάκουσε ούτε στο βασιλιά και δε δέχτηκε να χτυπήσει το Κριεζώτη με αποτέλεσμα να χάσει την εύνοιά του και να αποσυρθεί στο Ωρωπό. Ο Γιώργης. Που οι Τούρκοι τον μισούσαν τόσο πολύ, που σκότωσαν την ερωμένη ή αρραβωνιαστικιά του στον Ωρωπό, την πανέμορφη Κρουστάλλω. Μια τεράστια προσωπικότητα που βοήθησε καταλυτικά την Ελληνική επανάσταση, μα η ιστορία δε τον έχει τιμήσει ακόμα όσο του πρέπει.
Η μελέτη γι’ αυτόν λοιπόν, θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού κεφαλαίου. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με την εκδίκησή του για τον θάνατο του αδερφού του και θα αναφέρουμε τι γράφουν γι’ αυτή την εκδίκηση οι Βάγιαννης και Τσεβάς.

Ας παρακολουθήσουμε πρώτα τον Βάγιαννη:

«…Επί τω θλιβερώ αγγέλματι του θανάτου του πρώτου Βοιωτού μάρτυρος, πανταχόθεν συνηθροίσθησαν εις την εκ του καπνού μελανωθείσαν εκκλησίαν, ένθα μετά δακρύβρεχτον μνημόσυνον υπέρ της ψυχής του πρώτου μάρτυρος οπλαρχηγού και των υπ’ αυτών, ανεκήρυξαν αρχηγόν μεν τον αδελφόν του γενναίου οπλαρχηγού Γεώργιον Σκουρτανιώτην, σωματάρχας δε τους πρώην και μετά του Λουκά Δρίτσουλα υιού του εν τω ναώ υπέρ ελευθερίας μαρτυρήσαντος. Πάντες δε οι σωματάρχαι εντός του ναού συνελθόντες ξιφήρεις, ώμοσαν να διευθυνθώσιν εις τα μέρη ένθα ετάχθησαν και να εξαγοράσωσι το αίμα των αδελφών των. Ετέρα όμως επιβαλλομένη ανάγκη μεγίστου κινδύνου διασώσεως των γυναικοπαίδων ανά τας νήσους ηνάγκασεν αυτούς να εγκαταλείψωσι το σχέδιον της εκδικήσεως»

και αφού αναφέρει την εξόρμηση του Δράμαλη συνεχίζει για το ίδιο θέμα:

«…Ο τολμητίας Πετηνάρης μετά χρόνον ενωθείς μετά του Σκουρτανιώτου (Γεωργίου πιά) και εις τα υπωρείας του Υπάτου όρους περιφερόμενος, παρατηρεί απόσπασμα τακτικού εξ Αλβανών στρατού, μεθ’ ου συμπλακείς αναγκάζει αυτό να κελισθή εντός του ναού του χωρίου Σύρτζι. Καταφθάσας δε και ο Σκουρτανιώτης απεφάσισεν να εκδικηθώσιν αυτούς και ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης έρριπτον πίσσαν ανημμένην επί των Οθωμανών, οίτινες απετεφρώθησαν πλην δύο αξιωματικών, ους συνέλαβον αιχμαλώτους κατά την συμπλοκήν. Οι αιχμάλωτοι αξιωματικοί παρεκάλεσαν τους σωματάρχας να έλθωσιν εις συνεννόησιν περί απελευθερώσεώς των και μετά σύσκεψιν απεφασίσθη να αφεθώσιν ελεύθεροι υπό τον όρον αντί χρυσίου προσφερομένου αυτοίς ν’ απελευθερωθώσιν οι εν ταις φυλακείς Χαλκίδος κρατούμενοι είκοσι και δύο χριστιανοί, όπερ και εγένετο πέμψαντες τον ένα των αιχμαλώτων εις Χαλκίδα.»

Λέει δηλαδή με λίγα λόγια ο Βάγιαννης, πως ο Γιώργης ο Σκουρτανιώτης με τον Πετηνάρη, εκδικήθηκαν σε ανύποπτο χρόνο το θάνατο του Θανάση και των υπολοίπων στην Αγία Σωτήρα. Ο Πετηνάρης συνάντησε στο Σύρτζι (σημερινό Ύπατο) τακτικό τούρκικο απόσπασμα αποτελούμενο από Αλβανούς. Συνεπλάκη μαζί τους, αιχμαλώτισε δύο αξιωματικούς και τους υπόλοιπους τους έκλεισε μέσα στην εκκλησία του Συρτζίου. Ειδοποίησε τον Γιώργη, ο οποίος κατέφθασε, άνοιξε τρύπα στη στέγη και κατέκαψε το τούρκικο απόσπασμα, εκδικούμενος με τον ίδιο τρόπο τον θάνατο του αδερφού του. Κατόπιν αντάλλαξε τους αιχμαλώτους αξιωματικούς με είκοσι δύο Έλληνες χριστιανούς φυλακισμένους στη Χαλκίδα.

Ο Τσεβάς αναφέρει τα εξής για το ίδιο ζήτημα:

«…Τον Αθαν. Σκουρτανιώτη θανόντα διεδέχθη εν τη οπλαρχηγία ο αδελφός του Γεώργιος, όστις ανεδείχθη άξιος αυτού διάδοχος. Ούτος αποκαθαίρων το έδαφος της υπαίθρου χώρας, από των Τούρκων, κατώρθωσε 15 ημέρας, από του ηρωϊκού θανάτου του αδελφού του, να καταστρέψη τουρκικόν απόσπασμα όπερ συνήντησε εις θέσιν Γκούρεζα του Συρτζίου. Τούτο ηττηθέν και καταδιωχθέν, ενεκλείσθη εντός εκκλησίας του χωρίου όπου κατεκάη ολόκληρον. Το κατόρθωμα τούτο ανεκούφισε τους Ταναγραίους πολεμιστάς, δυνηθέντας να εκδικηθώσιν τον θάνατον του αρχηγού και συμπολίτου των Αθαν. Σκουρτανιώτου.»

Οι διαφορές του Βάγιαννη όπως βλέπουμε αρκετές, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Και οι δύο αναφέρουν πως ο Γιώργης, εκδικήθηκε τελικά τον θάνατο του αδερφού του, καίγοντας μέσα σε μια εκκλησία στο Σύρτζι, ένα τούρκικο απόσπασμα.
Το ερώτημα που μπαίνει τώρα είναι το εξής:
Μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός; Η εκδίκηση του Γιώργη συνέβη πραγματικά ή το γεγονός αυτό είναι ένα εύρημα του Βάγιαννη, της προφορικής ιστορίας και κατ’ επέκταση του Τσεβά;
Η προσωπική μου γνώμη είναι η εξής:
Το γεγονός αυτό, θα πρέπει πραγματικά να συνέβη. Και τούτο, γιατί δεν είναι ένα τόσο «καθαρό» κατόρθωμα για τον Γιώργη. Στην ουσία πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης αλλά και βλασφημίας. Αν ήταν εύρημα, οι ιστορικοί αλλά και η προφορική παράδοση, θα δημιουργούσαν κάτι άλλο. Θα ανέφεραν π.χ. ότι ο Γιώργης κατέκαψε το τούρκικο απόσπασμα μέσα σε ένα σπίτι ή μια παλιά αποθήκη. Εδώ ο Γιώργης χάριν εκδίκησης, φαίνεται μαζί με τους Τούρκους να έκαψε και μια εκκλησία. Πράξη καθαρής βλασφημίας. Και ποτέ ένας ιστορικός όταν θέλει να ανεβάσει έναν ήρωα και έχει την ευχέρεια να δημιουργήσει ένα γεγονός εκ του μη όντος, δεν το κατασκευάζει με τέτοιο τρόπο ώστε να προσδώσει στον πρωταγωνιστή του το στίγμα της βλασφημίας.
Όλα αυτά σημαίνουν πως το γεγονός συνέβη πραγματικά.
Δε γνωρίζουμε σε ποιο σημείο ήταν ανεπτυγμένο το θρησκευτικό συναίσθημα του Γιώργη. Αν τοποθετήσουμε όμως το γεγονός στην εποχή του και στις συνθήκες της επανάστασης του 1821, το θρησκευτικό συναίσθημα των πολεμιστών επαναστατών, είναι πολύ ανεπτυγμένο. Και είναι ανεπτυγμένο, γιατί είναι αναγκαίο. Η υπέρβαση που επιθυμούν οι επαναστάτες Έλληνες είναι τόσο μεγάλη, που μονάχα η πίστη σε μια μεταφυσική πηγή τους τροφοδοτεί με την ανάλογη δύναμη. Θεωρώ δύσκολο δηλαδή Έλληνες που λαμβάνουν δύναμη από τον Θεό, από τους αγίους και τις εκκλησίες τους να βάζουν οι ίδιοι φωτιά σε μια τέτοια εκκλησία, έστω κι αν πρόκειται να κάψουν μέσα της απίστους. Είναι τεράστια η βλασφημία για την εποχή, γιατί στρέφονται χάριν εκδίκησης ενάντια στο θεό τους. Εκτός κι αν θεωρούσαν πως θάνατος απίστων μέσα στον οίκο του θεού, δίνει χαρά στον ίδιο το θεό.
Πώς λοιπόν ο Γιώργης προέβη σε μια τέτοια πράξη εκδίκησης μεν, βλασφημίας δε;
Ο ένας λόγος, το θρησκευτικό του συναίσθημα να μην ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο. Ο δεύτερος , να βρέθηκε προ τετελεσμένων γεγονότων. Να τον ειδοποίησε ο Πετηνάρης πως κρατά τους Τούρκους κλεισμένους μέσα στην εκκλησία. Ο Τσεβάς αναφέρει πως αυτό έγινε 15 μέρες μετά το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου. Που σημαίνει πως ο πόνος του Γιώργη ήταν πρόσφατος. Αν λάβουμε υπόψη και το ότι ο Γιώργης σύμφωνα με τη προφορική παράδοση, ήταν παρορμητικός και ιδιαίτερα επιρρεπής στο συναίσθημα της οργής, τότε είναι αλήθεια, πως δε θα δίσταζε να κάψει τους Τούρκους μέσα στην εκκλησιά, ζητώντας κατά βάθος συγχώρεση από τον Θεό και υποσχόμενος πως κάποτε θα έφτιαχνε ο ίδιος ξανά την εκκλησία, υπόσχεση που δε μπορούμε να γνωρίζουμε εάν τελικά τήρησε.
Ο Βάγιαννης αναφέρει πως ο Γιώργης κράτησε δύο αξιωματικούς και τους αντάλλαξε με 22 χριστιανούς από τις φυλακές της Χαλκίδας. Εδώ ο Γιώργης φαίνεται να ακολουθεί τα βήματα του Θανάση, του οποίου τακτική υπήρξε ενίοτε, να συλλαμβάνει Τούρκους αξιωματούχους και να τους ανταλλάσει για λύτρα, με σκοπό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του αγώνα και των αντρών του. Ένα τέτοιο γεγονός, άσχετο με το παρόν θέμα αλλά πολύ ενδιαφέρον, που αποδεικνύει τη τακτική αυτή του Θανάση Σκουρτανιώτη,είναι και η παρακάτω διήγηση του Τσεβά:

«…Εις Ρετσώνα ενώ ανέμενε (o Κώτσο Βόγκλης) μετά του Σκουρτανιώτου (Θανάση) παρά την οδόν Χαλκίδος, ίνα κτυπήσωσι Τούρκους μεταβαίνοντας εις ενίσχυσιν των εν Χαλκίδι, ανηγγέλθη εις αυτούς ότι έμελλε να διέλθη εκείθεν Τούρκος βέης, όστις είχεν απαγάγει την περικαλλή θυγατέρα του Παπαζαρίφη εκ Παλαιοπαναγιάς. Μετ’ ολίγον εφάνη Τούρκος έχων επί των καπουλίων του ίππου του την κόρην και ακολουθούμενος υπό πολλών ένοπλων ανδρών. Ο Βόγκλης εζήτησε την άδειαν να φονεύση τον Τούρκον βεβαιών ότι ουδένα κίνδυνον θα διατρέξη η κόρη. Εν τοιαύτη περιπτώσει είπεν ο Σκουρτανιώτης συ θα κτυπήσης το άλογο εις το κεφάλι και ημείς το απόσπασμα. Τον Τούρκον θα τον αιχμαλωτίσωμεν, διότι έχομεν ανάγκην από γρόσια. Πυροβολήσας πράγματι πρώτος ο Βόγκλης εφόνευσε τον ίππον, όστις πεσών παρέσυρε το πολύτιμον φορτίον του. Εκ του αποσπάσματος οι μεν εφονεύθησαν κατόπιν, οι δε διεσκορπίσθησαν. Ο Τούρκος ηχμαλωτίσθη και ηλευθερώθη αντί πλούσιων λύτρων, η δε κόρη του Παπαζαρίφη παρεδόθη εις τους γονείς της.»

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Το μειράκιον, ο μικρός Τάσος



Η ύπαρξη στην ιστορία του ολοκαυτώματος του Μαυροματίου του μικρού Τάσου, εμφανίζεται μόνο στην διήγηση του Τσεβά. Ο Βάγιαννης δεν κάνει λόγο για την ύπαρξή του στην ιστορία μας, αλλά όπως είδαμε η διήγηση του Βάγιαννη παρουσιάζει γενικότερα κενά.
Ο Γιάννης ο Μήτρου, ο οποίος κατάγεται και από το Μαυρομάτι, στο βιβλίο του «Η Αγία Σωτήρα και το ολοκαύτωμα Σκουρτανιώτη στον ομώνυμο ναό» γράφει τα εξής σχετικά με το μικρό Τάσο:


«Ο μικρός Τάσος και το Παρατηρητήριο

Το επίθετο του Τάσου δεν αναφέρεται , αλλά η προφορική παράδοση στέκεται σε έξι πιθανά επίθετα. Το γεγονός ότι την περίοδο αυτή είχε πάρει το δρόμο της ξενιτιάς η πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού, παίρνοντας μαζί του όλα σχεδόν τα γυναικόπαιδα, κρύβοντας τα υπάρχοντά τους στις νεοεμφανιζόμενες «Πονίτσες» και αφήνοντας μονάχα τους γεροντότερους στο Μαυρομάτι, περιορίζει κατά πολύ την αναζήτηση του μικρού Τάσου. Και επειδή είναι βέβαιο ότι τα μικρά παιδιά έλειπαν από το χωριό ή οι γηγενείς τα είχαν πάρει με το ζόρι γιατί είχε προηγηθεί η ομηρία μικρών παιδιών από τους Οθωμανούς το 1820-21 (97), το πεδίο των αναζητήσεών μας μειώνεται σημαντικά. Υποθέτουμε βέβαια, ότι μόνον ένας επήλυδας, θα ήταν τόσο αφελής να αφήσει το παιδί του να «αλωνίζει» στη διάρκεια του πολέμου, με την έννοια ότι αγνοούσε τις επικρατούσες συνθήκες στη περιοχή.
Τη περίοδο αυτή, ο ηλικίας 8 ετών, λαβαίνοντας υπόψη το διασωζόμενο μητρώο αρένων από το 1780, είναι ο Τάσσος Ιωαν. Κουτρουλάρας ή «μικρός Τάσος» όπως λεγόταν μέχρι και την έναρξη του 20ου αιώνα. Η Αικατερίνη Ξυδώνα-Παπαθανασίου, τοπική πληροφοριοδότρια για την εποχή της Τουρκοκρατίας, η οποία αγνοούσε της ημερομηνίες γεννήσεως ορισμένων συγχωριανών της, είχε ακούσει από τη γιαγιά της, αλλά δε θυμότανε με ακρίβεια, ότι ένας από τους Κουτρουλαραίους ή τους Κρεμμυδαίους ήταν ο μικρός Τάσσος. Και εδώ δεν θα πρέπει να γίνει σύγχυση με έναν άλλον μικρό Τάσσο, τον Τάσσο Πανούση Κρεμμύδα, ο οποίος γεννήθηκε μόλις το 1830 ή 1836.
Το πώς βρέθηκε ο Τάσσος εκεί, παραμένει μέχρι σήμερα ένα ερώτημα. Οι απαντήσεις μας μόνον σε εικασίες θα μπορούσαν να στηριχθούν. Η ιστορία ωστόσο, θα πρέπει να αποδεχτεί εδώ και την πιθανότητα του τυχαίου. Ο μικρός Τάσσος μπορεί να είδε και να επιχείρησε να θαυμάσει από κοντά τους καπεταναρέους όπως τους αποκαλούσε. Μπορεί και να περνούσε τυχαία από εκεί. Μπορεί να είχε χάσει κάποιο πρόβατο και να έψαχνε να το βρει κοντά στη περιοχή, μιας και ήταν τσοπανόπουλο.
Αυτή η τελευταία μάλιστα εκδοχή, ότι ο Τάσσος δηλαδή ήταν απλώς ένα τσοπανόπουλο και όχι κάποιος παρατηρητής, απορρίπτει μια παλαιότερη θεωρία, που έλεγε ότι στο σημείο αυτό ήταν τοποθετημένο το παρατηρητήριο του χωριού και τα μικρά παιδιά έστηναν καρτέρι για να επιβλέπουν το χώρο. Εκεί στο «μεγάλο πουρνάρι» σύμφωνα με την προφορική παράδοση, έκαναν σκοπιά οι πιο ευκίνητοι και οι πιο γρήγοροι, για να ειδοποιούν τους γηγενείς σε ενδεχόμενη εισβολή των Οθωμανών στο χωριό.
Όπως καταλαβαίνουμε, η μία εκδοχή αναιρεί την άλλη (98), με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα. Το μεγάλο πουρνάρι υπήρξε ως τοποθεσία, αλλά δεν γνωρίζουμε εάν υπήρξε αποκλειστικά ως παρατηρητήριο. Την περίοδο αυτή, η συντριπτική πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού, είχε ξενιτευτεί σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Μόνον ο γεροντικός πληθυσμός είχε παραμείνει στο Μαυρομάτι. Και όταν μένουν στο χωριό μόνον οι γηραιότεροι, το χωριό λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας κάθε παιδικής ανθρώπινης ψυχής. Δεν διακινδυνεύει να χάσει έναν νέο σε ηλικία, στο βωμό της σωτηρίας ενός γηραιότερου.»


Αυτά γράφει στο βιβλίο του ο Μήτρου για τον μικρό Τάσο. Ο πιθανότερος λοιπόν Τάσος της ιστορίας μας, είναι ο Τάσος Ιωαν. Κουτρουλάρας. Ο Τσεβάς τον αναφέρει «ρακένδυτο και ανυπόδητο» οπότε η άποψη του Μήτρου πως πρόκειται για επήλυδα ή τουλάχιστον πάμφτωχο, ενδέχεται να στέκει.
Η οικογένεια του Τάσσου Κουτρουλάρα λοιπόν, δεν είχε φύγει μαζί με την πλειοψηφία των γηγενών για τη Πελοπόννησο και τα νησιά και πιθανόν οι γονείς του να ήταν τσοπάνηδες σε ξένα κοπάδια. Ο έλεγχος σίγουρα των γονέων του απέναντί του, ήταν ιδιαίτερα χαλαρός για να μπορεί ο μικρός να «αλωνίζει» κάτω από τέτοιες συνθήκες. Η ύπαρξη όμως του σώματος των Ελλήνων ανταρτών στη περιοχή, μπορεί να παρείχε αίσθημα ασφάλειας για τους γονείς του μικρού και να βρισκόταν εκεί εις γνώση τους, για να θαυμάσει από κοντά τους καπεταναρέους. Αλλά μη κρίνουμε τους γονείς της εποχής σύμφωνα με τα δικά μας σταθμά. Υπάρχουν γονείς και γονείς. Άλλοι αφήνουν τα παιδιά να αλωνίζουν και άλλοι όχι. Ακόμη και στη δικιά μας εποχή, ο έλεγχος από τους γονείς δεν ήταν ίδιος για όλους μας. Άλλα παιδιά στο δικό μου χωριό αλώνιζαν όλη την ημέρα στο βουνό και το κάμπο χωρίς κανέναν έλεγχο και άλλα δε τολμούσαν να πάνε κάπου χωρίς να ενημερώσουν τους γονείς τους.
Ο πιθανότερος λόγος λοιπόν να βρέθηκε εκεί ο μικρός Τάσος Κουτρουλάρας, ήταν να θαυμάσει τους καπεταναρέους. Εάν έβοσκε ξένα πρόβατα, δεν θα βρισκόταν εκεί, από φόβο μήπως κάποιος από τους αντάρτες του αρπάξει κάποιο πρόβατο για τροφή. Ακόμη, οι κινήσεις του σύμφωνα με την διήγηση του Τσεβά, δε δηλώνουν πως ο μικρός Τάσος είχε το βάρος ενός κοπαδιού δίπλα του. Οι κινήσεις του δηλώνουν πλήρη ελευθερία κινήσεων. Η μη ύπαρξη ακόμη άλλου παιδιού φίλου του, αποδεικνύει την μεγάλη εσωτερική μετανάστευση των γηγενών. Ίσως ο μικρός Τάσος να ήταν από τα ελάχιστα παιδιά που είχαν παραμείνει εκεί, γι’ αυτό το λόγο δε πήγε μαζί με φίλους του να θαυμάσει τους καπεταναρέους, αλλά πήγε μόνος.
Υπάρχει όμως κάτι που με προβληματίζει στη διήγηση του Τσεβά για τον μικρό Τάσο, γιατί μέχρι σήμερα πιστεύαμε πως οι επιθέσεις των Τούρκων έγιναν από την βορειοδυτική πλευρά.
Ο μικρός Τάσος πρωτοεμφανίζεται στη διήγηση του Τσεβά τη στιγμή που αντιδικεί με τον Δρίτσουλα και τους άλλους αν θα δώσει μάχη στο συγκεκριμένο σημείο ή όχι.
«Ενώ δε οι πλείστοι των ανδρών, εν οις και ο αδελφός του Κωνσταντίνος Σκουρτανιώτης ετάχθησαν με την ιδέα της παραμονής και αντιστάσεως, ο δε Σκουρτανιώτης δεν είχε εγκαταλείψει την σώτειραν ιδέαν της αναχωρήσεως, επιμένων ότι πρέπει αυτός να εκλέξη τον τόπον και τον χρόνον της μάχης και όχι οι Τούρκοι, την συζήτηση διέκοψεν η εμφάνισης μειρακίου τινός ευφυέστατου, αλλ' ανυποδήτου και ρακένδυτου, όπερ ασθμαίνον με φωνήν διακεκομμένην είπε: ''Καπεταναρέοι, έρχονται Τούρκοι πολλοί. Εγέμισαν το κάμπο. Τους είδα απ' επάνω απ' το μεγάλο πουρνάρι!''»
Ο μικρός Τάσος λοιπόν μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο μεγάλο πουρνάρι, στο υψηλότερο ύψωμα της περιοχής βορειοδυτικά της Αγίας Σωτήρας, που σύμφωνα με την παράδοση, ήταν παρατηρητήριο των γηγενών. Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί δεν είχε τοποθετηθεί εκεί Έλληνας αντάρτης από τον Σκουρτανιώτη, αφού ήταν πλεονεκτικό σημείο παρακολούθησης, παρά βρισκόταν εκεί μονάχα ο μικρός Τάσος. Και αυτά ύστερα από το κυνηγητό του Δρίτσουλα από τους 20 έφιππους και τις απαραίτητες ντουφεκιές που σίγουρα έθεσαν σε εγρήγορση το σώμα της Αγίας Σωτήρας του Σκουρτανιώτη. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί, είναι να μεσολάβησε τόσο δυνατός καυγάς μεταξύ Δρίτσουλα και Σκουρτανιώτη, που ακόμη και ο αντάρτης παρατηρητής να έφυγε για να δει τι τρέχει μεταξύ των καπεταναίων, αφήνοντας στη θέση του το μικρό Τάσο που μπορεί να βρισκόταν από ώρα μαζί του για να του κάνει παρέα.
Ακολουθεί η πρώτη μάχη.
«Τας πρώτας λυσώδους επιθέσεις, καθ' ας 150 περίπου Τούρκοι εκάλυψαν τον προ του περιβόλου της εκκλησίας χώρον, διεδέχθησαν άλλαι αραιότεραι και ασθενέστεραι και περί τας 3 μ.μ. έπαυσαν εντελώς. Ο Σκουρτανιώτης αποτεινόμενος τότε προς τους ατρομήτους εκείνους άνδρας, οίτινες τόσον ηρωικώς εμάχοντο είπεν. ''Σε λίγο η θα φύγουν οι Τούρκοι η θα έλθη εις αυτούς βοήθεια. Αυτό σημαίνει η παύσις της επιθέσεως. Εάν είχομεν πολεμοφόδια, ας ήρχοντο και άλλοι τόσοι. Η αγία Σωτείρα του Μαυροματίου θα επισκίαζε το χάνι της Γραβιάς''»
και
"Μόλις ετελείωσε την φράσιν ταύτην ο Σκουρτανιώτης, ηκούσθη η φωνή του μικρού Τάσου, όστις κατελθών εν τάχει του παρατηρητηρίου του, ανεριχήθη επί της μάνδρας της εκκλησίας και από του σημείου τούτου εφώναξε. ''Έρχονται και άλλοι πολλοί, απ' εδώ κι από κει και καβαλλαρέοι απ' επάνω!''»
Εδώ εμφανίζεται πάλι ο μικρός Τάσος. Αλλά ποιο παρατηρητήριο εννοεί; Το μεγάλο πουρνάρι; Μα τότε είναι εύκολα αντιληπτό, ότι το μεγάλο πουρνάρι μέχρι τότε, ήταν ακόμα ελεύθερο από Τούρκους. Οι Τούρκοι λοιπόν, δεν ήρθαν από τα βορειοδυτικά της Αγίας Σωτήρας αλλά από τα βορειοανατολικά! Οι πρώτες επιθέσεις δηλαδή, έγιναν από την ανατολική πλευρά κάτι που μέχρι σήμερα το είχαμε αποκλείσει.
Διότι ο μικρός Τάσος από τη δυτική πλευρά που βρισκόταν το μεγάλο πουρνάρι «ανεριχήθη επί της μάνδρας της εκκλησίας (καλυπτόμενος από τυχόν πυρά των Τούρκων από την ίδια την εκκλησία) και από του σημείου τούτου εφώναξε» Αν οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το μεγάλο πουρνάρι από την αρχή, ο μικρός Τάσος δε θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί, ούτε να έχει τη πολυτέλεια να ανεβαίνει στη μάντρα και να φωνάζει, αφού θα βρισκόταν ανάμεσα σε διασταυρωμένα πυρά.
«''Έρχονται και άλλοι πολλοί, απ' εδώ κι από κει και καβαλλαρέοι απ' επάνω!''»
Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως οι Τούρκοι πρωτοεμφανίστηκαν στο χαμηλό λόφο βορειοανατολικά της Αγίας Σωτήρας. Ένας λόφος που είναι μεν χαμηλότερα από το σημείο που βρίσκεται ο ναός, αλλά πιο εύκολα προσβάσιμος από όσους έρχονται από το κάμπο. Από κει οργάνωσαν τις πρώτες επιθέσεις στην ανατολική πλευρά του ναού. Αυτές οι πρώτες επιθέσεις είχαν το μειονέκτημα να γίνονται από χαμηλά και οι Τούρκοι στρατιώτες να κουράζονται προς την ανηφόρα. Όταν κατάλαβαν το μειονέκτημά τους αυτό και με την επικουρία που ήρθε στη συνέχεια, άρχισαν να κυκλώνουν την εκκλησία σιγά σιγά από βόρεια και βορειοδυτικά μέχρι το μεγάλο πουρνάρι. Τότε έφυγε ο μικρός Τάσος και οι Τούρκοι να επιτίθενται από τρεις τουλάχιστον πλευρές, γιατί σίγουρα δε θυσίασαν την ανατολική πλευρά, έστω για να κόψουν το δρόμο διαφυγής στους αντάρτες.
Αλλά τι απέγινε ο μικρός Τάσος; Σύμφωνα με την διήγηση του Τσεβά, βρίσκεται πάνω στη μάντρα της εκκλησίας και ενημερώνει τον αρχηγό για την μεγάλη επικουρία των εχθρών. Ο μικρός Τάσος που μέχρι τότε παρακολουθεί εκστασιασμένος και σχετικά ασφαλής, από το μεγάλο πουρνάρι τη μάχη που γέρνει μέχρι τότε υπέρ των Ελλήνων, φαίνεται ξαφνικά –αντικρίζοντας πλείστους Οθωμανούς και έφιππους να έρχονται από παντού, τρομοκρατημένος. Το πιθανότερο είναι να ακολούθησε τις συμβουλές του αρχηγού ή κάποιου αντρός του, να μη πήδησε ποτέ μέσα στο περίβολο του ναού, αλλά πάλι έξω και με κάλυψη τη μάντρα να χάθηκε νοτιοδυτικά προς το χωριό ή τις νοτιοδυτικές παρυφές του επόμενου λόφου, όπου ασφαλής θα παρακολούθησε τη συνέχεια από μακριά.
Να λοιπόν που η ενασχόλησή μας με το μικρό Τάσο, μας βοήθησε να αναλύσουμε ακόμη και τα στάδια της μάχης.

Δευτέρα, 03 Νοεμβρίου 2008

Ανάλυση στο κείμενο του Βάγιαννη-Διαφορές και ομοιότητες με τον Τσεβά


Θα επιχειρήσω εδώ μια ανάλυση στο κείμενο του Βάγιαννη, επισημαίνοντας τις διαφορές και τις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτόν και τον Τσεβά και θα εκθέσω κάποιες προσωπικές απόψεις πάνω στο θέμα.
Η γλώσσα του Βάγιαννη είναι η καθαρεύουσα της εποχής. Γλώσσα που χρησιμοποιεί ευχερώς. Είναι επίσης φανερό πως γράφει σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής του. Το καινούριο έθνος αναζητά τους ήρωές του κάτω από την σκέπη της θρησκείας και της πίστης. Είναι επίσης φανερό όμως -ακόμη και στον πιο άπειρο αναγνώστη- πως όσα αναφέρει ο Βάγιαννης, δεν είναι τεκμηριωμένα, ούτε είναι προϊόν επιστημονικής έρευνας. Σε πολύ λίγες γραμμές, προσπαθεί να αποδώσει τα γεγονότα της επανάστασης στη ανατολική Βοιωτία, χωρίς να κρατά χρονολογική σειρά, με αποτέλεσμα να δημιουργείτε στον αναγνώστη μια αίσθηση προχειρότητας και απόδοσης συνονθυλευμάτων. Είναι χαρακτηριστικό, πως τα γεγονότα της μάχης του Μαυροματίου τα τοποθετεί την Άνοιξη! «Οι εν Χαλκϊδι Τούρκοι μη ανεχόμενοι τον κατά ξηράν αποκλεισμόν εξέρχονται του πορθμού, κατευοδουμένου του έαρος» γράφει, αρχίζοντας την διήγησή του για τη μάχη του Μαυροματίου. Όσα αναφέρει πολύτιμα μεν, αλλά θα πρέπει να αξιολογηθούν με την προϋπόθεση της επίγνωσης πως ο Βάγιαννης δεν αναζήτησε αυθεντικές πηγές, παρ’ ότι ο χρόνος τότε ίσως ήταν ακόμη κατάλληλος για κάτι τέτοιο. Ούτε φαίνεται πως στις προθέσεις του ήταν μια ουσιαστική ιστορική αναζήτηση. Το κείμενό του διακρίνεται μάλλον από ερασιτεχνισμό. Δεν αναφέρει τις πηγές του. Μεταφέρει απλά την περιρέουσα ατμόσφαιρα και ίσως στοιχεία που πλανιόνταν προφορικά από στόμα σε στόμα.
Παρ’ όλα αυτά όμως, σε πολλά σημεία η περιγραφή του –ειδικά της μάχης του Μαυροματίου- ταιριάζει σε πολλά σημεία με τη περιγραφή του Τσεβά, έτσι που ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται εύκολα, πως πάνω κάτω, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Ένα ζήτημα βέβαια που τίθεται είναι, εάν ο Τσεβάς είχε διαβάσει τον Βάγιαννη για να γράψει το δικό του έργο. Εκείνος όμως ισχυρίζεται πως οι πηγές του είναι άλλες. Ο πατέρας του και ο οπλαρχηγός Γκέλης, οπότε δεν έχουμε λόγο να μη τον πιστέψουμε.
Το σημαντικό στοιχείο μετά την ανάγνωση του κειμένου του Βάγιαννη, είναι ότι επαναπροσδιορίζεται ο ισχυρισμός του Γιάννη του Μήτρου, πως η αντιδικία και η διχογνωμία του Σκουρτανιώτη με τον Δρίτσουλα, δε συνέβη ποτέ, διότι όπως ισχυρίζεται ο Μήτρου, ο Τσεβάς έγινε ''αποδέκτης μιας μεροληπτικής πληροφόρησης από συμπατριώτες του Σκουρτανιώτη που σκοπό είχαν να μεταφέρουν τη κύρια ευθύνη του δράματος σε άλλο πρόσωπο''.
Όπως βλέπουμε όμως και ο Βάγιαννης περιγράφει την αντιδικία Σκουρτανιώτη-Δρίτσουλα. Ήταν λοιπόν και ο Βάγιαννης αποδέκτης αυτής της μεροληπτικής πληροφόρησης από συμπατριώτες του Σκουρτανιώτη; Το κύριο μέλημα δηλαδή των Δερβενοχωριτών εκείνη την εποχή, ήταν να πιάσουν όλους τους ιστορικούς για να απαλλάξουν τον Σκουρτανιώτη από την ευθύνη της μάχης του Μαυροματίου; Αστεία πράγματα. Όλα αυτά σημαίνουν λοιπόν, πως η σημαντική αυτή αντιδικία για τη μάχη του Μαυροματίου μεταξύ Σκουρτανιώτη-Δρίτσουλα, έλαβε πραγματικά χώρα αφού αναφέρεται και διασταυρώνεται από δύο διαφορετικές πηγές και εφόσον κυριαρχεί και στη περιρέουσα ατμόσφαιρα και στη προφορική ιστορία της οποίας ο Βάγιαννης είναι αποδέκτης και την χρησιμοποιεί αβίαστα.
Θα πρέπει βέβαια να προσθέσουμε εδώ, πως πολλά στοιχεία ίσως έχουν μεταφερθεί και φτάσει μέχρι το Βάγιαννη και από κάποιον Παπαβασιλείου από την Θήβα , δάσκαλο στο επάγγελμα, ο οποίος γύρω στα 1860 γυρνούσε στα χωριά και έβγαζε λόγους για τους ήρωες της Θήβας και το 1821.

Ας δούμε όμως τις σημαντικές διαφορές αλλά και τις ομοιότητες του Βάγιαννη με τον Τσεβά.
Η πρώτη ουσιαστική διαφορά όπως είπαμε και πιο πάνω, είναι η τοποθέτηση από τον Βάγιαννη του γεγονότος της μάχης την άνοιξη. Δεν αναφέρει ούτε καν το έτος. Αγνοεί κατά πάσα πιθανότητα την αναφορά του αστυνόμου των Αθηνών που είναι αδιαμφισβήτητη, αναφορά η οποία ορίζει το γεγονός στις 3 Νοεμβρίου του 1825, ενώ τριάντα χρόνια περίπου αργότερα από τον Βάγιαννη, ο Τσεβάς τοποθετεί το γεγονός στις 26 Οκτωβρίου 1825.
Η δεύτερη διαφορά, φέρνει τον Σκουρτανιώτη να παίρνει μέρος στην εκδίωξη των Τούρκων από τη Θήβα προς τη Χαλκίδα έστω ως αντιπρόσωπος-ειρηνοποιός για να φύγουν ήσυχα οι Τούρκοι, ενώ ο Τσεβάς αναφέρει ότι ο Σκουρτανιώτης δεν ενεπλάκη ποτέ με τους Τούρκους της Θήβας, φέρων ο ίδιος σαν δικαιολογία ότι «αν μαθευτεί πως έπεσε η Θήβα που έχει μεγάλο όνομα, θα πλακώσει όλη η Τουρκιά».
Για την ανάθεση της αρχηγίας από την προσωρινή κυβέρνηση στον Σκουρτανιώτη σε όλη τη Βοιωτία, φαίνεται πως έχει γνώση και ο Βάγιαννης, ο οποίος όμως κάνει λόγο για μια συγκέντρωση που έγινε στη Θήβα λίγο πριν την έξοδο των Τούρκων από την Χαλκίδα και τη μάχη του Μαυροματίου. Κατά τον Βάγγιαννη, την συγκέντρωση την επεδίωξε ο Σκουρτανιώτης ο οποίος (άγων το τριακοστόν δεύτερο έτος συναισθανθείς, ην ευθύνην ανέλαβε απέναντι της Πατρίδος) κάλεσε τους αντιπροσώπους της πόλεως και τους σωματάρχες Δρίτσουλα, Κόλια, Πετηνάρη, Τσουνάρη, τους υπενθύμισε τη κρισιμότητα της κατάστασης, πιθανόν να τους ενημέρωσε για την διαταγή της αρχηγίας του και χώρισε αρμοδιότητες και χώρους ευθύνης στους λοιπούς αρχηγούς. Ο Τσεβάς δεν αναφέρει περί τέτοιας συνάντησης, εκτός από την προγραμματισμένη συνάντηση που είχε ο Σκουρτανιώτης με τους άλλους αρχηγούς την επαύριον της μάχης του Μαυροματίου στα Παραπούγγια, συνάντηση βέβαια, η οποία μετά τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν, δεν έγινε ποτέ.

Και ερχόμαστε τώρα στον Τσουνάρη, που είναι ποιος όμως; Μήπως είναι ο Αθανάσιος Τζουνάρας που αναφέρει ο Τσεβάς πως προστέθηκε τελευταία στιγμή στο απόσπασμα του Σκουρτανιώτη και του Δρίτσουλα με 25 άλλους και έπεσε και εκείνος στη μάχη του Μαυροματίου; Άλλη μια πηγή λοιπόν που αναφέρει περί Αθανασίου Τζουνάρα εάν πραγματικά πρόκειται γι’ αυτόν. Φυσικά ο Βάγιαννης δεν λέει πως ο Τσουνάρης ενώθηκε στη μάχη του Μαυροματίου με τον Σκουρτανιώτη, ορίζει δε όπως και ο Μακρυγιάννης τον αριθμό των μαχομένων Ελλήνων στους 40 σε αντίθεση με τον Τσεβά που τους ανεβάζει στους 70 μετά από την ένωση με τον Αθανάσιο Τζουνάρα.
Όσον αφορά περί λεηλασιών και βανδαλισμών, όπως και για ειδοποίηση από πλευράς Σκουρτανιώτη των κατοίκων να απομακρυνθούν σε πιο ασφαλή μέρη, κάνει λόγο και Βάγιαννης, οπότε επαναπροσδιορίζεται και η δικιά μου θέση σε προηγούμενο άρθρο όπου ανέλυα τις διαφορές Τσεβά-Μήτρου. Είχα αμφισβητήσει τότε και θεωρούσα δύσκολο, τακτικός στρατός να προβαίνει σε λεηλασίες κατοίκων τόπου που θεωρεί επαρχία του. Δεν αποκλείεται όμως ο Τουρκικός στρατός, είτε για εκφοβισμό είτε για εκδίκηση να πρόβαινε πραγματικά σε τέτοιες λεηλασίες και βανδαλισμούς.
Στη μάχη τώρα.
Ο Βάγιαννης αναφέρει, πως μετά τη σύσκεψη στη Θήβα, ο Σκουρτανιώτης αποφάσισε «αυτός μεν μετά του Δρίτσουλα να διευθύνωσι το προς απόκρουσιν του εχθρού σώμα» μαθαίνοντας δε τους «βανδαλισμούς των Τούρκων εσπευσμένως μετά τεσσαράκοντα αριτόλμων ανδρών καταλαμβάνει το Κεφαλάρι του Μαζιού, αφ’ όπου θα διήρχετο ο εχθρικός στρατός, άμα δε αγγέλει όπως οι εν Χοστίοις άνδρες σπεύσωσιν σε βοήθεια» αλλά πιο πριν έχει πει, πάντα για την ίδια έξοδο των Τούρκων από την Χαλκίδα «πολυαρίθμου στρατιάς…χιλίων τακτικών και ευαρίθμων ατάκτων» με τον Ομέρ-Βρυώνη, στρατιά που είδε ο Τσουνάρης να εξέρχεται της Χαλκίδος. Σύμφωνα με τον Βάγιαννη, ο Τσουνάρης βρισκόταν με εντολή του Σκουρτανιώτη στη Ρετσώνα για να ειδοποιήσει με φωτιές, σε περίπτωση εξόδου των Τούρκων τον Σκουρτανιώτη -που θα βρισκόταν στον κωνοειδή υψηλό λόφο του Ελικώνος στο Δήμο της Θίσβης- σημείο που θα μπορούσε να διακρίνει τις φωτιές του Τσουνάρη.*
Ο Τσουνάρης σύμφωνα με τον Βάγιαννη, μετά από αυτό, υποχώρησε προς τη Θήβα που την βρήκε έρημη από κατοίκους που είχαν καταφύγει αλλού. Μετά προχώρησε προς Θίσβη-Μαυρομάτι; Κατά πάσα πιθανότητα, γιατί εκεί θα έβρισκε τον Σκουρτανιώτη και αυτόν τον δρόμο θα ακολουθούσαν οι Τούρκοι οδεύοντας προς Λιβαδειά, οπότε ο ισχυρισμός του Τσεβά πως τελευταία στιγμή προστέθηκε στη μάχη και τμήμα του Τζουνάρα, μπορεί να ισχύει.
Εδώ λοιπόν –πάντα σύμφωνα με τον Βάγιαννη- έχουμε μια ατράνταχτη απόδειξη πως ο Σκουρτανιώτης γνώριζε για τη πολυαριθμότητα του Τουρκικού στρατού.
Αλλά εδώ η μεγάλη αλήθεια είναι μία και μοναδική. Δεν υπάρχει ουσιαστικά ικανή ελληνική στρατιωτική δύναμη να αντιμετωπίσει αυτή τη στρατιά. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια. Ούτε οι 40 του Σκουρτανιώτη, ούτε οι 25 του Τσουνάρη, ούτε η επικουρία των Χοστίων, αλλά ούτε και οι ολίγοι του Πετηνάρη που «περιφέρηται από του Κιθαιρώνος μέχρι του Σφιγγίου η Φαγά όρους» έστω κι αν προστεθούν όλοι μαζί, δε φτάνουν για να αντιμετωπίσουν αυτή τη στρατιά. Χρειάζονται πολλοί περισσότεροι. Οπότε σε καμιά περίπτωση δεν είναι στα άμεσα σχέδια του Σκουρτανιώτη, η κατά μέτωπο μάχη σε αυτή τη φάση. Ο αρχικός του σκοπός είναι η προστασία και η ειδοποίηση των αμάχων να καταφύγουν σε πιο ασφαλή μέρη και για την ώρα, μόνον η παρακολούθηση του εχθρού. Ο Σκουρτανιώτης όμως έχει και μια διαταγή αρχηγίας στη Βοιωτία. Πρέπει να μεγαλώσει τη δύναμη του Ελληνικού στρατού στη περιοχή, γι’ αυτό –έστω κι αν ο Βάγιαννης δε το αναφέρει- όλα συνεπικουρούν σε μια δεύτερη συγκέντρωση (σύμφωνα και με τον Τσεβά) που έχουν την επόμενη στα Παραπούγγια, όλοι ή οι περισσότεροι Βοιωτοί αρχηγοί και σωματάρχες, για να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τον Ομέρ του Ευρίπου.

Ας επιστρέψουμε όμως στα γεγονότα.
Οι Τούρκοι καίνε τη Θήβα σύμφωνα με το Βάγιαννη, λεηλατούν χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς και κατευθύνονται στη Πέτρα της Λιβαδειάς. Δε βρίσκουν αντίσταση και επιστρέφουν.
Ο Σκουρτανιώτης αναμένει στο Κεφαλάρι του Μαζιού και Μαυρομάτι.
«Η αιφνηδία όμως εμφάνισις του εχθρού ην απροσδόκητος και η επικουρία καθίστατο αδύνατον εντός λίγων ωρών να καταφθάση»
Η λέξη «αιφνηδία» μας λέει πως ο Σκουρτανιώτης δε γνώριζε, ούτε περίμενε την ξαφνική επιστροφή της Τουρκικής στρατιάς. Και εδώ ξεπηδούν κι άλλα ερωτήματα. Γιατί επέστρεψε ξαφνικά η Τούρκικη στρατιά; Γιατί δε προχώρησε μέχρι τη Λιβαδειά; Ποιος τελικά ήταν ο σκοπός της εξόδου του Τούρκικου στρατού από τη Χαλκίδα; Η τρομοκρατία μέχρι τη Πέτρα και η γρήγορη επιστροφή ξανά στη Χαλκίδα;
Αλλά ας συνεχίσουμε στα γεγονότα σύμφωνα με τον Βάγιαννη.
«μετά μικράν συμπλοκήν προς εικοσάδα εφίππων, ο Σκουρτανιώτης παρήγγειλεν υποχώρησιν εις τον περίβολον του εν Μαυροματίω ναού τιμωμένου επ’ ονόματι της Αγίας Σωτήρας»
Μάλιστα. Ο Βάγιαννης συμφωνεί και κείνος με τον Τσεβά για την μικροσυμπλοκή με 20 έφιππους Τούρκους, μόνο που δεν αναφέρει όπως ο Τσεβάς, πως την μικροσυμπλοκή την προκάλεσε ο Δρίτσουλας.
Γιατί έγινε λοιπόν αυτή η μικροσυμπλοκή, που ουσιαστικά πρόδωσε τη θέση των 40 Ελλήνων επαναστατών ανταρτών;
Μήπως εκείνοι που προκάλεσαν τη μικροσυμπλοκή, αγνοούν την ξαφνική επιστροφή ολόκληρης της Τούρκικης στρατιάς και νομίζουν πως η εικοσάδα των εφίππων είναι ένα μικρό απόσπασμα που απαγκιστρώθηκε για άγνωστους λόγους από την υπόλοιπη στρατιά και επιστρέφει μονάχο του στη Χαλκίδα; Από την άλλη είναι δυνατόν, να μη παρακολουθείτε μια τέτοια στρατιά μετά το Μαυρομάτι από τους Έλληνες τη στιγμή μάλιστα που η παρακολούθηση είναι ένας από τους δύο κύριους στόχους του Σκουρτανιώτη τη δεδομένη στιγμή; Και αν ναι, ποιος θα ήταν κατά τον Σκουρτανιώτη ο ικανότερος να αναλάβει την ευθύνη της παρακολούθησης μετά το Μαυρομάτι και την Αλίαρτο;
Τα πράγματα είναι απλά. Μονάχα ο Δρίτσουλας. Μονάχα ο Δρίτσουλας, γιατί εκείνος είναι οπλαρχηγός δυτικά των Θηβών και γνωρίζει άριστα τη περιοχή. Στον Δρίτσουλα λοιπόν ανατίθεται εκ των πραγμάτων η ευθύνη της παρακολούθησης του εχθρού από το Μαυρομάτι, Αλίαρτο και πέρα. Και ο Δρίτσουλας φέρει αποκλειστικά την ευθύνη και της μικροσυμπλοκής, αλλά και της ακούσιας ή εκούσιας άγνοιας της επιστροφής ολόκληρης της Τουρκικής στρατιάς. Ο Σκουρτανιώτης στέκεται στο Μαυρομάτι, ήσυχος αφού ο Δρίτσουλας έχει αναλάβει την παρακολούθηση και προετοιμάζει την σύσκεψη της επόμενης ημέρας. Πρέπει να ενημερώσει τους λοιπούς αρχηγούς για τον διορισμό του από τη κυβέρνηση σε Γενικό Αρχηγό και να τους πείσει για την ανάγκη της αύξησης της δύναμης του ελληνικού στρατού στη Βοιωτία κάτω από τις διαταγές του. Είναι ένας δύσκολος ρόλος και το γνωρίζει. Οι λοιποί αρχηγοί σωματάρχες αντάρτες όπως λέει και ο Μήτρου «δεν είναι άγγελλοι, ούτε φυσικά διάβολοι, αλλά άνθρωποι με αδυναμίες αρετές και φιλοδοξίες. Πολλοί δε απ’ αυτούς έχουν κακό παρελθόν»
Ο Δρίτσουλας λοιπόν είναι ο μοναδικός υπεύθυνος της μικροσυμπλοκής με την εικοσάδα των Τούρκων εφίππων. Οποιαδήποτε άλλη άποψη είναι μονάχα εκ του πονηρού.
Αλλά γιατί επιχειρεί αυτή τη συμπλοκή ο Δρίτσουλας; Ιδού το μεγάλο ερώτημα.
Τα σενάρια είναι δύο.
Το πρώτο, κάποιοι να μην ήθελαν να γίνει ποτέ αυτή η συνάντηση στα Παραπούγγια με αρχηγό τον Σκουρτανιώτη και ενέπλεξαν τον Δρίτσουλα για να τον βγάλει από τη μέση. Ποτέ όμως ένας προδότης δε στέκεται στο τόπο του μαρτυρίου. Οι προδότες δείχνουν τον δρόμο στον εχθρό και αποχωρούν. Ο Δρίτσουλας παρέμεινε και έπεσε στη μάχη του Μαυροματίου, οπότε μάλλον αυτό το σενάριο πρέπει να το ξεχάσουμε για πάντα.
Το άλλο, όλα να οφείλονται στην πραγματικά ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του σωματάρχη Δρίτσουλα. Αυτό το σενάριο θα προσπαθήσω να αναλύσω αμέσως.
Ποιος είναι λοιπόν ο Δρίτσουλας μέχρι αυτή τη στιγμή; Ο Δρίτσουλας είναι από τα Χόστια από οικογένεια μεγαλοκτηνοτρόφων. Από τους πιο έμπιστους και πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου. Έχει λάβει μέρος στη μάχη στο χάνι της Γραβιάς. Είναι μαζί με τον Ανδρούτσο, μέχρι ότου εκείνος στενεύεται πολύ από τη κυβέρνηση. Στο τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του Ανδρούτσου και στα γεγονότα στις Λιβανάτες, ο Δρίτσουλας δε φέρεται να είναι μαζί του. Ο Φανόπουλος λέει πως περνώντας ο Γκούρας από τα Χόστια με τον Ανδρούτσο αλυσοδεμένο για να τον πάει στην Αθήνα, ο Δρίτσουλας σύμφωνα με την προφορική παράδοση, έπεσε να τον απελευθερώσει και μονάχα μετά από παρότρυνση του ίδιου του Ανδρούτσου σταμάτησε. Σύμφωνα με τον Φανόπουλο πάλι, φαίνεται να είναι και κείνος ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραψαν στη Λιβαδειά το αίτημα απελευθέρωσης του Ανδρούτσου και της μη καταδίωξής του από τη κυβέρνηση.
Ο Δρίτσουλας στη μάχη του Μαυροματίου είναι περίπου 45 ετών και η χημεία ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Σκουρτανιώτη, δυστυχώς δεν είναι καθόλου καλή. Για να πούμε την αλήθεια, η χημεία ανάμεσά τους είναι από εκρηκτική έως αυτοκαταστροφική. Ο Δρίτσουλας εσωτερικά ζηλεύει τον Δερβενοχωρίτη καπετάνιο, εξωτερικά τον αμφισβητεί. Ίσως γιατί ο Σκουρτανιώτης είναι μόλις 32 ετών και διορίζεται από τη κυβέρνηση στρατηγός και Γενικός αρχηγός.
Εδώ έχουμε δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες και προσωπικότητες, που οι ανάγκες του αγώνα, τους έφεραν να συμπράξουν σε μια δεδομένη στιγμή για έναν κοινό σκοπό.
Ο Σκουρτανιώτης από τη μια, είναι Απολλώνιος. Μετρημένος, συνετός, ολιγαρκής, ασκητικός. Διαμορφωμένος από μια δύσκολη και φτωχική παιδική ηλικία λόγω της γρήγορης ορφάνιας από το πατέρα. Ορφάνια που προσπαθεί να καλύψει με τους ασκητές καλόγερους της Μονής του Οσίου Μελετίου. Ο Σκουρτανιώτης με την επιρροή και την χρόνια μαθητεία του στη Μονή, μετατρέπεται σε ιδεαλιστή. Ιδέες όπως απελευθέρωση της πατρίδας, η τιμή η αξιοπρέπεια η προσωπική ελευθερία, είναι γι’ αυτόν τα μεγάλα του ιερά, ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξής του. Ο Σκουρτανιώτης έχει την δύναμη να θέσει εαυτόν κάτω από το κοινό συμφέρον, λόγω ιδιοσυγκρασίας και ασκητικής κουλτούρας που είναι από χρόνια κοινωνός. Ήταν πάντα ένας ταπεινός υπηρέτης του αγώνα. Δε ζήτησε ποτέ τίποτα προσωπικό. Ακόμη κι όταν ο Ανδρούτσος για τους δικούς του λόγους, δεν τον πρότεινε για προαγωγή, ο Σκουρτανιώτης δεν αντέδρασε. Ίσως πικράθηκε αλλά δεν αντέδρασε. Και όχι μόνο αυτό. Δε του φύλαξε τίποτα. Όπως είδαμε στη επιστολή προς το βουλευτικό τον Απρίλη του 1825, είναι από τους ελάχιστους που θεωρούν ακόμη τον Ανδρούτσο αρχηγό και τον υποστηρίζουν ανοιχτά βάζοντας φαρδιά πλατιά την υπογραφή ενώπιον της κυβέρνησης, τη στιγμή που σχεδόν όλοι του έχουν γυρίσει τη πλάτη. Ο Σκουρτανιώτης είναι ειλικρινής και δεν του αρέσει να αδικεί. Ούτε του αρέσει να σκοτώνει. Για κείνον ο πόλεμος, είναι το αναπόφευκτο τίμημα για την ελευθερία.
Ο Δρίτσουλας από την άλλη είναι Διονυσιακός. Κυριαρχημένος από πάθη και ένστικτα. Αυθόρμητος, φιλόδοξος, ορμητικός. Ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Μπορεί να διαθέσει όλο του το κοπάδι για τον αγώνα, αλλά μπορεί και να σκοτώσει μόνο και μόνο από ηδονή. Μισεί τους Τούρκους θανάσιμα. Και αυτό το μίσος τον τυφλώνει. Του αρέσει ο πόλεμος. Ο Διόνυσος και ο Άρης είναι οι δύο μεγάλοι θεοί του. Μέσα στον αγώνα του 1821 βρίσκει τον πραγματικό του εαυτό. Η μάχη για κείνον είναι ένα παιχνίδι που τον κάνει κυριολεκτικά ευτυχισμένο. Και ζηλεύει τον Σκουρτανιώτη, ίσως όχι μόνο επειδή ο τριανταδυάχρονος καπετάνιος έγινε Γενικός αρχηγός σε τόσο μικρή ηλικία, αλλά και γιατί μπορεί να κυριαρχήσει στα ένστικτά του, ενώ ο ίδιος όχι. Ο Δρίτσουλας γνωρίζοντας τον Σκουρτανιώτη, κυριαρχείται από ένα φοβερό αίσθημα φθόνου. Τον θαυμάζει μυστικά και τα βάζει με τον εαυτό του επειδή τον θαυμάζει. Θέλει απεγνωσμένα να βρει την αχίλλειο πτέρνα αυτού του πολλά υποσχόμενου γοητευτικού καπετάνιου και μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη, τυφλώνεται και δε διστάζει να προκαλέσει τους προπορευμένους 20 έφιππους Τούρκους. Στην ουσία βιάζεται να δει τον Σκουρτανιώτη στη μάχη. Αν είναι άτρομος και ανδρείος όπως εκείνος. Αν δεν υπάρχει θέμα προδοσίας από πλευράς του λοιπόν, όλα οφείλονται στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του Δρίτσουλα. Προκαλεί τους Τούρκους, τρέχει προς το απόσπασμα του Σκουρτανιώτη που βρίσκεται στην Αγία Σωτήρα προδίδοντας ουσιαστικά τη θέση τους και το δράμα αρχίζει.
Μα είναι όμως δυνατόν να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση μέθης από εγωισμό και φθόνο ο Δρίτσουλας, που να επιμένει να δώσει μια τόσο άνιση μάχη; Ο Δρίτσουλας παρακολουθεί τους Τούρκους, γνωρίζει τη στρατιωτική τους δύναμη. Είναι τόσο τρελός λοιπόν, ώστε να επιχειρήσει με 40 ή 70 ανθρώπους να τα βάλουν με ολόκληρη στρατιά χιλίων Τούρκων;
Από τη μια το έχει ξανακάνει. Ο θρίαμβος στο χάνι της Γραβιάς του είχε δώσει στο παρελθόν ανυπολόγιστη αίγλη μαζί με τον Ανδρούτσο. Ο Δρίτσουλας μπορεί να θεωρεί εφικτή μια ανάλογη νίκη. Μπορεί πραγματικά να πιστεύει, πως μπορούν να αντέξουν μέχρι το βράδυ. Και στο σκοτάδι να αποχωρήσουν όπως έκαναν και στο χάνι της Γραβιάς, ντροπιάζοντας για άλλη μια φορά τους Τούρκους. Και ίσως να πιστεύει, πως επειδή προκάλεσε εκείνος αυτή τη μάχη, θα επισκίαζε το νεαρό καπετάνιο, έστω κι αν εκείνος είχε στη τσέπη του τη βούλα της αρχηγίας από τη κυβέρνηση. Την επαύριον όλοι θα ήξεραν ότι η νίκη οφείλεται στον Δρίτσουλα, γιατί εκείνος προκάλεσε τη μάχη του Μαυροματίου.

Ο Σκουρτανιώτης μένει εμβρόντητος από την αποκοτιά του Δρίτσουλα και διατάζει άμεση αποχώρηση προς τα προχώματα του Ελικώνα. Ο Δρίτσουλας μεθυσμένος από φθόνο, πιστεύει πως βρήκε επιτέλους την αχίλλειο πτέρνα του Σκουρτανιώτη. Τον κατηγορεί για δειλία και «όλο εσύ καπετάν Θανάση θ’ ακούεσαι, σήμερα είνε μέρα που θα φανή και ο Δρίτσουλας».
Ακραιφνής εγωισμός!
Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ πως εκτός των άλλων, νιώθει και αδικημένος. Η μαθητεία του κοντά στον Ανδρούτσο, η συμμετοχή του στη μάχη στο χάνι της Γραβιάς, η απουσία του μεγάλου αρχηγού (Ανδρούτσου) ίσως να τον κάνουν να σκέφτεται «γιατί όχι και γω;» Αν προκαλέσει εκείνος μια μάχη και βγει νικητής (!) ίσως αλλάξουν τα δεδομένα και η στρατιωτική του πορεία.
Ο Σκουρτανιώτης μένει έκπληκτος από τη συμπεριφορά του Δρίτσουλα. Και ο χρόνος τον πιέζει αφόρητα. Πρέπει να πάρει μια απόφαση. Αλλά εκείνη η κατηγορία για δειλία τον τρυπάει σα δηλητηριασμένο βέλος κατ’ ευθείαν στη καρδιά. Ποτέ δε τον κατηγόρησαν για δειλό. Από πού κι ως που; Τέσσερα χρόνια έχει αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα. Το σώμα του είναι γεμάτο πληγές. Αν φύγει, ο Δρίτσουλας θα τον κατηγορήσει στη συγκέντρωση της επόμενης και στους λοιπούς αρχηγούς για δειλό. Θα είναι η αφορμή που ίσως γυρεύουν πολλοί να τον αμφισβητήσουν ανοιχτά. Πράγματι. Ο Δρίτσουλας χτύπησε εκεί που έπρεπε. Τη τιμή του ιδεαλιστή καπετάνιου. Παγίδευσε ψυχολογικά και τύφλωσε ακόμα και τον Απολλώνιο Σκουρτανιώτη, που πήρε δυστυχώς την λάθος απόφαση.
«Καπετάν Γιάννη δε φοβούμαι όλην τη Τουρκιά και δια να μη με νομίσητε δειλόν θα μείνωμεν, μάθε όμως ότι η παλληκαριά θέλει και μυαλό και ότι η πατρίδα μας έχει ανάγκην από τέτοια παλληκάρια ωσάν αυτούς που βλέπεις»
Και διέταξε το απόσπασμά του να πιάσει θέσεις στο περίβολο το ναού.


Και η μάχη κατά Βάγιαννη αρχίζει.
«Ο ακραιφνής πατριώτης και σώφρων αρχηγός ενέδωκε λόγω υπερτάτης φιλοτιμίας μη εκληφθή ως αποφεύγων να συμπλακή και ούτω εισελθόντες εντός του περιβόλου του ναού, εμάχοντο μετ’ απαραμίλλου γενναιότητος. Στενώς όμως πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να κλεισθώσιν εντός του ναού, αφ’ όπου πεισματωδώς διά πέντε οπών ημύνοντο. Μέχρι νυκτός αντετάχθησαν ανδρείως….μάτην οι Τούρκοι απεπειρώντο προσβολήν δι’ εφόδων, ων συνέπεια ην τόσον η μεγάλη φθορά του εχθρού, όσον και η κατανάλωσις των πολεμοφοδίων των μαχομένων Θηβαίων»
Σύμφωνα με τον Βάγιαννη λοιπόν και σε αντίθεση με τον Τσεβά, η μάχη στο περίβολο δε κράτησε πολύ. Οι Έλληνες μαχητές πολύ γρήγορα αναγκάσθηκαν να κλειστούν στο εκλησσάκι της Αγίας Σωτήρας, απ’ όπου αμύνονταν από πέντε τρύπες. Οι απώλειές των Τούρκων σύμφωνα με τον Βάγιαννη, προέρχονταν από την άμυνα των Ελλήνων από αυτές τις πέντε τρύπες! Προσωπικά θεωρώ από δύσκολο έως αδύνατο κάτι τέτοιο. Ποιες ήταν αυτές οι πέντε τρύπες; Ίσως κάποια μικρά παράθυρα και τα τρίλοβα του ιερού. Η οπτική από εκεί των αμυνόμενων και η δράση πυρός είναι πολύ περιορισμένη ώστε να έχει «μεγάλη φθορά ο εχθρός» και να αντέξουν οι έγκλειστοι μέχρι τη νύχτα! Επιπλέον λόγω της περιορισμένης οπτικής και δράσης των πυρών των Ελλήνων από τις πέντε μικρές τρύπες, θα ήταν πολύ εύκολη η πρόσβαση των Τούρκων στο τοίχο της εκκλησίας και η άνοδός τους στη σκεπή για να κάνουν αυτό που τελικά έκαναν. Να ανοίξουν τρύπες στην οροφή, να ρίψουν εύφλεκτες ύλες και να κατακάψουν τους Έλληνες αγωνιστές. Αλλά αυτό οι Τούρκοι σύμφωνα με τον Βάγιαννη δε το αποτολμούν παρά πολύ αργότερα.
«η δε κατάστασις αύτη εξηκολούθησε μέχρι βαθείας νυκτός ότε οι Τούρκοι αποκαμόντες ητοιμάσθησαν προς αναχώρησιν»
Οι Τούρκοι για πολλές ώρες προσπαθούν να σκοτώσουν τους Έλληνες αντάρτες μέχρι «βαθείας νυκτός» δε τα καταφέρνουν και ετοιμάζονται να αναχωρήσουν.
«ότε τυχαίως εις μοναχός εν τω ναώ προ της μάχης καταφυγών όπως σωθή και κρυφίως εξελθών συνελήφθη υπό της οπισθοφυλακής, προς ην εκ φόβου ανεκοίνωσεν ότι εντός του ναού μεταξύ των πολιορκηθέντων υπάρχει και ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και ότι ήδη στερούνται πολεμοφοδίων. Οι Τούρκοι επί τη αγγελία μένουσιν έκπληκτοι, έξαλλοι δε εκ χαράς ότι θα συλλάβωσιν αιχμάλωτον τον Καπετάν-Θανάση ειδοποιούσι το στράτευμα όπερ επανελθόν ήρξατο αύθις δι’ επανειλημμένων εφόδων και αλλαλαγμών να προσβάλλη το τείχος του ναού….μέχρις ου ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης του ναού έρριπτον διαφόρους πεπυρακτωμένας ύλας και ούτω πάντες πλην ενός ….υπέστησαν τον υπέρ πίστεως και ελευθερίας μαρτυρικόν θάνατον»
Να και ο μοναχός (Πανάρετος;) λοιπόν, άλλο ένα κοινό σημείο με τον Τσεβά. Σύμφωνα με τον Βάγιαννη όμως, οι Τούρκοι ετοιμάστηκαν να φύγουν αργά τη νύκτα μη δίνοντας μεγάλη σημασία πια στους εγκλείστους, θεωρώντας τους ίσως ένα μικρό και ακίνδυνο απόσπασμα (που όμως διαθέτουν γι’ αυτό όλη τη μέρα τους μέχρι βαθειάς νυκτός και ίσως πολλές απώλειες) ώσπου η τυχαία έξοδος του μοναχού (πώς τον άφησε ο Σκουρτανιώτης και οι πολιορκούμενοι να φύγει, από τη στιγμή που δεν είχαν ριφθεί ακόμα εύφλεκτες ύλες και δεν ήταν νεκροί, πληγωμένοι ή ζαλισμένοι;) τους πληροφόρησε πως μέσα στο ναό είναι ο Δερβενοχωρίτης οπλαρχηγός Σκουρτανιώτης (που τόσα τους έχει κάνει). Μόνο ακούγοντας το όνομα του Σκουρτανιώτη οι Τούρκοι αλαλάζουν από χαρά και επιστρέφουν! Εδώ η πένα του Βάγιαννη, μάλλον θέλει να ηρωοποιήσει ακόμη περισσότερο τον μάρτυρα αρχηγό και τραβάει τη πλοκή της μάχης πέρα από τη πραγματικότητα. Οι διαφορές με τη διήγηση του Τσεβά είναι εμφανείς και μάλλον ο δεύτερος είναι πιο κοντά στη πραγματικότητα, αν και ούτε κείνος αποφεύγει τη πρόκληση να ηρωοποιήσει τον αρχηγό με το να το να ισχυριστεί στη διήγησή του, πως ήταν ο τελευταίος (όπως και ο Βάγιαννης) επιζών λες και τα οβούζια και οι αυτοσχέδιες βόμβες έκαναν διάκριση σε αρχηγούς και μη.
Το τέλος του αρχηγού κατά Βάγιαννη έρχεται την επόμενη αυγή μέσα στο ιερό. Ο Σκουρτανιώτης «άμα τη Ηώ εν τω ιερώ εξέπνεεν» ενώ ο Τσεβάς τοποθετεί το τέλος του αρχηγού στη πόρτα όπου ως τελευταίος μαχόμενος αποκρούει τους Τούρκους που επιτίθενται και πέφτει διαμελισμένος από μία βόμβα.
Και (αναφέρομαι στη διήγηση του Βάγιαννη) εφόσον οι Τούρκοι εχαροποιήθησαν τόσο πολύ με την πληροφορία πως ο Σκουρτανιώτης ήταν μέσα στην εκκλησία, γιατί αφού έριξαν εύφλεκτες ύλες, δεν περίμεναν για να τον πιάσουν εάν έχει γλιτώσει, να σιγουρευτούν εάν είναι ήδη νεκρός, ή κατά την πάγια συνήθειά τους, να του πάρουν το κεφάλι για να το επιδείξουν όπως έκαναν (για παραδειγματισμό) στους φημισμένους εχθρούς τους; Σύμφωνα με τον Βάγιαννη λοιπόν, οι Τούρκοι έριξαν ευφλεκτες ύλες και έφυγαν, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα. Οπωσδήποτε η διήγηση του Βάγιαννη έχει κενά και αντιφάσεις.
Ένα αξιοσημείωτο βέβαια ακόμα στη διήγηση του Βάγιαννη σε σχέση με το Τσεβά, είναι ότι λείπει εντελώς το μικρό τσοπανόπουλο, ο Τάσος.

«άμα δε αγγέλει όπως οι εν Χοστίοις άνδρες σπεύσωσιν σε βοήθεια»
Αυτό λέει ο Βάγιαννης κάποια στιγμή προηγούμενα και δε το σχολίασα τότε γιατί πρέπει να το δούμε ξεχωριστά. Η βοήθεια αυτή κατά τον Βάγιαννη, είναι ο αδερφός του Θανάση, Γεώργιος Σκουρτανιώτης και ο γιος του Δρίτσουλα Λουκάς με δύναμη 200 περίπου ανδρών, οι οποίοι βρίσκονται στα Χόστια, σε προχώματα του Ελικώνα!!
«Οι Τούρκοι μετά το απαίσιον κατόρθωμά των περισυλλεξαντες τους φονευθέντας νύκτωρ ανεχώρησαν, καθ’ όν χρόνον επικουρία εκ διακοσίων περίπου ανδρών υπό τον Γεώργιον Σκουρτανιώτη και Λουκάν Δρίτσουλαν, είχε καταλάβη τα επί του Ελικώνος προχώματα…»
Ένα ερώτημα βέβαια που πλανιόταν αλλά δε το είχε θέσει κανείς μέχρι σήμερα, είναι πού βρισκόταν ο Γιώργης κατά τη μάχη του Μαυροματίου. Ο Βάγιαννης ισχυρίζεται πως ο Γιώργης ήταν κοντά δύο ώρες περίπου από το Μαυρομάτι, μαζί με το Λουκά το γιο του Δρίτσουλα, επικεφαλής διακοσίων ανδρών!
Μα τότε τι έκαναν οι «ωκυποδέστεροι αγγελιοφόροι» κατά Τσεβά; Και είναι δυνατόν, αν ο Σκουρτανιώτης είχε δίπλα του ένα τόσο αξιόμαχο στράτευμα, να μη στείλει αγγελιοφόρους εκεί για βοήθεια; Γιατί το απόσπασμα όταν πλησιάζει στο Μαυρομάτι να ενωθεί κατά Βάγιαννη με τον Σκουρτανιώτη, δηλώνει πλήρη άγνοια
«Οι επικεφαλής του σώματος αγνοούντες τα διατρέξαντα και βλέποντες να επικρατή ησυχία εν τω πεδίω, ανέμεναν την μετά των λοιπών συγκέντρωσιν»
Κατά Βάγιαννη δηλαδή, ό Σκουρτανιώτης, δεν είχε την στοιχειώδη εξυπνάδα, να στείλει έναν αγγελιοφόρο προς τον αδερφό του και τους 200 για βοήθεια, που έστω κι αν δε πρόφταιναν, θα ήξεραν τουλάχιστον ότι εκεί γίνεται μάχη και δε θα περίμεναν «την μετά των λοιπών συγκέντρωσιν»πέφτοντας τελικά απ' τα σύννεφα!
Και σε αυτό το σημείο λοιπόν η διήγηση του Βάγιαννη μπάζει και δεν είμαι σίγουρος αν πράγματι υπήρχε αυτό το σώμα των 200 ανδρών τόσο κοντά στο Αθανάσιο Σκουρτανιώτη. Εάν υπήρχε πάντως, τι πιο απλό, από το να μη δώσουν τη μάχη στο Μαυρομάτι, αλλά να υποχωρήσουν τακτικά για να παρασύρουν τους Τούρκους πάνω του και να τους αντιμετωπίσουν όλοι μαζί στα βουνά που θα είχαν και στρατηγικό πλεονέκτημα;
Και κάτι ακόμα. Αν αποδεχθούμε την άποψη του Βάγιαννη πως ο Γιώργης βρισκόταν κοντά και πήγε στο πεδίο της μάχης το επόμενο πρωί, είναι δυνατόν να μη θέσουμε το ερώτημα γιατί αυτός δε πήρε τα σώματα (έστω καμένα ή δαμελισμένα) των αδερφών του (Θανάση και Κώτσιου) να τα μεταφέρει στα Δερβενοχώρια για να τα θάψει; Τάφος στα Δερβενοχώρια του Θανάση δεν υπάρχει και όλα συνηγορούν, πως εκείνος θάφτηκε στο περίβολο της Αγίας Σωτήρας, σε ομαδικό τάφο μαζί με τους άλλους πεσόντες συναγωνιστές του.



*Για την ιστορία να αναφέρω το εξής: Σε επίσκεψή μου τον Ιούλιο του 2008 στην Αγία Σωτήρα, ώρα απογευματινή με καθαρή ατμόσφαιρα και γνωρίζοντας τη κατάθεση του Βάγιαννη περί φωτιάς του Τσουνάρη στη Ρετσώνα για να ειδοποιήσει για έξοδο των Τούρκων, προσπάθησα να διακρίνω έστω τους λόφους της Ριτσώνας και στάθηκε αδύνατο. Θεώρησα τότε πολύ δύσκολο να δουν οι αντάρτες από κει τις φωτιές του Τσουνάρη και μάλιστα σε μια εποχή όπως τέλη Οκτώβρη ή αρχές Νοέμβρη που η υγρασία είναι δεδομένη στην ατμόσφαιρα και μειώνει την ορατότητα μακριά. Εκτός βέβαια και αν δε διέκριναν το σημάδι της φωτιάς αλλά τους καπνούς. Ο Βάγιαννης βέβαια δε λεει ότι ο Σκουρτανιώτης ήθελε να διακρίνει τις φωτιές από το Μαυρομάτι, αλλά από τον Ελικώνα, που είναι μεν πιο μακριά από τη Ριτσώνα, αλλά οπωσδήποτε πιο ψηλά.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Τι γράφει ο Βάγιαννης για τον Σκουρτανιώτη και τη μάχη του Μαυροματίου


Μιας και ο αρχικός στόχος αυτού του ιστολογίου είναι να συγκεντρώσει το υλικό για τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη από τους περισσότερους ιστορικούς που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, θεμιτό είναι να παρακολουθήσουμε και τον Ευκλείδη Βάγιαννη στο έργο του ΤΥΧΑΙ ΘΗΒΑΙΩΝ.
Να σημειωθεί ότι το έργο του Βάγιαννη τυπώθηκε το 1895 πολλά χρόνια πριν γραφεί το βιβλίο του Τσεβά. Ο Βάγιαννης είναι κοντύτερα στα γεγονότα του 1821, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα πως όσα αναφέρει εκείνος είναι και η πραγματική αλήθεια. Απλά αναφέρουμε το γεγονός της πρότερης συγγραφής του έργου του Βάγιαννη σε σχέση με το έργο του Τσεβά.



ΕΥΚΛΕΙΔΟΥ Λ. ΒΑΓΙΑΝΝΗ

ΤΥΧΑΙ ΘΗΒΑΙΩΝ

-Έχει τυπωθεί στην Αθήνα το 1895 από τα τυπογραφεία της Εστίας-
Τεύχος 1ον
Σελ. 20-27

Ο περί των όλων αγών

Οι Έλληνες τω πολιτισμώ επόμενοι της Ιταλίας διά της ευφυίας των και της εν Πάδουα εκπαιδεύσεώς των προήχθησαν διερμηνείς και γραμματείς του Σουλιμάνου, επί της εποχής του οποίου η Ευρώπη συνέλεγε πληροφορίας περί της χώρας, εξ’ ης επήγασαν αι ωραίαι τέχναι. Η επιρροή αύτη η εν τοις ανακτόροις εξασκουμένη μεγάλως ωφέλησε το βεβαρυμένον έθνος, όπερ και τοι διαμεμελισμένον διά της μικράς ταύτης ανέσεως των δεινών ηδυνήθη να τηρήση εν πάσαις ταις πόλεσιν ειδός τι αστυνομίας πολιτικής και θρησκευτικής εξασκουμένης υπό του ιερού κλήρου, δι ου επήλθεν η ενότης του ελληνικού λαού εμπνεομένου εκ του αυτού πνεύματος και των αυτών ελπίδων. Η προπαρασκευαστική αύτη αναζύμωσις των Ελλήνων διά της συστάσεως διαφόρων σχολών, της επαυξήσεως του θρησκευτικού αισθήματος, της προόδου του εμπορίου και της αναπτύξεως αρχαίων σπερμάτων της ελευθερίας, έσχεν αντίκτυπον την περί απελευθερώσεων ιδέαν, ην η θρησκεία και η γλώσσα διετήρει ζώσαν.
Έκτοτε πας Έλλην μη ανεχόμενος τον ζυγόν και εμπνεόμενος φιλελευθέρων φρονημάτων κατέφευγεν εις τα όρη σκοπόν έχων την υπεράσπιισιν της Πατρίδος του εξ ενδεχομένων πιέσεων. Ούτω δε εσχηματίσθησαν ένοπλοι ομάδες, αίτινες δι’ αιφνιδίων επιθέσεων, τους μεν κατά τόπους Διοικητάς απησχόλουν, τους δε Οθωμανούς εξηνάγκαζον να μεταναστεύωσιν εις ασφαλή μέρη. Κατά την εποχή ταύτην συν τη αναπτύξει και η ναυτιλία ανεζωπύρωσε τας δυνάμεις του ελληνικού Λαού, όστις αναγεννάτο μορφούμενος, η δε κατάστασις προεμήνυε κρίσιν αναπόφευκτον, ης η έκρηξις του επαναστατικού κρατήρος ανησύχει τα πνεύματα τόσο των Ευρωπαίων, όσον και των Ελλήνων. Τεθεισών των βάσεων της εθνεγερσίας επί της αναμορφώσεως, χάρις εις τας ενεργείας της Φιλικής Εταιρίας και του ιερού κλήρου, εν τη καρδία παντός Έλληνος ανεπτύχθη ιερόν αίσθημα, όπερ επί τη αναμνήσει της ιστορίας των προγόνων διέγνω διά της παρούσης δυνάμεως ελπίδα αποτινάξεως του ζυγού. Οι Έλληνες εν τω ιερώ φρονήματι συσσωματούνται η ταχύπτερος φήμη ως αστραπή μεταδίδει την ιεράν αυτών απόφασιν και ο αγών άρχεται.
Οι Θηβαίοι, άμα το τηλεβόλον ήρξατο εκτελούν το έργον της ελευθερίας, πάνοπλοι ευρέθησαν επί των ορέων. Πρώτοι οι Θεσπιείς κατελθόντες εκ του χωρίου Βάγια εις την θέσιν Άγιος Νικόλαος συνεπλάκησαν μετ’ ολίγων Οθωμανών και οι Πλαταιείς ένοπλοι αφιχθέντες παρέμενον μεσημβρινώς της πόλεως. Οι Τούρκοι υποχωρήσαντες επολιορκήθησαν εντός της πόλεως και ιδόντες προφανή τον κίνδυνον προσεκάλεσαν τους προκρίτους εν συμβουλίω. Την επομένην της ιεράς ημέρας συνελθόντες οι Οθωμανοί υπό τον Σαλή-Βέην απεφάσισαν ν’ αποσυρθώσιν εις Χαλκίδα και καλέσαντες επιτροπήν εκ μεν της πόλεως πενταμελή, εκ δε των επαναστατών τους Αθανάσιον Σκουρτανιώτη και Γεώργιον Πετηνάρην εξητήσαντο δεκαήμερον προθεσμίαν, όπως μεταφέρωσι τας αποσκευάς των εις Χαλκίδα. Οι Θηβαίοι μη έχοντες κατ’ αυτών αφορμάς συνήνεσαν εις πενθήμερον και εις την ανύψωσιν της σημαίας της ελευθερίας. Πάραυτα δε εν μέσω του αναβρασμού και της δεινουμένης καταστάσεως ο μεν Αθανάσιος Σκουρτανιώτης ανέλαβε την σύστασιν σώματος προς απόκρουσιν του εχθρού, εν δε τη πόλει ως και τοις πέριξ δήμοις ανετέθη τοις προκρίτοις η αστυνομική επιτήρησις. Όντως το πράγμα ην έξοχον να τίθενται αι πρώται βάσεις κανονικής τάξεως.
Οι εν Χαλκίδι καταφυγόντες Οθωμανοί βαρέως φέροντες την προσβολήν εξήρχοντο ένοπλοι του πορθμού και ελεηλάτουν την Αυλίδα και Τανάγραν. Το πρώτον έτος, η επαρχία εγένετο παλαίστρα αιματηρών αγώνων, ο οπλαρχηγός όμως Αθανάσιος Σκουρτανιώτης έγνω να περιαγάγη τα πράγματα εις τοιαύτην θέσιν, ώστε οι εν Χαλκίδι Τούρκοι, οίτινες ωνειροπόλησαν ταχείαν νίκην και αύθις εσκέπτοντο περί αποχωρήσεως εκ των Δερβενοχωρίων. Ούτω δε μέχρι του έαρος του επομένου έτους καθ’ άπασαν την Βοιωτία και την Μεγαρίδα το όνομα Σκουρτανιώτης ενέπνεε τοις μεν Έλησιν άνεσιν των δεινών και αναπτέρωσιν των υπέρ ελευθερίας ελπίδων, τοις δε Τούρκοις τρόμον και φυγήν.
Η προσωρινή Κυβέρνησις πληροφορούμενη την γενναιοψυχίαν, στρατηγικήν ικανότητα και τους αγώνες του Αθανασίου Σκουρτανιώτου ανέθεσεν αυτώ την αρχηγίαν των ενεργειών καθ’ άπασαν την Βοιωτίαν.
Ο αρηίφυλος οπλαρχηγός καίτοι άγων το τριακοστόν δεύτερον έτος συναισθανθείς, ην ευθύνην ανέλαβεν απέναντι της Πατρίδος του και καλέσας τους σωματάρχας Ιωάννην Δρίτσουλαν και Κόλιαν εκ Θίσβης, Γεώργιον Πετεινάρην, Τσουνάρην εκ Θεσπιών και τους αντοπροσώπους της πόλεως και υπομνήσας αυτοίς το προς την πατρίδα εκάστου καθήκον, μετά σύσκεψιν απεφάσισεν αυτοίς μεν κατά Δρίτσουλα να διευθύνωσι το προς απόκρουσιν του εχθρού σώμα, ο Τσουνάρης να φρουρηθή εις τον Ανηφορίτην της Ρετσώνης προς υποστήριξιν κατά των εκ του Ευρίπου εξερχομένων προς δήωσιν των πέριξ χωρίων Οθωμανών, ο Πετηνάρης να περιφέρηται από του Κιθαιρώνος μέχρι του Σφιγγίου ή Φαγά όρους και να επιταχύνωσι την ανέγερσιν προχείρων οικημάτων ανά τας κρύπτας του Ελικώνος και Κιθαιρώνος προς προφύλαξιν των γυναικοπαίδων εν ενδεχομένη ανάγκη. Ο ίδιος δε μετά του υπ’ αυτόν σώματος μεταβάς άνω του Νεοχωρίου των Θεσπιών ανήγειρε προχώματα επί του κωνοειδούς υψηλού λόφου του Ελικώνος, αφ’ ου καλώς ηδύνατο να διακρίνη τα διά πυρών σημεία του Τσουνάρη επί των λόφων της Ρετσώνης και συνέστησε τοις Θηβαίοις ν’ απομακρύνωσι της πόλεως τας αποσκευάς, ως και τοις πρεσβυτέροις όπως μετά των γυναικοπαίδων καταφύγωσι εις ασφαλή μέρη.


Οι εν Χαλκίδι Τούρκοι μη ανεχόμενοι τον κατά ξηράν αποκλεισμόν εξέχονται του πορθμού, κατευοδουμένου του έαρος. Ο Τσουνάρης διά πυρών δίδει το σημείον της εξόδου πολυαρίθμου στρατιάς και υποχωρεί προς Θήβας, ας εύρεν ερήμους, διότι πάντες οι κάτοικοι είχον καταφύγη εις ασφαλή μέρη ανά τας υπωρείας των ορέων.
Ο εξελθών στρατός υπό τον Ομέρ-Βριώνην συνεποσούτο εις χιλίους τακτικούς και ευαρίθμους ατάκτους Τούρκους εκ των αποδιωχθέντων των Θηβών, οίτινες μένεα πνέοντες εις εκδίκησιν διήλθον δηούντες πάσαν την χώραν μέχρι της πόλεως των Θηβών, ην λεηλατήσαντες και εν μέρει αποτεφρώσαντες ενεκατέλιπον άνευ ναών και διηυθήνθησαν μέχρι του Δήμου Πέτρας της Λεβαδείας, ένθα μη ευρόντες αντίστασιν απανήρχοντο, όπως συνεχίσωσι το έργον της καταστροφής.
Ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης ανά τον Δήμον Θίσβης ευρισκόμενος μαθών τας δηώσεις και τους βανδαλισμούς των Τούρκων εσπευμένως μετά τεσσαράκοντα αριτόλμων ανδρών καταλαβάνει το Κεφαλάρι του Μαζιού, αφ’ όπου θα διήρχετο ο εχθρικός στρατός, άμα δε αγγέλει όπως οι εν Χοστίοις άνδρες σπεύσωσιν εις βοήθειαν. Η αιφνιδία όμως εμφάνισις του εχθρού ην απροσδόκητος και η επικουρία καθίστατο αδύνατον εντός ολίγων ωρών να καταφθάση, ώστε μετά μικράν συμπλοκήν προς εικοσάδα εφίππων, ο Σκουρτανιώτης παρήγγειλεν υποχώρησιν εις το περίβολον του εν Μαυροματίω ναού τιμωμένου επ’ ανόματι της Αγίας Σωτήρας. Ιδών όμως ότι ολόκληρον το εχθρικόν στράτευμα ώδευε κατ’ αυτών λέγει προς τον Ιωάννη Δρίτσουλαν να απέλθωσι και να οχυρωθώσιν εις τας επί του Ελικώνος προχώματα των μέχρι ου καταφθάσει η επικουρία, αλλ’ οι αρχηγοί διχογνωμούσι και ο Δρίτσουλας απαντά: «Όλο εσύ Καπετάν Θανάση θ’ ακούεσαι, σήμερα είνε μέρα που θα φανή και ο Δρίτσουλας» τότε ο συνετός οπλαρχηγός ανταπαντά: «Καπετάν Γιάννη δε φοβούμαι όλην την Τουρκιά και διά να μη με νομίσητε δειλόν θα μείνωμεν, μάθε όμως ότι η παλληκαριά θέλει και μυαλό και ότι η πατρίδα μας έχει ανάγκην από τέτοια παλληκάρια ωσάν αυτούς που βλέπεις» δεικνύων τους περί αυτόν άνδρας.
Ο ακραιφνής πατριώτης και σώφρων αρχηγός ενέδωκε λόγω υπερτάτης φιλοτιμίας μη εκληφθή ως αποφεύγων να συμπλακή και ούτω εισελθόντες εντός του περιβόλου του ναού εμάχοντο αληθώς μετ’ απαραμίλλου γενναιότητος. Στενώς όμως πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να κλεισθώσιν εντός του ναού, αφ’ όπου πεισματωδώς διά πέντε οπών ημύνοντο. Μέχρι νυκτός αντετάχθησαν ανδρείως και το αποτέλεσμα της μάχης μεθ’ όλην την πολυάριθμον εχθρικήν δύναιν απέβη αμφίβολον. Μάτην οι Τούρκοι απεπειρώντο προσβολήν δι’ εφόδων, ων συνέπεια ην τόσον μεγάλη η φθορά του εχθρού, όσον και η κατανάλωσις των πολεμοφοδίων των μαχομένων Θηβαίων, η δε κατάστασις αύτη εξηκολούθησε μέχρι βαθείας νυκτός ότε οι Τούρκοι αποκαμόντες ητοιμάσθησαν προς αναχώρησιν. Η εμπροσθοφυλακή ως και το κύριον σώμα είχον προχωρήσει, ότε τυχαίως εις μοναχός εν τω ναώ πρό της μάχης καταφυγών όπως σωθή και κρυφίως εξελθών συνελήφθη υπό της οπισθοφυλακής, προς ην εκ φόβου ανεκοίνωσεν ότι εντός του ναού μεταξύ των πολιορκηθέντων υπάρχει ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης και ότι ήδη στερούνται πολεμοφοδίων. Οι Τούρκοι επί τη αγγελία μένουσιν έκπληκτοι, έξαλλοι δε εκ χαράς ότι συλλάβωσιν αιχμάλωτον τον Καπετάν Θανάση ειδοποιούσι το στράτευμα όπερ επανελθόν ήρξατο αύθις δι’ επανειλημμένων εφόδων και αλλαλαγμών να προσβάλλη το τείχος του ναού. Επί ώραν η επικρατούσα ταραχή των φωνών, της κλαγγής των όπλων, των πυρών και των εφόδων ην απερίγραπτος, μέχρι ου ανοίξαντες οπήν εκ της στέγης του ναού έρριπτον διαφόρους πεπυρακτωμένας ύλας και ούτω πάντες πλήν ενός διά της φυγής πρό της μάχης σωθέντος υπέστησαν τον υπέρ πίστεως και ελευθερίας μαρτυρικόν θάνατον.
Οι Τούρκοι μετά το απαίσιον κατόρθωμά των περισυλλέξαντες τους φονευθέντας νύκτωρ ανεχώρησαν, καθ’ όν χρόνον επικουρία εκ διακοσίων περίπου ανδρών υπό των Γεώργιον Σκουρτανιώτη και Λουκάν Δρίτσουλαν είχε καταλάβη τα επί του Ελικώνος προχώματα. Οι επικεφαλής του σώματος αγνοούντες τα διατρέξαντα και βλέποντες να επικρατή ησυχία εν τω πεδίω ανέμενον την μετά των λοιπών συγκέντρωσιν. Άμα όμως τη Ηώ, διακρίναντες οι εκ του Ελικώνος την επελθούσαν κατά την νύκταν συμφοράν και αυθωρεί κατελθόντες προσέδραμον εν τω ναώ, καθ’ ην ώραν ο Αθανάσιος Σκουρτανιώτης εν τω ιερώ εξέπνεεν.
Επί τω θλιβερώ αγγέλματι του θανάτου του πρώτου Βοιωτού μάρτυρος πανταχόθεν συνηθροίσθησαν εις την εκ του καπνού μελανωθείσαν εκκλησίαν, ένθα μετά δακρύβρεχτον μνημόσυνον υπέρ της ψυχής του πρώτου μάρτυρος οπλαρχηγού και των υπ’ αυτόν ανεκήρυξαν αρχηγόν μεν τον αδελφόν του γενναίου οπλαρχηγού Γεώργιον Σκουρτανιώτην, σωματάρχας δε τους και πρώην μετά του Λουκά Δρίτσουλα υιού του εν τω ναώ υπέρ ελευθερίας μαρτυρήσαντος. Πάντες δε οι σωματάρχαι εντός του ναού συνελθόντες ξιφήρεις ώμοσαν να διευθυνθώσιν εις τα μέρη ένθα ετάχθησαν και να εξαγοράσωσι το αίμα των αδελφών των. Ετέρα όμως επιβαλλομένη ανάγκη μεγίστου κινδύνου διασώσεως των γυναικοπαίδων ανά τας νήσους ηνάγκασεν αυτούς να εγκαταλείψωσι το σχέδιον της εκδικήσεως.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Η άλλη άποψη για τον Δρίτσουλα


Μια άλλη άποψη για τον Δρίτσουλα, εκφράζει ο Αντώνης Α. Βασιλείου στο βιβλίο του «ΔΕΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΔ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΠΑΓΩΝΑ» στις σελ 48 και 49.
Ας την παρακολουθήσουμε:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΤΟ ΚΥΝΗΓΗΜΑ

Σαν συνέχεια απ’ όσα είπα στο προηγούμενο κεφάλαιο, να και μια διαταγή από τα Γ.Α.Κ., όπου ο φάκελλος Εκτελεστικού, από τις 19.3.1825, που γράφει ανάμεσα στα άλλα:
«Να στρατολογήση όσους στρατιώτας εγκριθή και να αποσπάση πολλούς από εκείνους οι οποίοι ακολουθούν τον αντιδιοικητικό και ανάξιον του Ελληνικού ονόματος Οδυσσέα»
Το έγγραφο αυτό που νομίζει κανείς πως απευθύνεται στον πιο φανατικό εχθρό του, αφορά τον μέχρι χθες υπαρχηγό του που τον εγκατέλειψε, τον Γιώργη Μαργωνίτη.
Φαντασθήτε, τι εξαγορά συνειδήσεων γίνηκε τότε, μήπως δεν έφθασαν να πληρώσουν κι αυτά τ' αδέλφια του, τον Βαγγέλη, τον Γιαννάκη και τον Πάνο;
Κι ακόμη, δεν ερχόμαστε να πιστέψουμε αυτό του στρατηγού Μακρυγιάννη για τον Θηβαίο ήρωα στρατηγό Θανάση Σκουρτανιώτη, που έγινε ολοκαύτωμα στην Αγία Σωτήρα του Μαυροματίου;
«Και τον γενναίο αγωνιστή Σκουρτανιώτη το Θανάση, με σαράντα ανθρώπους, ποιος τον πρόδωσε εις τους Τούρκους και τους κάψαν όλους σε μια Εκκλησιά;»

Τα γεγονότα τούτα είναι κατοπινά, 26 Οκτωβρίου 1825, αλλά δε θα τ’ ανέφερα εάν μέσα σ’ αυτά δεν ήταν μπλεγμένο τ’ όνομα ενός Δρίτσουλα, από τα πρωτοπαλήκαρα του Ανδρούτσου, που ξαφνικά βρίσκεται ν’ ακολουθεί τον Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι.
Στις 14 του Μάρτη έφθασε κι ο Γκούρας στη Λειβαδιά. Άγνωστο με τι τρόπο κατάφερε τους καπεταναίους Τρίτσουλα, Γιάννη Παππά και Μαριωτίνη ν’ αφήσουν τον αρχηγό τους Οδυσσέα.
Έγινε κυβερνητικός λοιπόν ο Τρίτσουλας ή Δρίτσουλας, για να συνεχίση το προδοτικό του έργο εναντίον όλων όσων παρέμειναν πιστοί στον Αρχηγό και μεταξύ αυτών ήταν και ο Σκουρτανιώτης, που είχε κινήση να βοηθήση τον Αρχηγό έπειτα από ειδοποίηση.
Γράφει ο ιστορικός των Θηβών, ότι «ο Δρίτσουλας αντέστη, θερμώς παρακαλών τον Σκουρτανιώτη να μη φύγωσι και βεβαιών αυτόν ότι δε θα είναι περισσότεροι των 150-200, οι μέλλοντες να επιτεθούν κατ’ αυτών Τούρκοι»
Τώρα πώς ο Δρίτσουλας βρέθηκε ανάμεσα στους σκοτωμένους της Εκκλησίας, είναι άλλο ζήτημα, ας το βρη ο ιστορικός.
»


Προσωπικά εξεπλάγην διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές του Βασιλείου. Γιατί ενώ όλοι οι ιστορικοί μέχρι σήμερα, ρίχνουν δάφνες στη θυσία του Δρίτσουλα δίπλα στο Σκουρτανιώτη, ο Βασιλείου τον χαρακτηρίζει προδότη και ισχυρίζεται ουσιαστικά πως εκείνος παρέσυρε τον Σκουρτανιώτη να δώσει μάχη στο Μαυρομάτι, δίνοντάς του ψεύτικες πληροφορίες για τον αριθμό των πολεμιστών του εχθρού.
Δε μπορώ να γνωρίζω πώς έφτασε ο Βασιλείου στα παραπάνω συμεπεράσματα.
Γεγονός είναι πάντως, πως ο Δρίτσουλας ήταν πρωτοπαλλίκαρο του Ανδρούτσου και ότι στη πιο κρίσιμη στιγμή του, δεν ήταν δίπλα του. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά προς το παρόν δε γνωρίζουμε τους λόγους που τη συγκεκριμένη περίοδο ο Δρίτσουλας ήταν μακριά από τον τέως αρχηγό του.
Ερωτηματικά σίγουρα ανεγείρει και η στάση του να δράσει χωρίς την εντολή Σκουρτανιώτη, να κτυπήσει τους Τούρκους, να κυνηγηθεί από αυτούς και κυριολεκτικά να τους φέρει πάνω στο Σκουρτανιώτη, τη στιγμή ακριβώς που εκείνος άλλα ετοίμαζε. Είχε στα χέρια του χαρτί της κυβέρνησης που τον διόριζε αρχηγό Στερεάς και τις επόμενες μέρες είχε κανονίσει σύναξη των καπεταναίων στα Παραπούγγια, για κοινή δράση κάτω από τις οδηγίες του. Το γιατί ο Δρίτσουλας επέλεξε χωρίς την εντολή ή σύμφωνη γνώμη του Σκουρτανιώτη να απομακρυνθεί από το κυρίως απόσπασμα, να τους κτυπήσει ενώ τους παρακολουθεί καιρό και σίγουρα γνωρίζει πόσοι είναι, προδίδοντας τη παρουσία των Ελλήνων πολεμιστών, να τους οδηγήσει πάνω στο Σκουρτανιώτη και να τον εξαναγκάσει ουσιαστικά σε μια πάρωρη μάχη, είναι ένα μεγάλο όντως ερωτηματικό.
Το άλλο αναπάντητο ερωτηματικό (αν υποθέσουμε πως έδρασε προδοτικά) είναι γιατί σκοτώθηκε και εκείνος σε αυτή τη μάχη. Θα μπορούσε να οδηγήσει τους Τούρκους πάνω στο Σκουρτανιώτη και να φύγει.
Λέει ακόμη κάτι ο Βασιλείου εξ’ ίσου σημαντικό. Πως ο Σκουρτανιώτης «είχε κινήση να βοηθήση τον αρχηγό έπειτα από ειδοποίηση»
Αυτό δεν είναι αλήθεια, εκτός κι αν ξέρει κάτι παραπάνω ο Βασιλείου και δε μας το λέει. Ο Σκουρτανιώτης ήταν τραυματισμένος, είχε όντως πρόθεση να πάει κοντά στον Ανδρούτσο στο στρατόπεδο των Λειβανατών –το λέει ο ίδιος στο γράμμα του στο Βουλευτικό- αλλά δεν είχε ακόμα κινήσει, όπως ισχυρίζεται ο κ. Βασιλείου, εκτός κι αν ο Βασιλείου ως "κινήση" εννοεί την υποτιθέμενη μελλοντική συνάντηση Ανδρούτσου-Σκουρτανιώτη στη Σαλαμίνα. Γιατί αν είναι έτσι, όντως ο Σκουρτανιώτης είχε κινήσει (με τον τραυματισμό ή αυτοτραυματισμό του) και βρισκόταν ήδη στη Σαλαμίνα, αναμένοντας(;) τον Ανδρούτσο.

Την άποψη του Βασιλείου πάντως τη κρατάμε, χωρίς να την ενστερνιζόμαστε προς τον παρόν. Ίσως κάποτε έρθουν στο φως στοιχεία που θα μας βοηθήσουν περισσότερο.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Το παζλ



Με αφορμή την επιστολή Σκουρτανιώτη στις 11 Απριλίου 1825 προς το βουλευτικό, σε συνδυασμό με τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που λάβαιναν χώρα τη συγκεκριμένη περίοδο στον Ελλαδικό χώρο, μπορούμε πιστεύω, να κάνουμε μια προσπάθεια για να ενώσουμε τα κομμάτια και να ρίξουμε λίγο φως στους τελευταίους μήνες της ζωής του Θανάση Σκουρτανιώτη. Μια περίοδος της ζωής του, που δυστυχώς εδώ και 183 χρόνια, παραμένει σκοτεινή κι ανεξερεύνητη.

Είναι ηλίου φαεινότερον, ότι ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, δέχθηκε τρομερές πιέσεις από τον Γκούρα και την κυβέρνηση στην αρχή της εκστρατείας εναντίον του Ανδρούτσου, ώστε να λάβει μέρος και ο ίδιος σε αυτήν. Εκείνο επίσης που είναι πολύ σημαντικό και αξίζει έρευνας, είναι ότι εκείνη ακριβώς την εποχή, ο Γιώργης βρίσκεται στη φυλακή της αστυνομίας και αντιμετωπίζει κατηγορίες προδότη.
Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 7ος , σ. 175. «Ανεγνώσθη αναφορά του Παπά Θανάση και Γεωργίου Σκουρτανιώτου [στις 17 Μαρτίου 1825], ευρισκομένων εις την φυλακήν της Αστυνομίας επί λόγω ότι είναι προδόται. Εστάλη εις του Υπουργείον της Αστυνομίας με απόφασιν του Βουλευτικού και, αν τω όντι, ως λέγουσιν είναι αθώοι της συκοφαντίας να ελευθερωθώσι της φυλακής»
Για τα ''περί προδοσίας'' του Γιώργη θα τα ερευνήσουμε φυσικά, όσο και τους λόγους που ο Γιώργης κατηγορείται εκείνη ακριβώς την εποχή ως προδότης. Αυτό που έχουμε μόνο να πούμε τώρα, είναι ότι σε καμμία περίπτωση δε συνάδει αυτή η κατηγορία, ούτε με τη πρότερη, αλλά ούτε με την μετέπειτα αξιοθαύμαστη πορεία του μέχρι το τέλος της επανάστασης και τη μάχη της Πέτρας. Μάχης, που ο ρόλος του Γιώργη υπήρξε καθοριστικότατος για την νικηφόρα έκβασή της. Ο Υψηλάντης του είχε αναθέσει την αρχηγία του κεντρικού τμήματος πεντακοσίων ανδρών του ελληνικού στρατού που δέχθηκε τις κύριες επιθέσεις των Τούρκων. Ο Γιώργης και οι άντρες του, πολέμησαν όπως πάντα λυσαλέα και απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις, οδηγώντας ουσιαστικά σε νίκη των φίλιων δυνάμεων και εξαναγκάζοντας τους Τούρκους να συρθούν σε διαπραγματεύσεις για να περάσουν προς το Βορά και να μην επιστρέψουν ποτέ πια στη Νότια Ελλάδα. Η νίκη στη μάχη της Πέτρας, ήταν ουσιαστικά η επικύρωση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. To ότι ο Γιώργης μέχρι το 1837 ήταν ένας από τους τρεις υπασπιστές του Όθωνα, δείχνει πόσο είχε εκτιμηθεί η μεγάλη του προσφορά στον αγώνα. Το 1837 όμως, αρνήθηκε να εκτελέσει εντολή του Όθωνα να χτυπήσει τον Κριεζώτη που βρίσκονταν σε συνεννοήσεις με τον Μακρυγιάννη και με άλλους για το Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια του βασιλέα και αποσύρθηκε στα κτήματά του στον Ωρωπό, όπου και πέθανε το 1852 σε ηλικία 52 ετών.
Πόση βαρύτητα να δώσει κανείς όμως στα περί προδοσίας του Γιώργη, όταν το ίδιο το έγγραφο της κυβέρνησης, μιλάει για "συκοφαντία"; Η συκοφαντία λοιπόν εναντίον του Γιώργη, έχει δύο πιθανούς δημιουργούς. Ο ένας, κάποιος επίδοξος μνηστήρας της θέσης του Θανάση. Γιατί ουσιαστικά αυτόν σημαδεύει η λάσπη, αφού ο Γιώργης δεν έχει προφθάσει ακόμη να βγει απ' τη σκιά του.
Ο άλλος πιθανός δημιουργός, η ίδια η κυβέρνηση, για να χρησιμοποιήσει τα δύο αδέρφια κατά το δοκούν. Η συκοφαντία για προδοσία, ήταν μια προσφιλής μέθοδός της εκείνη την εποχή, για να ελέγχει τους οπλαρχηγούς και να πραγματοποιεί τα σχέδιά της.
Να που ο Θανάσης λοιπόν, βρίσκεται ξαφνικά εξ' αιτίας αυτού του γεγονότος, σε πολύ δύσκολη και μειονεκτική θέση, απέναντι στο βουλευτικό και τη κυβέρνηση.

Ας συνεχίσουμε όμως.
Σε επίσκεψή μου κάποτε στα Σκούρτα, έγινα αποδέκτης της προφορικής παράδοσης που λέει ότι ''πέρασε κάποτε από δω ο Γκούρας για να μαζέψει στρατό και του γύρισαν τη πλάτη''
Ασφαλώς γι' αυτή την περίοδο πρόκειται. Ο Γκούρας ξέρουμε σίγουρα ότι στις 14 Μάρτη 1825 βρίσκεται στη Λιβαδειά, συνεχίζοντας τη στρατολόγηση και εξαγοράζοντας συνειδήσεις, χρησιμοποιώντας τα χρήματα του δανείου μαζί με τον Κωλλέτη, όχι εναντίον των Τούρκων αλλά κατά του Ανδρούτσου. Ακόμα και τα αδέρφια του ίδιου του Ανδρούτσου επιχειρεί, να στρέψει εναντίον του. Ο Γκούρας όμως δε βρέθηκε ξαφνικά στη Λιβαδειά. Πριν από κει, έχει περάσει μέσω Χασιάς κι απ' τα Δερβενοχώρια. Ο σκοπός του είναι η στρατολόγηση όσων περισσότερων μπορεί, εναντίον του Ανδρούτσου. Εκείνος από την άλλη, του έχει λύσει τα χέρια -γιατί έστω κι αν εξαναγκάστηκε- το γεγονός είναι πως έχει συμπράξει με τους Τούρκους, μαζί με άλλους 800 υπό την οδηγία του. Το σύνθημα λοιπόν της κυβέρνησης και του Γκούρα σε αυτή την ιστορική πια εκστρατεία, είναι πως ο Ανδρούτσος πρόδωσε τον αγώνα και αυτομόλησε στους Τούρκους. Ο Ανδρούτσος είναι προδότης! Με αυτόν τον αέρα ο Γκούρας φτάνει στα Δερβενοχώρια, φέρνοντας στον Θανάση και μια συμφωνία προς διαπραγμάτευση. Την απελευθέρωση του Γιώργη, την απόσυρση των κατηγοριών περί προδοσίας εναντίον του, με αντάλλαγμα να τον ακολουθήσουν τα δύο αδέρφια με τα απόσπασματά τους, στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Πρόκειται φυσικά για καθαρό εκβιασμό.
Ο καπετάνιος των Δερβενοχωρίων, βρίσκεται ξαφνικά παγιδευμένος. Από τη μιά η συνείδησή του, από την άλλη η σκληρή πραγματικότητα. Από τη μια ξέρει καλά ποιος είναι ο Ανδρούτσος. Ακόμη κι αν δεν έχει τη καλύτερη γνώμη γι' αυτόν, έχει επίγνωση της αναγκαιότητάς του, αυτή τη τρομερά δύσκολη για την ελληνική επανάσταση εποχή. Από την άλλη, εξαρτάται άμεσα από τη κυβέρνηση για συνέχιση του εφοδιασμού των αντρών και του αποσπάσματός του. Γνωρίζει καλά επίσης, ότι μία άρνηση όχι μόνο του στερεί την τροφοδοσία, αλλά τον τοποθετεί αυτόματα στη μαύρη λίστα, γεγονός που μπορεί να αποβεί μοιραίο ακόμα και για την ίδια του τη ζωή. Ακόμη -και ίσως το σημαντικότερο συναισθηματικά για κείνον- ότι ο αδερφός του, βρίσκεται στα νύχια του Γκούρα και της κυβέρνησης.
Δύσκολη αλήθεια στιγμή. Το δίλλημα τεράστιο. Ο Γκούρας έχοντας στο χέρι τον αδερφό του, του ζητάει να τον ακολουθήσει. Χαμογελώντας τον εκβιάζει. Ο Θανάσης πρέπει να αποφασίσει.

Είναι άξιο θαυμασμού όμως, που κάτω από αυτές τις συνθήκες, αποφασίζει να αρνηθεί να λάβει μέρος στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Πράγματι. Αυτή τη δύσκολη στιγμή χρησιμοποιεί την διπλωματία. Προφασιζόμενος σοβαρό κίνδυνο επίθεσης των Τούρκων της Χαλκίδας στα Δερβενοχώρια εάν γίνει αντιληπτή η απουσία του, αρνείται να ακολουθήσει τον Γκούρα. Δέχεται όμως, να αποσυρθούν οι κατηγορίες εναντίον του Γιώργη, να απελευθερωθεί και να ακολουθήσει εκείνος το Γκούρα με ένα μικρό απόσπασμα. Ίσως να δίνει ακόμα και μια αόριστη υπόσχεση, πως αν σιγουρευθεί για μη επίθεση των Τούρκων στα Δερβενοχώρια, μπορεί να ακολουθήσει και ο ίδιος αργότερα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η επιστολή του στις 11 Απριλίου προς το βουλευτικό, αποκτάει ακόμη μεγαλύτερη σημασία και βαρύτητα.
Με λίγα λόγια, πιστεύω πως προσπάθησαν να εμπλέξουν τον Σκουρτανιώτη μέσω του αδερφού του για να τον έχουν του χεριού τους και να τον μετατρέψουν σε υποχείριό τους.
Δε ξέρουμε πώς πήραν ο Γκούρας και η κυβέρνηση την "ντρίμπλα" του Σκουρτανιώτη. Το γεγονός πάντως είναι, πως κάποια συμφωνία μεταξύ τους επιτεύχθει. Ο Γκούρας αποστέλλει στη κυβέρνηση μήνυμα, να απελευθερωθεί ο Γιώργης. Το παραπάνω έγγραφό της στις 17 Μαρτίου (αν τω όντι, ως λέγουσιν είναι αθώοι της συκοφαντίας να ελευθερωθώσι της φυλακής) δηλώνει ουσιαστικά την απελευθέρωσή του. Με την εντολή όμως, να ακολουθήσει αμέσως το Γκούρα. Η κυβέρνηση με το να αποσπάσει έστω και τον αδερφό του Θανάση εναντίον του Ανδρούτσου, ίσως μένει προσωρινά ικανοποιημένη.
Ο Γιώργης απελευθερώνεται πολύ σύντομα, ίσως περνάει από τα Σκούρτα να πάρει κάποιες εντολές από τον αδερφό του και ένα μικρό απόσπασμα και αναχωρεί εσπευσμένα να συναντήσει το Γκούρα.
Αυτός είναι ο λόγος λοιπόν, που ο Γιώργης βρίσκεται στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου μαζί με τον Γκούρα. Και δε πρέπει να μας ξενίζουν τέτοιες συμπεριφορές πια. Δε βρισκόμαστε στο ρομαντικό 1821 που όλοι οι Έλληνες είναι μονιασμένοι για τον ιερό σκοπό. Βρισκόμαστε πια στο 1825 και το ιδεότυπο είναι διαφορετικό. Εμφύλιος, εσωτερικές διαμάχες και έριδες για τις θέσεις και οφίτσια, διασπάθιση χρήματος και καταρακωμένο ηθικό αποτελούν τις αδρές πινελιές που μπορούν να ζωγραφίσουν τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ο Θανάσης είναι φυσικά παγιδευμένος. Για ένα διάστημα τηρεί στάση αναμονής και πληροφορείται από τον αδερφό του για ό,τι συμβαίνει στην εκστρατεία. Ο Γιώργης ακολουθεί τον Γκούρα υποχρεωτικά και από ανάγκη και σίγουρα δεν ανήκει στους έμπιστούς του. Αλλιώς θα ήξερε τις κρυφές προθέσεις εναντίον του Ανδρούτσου και δε θα έγραφε στο Θανάση το γράμμα "περί συνένωσης"
Δεν γνωρίζουμε επίσης, εάν έχουν προηγηθεί και άλλα γράμματα του Γιώργη προς το Θανάση ή αν ο Θανάσης είχε αλληλογραφία με τον ίδιο τον Ανδρούτσο, γιατί τα αρχεία που τυχόν κρατούσαν οι δυό τους, δε βρέθηκαν ποτέ.
(Αξίζει όμως να προσέξουμε ακόμη κάτι εδώ. Στη συστατική επιστολή του Υψηλάντη για τον Ανδρούτσο, που μεταφέρει ο Παγώνας και δημοσιεύσαμε στις υποσημειώσεις του προηγούμενου κεφαλαίου, ο Υψηλάντης λέει, ότι ο Ανδρούτσος με άλλους ένδεκα θα έρθουν στη Σαλαμίνα. Αυτά τη 1η Απριλίου βέβαια, πριν τραυματισθεί ακόμα ο Θανάσης. Ο οποίος μόλις τραυματίζεται στις 4 Απριλίου, δεν πηγαίνει για να γιατρευθεί οπουδήποτε αλλού, παρά στη Σαλαμίνα. Αυτό είναι απλή σύμπτωση ή υπάρχει κάποια συνεννόηση μεταξύ Παγώνα, Σκουρτανιώτη και Ανδρούτσου για συνάντηση στη Σαλαμίνα; Για να μη πω και το άλλο. Έχω έντονη την πεποίθηση και υποψία, πως ο τραυματισμός του Σκουρτανιώτη στις 4 Απριλίου, είναι αυτοτραυματισμός για να αποφύγει να τηρήσει τυχόν υπόσχεσήτου να ακολουθήσει τον Γκούρα ή για να κατασκευάσει την δικαιολογία να μεταβεί στη Σαλαμίνα, εάν υποτεθεί πως έχει τελικά εκεί συνάντηση με τον Ανδρούτσο μετά από ειδοποίηση του Παγώνα που εκείνες τις ημέρες βρίσκεται όντως στη "περιοχή Σκουρτανιώτη" Μέγαρα, Δερβενοχώρια, Κάζα κτλ. Ο Βασιλείου στο βιβλίο του ''Δέκα ανέκδοτες επιστολές του Ανδρούτσου στο Γ. Παγώνα λέει πως ο Σκουρτανιώτης ''έχει λάβει ειδοποίηση να κινήσει για να βοηθήσει τον αρχηγό'')
Ας επιστρέψουμε όμως.
Ο Θανάσης όλο αυτό το διάστημα που ο Γιώργης βρίσκεται μαζί με τον Γκούρα προς τις Λειβανάτες, συνεχίζει να παρενοχλεί τους Τούρκους της περιοχής του, αναμένοντας τις εξελίξεις από κει. Σε μια μικροσυμπλοκή στις 4 Απριλίου 1825 τραυματίζεται και πηγαίνει στη Σαλαμίνα για να γιατρευθεί. Εκεί λαμβάνει το γράμμα από τον Γιώργη, πως όλα βαίνουν καλώς. Ο Οδυσσέας παράτησε τους Τούρκους και ενώθηκε με τον Γκούρα. Από κοινού θα χτυπήσουν τους Τούρκους. Ο Γιώργης αντιλαμβάνεται από αυτά που βλέπει στην αρχή, πως δε γεννάται θέμα σύλληψής του Οδυσσέα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά Οδυσσέας και Γκούρας έχουν αποφασίσει να κινηθούν μαζί εναντίον των Τούρκων. Όντως αυτή η εντύπωση δινόταν τις πρώτες μέρες της ''συνάντησης'' του Οδυσσέα με τον Γκούρα. Ο τελευταίος υποδέχεται στη σκηνή του τον τέως αρχηγό του συγκινημένος τάχα και τον φιλάει σταυρωτά. Είναι το φιλί του Ιούδα μα ο Γιώργης δε το ξέρει. Στέλνει ανακουφισμένος την επιστολή της ''συνένωσης'' Οδυσσέα και Γκούρα στον Θανάση και εκείνος με τη σειρά του το ίδιο ανακουφισμένος τις επιστολές του σε βουλευτικό και εκτελεστικό αντίστοιχα. Είναι τόσο χαρούμενος γι' αυτή τη συνένωση, που στο τέλος της επιστολής προς το βουλευτικό, προσθέτει πως ''όταν γιατρευθώ, θα μεταβώ και γω στο στρατόπεδο''
Η επιστολή του κυοφορεί βέβαια και μια ανησυχία για το τι θα ακολουθήσει, έστω κι αν αυτή η ανησυχία είναι κεκαλυμμένη. Προσπαθεί να προλάβει τα χειρότερα -αυτά που τελικά έγιναν- μην επιμένοντας στην ''φιλία'' του Ανδρούτσου με τους Τούρκους, αλλά προτάσοντας έμμεσα την ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων, το καθήκον απέναντι στον αφανισμό του εχθρικού στρατοπέδου και την ανάγκη να προφθασθεί το ελληνικό στρατόπεδο από τροφές. Η επιστολή Σκουρτανιώτη τελικά, είναι μια παρότρυνση προς τις δύο υπέρτατες εξουσίες το βουλευτικό και το εκτελεστικό, να αφήσουν στην άκρη το μίσος τους για τον Ανδρούτσο και να ασχοληθούν με το πραγματικό κίνδυνο που είναι οι Τούρκοι.

Επικίνδυνη επιστολή όμως, παρά τη συντομία, τη λιτότητά και τους χαμηλούς τόνους της. Πολύ επικίνδυνη για έναν "αδιάφορο'' κατά Φανόπουλο, που ήδη έχει αρνηθεί στον Γκούρα και τη κυβέρνηση να λάβει μέρος ο ίδιος στην εκστρατεία εναντίον του Ανδρούτσου και αποφασίζει να πάει μόνο όταν εκείνος επιστρέφει και -κατά τα φαινόμενα- θα είναι πάλι αρχηγός.
Ο Σκουρτανιώτης με αυτή την επιστολή χαιρετίζει την ένωση των Οδυσσέα-Γκούρα. Έστω κι αν γράφει τόσο λιτά και ''φορώντας γάντια'' λέει αυτό που έχει να πει. Δεν επιμένει στο γεγονός της αυτομόλησης του Ανδρούτσου στους Τούρκους, αλλά χαίρεται με την μεγάλη επιστροφή.
Είναι δύσκολη εποχή. Οι περισσότεροι οπλαρχηγοί σκύβουν το κεφάλι μπροστά στο βουλευτικό και γνωρίζοντας τις προθέσεις του, κάνουν πέρα τον Ανδρούτσο. Κι ο Σκουρτανιώτης όμως γνωρίζει, όμως βάζει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του, χαιρετώντας ουσιαστικά την επιστροφή του, διατρανώνοντας την αναγκαιότητά του και θεωρώντας τον ακόμα στρατιωτικό αρχηγό των Ελλήνων.

Δυστυχώς όμως, άλλες ήταν οι βουλές του Κωλλέτη και του Γκούρα. Ο Ανδρούτσος μπορεί στην αρχή να τριγυρίζει ελεύθερος και να κάνει σχέδια επίθεσης εναντίον των Τούρκων, μα πολύ γρήγορα οι πραγματικές προθέσεις του βουλευτικού και όσων τον εξώθησαν στα άκρα και στην αυτομόληση, φανερώνονται. Δε περνούν πολλές μέρες και συλλαμβάνεται. Οδηγείται σιδηροδέσμιος στην Αθήνα όπου και δολοφονείται. Ο Σκουρτανιώτης, δεδομένης της αρχικής του άρνησης να λάβει μέρος στην εκστρατεία εναντίον του και δεδομένης ακόμα της επιστολής προς το βουλευτικό που καταδεικνύει τη θετική του στάση απέναντι στην επιστροφή του, είναι πια ανεπανόρθωτα εκτεθειμένος έναντι των δόλιων που κατέχουν εκείνη τη στιγμή την εξουσία.

Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στους Σκουρτανιώτες διαφαίνεται από τη πρώτη στιγμή αφότου ξέμπλεξαν με τον Ανδρούτσο. Τέσσερις μήνες αργότερα, ο Θανάσης προάγεται σε αντιστράτηγο και αρχηγό ανατολικής Στερεάς. Ακολουθώντας όμως το χρέος της καινούριας προαγωγής του, αποχωρεί απ' τα Δερβενοχώρια, παίρνει το δρόμο για το γολγοθά του Μαυροματίου, όπου και χάνει τη ζωή του μαζί με τους συντρόφους του.
Μετά τον θάνατό του, η κυβέρνηση δεν διορίζει αντικαταστάτη τον αδερφό του Γιώργη, τον άξιο κατά κοινή ομολογία πολεμιστή και ηγέτη, όπως πραγματικά ήταν και περίτρανα μέχρι το τέλος της επανάστασης απέδειξε, αλλά κάποιον Μασκλαβάνη, ατυχή επιλογή του στρατηγού Μορφόπουλου, ανθρώπου της κυβέρνησης.
Το ότι τελικά ο Γιώργης πήρε την οπλαρχηγία και ότι κατόρθωσε να αναδειχθεί σε έναν ηγέτη αντάξιο του αδερφού του και μάλιστα πέρα από την επικράτεια των Δερβενοχωρίων, σε όλη τη Στερεά -από την Αθήνα μέχρι τη Πέτρα- αλλά και την Εύβοια, το ότι του εμπιστεύθηκαν τις πιο καίριες πολεμικές θέσεις οι μεγαλύτεροι αστέρες της ελληνικής επανάστασης, όπως ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης και αυτός ακόμα ο Υψηλάντης, αυτό οφείλεται μόνο στην αδιαμφισβήτητη στρατιωτική του αξία και στα διαπιστευτήριά του στις μάχες όπου ετάχθη.

Παρ' όλα αυτά όμως, επειδή αποδείξεις δεν υπάρχουν, αφήνουμε πάντα μια πόρτα ανοιχτή, στο να μην υπάρχει τελικά καμιά συνομωσία της κυβέρνησης εις βάρος του Θανάση Σκουρτανιώτη, όσον αφορά τον διορισμό του σε αρχηγό των όπλων ανατολικής Στερεάς, που είναι ουσιαστικά το αίτιο που εκείνος άφησε τα Δερβενοχώρια και οδηγήθηκε στη καταστροφική μάχη του Μαυροματίου. Υπάρχει ενδεχόμενο, η κυβέρνηση να έχει εκτιμήσει πραγματικά τη προσφορά και τον χαρακτήρα του, γι' αυτό να τον προβίβασε σε στρατηγό. Αλλά κι αυτό όμως, δεν αποκλείει το γεγονός, να έπεσε θύμα αντιζηλίας άλλων οπλαρχηγών, ακόμα κι αν είναι εντελώς αθώα σε αυτή τη περίπτωση η κυβέρνηση.
Η έρευνά μας όμως συνεχίζεται. Ας ελπίσουμε να φτάσουμε κάποτε στην αλήθεια και σε πιο ασφαλή συμπεράσματα.




*Πριν από την εύρεση αυτής της επιστολής, δε μπορούσα να δικαιολογήσω την παρουσία του Γιώργη στο εκστρατευτικό σώμα του Γκούρα και υπέθεσα πως τα δύο αδέρφια βρίσκονται σε διένεξη. Γι' αυτό και στο λογοτεχνικό κείμενο ''Μυρίζουν ακόμη λιβανιά'' ανέπτυξα κάτω απ' αυτό το πρίσμα το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Και φυσικά πρέπει να επιστρέψω και να το αλλάξω. Αν τα αδέρφια βρίσκονταν σε διένεξη, δε θα κρατούσε ο Γιώργης ενήμερο τον Θανάση για το τι συμβαίνει εκεί. Ο Γιώργης βρίσκεται στις Λειβανάτες επειδή είναι παγιδευμένος. Ο Θανάσης, κάτω από καθεστώς τρομερής πίεσης, κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει ό,τι μπορεί μετά από την άρνησή του να λάβει ο ίδιος μέρος στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Είναι φανερό λοιπόν, πως τα δύο αδέρφια, είχαν πάντα τις καλύτερες σχέσεις, μέχρι το θάνατο του Θανάση και δεν είχαν φυσικά, καμία διένεξη μεταξύ τους.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Η επιστολή Σκουρτανιώτη στο βουλευτικό στις 11 Απριλίου 1825



Η επιστολή Σκουρτανιώτη προς το βουλευτικό στις 11 Απριλίου 1825 είναι πολύ σημαντική για κάθε ερευνητή, όχι μόνο για να ανακαλύψει τα αισθήματα και τη στάση του Σκουρτανιώτη προς τον Ανδρούτσο, αλλά και να δει μια άλλη εκδοχή της σύλληψης του πρωτοκαπετάνιου της Ρούμελης. Ιστορικά βρισκόμαστε στην κρίσιμη εκείνη στιγμή, που ο Ανδρούτσος πέφτει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στα χέρια του Γκούρα. Ακολουθεί η μεγάλη πτώση του, η κάθοδος στην Αθήνα και μέσα σε δύο μήνες περίπου η δολοφονία του. Τέσσερις μήνες μετά την δολοφονία Ανδρούτσου, πέφτει κι ο Σκουρτανιώτης νεκρός στο Μαυρομάτι, κάνοντας πολλούς να μιλούν, ανάμεσά τους και ο στρατηγός Μακρυγιάννης, για προδοσία και ξεκαθάρισμα από το στρατιωτικό σκηνικό των Ανδρουτσικών οπλαρχηγών.

Ας επιστρέψουμε όμως στις 11 Απριλίου που ο Σκουρτανιώτης λαβωμένος από μια συμπλοκή με τους Τούρκους, βρίσκεται στη Σαλαμίνα για να γιατρευτεί και από κει στέλνει δύο επιστολές. Τη μία την πρωτότυπη του αδερφού του από τις Λειβανάτες στο εκτελεστικό και την άλλη την δική του -που εξηγεί τι ακριβώς του γράφει ο αδερφός του προς το βουλευτικό. Η στιγμή για τον Ανδρούτσο είναι πολύ κρίσιμη και δύο άνθρωποι εξακριβωμένα, συνεχίζουν να τον υποστηρίζουν. Ο ένας είναι ο Υψηλάντης, που μέσω του καπετάνιου Παγώνα, έχει δώσει επιστολή ελεύθερης διόδου του Ανδρούτσου στην Σαλαμίνα ή όπου αλλού, επιστολή που δεν έφτασε τελικά ποτέ στα χέρια του Ανδρούτσου γιατί τον πρόλαβαν τα γεγονότα.** Ο άλλος είναι ο Σκουρτανιώτης στην επιστολή που σήμερα για πρώτη φορά δημοσιεύουμε ολόκληρη. Φωτογραφία της από το πρωτότυπο δημοσιεύσαμε ήδη στον κύκλο των φωτογραφιών για την Αγία Σωτήρα. Αναφορά γι' αυτήν έχει κάνει ο Φανόπουλος και έχει δημοσιεύσει ένα τμήμα της μόνο, προβαίνοντας και σε ανάλυσή της. Ανάλυση ομως, που γνωρίζοντας πια εμείς ολόκληρο το περιεχόμενό της επιστολής, δε μας βρίσκει σύμφωνους και την θεωρούμε επιδερμική.
ΓΑΚ,Κ,47,Β,φ.7,αρ.16



Προς το σεβαστόν βουλευτικόν*

Έν γράμμα του αυταδέλφου μου προς εμέ εκ του στρατοπέδου λυβανάτων, σημαδεμένο από τας 8 του παρόντος με γράφει ότι στας 7 του αυτού κατά την δεκάτην ώραν, ο Οδυσσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδυγίαν του στρατιώτας.
Παρεκίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά ζητούνη και να τους επαρατήσουν μονάχους. Έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών να τους κτυπήση και εις τούτου ελπίζωμεν τον τέλειον αφανισμόν του εχθρικού στρατοπέδου. Είθε όμως αύριο και εμαγεύουν την ψυχήν του Οδυσσέως φρονήματα πατριωτισμού και ιερού ζήλου.
Το πρωτότυπον γράμμα σήμερον το διεύθυνον προς το σεβαστόν εκτελεστικόν και εξ’ αυτού θέλει πληροφοριθή εντελώς το σεβαστόν βουλευτικόν.
Το στρατόπεδο στενοχωράται τροφών και ανάγκη να προφθασθή διά να μην ακολουθήσουν καταχρήσεις και αρπαγάς, τα οποία είναι επακόλουθα της πείνας.
Εγώ ελπίζω εντός ολύγου να γιατρευθώ από την πληγήν την οποία από τας 4 του ιδίου έλαβον και να αναχωρισω εις στρατόπεδον.
Ταύτα επί του παρόντος αναφέρω και με σέβας όψομαι δι υμάς.

Την 11 απριλίου 1825
Εν Σαλαμίνα
ο πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης




Αυτά από τον Σκουρτανιώτη. Ας πάμε όμως στην εφημερίδα των Αθηνών, που στις 24.4.25, δημοσιεύει μια αναφορά του Γκούρα στη Διοίκηση:

«Διά της παρούσης μου αναγγέλω την 7 τρέχοντος, ήτις είναις η παράδοση του Οδυσσέως ομού με 800 άλλους υπό την οδηγίαν του εις τον Αρχηγόν των στρατευμάτων της Διοικήσεως»

Παρατηρούμε καμιά διαφορά στις δύο επιστολές που αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα; Φυσικά. Ο Σκουρτανιώτης χρησιμοποιεί το ρήμα ‘’συνενώθη’’ ενώ ο Γκούρας αναφέρεται σε παράδοση.

Ας έρθουμε τώρα στο Φανόπουλο ‘’θήβα και λειβαδία χωραϊτες και χωρικοί στο 21’’ και ας δούμε τι λέει γι’ αυτή την επιστολή στη σελίδα 304, 305 στις υποσημειώσεις και 306 στις υποσημειώσεις:
«Στις 4 Απριλίου 1825 σε μια συμπλοκή τραυματίζεται ο ήρωάς μας και καταφεύγει στη Σαλαμίνα για να γιατρευτεί. Εκεί παίρνει ένα γράμμα από τον αδελφό του (προφανώς τον Γιώργη) από τις Λειβανάτες, που του γράφει, ότι στις 7 Απριλίου, ώρα 10 «ο Οδυσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν Γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδηγίαν του στρατιώτας. Παρακίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά Ζητούνι και να τους επαρατήσουν μονάχους…»
Αντίγραφο του γράμματος του αδελφού του, ο Θανάσης το στέλνει στο Βουλευτικό, πιστεύοντας, στην αφέλειά του, πως επιτελούσε ένα ιερό χρέος. Φυσικά ο αγαθός πολέμαρχος της Βοιωτίας εκτελούσε ένα ιερό χρέος. Το βουλευτιό όμως και η άθλια Κυβέρνηση, αφού άναψε τον εμφύλιο πόλεμο και ρήμαξε το Μωριά, εκτελούσε τους αγωνιστές και μεταξύ αυτών τον πρώτο των πρώτων, τον Οδυσσέα Αντρούτσο.


Και παρακάτω στις υποσημειώσεις των σελ. 305 και 306 συνεχίζει ο Φανόπουλος:

«Είμαστε υποχρεωμένοι, για την αποκατάσταση της αλήθειας, να σταθούμε λίγο γύρω από το τι έκαναν οι Θανάσης και Γιώργης Σκουρτανιώτης για να βοηθήσουν τον Οδυσσέα στις Λιβανάτες. Από το γράμμα που έστειλε ο Γιώργης από τις Λιβανάτες στον Θανάση, του οποίου φωτοτυπία έχω στα χέρια μου, φαίνεται ότι ο μεν Θανάσης βρισκόταν στη Σαλαμίνα νοσηλευόμενος, ο δε Γιώργης ήταν κοντά στο Γκούρα, που ήταν αρχηγός στην εκστρατεία κατά του Οδυσσέα. Και, αν παραδεχτούμε ότι δεν πήρε ενεργό μέρος κατά του Οδυσσέα, τότε (τι ήθελε στις Λιβανάτες; Και πού τα ήξερε με το νι και με το σίγμα, τα πράγματα πώς έγιναν;) έδειξε το λιγότερο, αδιαφορία.
Αυτά, στις κάπως αβασάνιστες κρίσεις του Αντώνη Α. Βασιλείου στο βιβλίο του «Δέκα Ανέκδοτες Επιστολές του Οδυσσέα Αντρούτσου προς το Γιωργάκη Παγώνα»


Αυτά κι απ’ το Φανόπουλο, μόνο που θάλεγα, πως αβασάνιστες κρίσεις είναι οι δικές του σε τούτο το ζήτημα. Πέρα ότι ο Φανόπουλος «κρύβει» την υπόλοιπη επιστολή, κυριολεκτικά προβαίνει σε εντελώς αβασάνιστα, επιφανειακά και αυθαίρετα συμπεράσματα.
Και για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, προσωπικά δεν θεωρώ άγιο τον Ανδρούτσο, οπότε δε με ενδιαφέρει αν ο Σκουρτανιώτης ήταν Ανδρουτσικός ή όχι. Με ενδιαφέρει μονάχα στο βαθμό, που ο θάνατός του, είχε κάποια σχέση με τυχόν φιλία μαζί του.
Αλλά τι ακριβώς κάνει εδώ αβασάνιστα ο Φανόπουλος;
Πρώτον κατηγορεί έμμεσα τους αδερφούς Θανάση και Γιώργο. Τον μεν Γιώργη ότι έλαβε μέρος μαζί με τον Γκούρα στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου, τον μεν Θανάση για αδιαφορία, αγαθότητα και αφέλεια. «Τι έκαναν οι Σκουρτανιώτες για να βοηθήσουν τον Οδυσσέα;» λέει ο Φανόπουλος.
Καμιά φορά οι «άκαπνοι» εμείς γραφιάδες δε φειδόμαστε κατηγοριών για ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους για να μιλάμε σήμερα λεύτερα.
Ας έρθουμε όμως στην επιστολή Σκουρτανιώτη, που δε λέει τίποτα διαφορετικό από αυτά που λέει και ο Γιώργης, αφού τη πρωτότυπη επιστολή του Γιώργη την προωθεί αυτούσια στο εκτελεστικό.
Τι λένε λοιπόν ο Γιώργης και Θανάσης στις επιστολές τους;
Ας πάρουμε ένα ένα τα κομμάτια.
«Έν γράμμα του αυταδέλφου μου προς εμέ εκ του στρατοπέδου λυβανάτων, σημαδεμένο από τας 8 του παρόντος με γράφει ότι στας 7 του αυτού κατά την δεκάτην ώραν, ο Οδυσσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδυγίαν του στρατιώτας.»
Χρησιμοποιούν το ρήμα « συνενώθη»!
Εγώ βλέπω τα δύο αδέρφια να αισθάνονται ανακούφιση που ο Ανδρούτσος παράτησε τους Τούρκους και ενώθηκε με τις ελληνικές δυνάμεις. Δεν μιλούν για «παράδοση» όπως αναφέρει στην αντίστοιχη επιστολή του ο Γκούρας.
Αυτό σημαίνει, πως μάλλον ο Γιώργης, δε γνωρίζει με το «νι και με το σίγμα» όπως ισχυρίζεται ο κ. Φανόπουλος τα πράγματα. Δεν είναι τόσο κοντά στον Γκούρα ώστε εκείνος να του εμπιστευτεί τον απώτερο στόχο του που είναι η σύλληψη του Ανδρούτσου. Ο Γιώργης και πολλοί άλλοι Έλληνες συμπολεμιστές του εκστρατευτικού σώματος του Γκούρα, βρίσκονται εκεί για να πολεμήσουν τους Τούρκους και όχι κατ' ανάγκη να αιχμαλωτίσουν τον Ανδρούτσο. Η αιχμαλωσία μάλλον είναι στόχος του Γκούρα και των ελαχίστων εμπίστων του μόνο. Έπειτα, πώς είναι δυνατόν ο Ανδρούτσος να «παραδοθεί» στον Γκούρα έχοντας υπό την οδηγία του 800 στρατιώτες; Είναι από αυτούς ο Ανδρούτσος; Δε παραδίδεται λοιπόν στην αρχή. Ίσως κι ο Γκούρας να ισχυρίζεται στις συνενοήσεις που προηγήθηκαν την "¨συνένωσης" ή "παράδοσης" ότι πρέπει να ενωθούν απέναντι στους Τούρκους. Ένα κόλπο για να καταφέρει να τον αιχμαλωτίσει στο τέλος.
Είναι όμως δυνατόν οι Σκουρτανιώτες να περνάνε στα ψιλά την «φιλία» του Ανδρούτσου με τους Τούρκους;
Κι όμως είναι, γιατί γνωρίζουν όσα έχει περάσει ο Ανδρούτσος για φτάσει στο σημείο εικονικά άλλωστε όπως το συνήθιζε να αυτομολήσει.
Ας συνεχίσουμε όμως να διαβάζουμε την επιστολή.
«Παρεκίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά ζητούνη και να τους επαρατήσουν μονάχους. Έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών να τους κτυπήση και εις τούτου ελπίζωμεν τον τέλειον αφανισμόν του εχθρικού στρατοπέδου.»
Ό Θανάσης εδώ, βιάζεται να εξηγήσει, πως ο Ανδρούτσος εργάζεται πια κατά των Τούρκων. Δεν επιμένει καθόλου στην υποτιθέμενη προδοσία. Για τα δύο αδέρφια είναι φανερό πώς ο εχθρός είναι οι Τούρκοι και όχι οι συνέλληνες.
Υποστηρίζουν ευθέως τον Ανδρούτσο. Τον δικαιολογούν και προσπαθούν να στρέψουν τη προσοχή της κυβέρνησης στα σχέδια του Ανδρούτσου από δω και μπρος, που είναι εναντίον των Τούρκων. Πού είναι η αδιαφορία τους λοιπόν, από τη στιγμή που με υπογραφές στέλνουν επιστολές στο βουλευτικό και το εκτελεστικό προσπαθώντας να δικαιολογήσουν ακόμη και τη τελευταία στιγμή τον Ανδρούτσο και να φωνάξουν προς όλες τις μεριές πως ο Ανδρούτσος είναι μαζί μας και θέλει να κτυπήσει τους Τούρκους;
Η μη επιμονή του Σκουρτανιώτη λοιπόν στη «φιλία» του Ανδρούτσου με τους Τούρκους, είναι μια λανθάνουσα προτροπή προς το εκτελεστικό και βουλευτικό.
Ο Ανδρούτσος είναι αναγκαίος, λέει, ας ξεχάσουμε τα μίση μεταξύ μας. Αν κάπου φταίει ο Οδυσσέας, άλλο τόσο φταίτε και σεις. Ο εχθρός είναι οι Τούρκοι και μόνο. Γι’ αυτό μιλούν για τα άμεσα σχέδια του. Ο στόχος είναι ο «αφανισμός του εχθρικού στρατοπέδου, αφήστε τον Ανδρούτσο ήσυχο» Αυτό λένε ουσιαστικά στο βουλευτικό και εκτελεστικό οι Σκουρτανιώτες. Πού είναι η αδιαφορία τους λοιπόν, όταν υψώνουν τη φωνή καιτο ανάστημά τους υπέρ του Ανδρούτσου; Ξέρει κανείς πολλούς αυτή την εποχή, που όλοι έχουν γυρίσει τις πλάτες στον Ανδρούτσο, να υψώνουν τη φωνή τους στο βουλευτικό και το εκτελεστικό και να βάζουν φαρδιές πλατιές τις υπογραφές τους υπέρ του;
Αλλά το ποιο συγκλονιστικό είναι άλλο. Και βρίσκεται στη φράση «έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών»
Έχειν! Ο Ανδρούτσος! Μετά ο Γκούρας και μετά οι λοιποί αρχηγοί!
Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης με αυτή τη φράση, αναγνωρίζει ακόμα τον Ανδρούτσο για αρχηγό και το φωνάζει στο Βουλευτικό!
Αλλά καθόλου αφελής ή αγαθός όπως νομίζει ο Φανόπουλος, προσθέτει και την παρακάτω φράση ''αυτοπροστασίας'' για να φυλάξει τα νώτα του. Γνωρίζει, ότι είναι ήδη αρκετά εκτεθειμένος.
«Είθε όμως αύριο και εμαγεύουν την ψυχήν του Οδυσσέως φρονήματα πατριωτισμού και ιερού ζήλου.»
Ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει τον άστατο χαρακτήρα του Ανδρούτσου και προσθέτει και αυτή τη φράση στο τέλος, για να μη βρεθεί προ εκπλήξεως. Εάν τα πράγματα πάνε στραβά, να οχυρωθεί πίσω της. Αυτή η φράση, είναι το τελευταίο οχυρό, εάν ο Ανδρούτσος τελικά χάσει τα πάντα. Σημασία έχει ότι βροντοφωνάζει ουσιαστικά στο βουλευτικό ότι ο Ανδρούτσος είναι ακόμα αρχηγός. Πως η επανάσταση παρ΄ολες τις ιδιοτροπίες και τα κακά του, τον χρειάζεται. Δε κάνει τίποτε άλλο ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, παρά να διατρανώνει την αναγκαιότητα του Ανδρούτσου σε αυτή τη κρίσιμη καμπή της ελληνικής επανάστασης.
Και συνεχίζει:
«Το πρωτότυπον γράμμα σήμερον το διεύθυνον προς το σεβαστόν εκτελεστικόν και εξ’ αυτού θέλει πληροφοριθή εντελώς το σεβαστόν βουλευτικόν.»
Εδώ ο Θανάσης ευελπιστεί σε τυχόν διαφωνίες και διαφορές πάνω στο ζήτημα του Ανδρούτσου μεταξύ βουλευτικού και εκτελεστικού. Πληροφορεί το πρώτο πως έχει και το δεύτερο γνώση ότι ο Ανδρούτσος ενώθηκε με την θέλησή του με τον Γκούρα και σκοπός του είναι να κτυπήσει τους Τούρκους. Ουσιαστικά λέει: Μην πειράξετε τον Ανδρούτσο γιατί γνωρίζει και το εκτελεστικό πως ενώθηκε και δεν παραδόθηκε. Μπαίνει ξανά στην υπηρεσία του αγώνα και αυτό πρέπει να το δείτε θετικά.
Γι’ αυτό είναι επικίνδυνο το γράμμα του Σκουρτανιώτη ακόμα και για τον ίδιο. Γιατί ουσιαστικά στρέφεται κατά των κρυφών προθέσεων του βουλευτικού να αφανίσουν τον Ανδρούτσο.
Γιατί πέρα από τα παραπάνω, στο τέλος της επιστολής, αυτός ο «αφελής, αγαθός και αδιάφορος» κατά Φανόπουλο στο συγκεκριμένο πάντα ζήτημα, κάνει ακόμη κάτι πιο επικίνδυνο.
Υποδεικνύει στο βουλευτικό τη δουλειά του.
«Το στρατόπεδο στενοχωράται τροφών και ανάγκη να προφθασθή διά να μην ακολουθήσουν καταχρήσεις και αρπαγάς, τα οποία είναι επακόλουθα της πείνας.»
Δουλειά σας, λέει στο Βουλευτικό, δεν είναι να βάζετε τους αρχηγούς να μαλώνουν μεταξύ τους, αλλά να μεριμνήσετε για τροφές. Αλλιώς θα είστε υπαίτιοι της αναρχίας, των καταχρήσεων και των αρπαγών. Επίσης κάτι πολύ σημαντικό. Με την "συνένωση" του Ανδρούτσου και τους άλλους 800 στρατιώτες υπό την οδηγία του, το ελληνικό στρατόπεδο αυξήθηκε ξαφνικά. Ο Σκουρτανιώτης επιμένει να τροφοδοτηθεί ο Ανδρούτσος και οι οχτακόσιοι. Όχι μόνο να μην κυνηγηθεί, αλλά να τροφοδοτηθεί! Κατά τα άλλα, σύμφωνα με το κ. Φανόπουλο, ο Θανάσης είναι αδιάφορος. Γι' αυτό πιστεύουμε πως η ανάλυσή του σε αυτό το ζήτημα και παρά το σεβασμό μας στη δουλειά του, είναι επιδερμική.
Και συνεχίζει:
"Εγώ ελπίζω εντός ολύγου να γιατρευθώ από την πληγήν την οποία από τας 4 του ιδίου έλαβον και να αναχωρισω εις στρατόπεδον.
Ταύτα επί του παρόντος αναφέρω και με σέβας όψομαι δι υμάς."

Εννοεί το στρατόπεδο των Λειβανατών. Από αυτή τη φράση διαφαίνεται ότι μάλλον έχει δώσει υπόσχεση στον Γκούρα -αφόρητα πιεσμένος όπως θα δούμε παρακάτω- πως σύντομα θα τον ακολουθήσει εναντίον του Ανδρούτσου. Ο ελαφρύς τραυματισμός του (υπάρχει περίπτωση να είναι και αυτοτραυματισμός για να αποφύγει να τηρήσει την υπόσχεσή του στον Γκούρα να τον ακολουθήσει) τον βγάζει προς στιγμήν από μια πολύ δύσκολη θέση. Όταν λαμβάνει όμως το γράμμα του Γιώργη περί συνένωσης και επιστροφής του Οδυσσέα στο ελληνικό στρατόπεδο, βιάζεται να δηλώσει, πως όταν γιατρευθεί (εντός ολύγου) θα μεταβεί στο στρατόπεδο (με αρχηγό τον Οδυσσέα για να κτυπήσουν όλοι μαζί τους Τούρκους)

Αφού γνωρίζουμε πια ολόκληρη την επιστολή, ας προσπαθήσουμε να φωτίσουμε περισσότερο αυτή τη καθοριστική για τις εξελίξεις που ακολούθησαν περίοδο, στο κεφάλαιο "παζλ" που ακολουθεί.






*Έχουμε διατηρήσει την ορθογραφία του Σκουρτανιώτη

**Πρόκειται για την εξής επιστολή δημοσιευμένη στο βιβλίο του Αντώνη Βασιλείου "ΔΕΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΔ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΠΑΓΩΝΑ" σελ. 51:

ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΑΡΧΟΥ ΔΗΜ. ΥΨΗΛΑΝΤΟΥ

Ο Ανδρίτζος ..... απέρχεται ενταύθα μεθ' άλλων ένδεκα εις Σαλαμίνα να λάβωσι τα όπλα και οίκοθεν να μεταβούν στη Σαλαμίνα.
Παρακαλούνται διά τούτο οι καθ' οδόν ν' αφήσουν αυτών ελευθέραν την δίοδον
Τη 1 Απριλίου 1825
Εκ Μεγάρων
ο κατά την Α. Ελλάδα
Στρατάρχης
Δ. Υψηλάντης


Αφού δημοσιεύει την επιστολή ο Βασιλείου, λέει στη σελ. 53 γι' αυτήν:

"...τούτη δεν είναι, παρά μια προσπάθεια του Υψηλάντη να σώση τον φίλο του στρατηγό, έστω και τη τελευταία στιγμή και μια δικαιολογία περί του πώς βρέθηκε στα χέρια του Γιωργάκη Παγώνα.
............
Φίλος αδελφοποιτός του Ανδρούτσου ο Παγώνας, ήταν αδύνατο να σταθή αδιάφορος στο μεγάλο κατατρεγμό.....Πλησιάζει ως φαίνεται τον Υψηλάντη.....του αποσπά την ελευθέραν δίοδον με ημερομηνία 1 Απριλίου 1825 και σπεύδει να τον συναντήση (τον Ανδρούτσο)
Αν υπολογίσουμε με ομαλές συνθήκες, μια πορεία από τα Μέγαρα στις Λιβανάτες, ήθελεν τουλάχιστον 4 ημέρες, αλλά με Τούρκους ενδιάμεσα...συνετέλεσαν ώστε ο Παγώνας να φθάση αργά. Ο Σταυραητός ήταν καλά κλεισμένος στα δίχτια πλέον των εχθρών του...."

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (γ)


ΦΩΤ.21
Η σιδερένια πόρτα
Κλείσαμε πίσω μας τη βαριά σιδερένια πόρτα του προαυλείου της Αγ. Σωτήρας Μαυροματίου. Κάπου εδώ κλείνει και ο κύκλος των φωτογραφιών που παραθέσαμε. Φωτογραφίες που εδώ και πολύ καιρό νιώθαμε ότι τις χρωστούσαμε και θεωρούσαμε απαραίτητο να δημοσιεύσουμε. Ελπίζουμε να βοηθήσαμε όσους δεν έχουν επισκεφθεί την Αγία Σωτήρα, να πάρουν μια ιδέα για τον τόπο που έλαβε χώρα το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.20
Μαθαίνοντας στον γιο μου τους προγόνους του
Το μνημείο που έχει ανεγερθεί υπό Μαυροματαίων στον προαύλειο χώρο της Αγ. Σωτήρας.
Πάνω του αναγράφονται τα εξής:

ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΤΟΥΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΓΙΑΣ
ΣΩΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ
ΣΤΙΣ 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1825
ΕΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑΣΘΗΚΑΝΕ
ΜΕ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ
Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ
ΚΑΙ ΤΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ ΤΟΥ
ΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΗ ΠΙΣΤΙΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ
Φωτ. Ιούλιος 2008







ΦΩΤ.19
Η σημείωση του βουλευτικού έξω από την επιστολή Σκουρτανιώτη τον Απρίλιο του 1825
Γράφει:
''αναφορά του Αθανασίου Σκουρτανιώτου διά της οποίας λέγει, ότι ο Οδυσεύς ανδρούτσος παρατήσας τους Τούρκους, ηνώθη με τον στ. Γκούραν
ανεγνώσθη την 13η πριλίου 1825''

Πολύ σημαντική η απόδειξη ότι το Βουλευτικό γνωρίζει ότι ο Ανδρούτσος ενώθηκε με τη θέλησή του με το Γκούρα και παράτησε τους Τούρκους. Αυτό το κρατάμε. Τα υπόλοιπα, όταν δημοσιεύσουμε την επιστολή Σκουρτανιώτη. Το μόνο που θα αναφέρουμε, είναι ότι ο Σκουρτανιώτης σε αυτή την ιστορική επιστολή τον Απρίλιο του 1825, προσπαθεί να πείσει το βουλευτικό για τα αγνά αισθήματα του Ανδρούτσου και να τον σώσει, όταν ο Ανδρούτσος είναι ήδη προγραμμένος. Μήπως όμως αυτή η επιστολή, είναι και η ταφόπλακα του ίδιου του Σκουρτανιώτη;
Φωτ. από το πρωτότυπο, Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.18
Τα σκαλιά προς το εσωτερικό της σημερινής εισόδου της Αγ. Σωτήρας
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.17
Η σημερινή πόρτα του ναού της Αγ. Σωτήρας, όπως βλέπουμε από μέσα.
Πιθανόν να έπεσε και σε αυτή τη πόρτα ο Σκουρτανιώτης.
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.16
Αγιογραφία στον βόρειο τοίχο του ναού της Αγίας Σωτήρας
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.15
Η σφραγισμένη πόρτα
Πίσω απ' αυτήν την σφραγισμένη πόρτα κάτω από το καμπαναριό, παίχτηκε πιθανότατα η τελευταία πράξη του δράματος. Και λέμε πιθανότατα, γιατί δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί εάν η συγκεκριμένη πόρτα είχε ήδη σφραγιστεί πριν από το 1825. Σε αυτή τη περίπτωση, θα υπήρχε από τότε. Όπως και νάχει, σε μια από τις δύο αυτές πόρτες, εκτυλίχτηκε η τελευταία πράξη. Ο Σκουρτανιώτης, ο τελευταίος ζωντανός, αντιστέκεται μέχρι τελευταία στιγμή, ώσπου δέχεται από έξω την τελευταία βόμβα που τον διαμελίζει. Αν σήμερα η πόρτα φαίνεται πολύ χαμηλή, αυτό οφείλεται στις προσχώσεις των χωμάτων έξω από την εκκλησία. Από δω φαίνονται και τα υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί για το χτίσιμο του ναού, τα οποία είναι πέτρες, άμμος, κομμάτια από μάρμαρο, σπασμένα κεραμίδια και ξύλα.
Φωτ. Ιούλιος 2008

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (β)


ΦΩΤ.14
Άποψη της Αγ. Σωτήρας από την βόρεια πλευρά
Έτσι είδαν το εκκλησάκι της Αγ. Σωτήρας οι Τούρκοι όταν έφτασαν στο λόφο. Από δω περίπου οργάνωσαν και τις πρώτες επιθέσεις.
Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ. 13
Ο κάμπος της Οινόης όπως φαίνεται από το μοναστήρι του Οσίου Μελετίου.
Σ' αυτό το κάμπο και τρία χιλιόμετρα περίπου δεξιότερα προς τα στενά της Κάζας, ο Σκουρτανιώτης με τους άντρες του, αλλά και με τον Νικηταρά -τον μοναδικό Πελοποννήσιο που πέρασε στη Ρούμελη- έδωσαν πολλές μάχες, κόβοντας τις εφοδιοπομπές των Τούρκων προς τη Πελοπόννησο. Ο Μακρυγιάννης πολύ αργότερα, έγραψε γι' αυτές τις μάχες:
''Κι ο γενναίος κι ατρόμητος Θανάσης Σκουρτανιώτης με διαλεμένους από τη Φήβα και κάτου, δε τους άφηνε να ξεμυτίσουν''
Πίσω από τα βουνά που φαίνονται απέναντι και δεξιά, τα Βίλια, το Πόρτο Γερμενό και ο Κορινθιακός

Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ. 12
Η μπροστινή όψη του ναού στο μοναστήρι του Οσίου Μελετίου
Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ.11
Ο ναός στο μοναστήρι του Οσίου Μελετίου.
Εδώ ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, ανάμεσα σε καλόγηρους πέρασε τα παιδικά του χρόνια και έμαθε τα πρώτα γράμματα. Αργότερα έγινε ο έμπιστος άνθρωπος του μοναστηριού.
Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ.10
Αυτόγραφη επιστολή του Θανάση Σκουρτανιώτη προς το Βουλευτικό.
Η επιστολή είναι αδημοσίευτη μέχρι σήμερα. Γι' αυτήν, κάνει απλή αναφορά ο Φανόπουλος δημοσιεύοντας μονάχα ένα μικρό τμήμα της. Μετά από επίσκεψή μας στο ΓΑΚ, έχουμε επιτέλους φωτοτυπία της στα χέρια μας. Η επιστολή είναι σημαντικότατη για πολλούς λόγους. Φανερώνει την θέση του Σκουρτανιώτη απέναντι στον Ανδρούτσο και δείχνει μια άλλη εκδοχή για την σύλληψή του. Το περιεχόμενό της θα το δημοσιεύσουμε σύντομα.
Φωτ. από την πρωτότυπη επιστολή, Ιούλιος 2008





ΦΩΤ.9
Από τις ελάχιστες μπαρουτοκαπνισμένες αγιογραφίες που γλίτωσαν τον ασβέστη στον κυρίως χώρο του ναού της Αγίας Σωτήρας στο Μαυρομάτι.
Η βούρτσα όπως βλέπουμε στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, σκέπασε τα πάντα.
Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ.8
Μπαρουτοκαπνισμένη αγιογραφία στο ιερό της Αγίας Σωτήρας
Αδιάψευστος μάρτυρας του μακελειού, εδώ και 183 χρόνια.
Φωτ. Ιούλιος 2008

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (α)


ΦΩΤ.7
Η βόρεια πλευρά του ναού της Αγίας Σωτήρας με τη μάντρα.
Η μάντρα έχει ξαναχτιστεί με τις ίδιες πέτρες και στο ίδιο σημείο. Πίσω από αυτήν οχυρώθηκαν στην αρχή οι Έλληνες πολεμιστές. Η βόρεια με την δυτική πλευρά, δέχτηκαν πιθανότατα τις κύριες επιθέσεις των Τούρκων.
Φωτ. Ιούλιος 2008



ΦΩΤ.6
Αυτή ήταν η βόρεια οπτική του Σκουρτανιώτη από το εκκλησάκι της Αγίας Σωτήρας. Από δω έλεγχε το πέρασμα. Τον δρόμο από Λιβαδειά-Αλίαρτο προς Θήβα-Χαλκίδα και το αντίστροφο. Αριστερά όπως βλέπουμε είναι η Λιβαδειά και δεξιά η Θήβα.
Φωτ. 2008





ΦΩΤ.5
Ελαφρά διαγώνια άποψη του εσωτερικού του ναού.
Η ατμόσφαιρα μέσα στο εκκλησάκι είναι άκρως υποβλητική, παρά το ότι ο χώρος είναι σχετικά παρατημένος από τις τοπικές αρχές. Η Αγ. Σωτήρα χτίστηκε τον ενδέκατο αιώνα και ήταν κτήση της Μονής Σαγματά. Υπήρξε πόλος έλξης των πρώτων επήλυδων κατοίκων του Μαυροματίου, αφού οι μοναχοί είχαν δημιουργήσει πηγάδι στο νότιο άκρο της μάντρας. Το νερό και η ανοιχτή πόρτα προς τη θρησκεία και τη μεταφυσική, έδωσαν ελπίδα στους πρώτους επήλυδες και τους συγκέντρωσαν γύρω. Η μάχη του 1825 και ο μαρτυρικός θάνατος των Ελλήνων στο εσωτερικό της Αγ. Σωτήρας, εκτόξευσαν την ιστορική και πνευματική αξία του συγκεκριμένου ναού στα ύψη.
Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από το πίσω τμήμα του ναού που προστέθηκε εκ των υστέρων για να καλύψει τις ανάγκες των πιστών λόγω της αύξησης του πληθυσμού του Μαυροματίου. Η εκκλησία μετά τη μάχη του 1825, υπέστη ζημιές και επισκευάστηκε το 1836.

Φωτ. Ιούλιος 2008



ΦΩΤ.4
Το άγαλμα του Θανάση Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι.
Φωτ. Ιούλιος 2008






ΦΩΤ. 3
Αγία Σωτήρα Μαυροματίου. Εσωτερική άποψη ιερού.
Οι γυναίκες απαγορεύται να μπαίνουν στο ιερό των ναών και δεν ασβεστώνουν. Γι' αυτό και οι καπνιές πάνω στο τοίχο και τις αγιογραφίες, σώζονται μέχρι σήμερα. Η φώτο στο χώρο του ιερού, πίσω από την Αγία Τράπεζα.
Φωτ. Ιούλιος 2008



ΦΩΤ.2
Αγία Σωτήρα Μαυροματίου. Εσωτερική άποψη ναού.
Εδώ πέρασαν τις τελευταίες τους στιγμές ο Σκουρτανιώτης και οι άντρες του, πριν τα οβούζια των Τούρκων τους κατακάψουν. Οι τοίχοι δυστυχώς από την απλοϊκότητα των γυναικών του Μαυροματίου ασβεστώθηκαν, σφραγίζοντας μέσα τους το μακελειό και κρύβοντας για πάντα τους καπνούς και τη μαυρίλα πάνω στις αγιογραφίες από τις φωτιές, τα ρετσίνια και τις αυτοσχέδιες βόμβες.
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.1
Aγία Σωτήρα Μαυροματίου. Εξωτερική άποψη του ναού. Νότια πλευρά. Είσοδος
Εδώ έγινε η μάχη Μαυροματίου. Στην αρχή ο Σκουρτανιώτης, ο Δρίτσουλας και οι άντρες τους οχυρώθηκαν στη μάντρα της Αγ. Σωτήρας και μετά αναγκάστηκαν να μπουν μέσα στην εκκλησία.
Φωτ. Ιούλιος 2008

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ!!




Η φωτογραφία που δημοσιεύουμε έχει τραβηχτεί στις 3/06/2008. Το μαρτυρικό εκκλησάκι της Αγίας Σωτήρας Μαυροματίου γκρεμίζεται. Πέτρες από την οροφή έχουν πέσει μπροστά στην Αγία Τράπεζα! Μήπως ο κ. Δήμαρχος με το συμβούλιό του, αγνοούν ότι η Αγία Σωτήρα είναι ένα τεράστιο μνημείο; Δε φτάνουν όσα εγκλήματα –και θα μιλήσουμε γι’ αυτά σύντομα- έχουν γίνει κατά καιρούς στο προαύλιο, πάνω και μέσα στην Αγία Σωτήρα; Πρέπει να αφήσουμε αυτό το μνημείο να γκρεμίσει από μόνο του επειδή ίσως δεν διαθέτουμε την απαιτούμενη ευαισθησία και ίσως την στοιχειώδη γνώση περί τίνος πρόκειται;
Κύριοι, η Αγία Σωτήρα Μαυροματίου είναι ένα ιερό σύμβολο για όλους τους Έλληνες.
Έχετε υποχρέωση να το διατηρήσετε.
Αυτά προς το παρόν. Θα επανέλθουμε.

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (5)

Λίγο πάνω από την εκκλησία της Παναγίας, ήταν η μικρή πλατεία των Σκούρτων, με τρεις τέσσερις καφενέδες τριγύρω. Το πατρικό σπίτι του Θανάση Σκουρτανιώτη, ήταν πολύ κοντά σε αυτή τη πλατεία. Ένα μακρινάρι πέτρινο ισόγειο, με όψη στην ανατολή και κεραμίδια γεμάτα πράσινα βρύα. Ένα μεγάλο μέρος της αυλής ήταν πλακόστρωτο κάτω από μια τεράστια συκιά. Εκεί έμενε ακόμα με τη μάννα, τη γυναίκα και όλα του τ’ αδέρφια. Παντρεύτηκε με το έμπα της επανάστασης και δε βρήκε καιρό να φτιάξει το δικό του σπίτι. Από την άλλη βέβαια, ήταν ο πρωτότοκος και σύμφωνα με τα έθιμα, έπρεπε αυτός να μείνει στο πατρικό, όταν κάποτε θα παντρεύονταν όλα του τ’ αδέρφια. Οι χρόνοι όμως της φωτιάς, δεν άφηναν και πολλά περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες, αφού ο Κώτσιος ήταν ήδη παντρεμένος, είχε ένα τρίχρονο γιο το Παναγή και έμενε κι αυτός με τη γυναίκα του στο ίδιο σπίτι.
Λίγο έξω απ’ το χωριό οι Σκουρτανιώτες είχαν τα μαντριά τους. Ένα κοπάδι με καμιά τριακοσαριά πρόβατα και γίδια . Οι Σκουρτανιώτες από παράδοση, δεν ήταν πλούσιοι με γρόσια. Αλλά ποτέ από το σπίτι τους δεν έλειπε το κρέας, το τυρί, το γάλα και το μαλλί. Και επειδή πάντα είχαν πλεόνασμα σε αυτά, τα αντάλλασαν με αλεύρι, λάδι, κρασί, ρούχα, ακόμη και κοσμήματα. Από αυτή την άποψη βέβαια, ήταν και αισθάνονταν πλούσιοι.
Από τη στιγμή όμως που ο Θανάσης έγινε αρχηγός του αποσπάσματος των Δερβενοχωρίων και αφού στο απόσπασμα μετείχαν τα περισσότερα από τ’ αδέρφια του, έπεφταν και κάποιοι ψωρομισθοί, που είχαν δώσει στο Σκουρτανιωτέικο μια κάποια άνεση τα τελευταία χρόνια. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Οι διάφορες επιθέσεις σε τούρκικες εφοδιοπομπές, τους βοηθούσαν ενίοτε με διάφορα. Με όπλα, πυρομαχικά, ιματισμό, τρόφιμα, άλογα, κάποιες φορές ακόμα και με γρόσια, αν και σε όλα αυτά η μοιρασιά γινόταν με όλους τους πολεμιστές του αποσπάσματος. Πολλές φορές κιόλας, ειδικά ιματισμό και τροφές, ο Θανάσης τα μοίραζε σε πολύ φτωχές οικογένειες των Δερβενοχωρίων που ήξερε ότι είχαν μεγάλη ανάγκη. Δεν ήταν επίσης λίγες οι περιπτώσεις ειδικά τελευταία, που οι Σκουρτανιώτες έδιναν ακόμη κι απ’ τη τσέπη κι από τα ζωντανά τους, για να διατηρήσουν το στράτευμα του αδερφού τους, άρα το κύρος τους, σε υψηλά επίπεδα. Αυτά βέβαια, όταν οι μισθοί και οι τροφές από τη κυβέρνηση αργούσαν ή δεν έρχονταν καθόλου. Έτσι, ένα κοπάδι που έφτανε πριν την επανάσταση κοντά στα οχτακόσια ζωντανά, τελευταία είχε τόσο αποδυναμωθεί, που μόλις και μετά βίας έφτανε τα τριακόσια.
Την ευθύνη βέβαια του κοπαδιού, την είχε εδώ και χρόνια ο Λουκάς, ο δευτερότοκος γιος της Αγαθής. Ήταν ο μόνος που δε μετείχε στα στρατιωτικά των αδερφών του και έδειχνε να μη τον απασχόλησαν ποτέ, όσα πολεμικά και ανατρεπτικά συνέβαιναν γύρω του. Στα τριάντα ένα του, ήταν ευτυχισμένος με το κοπάδι και ο παράδεισός του ήταν οι βοσκές και τα μαντριά του. Από κάθε άποψη χρήσιμος όμως ο Λουκάς, γιατί καθώς οι άλλοι ήταν μπλεγμένοι σε μάχες και το πόλεμο, εκείνος πρόσεχε το σπίτι και φρόντιζε μη λείψει τίποτα στη μάνα, στις νύφες και στα δύο μικρά του ανήψια.

Ο Θανάσης από την άλλη, έχαιρε καθολικής εκτίμησης στα Δερβενοχώρια και όχι μόνο. Σκληρός στη μάχη μα πράος, δίκαιος και συνετός στην ειρήνη με τους αμάχους. Προστάτης των Δερβενοχωρίων χρόνια, δεν άφησε να πατήσει το τόπο του τούρκικο ποδάρι. Πριν την επανάσταση, οι σχέσεις του με τους Τούρκους της Θήβας ήταν άριστες. Εκείνος ήταν που με το απόσπασμά του, μία φορά το χρόνο μετέφερε το μικρό συμβολικό φόρο των Δερβενοχωριτών στους Τούρκους της Θήβας. Το πρωτόκολλο της εθιμοτυπικής αυτής ετήσιας συνάντησης, προέβλεπε να θέτει ο Σκουρτανιώτης στην άκρη του σπαθιού του το πουγκί με τον φόρο των Δερβενοχωριτών και μπροστά στον μπέη να λέει:
-Τα Δερβενοχώρια τηρούν το λόγο τους, το Βιλαέτι, τον τηρεί;
Η συμφωνία Δερβενοχωριτών και Τούρκων εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ήταν κάθε χρόνο να στέλνουν στους Τούρκους αυτό το συμβολικό φόρο και οι Τούρκοι με τη σειρά τους να μη πατάνε εκεί, παραχωρώντας τους διοικητική και πολιτική αυτονομία. Με λίγα λόγια να τους αφήνουν εντελώς ήσυχους κι ελεύθερους.
-Τον τηρεί και το Βιλαέτι, απαντούσε χαμογελώντας ο Τούρκος μπέης και ακολουθούσε τραπέζι στον καπετάνιο των Δερβενοχωρίων και τους συντρόφους του.
Όπως ήταν φυσικό κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Σκουρτανιώτης είχε αναπτύξει προσωπικές και φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους της Θήβας. Σχέσεις που φρόντιζε να αξιοποιήσει και να εκμεταλλευτεί προς όφελος των συμπατριωτών του. Και πράγματι. Μετά από συμφωνίες μαζί τους, συμφωνίες που έγιναν μεταξύ τύρου και αχλάδου, πήρε το ελεύθερο να φεύγει όποτε θέλει από τα Δερβενοχώρια με το απόσπασμά του, να κατεβαίνει στον ανατολικό κάμπο της Βοιωτίας για να ελέγχει και να απελευθερώνει τις διόδους από τους ληστές που λυμαίνονταν χρόνια τη περιοχή. Σε αντάλλαγμα οι Τούρκοι, θα επέτρεπαν στους Δερβενοχωρίτες να μπαίνουν στη πόλη της Θήβας για να πουλάνε τα προϊόντα τους, κάτι που για πολλά χρόνια ήταν απαγορευμένο στους αρβανίτες.
Και έτσι έγινε. Πολύ σύντομα ο Σκουρτανιώτης καθάρισε τη περιοχή και άφησε ελεύθερες τις διόδους για τις συγκοινωνίες της εποχής και το εμπόριο. Ο Σκουρτανιώτης όμως κέρδισε ακόμα κάτι πολύ σημαντικό. Με παρέμβασή του άρχισαν τα Δερβενοχώρια να καλλιεργούν και σιτάρι. Μέχρι τότε, επειδή ο σπόρος ήταν σπάνιος, κάποιοι Δερβενοχωρίτες παραμόνευαν τις ημέρες της σποράς στο βουνό και παρακολουθούσαν ποια χωράφια έσπερναν οι Τούρκοι στο κάμπο. Τη νύχτα λοιπόν κατέβαιναν και μάζευαν λίγο χώμα από το σπαρμένο χωράφι ελπίζοντας να έχει μέσα αρκετούς σπόρους. Γέμιζαν μισό, ένα σακί όσο μπορούσε ο καθείς να κουβαλήσει. Έριχναν λοιπόν αυτό το χώμα σε ένα καλό σημείο στα Δερβενοχώρια και περίμεναν να φυτρώσουν μερικά στάχια. Αυτά τα στάχια τα κρατούσαν για να τα σπείρουν πάλι την επόμενη χρονιά. Αυτό συνεχιζόταν δύο, τρία ή και τέσσερα χρόνια μέχρι να πάρουν κάποια ικανοποιητική σοδειά καθαρά για οικογενειακή χρήση, πράγμα δύσκολο βέβαια, γιατί το συγκεκριμένο σιτάρι ήταν καμπόσταρο και δεν είχε μεγάλη τύχη στις ορεινές συνθήκες και το χώμα των Δερβενοχωρίων. Ο Σκουρτανιώτης και οι δημογέροντες λοιπόν, γνωρίζοντας τη μεγάλη τους ανάγκη για σιτάρι, κατόρθωσαν να πείσουν και να πάρουν από τους Τούρκους τριακόσια σακιά βλαχόσταρο, ειδικό και ανθεκτικό σε ορεινές περιοχές, για να σπείρουν, αρκεί το καλοκαίρι να επέστρεφαν τα διπλάσια σακιά. Εκείνη τη χρονιά σπάρθηκαν γύρω στα επτακόσια στρέμματα σιτάρι στα Δερβενοχώρια, δίνοντας στο τέλος δύο χιλιάδες εκατό σακιά, από τα οποία έδωσαν στους Τούρκους τα εξακόσια και τα άλλα τους έμειναν για να τα ξανασπείρουν και να αρχίσει σιγά σιγά η καλλιέργεια του βλαχόσταρου στο οροπέδιο των Δερβενοχωρίων, καλλιέργεια που θα μείωνε κατά πολύ τις εξωτερικές ανάγκες τους σε αλεύρι και ψωμί.
Αυτές οι επιτυχίες, ανέβασαν όχι μόνο στα μάτια των Δερβενοχωριτών το νεαρό καπετάνιο, αλλά και στα μάτια των ίδιων των Τούρκων. Για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, η γύρω περιοχή καθάρισε από ληστές, αφήνοντας ανοιχτούς τους δρόμους για ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Οι Δερβενοχωρίτες με τον Θανάση Σκουρτανιώτη άρχισαν να νιώθουν σιγουριά και ασφάλεια. Ακόμα κι οι Τούρκοι. Ειδικά της Θήβας.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι Δερβενοχωρίτες δεν είχαν ουσιαστικούς λόγους να τα βάλουν μαζί τους. Έχοντας εξασφαλίσει μοναδικά προνόμια για την εποχή, υπό τη σκέπη ενός άγρυπνου νεαρού καπετάνιου που είχε τάξει σκοπό της ζωής του να τους προστατεύει, ζούσαν εν ειρήνη και προόδευαν.
Εδώ βρίσκει το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης τα Δερβενοχώρια.
Επανάσταση για κείνους σήμαινε τεράστια αβεβαιότητα και σοβαρότατος κίνδυνος. Κανένας δε μπορούσε να εγγυηθεί τη συγκεκριμένη στιγμή, ότι η επανάσταση θα ήταν επιτυχής. Στην αντίθετη περίπτωση, οι Δερβενοχωρίτες θα έχαναν όχι μόνο τα κεκτημένα, αλλά ίσως και την ίδια τους την ύπαρξή. Γι’ αυτό, φυσικό είναι να υπήρχαν τυχόν διχογνωμίες και δισταγμοί στους απλούς κατοίκους των Δερβενοχωρίων, όσον αφορά τη στάση τους απέναντι στο ξεσηκωμό. Διχογνωμίες και δισταγμοί όμως, που ο Σκουρτανιώτης, αποδεικνύοντας το τεράστιο μέγεθος της προσωπικότητάς του παρ’ όλο το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, δεν άφησε ν’ ανθίσουν. Είναι μόλις είκοσιοκτώ ετών, μα από τις πρώτες μέρες υψώνει τη σημαία της επανάστασης, ξεσηκώνοντας, χαρακτηρίζοντας και φέρνοντας προ τετελεσμένων γεγονότων τα Δερβενοχώρια. Πολύ σύντομα μάλιστα, προβαίνει σε μία τεράστιας σημασίας συμβολική αλλά και ουσιαστική πράξη. Μια πράξη που μάλλον δεν της έχει δοθεί η πρέπουσα σημασία από τους ιστορικούς. Γιατί άραγε;
Μαζί με το Μελέτη Βασιλείου από τη Χασιά, υπό την αρχηγία του Λιβαδείτη οπλαρχηγού Δήμου Αντωνίου, απελευθερώνουν την Αθήνα και πολιορκούν τους Τούρκους στην Ακρόπολη.
Η Ακρόπολη!
Δύο χιλιάδες χρόνια μετά!
Αν ο Σκουρτανιώτης έμεινε στην ιστορία για το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου, αυτό οφείλεται στη δραματικότητα του συγκεκριμένου γεγονότος και εν μέρει τον αδικεί. Η άλλη τεράστια πράξη του, ήταν ότι αποτελεί τον έναν από τους τρεις πρώτους αρχηγούς, που επιτέθηκαν σε μια Αθήνα, σκλαβωμένη και ξεχασμένη για δύο χιλιάδες και πάνω χρόνια. Μια Αθήνα παρατημένη στο έλεος των τριών κατά σειρά κατακτητών της. Ρωμαίων, Βυζαντινών και Οθωμανών*. Μια Αθήνα που αριθμεί εκείνη την εποχή μόλις δεκαοχτώ χιλιάδες κατοίκους. Που αν ο πρώτος κατακτητής την θαύμασε, την λήστεψε και προσπάθησε να την μιμηθεί, που αν ο δεύτερος την φθόνησε και προσπάθησε να την εξαφανίσει, ο τελευταίος αδιαφόρησε εντελώς για την ιστορία της. Και πουλούσε μπιρ παρά στους Έλγιν τα ανεπανάληπτα γλυπτά της, αδυνατώντας καν να συλλάβει το μεγαλείο και την ουσία της.
Αυτοί η τριανδρία όμως, ανάμεσά τους και ο Θανάσης Γάτσης ή Σκουρτανιώτης απ’ τα Δερβενοχώρια Βοιωτίας, κατηφορίζουν με τα αποσπάσματά τους, έχοντας πλήρη επίγνωση του στόχου τους. Να απελευθερώσουν για πρώτη φορά την Αθήνα μετά από είκοσι περίπου αιώνες!
Και χρεώνονται ακόμα την αξιοζήλευτη πράξη, να σηκώσουν δίπλα στο ήδη αναρτημένο από την Αγία Λαύρα σύμβολο του χριστιανικού σταυρού, το άλλο μεγαλοπρεπές σύμβολό της ελληνικής επανάστασης.
Την Ακρόπολη.



*Ίσως θα έπρεπε να προσθέσουμε και Λατίνων ή Φράγκων από τις Σταυροφορίες

(συνεχίζεται)

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (4)

Τα Δερβενοχώρια λίγο πριν από την επανάσταση του 1821 αλλά και κατά την διάρκεια αυτής, ίσως ήταν από τα λίγα μέρη της Βοιωτίας που έσφυζαν από ζωή. Η διοικητική αυτονομία, το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης, η δύσκολη έως αδύνατη εκεί προσβασιμότητα των Τούρκων, η ύπαρξη του Θανάση Σκουρτανιώτη, ενός δίκαιου και συνετού άντρα που τους προστάτευε, ήταν τα αίτια που εδώ και κάμποσα χρόνια είχαν καταστήσει τα Δερβενοχώρια, πόλο έλξης πολλών επαναστατημένων και κυνηγημένων από το κάμπο της Βοιωτίας.
Η κύρια γλώσσα βέβαια των Δερβενοχωριτών, ήταν την εποχή εκείνη η αρβανίτικη, γιατί από το 1382 η περιοχή είχε εποικιστεί, όπως και άλλες περιοχές της Ελλάδας από αρβανίτες. Ο εποικισμός αυτός, ήταν αποτέλεσμα των δύσκολων συνθηκών ζωής και διαβίωσης των Ιλλυριών της Βόρειας Ηπείρου και μέρους της σημερινής Αλβανίας. Οι ντόπιοι άρχοντες είχαν καταδυναστεύσει τους απλούς ανθρώπους των περιοχών αυτών, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν νότια. Το σημαντικό για κείνους την εποχή της μετανάστευσης του 1382, ήταν η ανυπαρξία εθνικής ή ιστορικής συνείδησης. Εθνική και ιστορική συνείδηση που δεν άργησαν από την άλλη να αποκτήσουν σιγά σιγά στον Ελλαδικό χώρο, επειδή η τότε εξουσία τους καλοδέχτηκε ως αναζωογόνηση του αυτόχθονου αραιοκατοικημένου πληθυσμού και τους έδωσε ρόλο και τόπο να σταθούν. Στην πλειονότητά τους οι αρβανίτες και από την αρχή ακόμα της εποίκισής τους, δεν ήταν δούλοι ή μεροκαμιατιάρηδες σκλάβοι των αυτόχθονων, αλλά πολίτες ίσοι με αυτούς, αφού τους δόθηκαν περιοχές ολόκληρες να εποικίσουν. Η κύρια απασχόλησή τους ήταν η κτηνοτροφία. Ίσως ο μόνος τρόπος στην αρχή να επιβιώσουν, αλλά και να διατηρήσουν εκείνο που τους άρεσε πιο πολύ. Την ελευθερία τους. Σιγά σιγά βέβαια, απλώνοντας ρίζες στο τόπο που εποίκισαν, άρχισαν να ασχολούνται και με τη γεωργία και αργότερα έγιναν τεχνίτες ακόμη και έμποροι.
Οι αρβανίτες ενσωματώθηκαν σχεδόν αμέσως στον Ελλαδικό χώρο, παρά τα πρώτα αναπόφευκτα προβλήματα, αποδεικνύοντας προαιώνιες εκλεκτικές συγγένειες με το τόπο και τους ανθρώπους του. Διατήρησαν τα πολιτιστικά και πολιτισμικά τους στοιχεία, που η ουσία όμως αυτών των στοιχείων, δεν απείχε και πολύ από την ουσία των πολιτιστικών στοιχείων του αυτοχθόνου πληθυσμού.
Δε θα ήταν υπερβολή να υποθέσουμε, πως αυτά τα καταπιεσμένα στίφη που διψούσαν για πρόοδο και δικαιοσύνη, απέκτησαν σύντομα τη πρώτη τους, έστω λανθάνουσα στην αρχή εθνική συνείδηση, μαζί με τους άλλους για αιώνες καταπιεσμένους, από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία. Τους Έλληνες της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου, των νήσων κτλ. Έλληνες που έρχονταν κατ’ ευθείαν από την αίγλη της αρχαίας Ελλάδας και οι οποίοι είχαν καταληστευτεί πολιτιστικά από τους Ρωμαίους και έπειτα διωχθεί από το Βυζάντιο ως ειδωλολάτρες. Και δεν είναι βέβαια κρυφός, ο τρόπος εγκαθίδρυσης του χριστιανισμού σε αυτές της περιοχές. Καύση των αρχαίων ναών, απαγόρευση των αγώνων, υποχρεωτική αποστροφή από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τα θέατρα, με τη δαμόκλειο σπάθη της θανατικής καταδίκης στους μη συμμορφουμένους κτλ.
Πάντα όμως σε αυτές τις περιοχές υπήρχαν θύλακες αντίστασης ποικιλόμορφοι και ποικιλότροποι. Και αυτό το ήξερε η Κωνσταντινούπολη. Χαρακτηριστικό είναι, ότι μετάθεση Βυζαντινού αξιωματούχου στη Στερεά και τη Πελοπόννησο, θεωρούνταν δυσμενή μετάθεση, σημάδι ότι οι περιοχές αυτές, ήταν πάντα στο μάτι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως πρώην ειδωλολατρικές και πάντα επικίνδυνες.
Μοναδική περίπτωση επιστροφής στο αρχαιοελληνικό πνεύμα, υπό την ανοχή των αυτοκρατόρων Μανουήλ και Ιωάννη Παλαιολόγου, ήταν η περίπτωση του Πλήθωνος Γεμιστού, μόνο και μόνο γιατί ο συγκεκριμένος φιλόσοφος, που άφησε την Κωνσταντινούπολη και ήρθε στο Μυστρά, ήταν προσωπικός φίλος των δύο αυτοκρατόρων. Ο Πλήθων Γεμιστός ίδρυσε σχολή και μεταλαμπάδευσε στην Φλωρεντία κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, κάτι πολύ σημαντικό για την προετοιμασία εκεί της αναγέννησης και του Διαφωτισμού μετέπειτα, μεγάλα κινήματα που επηρέασαν με τη σειρά τους και προετοίμασαν ακόμα και την ελληνική επανάσταση. Υπό αυτή την έννοια το αρχαιοελληνικό ιδεώδες διασώζεται, αναγεννιέται στην Ευρώπη και επιστρέφει δριμύτερο να οπλίσει ιδεολογικά, να προετοιμάσει και να δώσει ταυτότητα στην ελληνική επανάσταση.
Η περίπτωση όμως του Πλήθωνος Γεμιστού, ήταν από τις ελάχιστες περιπτώσεις ανοχής της νεορωμαϊκής ή Βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Κατά κανόνα, το Βυζάντιο εδίωκε δια ροπάλου τον υποτιθέμενο ειδωλολατρικό πληθυσμό και τέτοιες τάσεις.
Με άλλα λόγια, αρβανίτες και παλαιοί Έλληνες, είχαν κοινά βιώματα καταπίεσης και διωγμών, διψούσαν για ελευθερία, δικαιοσύνη και πρόοδο και αυτά ακριβώς τα στοιχεία τους ένωσαν.

Με τη πτώση του Βυζαντίου, παλαιοί Έλληνες και Αρβανίτες είχαν πια κοινή μοίρα απέναντι στο κατακτητή και αυτό τους ένωσε ακόμη περισσότερο. Ο χριστιανισμός από το 1453 και μετά, στη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων της Οθωμανικής κυριαρχίας, είναι το εμφανές στοιχείο που μπορεί να διαχωρίζει τους παλαιούς Έλληνες και τους Αρβανίτες από τους Οθωμανούς και γι’ αυτό οι Αρβανίτες τον ασπάσθηκαν. Ο χριστιανισμός ήταν το αντίπαλο δέος απέναντι στον μουσουλμανισμό επειδή ήταν και οι δύο θρησκείες μονοθεϊστικές. Από την άλλη, ήταν από δύσκολη έως αδύνατη η αναβίωση της αρχαίας θρησκείας, διότι τα δύο τεράστια δέντρα, ο μουσουλμανισμός και ο χριστιανισμός, ήταν σε τέτοια ανάπτυξη που δεν θα άφηναν ποτέ να ανθίσει ξανά ένα τέτοιο δέντρο από κάτω τους. Επίσης δεν υπήρχαν καν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να συμβεί κάτι τέτοιο. Το δέντρο ήταν βγαλμένο από τη ρίζα του. Οι ναοί ήταν ερείπια ή θαμμένοι κάτω από χριστιανικούς ναούς, δεν υπήρχαν ιερείς ούτε η αναγκαία παιδεία για να στηρίξει μια τέτοια αναβίωση. Για κάθε φωτεινό πνεύμα λοιπόν αυτής της εποχής, ήταν αντιληπτό, πως οποιαδήποτε τάση σχετική με το αρχαίο παρελθόν, έπρεπε να περάσει μονάχα μέσα από τον χριστιανισμό και να μεταμφιεστεί τα στοιχεία του. Τη συγκεκριμένη στιγμή, ο μεγάλος εχθρός ήταν οι Οθωμανοί γι’ αυτό χριστιανισμός και αρχαιοελληνικό ιδεώδες, έπρεπε να συμμαχήσουν ή να μετατοπίσουν την επίλυση των διαφορών τους στο μέλλον. Η επίγνωση του ενός πόλου για την αναγκαιότητα του άλλου, είναι το πολύτιμο στοιχείο, που όχι μόνο έδρασε σα θρυαλλίδα για να ανάψει το όραμα της δημιουργίας ελληνικού κράτους, αλλά τελικά και η προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση αυτού του οράματος.
Γιατί όμως, ήταν απαραίτητη αυτή η συμμαχία; Γιατί, για να έχει πιθανότητες η προεργασία και η έκβαση αυτής της επανάστασης, έπρεπε να συμμαχήσει ο χριστιανισμός με το αρχαιοελληνικό ιδεώδες;
Μα ακριβώς γιατί ήταν οι κυρίαρχες τάσεις που διαφοροποιούνταν από την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Ο χριστιανισμός, σαν ήδη καθιερωμένη δύναμη, είχε σφραγίσει και διαφοροποιήσει από τον Μουσουλμανισμό και τους Τούρκους, το μεγάλο μέρος των κατοίκων του ελλαδικού χώρου. Προσέδιδε διαφορετική ταυτότητα σε αυτούς και τους ομογενοποιούσε. Ο χριστιανισμός επίσης, είχε στα σπλάχνα του κάτι που όσο κι αν ήταν λησμονημένο μες στους αιώνες, έπρεπε πάση θυσία να επιστρατευτεί ξανά, γιατί ήταν μια συνταγή πετυχημένη, αφού είχε κατορθώσει να εκπορθήσει εκ των έσω ακόμη και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Και αυτή η συνταγή δεν ήταν άλλη από την συνταγή της συνομωσίας. Ο χριστιανισμός λοιπόν, γνωρίζοντας καλά από αυτές τις τακτικές, θεωρούνταν απαραίτητος σε αυτόν τον αγώνα. Στον αγώνα που χρειαζόταν όσο τίποτε, τουλάχιστον στην αρχή, το συστατικό της συνομωσίας. Ένα ακόμα στοιχείο που έκανε τον χριστιανισμό ουσιαστικό σύμμαχο στον αγώνα της απελευθέρωσης, ήταν η ιδεολογική του συγγένεια με τους φτωχούς, τους σκλάβους και τους πληβείους. Παρατηρούμε δηλαδή, πως παρά την μεταφυσικότητά του, ο χρστιανισμός ήταν απαραίτητος καθαρά για λειτουργικούς λόγους στην ελληνική επανάσταση. Για λόγους ομογενοποίησης, πρόσδεσης ταυτότητας του πληθυσμού που έπρεπε να ξεσηκωθεί και σύσφιξη των σχέσεων αυτού του πληθυσμού μεταξύ του.
Από την άλλη, το αρχαιοελληνικό ιδεώδες ήταν το όραμα αυτού του πληθυσμού. Το όραμα της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του ορθολογισμού. Η αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μόνο η έμπνευση αλλά και ο στόχος. Ποτέ δε θα είχε πετύχει ο χριστιανισμός από μόνος του με την ελληνική επανάσταση, αν δεν υπήρχε το όραμα του αρχαιoελληνικού ιδεώδους. Αν το όραμα ήταν επιστροφή στο Βυζάντιο, η επανάσταση θα είχε αποτύχει παταγωδώς εν τη γενέσει της. Το όραμα λοιπόν ήταν η αναβίωση των επιτευγμάτων της αρχαίας Αθήνας. Ο χριστιανισμός απλά χρησιμοποιήθηκε, επειδή ήδη είχε εγκαθιδρυθεί και ομογενοποιήσει τους σκλάβους. Κανένας δε θα ξεσηκωνόταν για να βάλει αφέντες καλόγερους και παπάδες πάνω απ' το κεφάλι του. Κανένας δε θα ξεσηκωνόταν για να αναβιώσει το Βυζάντιο. Θα ξεσηκωνόταν όμως, αν κέρδιζε την ελευθερία της σκέψης και της βούλησης, αν κέρδιζε την Δημοκρατία. Τα κύρια στοιχεία που ανακάλυψαν και ύψωσαν σε ιδεώδες οι αρχαίοι Έλληνες.
Έτσι, παρά τους πρώτους δισταγμούς, αρκετά μοναστήρια και κει επειδή ακριβώς είχαν καταφύγει αρκετές πεφωτισμένες προσωπικότητες όχι κατ' ανάγκη για θρησκευτικούς λόγους, δεν ήταν μόνο φορείς του χριστιανισμού. Ήταν και κέντρα μελετών. Και μάλιστα αρχαιοελληνικών μελετών. Δεν ήταν λίγοι οι διψασμένοι για γνώση, που ντύνονταν το ράσο μόνο και μόνο για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή τη γνώση. Και εκεί ακριβώς, ανακάλυπταν το αρχαίο ελληνικό μεγαλοπρεπές παρελθόν. Δεν ήταν λίγοι από αυτούς τους μελετητές που ονειρεύτηκαν την αναβίωση αυτού του παρελθόντος και έτσι για πρώτη φορά, έχουμε το οξύμωρο φαινόμενο μέσα στα χριστιανικά μοναστήρια, τα άντρα του χριστιανισμού που λίγους αιώνες πριν κυνηγούσε λυσσαλέα τους ειδωλολάτρες και οτιδήποτε θύμιζε την αρχαία αίγλη, να σιγοψιθυρίζεται και το παρελθόν των αρχαίων Ελλήνων. Η συμμαχία που λέμε πιο πάνω, αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Έτσι, αν υποθέσουμε πως σταδιακά και αχνά δημιουργείτε το όραμα της ελευθερίας, αυτό έχει δύο άξονες. Από τη μια τον χριστιανισμό και από την άλλη την αναβίωση του αρχαιοελληνικού ιδεώδους. Για πρώτη φορά, τόσο αντίθετα μεταξύ τους στοιχεία, ενώνονται για να δημιουργήσουν το όραμα της ελευθερίας. Είναι σα ένα ξίφος που είχε δύο όψεις και κόψεις. Από τη μία ο χριστιανισμός, από την άλλη το αρχαιοελληνικό ιδεώδες, που φυσικά δεν αναδιοργανωνόταν μόνο στα μοναστήρια, αλλά πολύ περισσότερο στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη, που από την εποχή του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου ακόμα, ύστερα του Γκαίτε και μετέπειτα των Διαφωτιστών, υποκλινόταν ευλαβικά όχι πια στην Ιερουσαλήμ, αλλά στην αρχαία Αθήνα.

Οι τέσσερις αιώνες δουλείας από τους Οθωμανούς για να επανέλθουμε, η κοινή θρησκεία, η κοινή μοίρα, έκαναν αυτό το κράμα παλαιών Ελλήνων και Αρβανιτών ένα αδιάσπαστο στοιχείο, ένα καινούριο μέταλλο, πιο ισχυρό και πιο λαμπερό, ακριβώς όπως ο σίδηρος όταν αναμιγνύεται με τον κασσίτερο δίνει κάτι πιο σκληρό και ανθεκτικό. Τον χάλυβα.
Φτάνουμε έτσι στα 1821, όπου Αρβανίτες και παλαιοί Έλληνες, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι καινούριοι Έλληνες. Γιατί δε τους διαχωρίζει πια απολύτως τίποτα παρά μόνο η γλώσσα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πολλοί αρβανίτες δε μιλούν ελληνικά. Οι Αρβανίτες διατρανώνουν αγέρωχα την Ελληνική τους συνείδηση και ταυτότητα και ξεσηκώνονται μαζί με όλους τους Έλληνες. Ακριβώς γιατί νιώθουν Έλληνες. Έχουν αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια, ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, κάτω δηλαδή από τη καταπίεση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μπορούν να ανθίζουν, να προοδεύουν και φυσικά να αγαπάνε και να προστατεύουν το τόπο τους. Οι μισοί σχεδόν ήρωες της Ελληνικής επανάστασης είναι αρβανίτες με συνείδηση Ελληνική. Ο Σκουρτανιώτης και οι Δερβενοχωρίτες το ίδιο. Οποιαδήποτε αναφορά σε Αλβανικό παρελθόν τους εξοργίζει, ακριβώς γιατί η πρώτη τους εθνική συνείδηση είναι η ελληνική. Αν υπήρχε κάτι άλλο, τόσες γενιές θα το φρόντιζαν και θα το διατηρούσαν, όπως κάνουν κρυφά οι γενεές των ανθρώπων, όταν θέλουν να διαφυλάξουν κάτι ιερό και πολύτιμο. Τέτοια συνείδηση λοιπόν ποτέ δεν υπήρχε. Η πρώτη και μοναδική συνείδηση των Αρβανιτών ήταν και είναι η ελληνική. Αυτό είναι το πολύτιμο που απέκτησαν οι αρβανίτες τόσους αιώνες στον Ελλαδικό χώρο και αυτό το πολύτιμο, το προάσπισαν και το διαφύλαξαν με το αίμα τους.
Και αυτοί οι καινούριοι Έλληνες, είναι σε θέση πια, να πάρουν όλοι μαζί το ξίφος με τις δύο κόψεις, από τη μια τη χριστιανισμού και από την άλλη του αρχαιοελληνικού ιδεώδους και να το στρέψουν ενάντια στη κραταιά Οθωμανική αυτοκρατορία.

Θα ήταν παράλειψη όμως να μην αναφέρουμε και κάποιες εξαιρέσεις του αγώνα των αρβανιτών κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Μια τέτοια, ήταν και η περίπτωση των Χασιωτών αρβανιτών, που πρόδωσαν τον καπετάνιο Μελέτη Βασιλείου στους Τούρκους. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε όμως, τη χρονική περίοδο που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο γεγονός. Και αυτή η περίοδος, δεν είναι άλλη από την σκοτεινή περίοδο που ο Γκούρας ήταν φρούραρχος των Αθηνών και κυριολεκτικά είχε καταληστεύσει και τρομοκρατήσει τους κατοίκους των γύρω περιοχών με αποτέλεσμα αυτοί οι κάτοικοι και η τοπική δημογεροντία να έχουν κυριολεκτικά απαυδήσει με τα καμώματα των Ελλήνων που πρέσβευαν ένα καλύτερο αύριο. Η αρπακτική και ληστρική συμπεριφορά του Γκούρα και της παρέας του, πράγματι υποδαύλισε σημαντικά την επανάσταση, γιατί βλέποντας ο απλός κόσμος πως στην ουσία άλλαζε αφέντες στο σβέρκο του, έχασε ξαφνικά κάθε προθυμία για την συνέχιση του αγώνα και έγινε ευάλωτος στη πολιτική των Τούρκων, που θέλησαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο το γεγονός. Η δημογεροντία λοιπόν της Χασιάς, έλαβε την απόφαση, να συμμαχήσει με τους Τούρκους για να γλιτώσουν απ' τη παρέα του Γκούρα. Ίσως βέβαια ήταν και μια απόφαση να σώσουν αμάχους και γυναικόπαιδα από το λεπίδι των Τούρκων. Γιατί θα πρέπει να πούμε εδώ, πως ίσως σε μας σήμερα φαντάζουν όλα εύκολα και επίπεδα. Στη πραγματικότητα όμως, η ελληνική επανάσταση, δεν ήταν ούτε επίπεδη, ούτε ρηχή, ούτε εύκολη υπόθεση.
Τέτοια γεγονότα όμως, ακόμη κι αν είναι ως ένα σημείο δικαιολογημένα από τις μεγάλες αντιφάσεις αυτής της εποχής, δε παύουν να αποτελούν μελανές σελίδες στη ιστορία της ελληνικής επανάστασης. Γιατί στην ουσία δε τη πλήρωσε ο Γκούρας όπως θάπρεπε, αλλά ένας αγνός αγωνιστής με μεγάλη προσφορά όπως ο αρβανίτης Μελέτης Βασιλείου. Ευτυχώς δε, που τέτοια γεγονότα όπως της Χασιάς, ήταν απλά ελάχιστες σκοτεινές εξαιρέσεις, στη μεγάλη προσφορά του συνόλου των αρβανιτών στον αγώνα της εθνεγερσίας.


(συνεχιζεται)

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (3)

Τον αγαπούσε κι ας συνέχισε να τον πικραίνει. Γιατί δεν ήταν μόνο τα παραπάνω. Τελευταία ο Γιώργης είχε κατηγορηθεί μαζί με έναν παπά για ύποπτες συναλλαγές με τους Τούρκους. Για νταραβέρια μαζί τους και ίσως καπάκια.* Έκανε καναδυό μήνες φυλακή. Το γεγονός είχε πειράξει πολύ τον Θανάση. Άντεξε το ότι τον παράτησε, μα δεν άντεχε να λέρωνε και το όνομά του. Ένα όνομα που είχε χτίσει τόσο δύσκολα. Δεν ήξερε καν αν ήταν αλήθεια όλα αυτά ή ο μικρός είχε πέσει θύμα των καιρών. Δεν είχε ιδέα. Πάντως όταν τον επισκέφθηκε στη φυλακή εκείνος έσκιζε τα ρούχα του, πώς όλα ήταν συκοφαντίες. Και ήταν, γιατί βγήκε γρήγορα έξω. Οι κατηγορίες δε στηρίζονταν. Περισσότερο όμως επηρέασε την απελευθέρωσή του ο Γκούρας, παρά ο ίδιος. Κι αυτό τον πείραξε. Ότι δεν εισακουόταν πια όπως παλιά. Και πως ο Γιώργης με την ορμή και την επιπολαιότητά του, σκίαζε το δικό του όνομα. Προσπαθούσε να υποσκελίσει με τα καμώματά του τον ίδιο και την ιστορία του.

Ναι, ούτε τον αδερφό του δεν είχε πια μαζί του, πώς να τα έβαζε με το ετοιμοπόλεμο και έμπειρο στράτευμα του Ομέρ;
Ένιωθε περισσότερο αδύναμος από ποτέ. Αν μετρούσε τους έμπιστούς του πια, δε θάβρισκε πάνω από δέκα. Ο εμφύλιος, οι διχόνοιες κι αυτή η δίψα που είχε απλωθεί σαν αρρώστια παντού να πιάσουν όλοι πόστα, είχε αποδυναμώσει τους οπλαρχηγούς. Η κυβέρνηση στους ημέτερους έδινε μιστούς και πολεμοφόδια με το τσουβάλι,για να
διατηρούν και να αυξάνουν το στράτευμά τους, σε άλλους τάδινε με το στανιό και με χίλια παρακάλια, για ν’ αποδυναμωθούν. Και τελευταία, μάλλον δεν ανήκε στους ημέτερους, αν έκρινε από τα ελάχιστα που τούστελναν.
Μα τότε γιατί αυτή η εξωφρενική διαταγή της αντιστρατηγίας; Μήπως ήταν όλα ένα
οργανωμένο σχέδιο να τον εξοντώσουν; Μήπως…μήπως αυτός ο αδίσταχτος ο Γκούρας, τον είχε διαβάλει πείθοντας τη κυβέρνηση να τον βγάλει από τη μέση, για να βάλει στη θέση του τον Γιώργη, που τον είχε του χεριού του; Μήπως ο Γκούρας θέλει μ' αυτό το τρόπο να πάρει τον έλεγχο, ακόμα και των Δερβενοχωρίων;
Ο Θανάσης κοίταξε τριγύρω μη τον δει κανένα μάτι. Είχε βουρκώσει.
Όχι…όχι… Κι αν ακόμη είναι έτσι, ο Γιώργης δε θα έχει ιδέα. Κι αν είναι έτσι, απλά δε μπορεί να δει τα σχέδια του Γκούρα. Μπορεί να είναι φιλόδοξος ο Γιώργης και ορμητικός, αλλά δε θα έφτανε σε τέτοιο σημείο ποτέ.
Από την άλλη μπορεί να μην είναι τίποτα όλα αυτά. Μπορεί ο ίδιος να είναι καχύποπτος μόνο. Μπορεί τα πράματα να είναι όπως τα λέει το γράμμα. Η κυβέρνηση βλέποντας τριγύρω τη κατάντια, να έβαλε στην άκρη ημέτερους και μη και να σκέφθηκε μόνο το καλό της πατρίδας. Στη Βοιωτία έκανε ό, τι ήθελε ο Ομέρ, έπρεπε κάποιος να τον σταματήσει. Για να κλείσουν πάλι οι πόρτες για τη Πελοπόννησο. Να ξανανθίσει η επανάσταση.
Έπειτα, δεν είχε έρθει ποτέ σε σύγκρουση με τους κυβερνώντες. Δε τους είχε φιλήσει βέβαια και το κώλο, αλλά δε τάβαλε ποτέ ανοιχτά μαζί τους. Όποιος ήταν στη κυβέρνηση τον είχε αποδεχτεί. Αυτός ήταν στρατιωτικός, δεν έμπαινε στα παιχνίδια τους. Αν είχαν κάποιο λόγο να τον εξοντώσουν, αυτός ήταν μια αχνή φιλία με τον Ανδρούτσο. Μα με τον Ανδρούτσο ήταν φίλοι ένα σωρό οπλαρχηγοί. Και ποιος δεν ήταν; Ναι είχε εξοργιστεί όταν τον σκότωσαν, πρώτα γιατί ήταν παλικάρι και τον έτρεμαν οι Τούρκοι, και δεύτερο γιατί μ’ αυτό που τούκαναν, περιφρονούσαν και έβαζαν στην άκρη όλο το στρατιωτικό συνάφι, που έπαιζε τη ζωή του κορώνα γράμματα, για να δίνουν αυτοί διαταγές και να παριστάνουν τους σπουδαίους. Κι ο ίδιος ήξερε καλά πως ο θάνατος του Ανδρούτσου, ήταν ένα σαφές μήνυμα προς όλους τους οπλαρχηγούς.
«Καθίστε καλά γιατί θα πάθετε τα ίδια. Κουμάντο τώρα κάνουν οι πολιτικοί!»
Όλες αυτές τις σκέψεις του όμως, δε τις είχε ομολογήσει, παρά στους έμπιστούς του. Δεν υπήρχε περίπτωση να έχει μιλήσει κάποιος απ’ αυτούς, οπότε τζάμπα φοβόταν.
Το γράμμα της κυβέρνησης τότε, δε μπορεί παρά να είναι ειλικρινές. Η κυβέρνηση δε ζητούσε τίποτε άλλο αυτές τις δύσκολες ώρες, παρά έναν ηγέτη στη Βοιωτία που θα αναδιοργάνωνε τον αγώνα, θα ένωνε όλους τους οπλαρχηγούς από κάτω του για να αντιμετωπίσουν τον Ομέρ και να κλείσουν τους δρόμους για τη Πελοπόννησο όπως παλιά. Ο Διάκος έλειπε πια, ο Ανδρούτσος έλειπε, ο Γκούρας ήταν μισητός. Έπρεπε να αδράξει την μεγάλη ευκαιρία και να συνδέσει το όνομά του με την αναγέννηση της επανάστασης και γιατί όχι, την απελευθέρωση της πατρίδας. Μα για να γίνει αυτό, έπρεπε να πείσει πρώτα τους ίδιους τους Δερβενοχωρίτες που τους προστάτευε χρόνια, πως δεν ήταν προστάτης πια μόνο των Δερβενοχωρίων, αλλά όλης της Βοιωτίας. Και για το λόγο αυτό, έπρεπε να φύγει και να οργανώσει τον αγώνα δυτικά. Γιατί δεν ήταν μόνο το γράμμα. Τελευταία, όλο και πλήθαιναν οι παραινέσεις των κατοίκων των δυτικών χωριών, να πάει να τους βοηθήσει και να κάνει αισθητή τη παρουσία του εκεί που οι Τούρκοι είχαν ξεσαλώσει. Κι αν δε τόχε τολμήσει μέχρι σήμερα, ήταν γιατί δεν ήθελε να μπει χωρίς άνωθεν διαταγή στα χωράφια μικροοπλαρχηγών που δυστυχώς πολλοί απ’ αυτούς ήταν κοινοί κατσικοκλέφτες. Μα τώρα τα πράματα ήταν αλλιώς. Ακόμα και σ’ αυτούς έπρεπε να βάλει σειρά. Είχε διαταγή.
Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης σηκώθηκε απ’ το βράχο. Τα καστανά του μαλλιά που έπεφταν ίσια στους ώμους ανέμισαν στο ψυχρό αεράκι. Ήταν κι αυτός ωραίος άντρας. Φιλική φυσιογνωμία. Άνθρωπος, που από τη πρώτη στιγμή που τον αντίκριζες, δεν είχες τίποτα να φοβηθείς και τον εμπιστευόσουν με τη πρώτη. Δεν ήταν τυχαία η αγάπη που τούχε ο απλός κόσμος. Δεν έκρυβε μέσα του άλλα. Αστραφτερό γυαλί πέρα ως πέρα. Λίγο κάτω από ένα ογδόντα. Μελαψός και αδύνατος, χωρίς τίποτα περιττό πάνω του, μα συνάμα δυνατός και σβέλτος. Ένα ελάφι του βουνού. Ένα γνήσιο λουλούδι του τόπου.
Άκουσε ένα σφύριγμα και είδε από μακριά τον δεκαοχτάχρονο Νίκο Γκέλη που ερχόταν να συνεχίσει αυτός τη προφυλακή. Άρχισε να κατεβαίνει απ' τη φυλάχτρα. Σε λίγο θα νύχτωνε. Μόλις αντάμωσαν, ο καπετάνιος χάιδεψε πατρικά τα μαλλιά του μικρού Γκέλη και τον προέτρεψε να έχει τα μάτια του ανοιχτά και να προσέχει.
Μετά, πήρε ήρεμος κι αποφασισμένος το δρόμο για τα Σκούρτα που βυθίζονταν αργά αργά στο σκοτάδι.



(συνεχίζεται)

*Καπάκια: Προέρχεται από τη τούρκικη λέξη Kapak που σημαίνει συμφιλίωση. Θεωρούνταν οι μυστικές συμφωνίες –συνήθως των οπλαρχηγών της Στερεάς- με τους Οθωμανούς, που γίνονταν για διάφορους λόγους. Ήταν ουσιαστικά μια τακτική πρόσκαιρου προσκυνήματος και ανακωχής με τον εχθρό, για να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος , να σωθούν άμαχοι από σφαγές ή για να ανανεωθεί η άμυνα. Τα καπάκια είχαν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές προς όφελος της επανάστασης. Στα χέρια των πολιτικών όμως, έγιναν πολιτικό όπλο, γιατί μπορούσαν κατά το δοκούν, να κατηγορούν οπλαρχηγούς για προδοσία κτλ. Τα καπάκια ήταν προσφιλής και αποδεκτή τακτική πολλών οπλαρχηγών της Στερεάς, όπως του Ανδρούτσου, του Καραϊσκάκη και πολλών άλλων.

Δευτέρα, 09 Ιουνίου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (2)

(λογοτεχνική απόπειρα του ολοκαυτώματος)

Πήρε το δρόμο για το αγαπημένο του μέρος. Από μικρό παιδί σαν ήθελε να σκεφτεί και να ηρεμήσει, εκεί πήγαινε. Πάνω σε έναν βράχο παρατηρητήριο δυτικά του χωριού, στην κακοτράχαλη κορυφογραμμή που από κει, μπορούσε να αντικρύσει το κάμπο χαμηλά, βόρεια των Δερβενοχωρίων.
Δεν έκανε πάνω από ένα τέταρτο να φτάσει, έτσι γοργός που ήταν.
Άκουσε το συνθηματικό σφύριγμα του άντρα που είχε την ευθύνη να ελέγχει την δίοδο στα Δερβενοχώρια από τη Λιάτανη και το Κλειδί. Ανταπέδωσε το σφύριγμα και σε λίγο είδε το Ντούσια να εμφανίζεται χαμογελαστός πάνω σε έναν βράχο με το τεράστιο καριοφίλι του στο χέρι.
«Τσ’ μπν καπετάνιο; Τσι μπόρε γκα κουτού; » (Τι κάνεις καπετάνιο, τι έχασες από δω;) του είπε σε άψογα αρβανίτικα αστειευόμενος.
«Νι νούσε με στεφάν» (Μία νύφη με στεφάνι) ανταπέδωσε το αστείο εκείνος.
Ο Ντούσιας γέλασε και πήδησε απ’ το βράχο, ερχόμενος προς αυτόν. Μαζί με το καριοφίλι, κρατούσε κι ένα σκοτωμένο λαγό. Σε λίγο συναντήθηκαν.
«Πώς πάει;» ρώτησε ο Θανάσης.
«Ησυχία καπετάνιο, πουλιά πετούμενα μόνο»
«Και λαγοί πετούμενοι! Σούχω πει να μη ρίχνεις ντουφέκι Ντούσια όταν είσαι προφυλακή! Στόχω πει χίλιες φορές!» είπε ο Θανάσης αυστηρά.
«Τι νάκανα καπετάνιο, αφού μου πήδησε μπροστά. Θα γέλαγε με μένα!» είπε απολογητικά ο άλλος.
«Τράβα στο χωριό Ντούσια. Θα μείνω εγώ καναδυό ώρες. Τράβα και μη ξαναρίξεις σε λαγό, όταν φυλάς το χωριό. Προδίδεις τη θέση σου!»
«Καλά καπετάνιο» είπε εκείνος κάπως πειραγμένος και κίνησε να φύγει.
Μετά από λίγα μέτρα, σταμάτησε, πασπάτεψε ευχαριστημένος το λαγό και τον έκοψε στη πλάτη.
«Θα σου φυλάξω μια μερίδα καπετάνιο!» φώναξε και συνέχισε το δρόμο του σφυρίζοντας κεφάτος.


Ο Θανάσης κάθισε δίπλα στο βράχο κι ατένισε το κάμπο. Ένα κάμπο που τον γνώριζε καλά γιατί μέσα του, έπαιζε χρόνια κλεφτοπόλεμο με τους Τούρκους της Χαλκίδας και τους ληστές που λυμαίνονταν τη περιοχή. Τα χωριά κάτω, τα ήξερε με κλειστά μάτια και είχε φίλους παντού. Το Κουμπίτσα και Κοτζάνη που ήταν πιο κάτω προφυλακή από τη Λιάτανη. Το Μπουγέσα το Σταμάτη πάλι από τη Λιάτανη. Δεν ήταν πολεμιστής ο Μπουγέσας. Αλλά το σπίτι του ήταν πάντα φιλόξενο και εκείνος βοηθούσε με κάθε τρόπο στις εξορμήσεις τον ίδιο και τους άντρες του. Με αλεύρι, τυρί, ακόμα και σφαχτά. Κι άλλους. Το Γεωργίου και το Τόλια απ' το Σχηματάρι που τους είχε μαζί του ως πολεμιστές όταν κατέβαινε, το Κότα το Φράγκο από τα Χάλια, τον Αθανασίου από το Χλεμποτσάρι, το Μπλάνα το Κώτσο και το Μήτρο Μπελεγράτη από το Μπράτσι, το μπουλουξή* Αναστάση Νταούτη από τις Μουσταφάδες κι ένα σωρό άλλους. Λεβέντες όλοι τους κι αδέρφια στον αγώνα.
Ο τόπος του!
Που τον ονειρευόταν λεύτερο! Μη το πατάει Τούρκικο ποδάρι.

Ήταν συννεφιασμένο το απόγευμα. Ένα ψυχρό αεράκι ερχόταν απ’ το βοριά, υπενθυμίζοντάς του, πως σε λίγο θα έμπαινε άλλος ένας χειμώνας. Και πάντα ήταν δύσκολοι οι χειμώνες στο οροπέδιο των Δερβενοχωρίων. Με αφόρητο κρύο και πολύ χιόνι. Έβγαλε από το κόρφο του πάλι την επιστολή της κυβέρνησης. Τη ξαναδιάβασε. Ναι αισθανόταν μπερδεμένος. Από τη μια η αντιστρατηγία που τον έκανε αρχηγό των όπλων της Βοιωτίας. Από την άλλη η διαταγή. Ρητή. Να θέσει τέρμα στις επελάσεις του Ομέρ Πασά του Ευρίπου. Ήταν εξωφρενικό. Με τι στράτευμα; Και ποιον να νικήσει; Τον Ομέρ Πασά, που δεν είχε κατορθώσει να τον νικήσει κανένας; Ούτε καν αυτός ο Ανδρούτσος; Γιατί του έδιναν μια τέτοια διαταγή; Μήπως ήταν παγίδα; Μήπως τον είχαν προγράψει και τον είχαν συνδέσει με τον Ανδρούτσο; Από μια άποψη, αν ακολουθούσε πιστά τη διαταγή, ήταν αυτοκτονία. Δεν είχε καμία τύχη αν ερχόταν αντιμέτωπος ευθεία με τον Ομέρ. Και με τι στράτευμα αλήθεια; Με τους λιγοστούς Δερβενοχωρίτες που του έμεναν πιστοί; Ούτε καν κι αυτός ακόμη ο αδερφός του ο Γιώργης, δεν ήταν μαζί του.
Ο Γιώργης. Ο μικρότερος αδερφός του Θανάση. Άγγελος και διάβολος μαζί. Άλλοτε μαλακός σα μπαμπάκι, άλλοτε σκληρός σα γρανίτης. Ίσως να μην υπήρχε ομορφότερος άντρας στη Βοιωτία. Δυνατός, ψηλός, γεμάτος μυς και ένα πρόσωπο σαν αρχαίος Έλληνας. Είκοσι δύο χρονών, στο απόγειο της ομορφιάς και της δύναμής του. Ενθουσιώδης, με ξεσπάσματα χαράς και οργής, ένας χείμαρρος ζωής, μια δύναμη της φύσης. Άγριος κι ερωτικός. Συχνά αδίστακτος. Γεννημένος πολεμιστής.
Μα έκανε εδώ και καιρό του κεφαλιού του. Τον παράτησε και πήγε με το Γκούρα. Πρώτα κυνήγησε μαζί του τον Ανδρούτσο και τώρα ποιος ξέρει πού βρισκόταν. Ίσως στην Ακρόπολη, ούτε πούδινε πια λογαριασμό. Καπετανάτο δικό του ο μικρός. Το τελευταίο γράμμα είχε έρθει από τις Λιβανάτες, όπου τον πληροφορούσε ότι ήταν μαζί με το Γκούρα και κυνηγούσαν τον Ανδρούτσο. Είχε οργιστεί τότε. Δεν είχε καμιά δουλειά ο μικρός αδερφός του Θανάση Σκουρτανιώτη, να κυνηγάει τον Ανδρούτσο. Δεν είχε καμιά δουλειά να έκανε αυτός πολιτική με το όνομά του. Ακολούθησε καυγάς όταν βρέθηκαν τυχαία αργότερα στη Κάζα. Ο μικρός είχε σηκώσει μπαϊράκι. Του είχε πει κατάμουτρα ότι δε ξέρει να ελίσσεται. Ότι ο Ανδρούτσος εκτός από προδότης ήταν χαμένος μια για πάντα. Δε τον ήθελε η κυβέρνηση. Τον είχαν διαγράψει και το τέλος του ήταν κοντά.
«Το μέλλον είναι ο Γκούρας! Χέστον Ανδρούτσο!» του είχε πει αυθάδικα ο μικρός.
«Δε ξέρεις τίποτα για τον Ανδρούτσο» απάντησε ο Θανάσης κι έπνιξε την ορμή να του ριχτεί. Έσφιξε τα σαγόνια του κοιτάζοντας το χώμα.
«Έπρεπε νάμουν εγώ καπετάνιος στα Δερβενοχώρια!» συνέχισε εκείνος.
Τότε κατάλαβε, ότι ο μικρός τον ζήλευε.
Πικράθηκε. Δε τούφταναν οι Μορφόπουλοι κι όλοι οι άλλοι, είχε και τον ίδιο του τον αδερφό που τον ζήλευε και του πήγαινε κόντρα. Υποχώρησε. Δεν ήθελε νάρθει στα χέρια μαζί του. Μαλάκωσε. Ήταν περισσότερο πατέρας γι’ αυτόν παρά αδερφός.
«Δε ξέρεις τίποτα για τον Ανδρούτσο» του είπε πιο μαλακά « Ο Ανδρούτσος είναι παλικάρι. Όπως δε ξέρεις και τίποτα για το Γκούρα. Από πού φύτρωσε αυτός; Ο Αντρούτσος τον έβγαλε στο κουρμπέτι και τώρα τονε κυνηγάει;»
Αλλά ο μικρός είχε μεγάλο στόμα. Δε τόβαζε κάτω.
«Και τι σου έκανε εσένα ο Ανδρούτσος ε; Στις προτάσεις για προαγωγές σε είχε απόξω! Σα να μην υπήρχες. Μόνο για τις μάχες σε ήθελε και να του κουβαλάς νερό!»
Δε απάντησε ο Θανάσης. Η αλήθεια είναι ότι είχε πικραθεί κι ο ίδιος με τον Ανδρούτσο τότε. Είχε πέσει από τα σύννεφα όταν έμαθε ότι δε τον είχε συμπεριλάβει στις προαγωγές κι ας είχε δώσει τόσες μάχες μαζί του στην Εύβοια και στη Κάρυστο κι ας είχε δείξει την αξία του. Δε μίλησε όμως. Το είχε καταπιεί. Μα ο μικρός, έξυσε την αόρατη πληγή.
«Από δω και μπρος» συνέχισε απτόητος ο μικρός «κομμένα όλα! Δουλειά σου και δουλειά μου. Μη με υπολογίζεις!»
Τον είδε ν’ απομακρύνεται και κάτι κόπηκε μέσα του. Ο Γιώργης προσπαθούσε ν’ ανοίξει τα φτερά του μα τον πότιζε δηλητήριο. Τον ήθελε δίπλα του τον Γιώργη. Μόνο μαζί θα έκαναν πολλά και θα γίνονταν μεγάλοι. Γιατί τόλεγε η καρδιά του μικρού. Ήταν γενναίος. Γεννημένος πολεμιστής. Μα πάνω απ’ όλα ο μικρός του αδερφός. Τον αγαπούσε.



*μπουλουξής: Υπαξιωματικός. Ικανός σε άμεση διαταγή να συγκεντρώσει και να διευθύνει 10 με 15 άντρες.

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (1) </