ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ

...κρίνω περιττόν να αναφέρω τον ένθερμον ζήλον, και τας όσας κατά δύναμιν εκδουλεύσεις εδυνήθην να προσφέρω εις την πατρίδαν και εις όσον καιρόν εφύλαττον τον τόπον θηβών δεν απετόλμησε ο εχθρός να κάμη την παραμικράν καταδρομήν. σπεύδω λοιπόν να προσφέρω και αύθις εις την σεβαστήν διοίκησιν τον ίδιον ζήλον μου και επειδή ο εχθρός καθημερινώς λεηλατεί και αιχμαλωτεί τους αδελφούς μας και ο τόπος επαπειλείται από μέγαν κίνδυνον... να δυνηθώ να προφθάσω τους δυστυχείς αδελφούς μας από τον επαπειλούμενον κίνδυνον. μ' όλον ότι εισέτι δεν ημπορώ να ησυχάσω από τους δριμυτάτους πόνους της πληγής μου, δε βαστά η ψυχή μου να βλέπω τους αδελφούς μας να αιχμαλωτούνται αδίκως...


τη 20 μαϊου 1825
ναύπλιον
ο πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Το παζλ



Με αφορμή την επιστολή Σκουρτανιώτη στις 11 Απριλίου 1825 προς το βουλευτικό, σε συνδυασμό με τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που λάβαιναν χώρα τη συγκεκριμένη περίοδο στον Ελλαδικό χώρο, μπορούμε πιστεύω, να κάνουμε μια προσπάθεια για να ενώσουμε τα κομμάτια και να ρίξουμε λίγο φως στους τελευταίους μήνες της ζωής του Θανάση Σκουρτανιώτη. Μια περίοδος της ζωής του, που δυστυχώς εδώ και 183 χρόνια, παραμένει σκοτεινή κι ανεξερεύνητη.

Είναι ηλίου φαεινότερον, ότι ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, δέχθηκε τρομερές πιέσεις από τον Γκούρα και την κυβέρνηση στην αρχή της εκστρατείας εναντίον του Ανδρούτσου, ώστε να λάβει μέρος και ο ίδιος σε αυτήν. Εκείνο επίσης που είναι πολύ σημαντικό και αξίζει έρευνας, είναι ότι εκείνη ακριβώς την εποχή, ο Γιώργης βρίσκεται στη φυλακή της αστυνομίας και αντιμετωπίζει κατηγορίες προδότη.
Αρχεία Παλιγγενεσίας, τ. 7ος , σ. 175. «Ανεγνώσθη αναφορά του Παπά Θανάση και Γεωργίου Σκουρτανιώτου [στις 17 Μαρτίου 1825], ευρισκομένων εις την φυλακήν της Αστυνομίας επί λόγω ότι είναι προδόται. Εστάλη εις του Υπουργείον της Αστυνομίας με απόφασιν του Βουλευτικού και, αν τω όντι, ως λέγουσιν είναι αθώοι της συκοφαντίας να ελευθερωθώσι της φυλακής»
Για τα ''περί προδοσίας'' του Γιώργη θα τα ερευνήσουμε φυσικά, όσο και τους λόγους που ο Γιώργης κατηγορείται εκείνη ακριβώς την εποχή ως προδότης. Αυτό που έχουμε μόνο να πούμε τώρα, είναι ότι σε καμμία περίπτωση δε συνάδει αυτή η κατηγορία, ούτε με τη πρότερη, αλλά ούτε με την μετέπειτα αξιοθαύμαστη πορεία του μέχρι το τέλος της επανάστασης και τη μάχη της Πέτρας. Μάχης, που ο ρόλος του Γιώργη υπήρξε καθοριστικότατος για την νικηφόρα έκβασή της. Ο Υψηλάντης του είχε αναθέσει την αρχηγία του κεντρικού τμήματος πεντακοσίων ανδρών του ελληνικού στρατού που δέχθηκε τις κύριες επιθέσεις των Τούρκων. Ο Γιώργης και οι άντρες του, πολέμησαν όπως πάντα λυσαλέα και απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις, οδηγώντας ουσιαστικά σε νίκη των φίλιων δυνάμεων και εξαναγκάζοντας τους Τούρκους να συρθούν σε διαπραγματεύσεις για να περάσουν προς το Βορά και να μην επιστρέψουν ποτέ πια στη Νότια Ελλάδα. Η νίκη στη μάχη της Πέτρας, ήταν ουσιαστικά η επικύρωση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. To ότι ο Γιώργης μέχρι το 1837 ήταν ένας από τους τρεις υπασπιστές του Όθωνα, δείχνει πόσο είχε εκτιμηθεί η μεγάλη του προσφορά στον αγώνα. Το 1837 όμως, αρνήθηκε να εκτελέσει εντολή του Όθωνα να χτυπήσει τον Κριεζώτη που βρίσκονταν σε συνεννοήσεις με τον Μακρυγιάννη και με άλλους για το Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια του βασιλέα και αποσύρθηκε στα κτήματά του στον Ωρωπό, όπου και πέθανε το 1852 σε ηλικία 52 ετών.
Πόση βαρύτητα να δώσει κανείς όμως στα περί προδοσίας του Γιώργη, όταν το ίδιο το έγγραφο της κυβέρνησης, μιλάει για "συκοφαντία"; Η συκοφαντία λοιπόν εναντίον του Γιώργη, έχει δύο πιθανούς δημιουργούς. Ο ένας, κάποιος επίδοξος μνηστήρας της θέσης του Θανάση. Γιατί ουσιαστικά αυτόν σημαδεύει η λάσπη, αφού ο Γιώργης δεν έχει προφθάσει ακόμη να βγει απ' τη σκιά του.
Ο άλλος πιθανός δημιουργός, η ίδια η κυβέρνηση, για να χρησιμοποιήσει τα δύο αδέρφια κατά το δοκούν. Η συκοφαντία για προδοσία, ήταν μια προσφιλής μέθοδός της εκείνη την εποχή, για να ελέγχει τους οπλαρχηγούς και να πραγματοποιεί τα σχέδιά της.
Να που ο Θανάσης λοιπόν, βρίσκεται ξαφνικά εξ' αιτίας αυτού του γεγονότος, σε πολύ δύσκολη και μειονεκτική θέση, απέναντι στο βουλευτικό και τη κυβέρνηση.

Ας συνεχίσουμε όμως.
Σε επίσκεψή μου κάποτε στα Σκούρτα, έγινα αποδέκτης της προφορικής παράδοσης που λέει ότι ''πέρασε κάποτε από δω ο Γκούρας για να μαζέψει στρατό και του γύρισαν τη πλάτη''
Ασφαλώς γι' αυτή την περίοδο πρόκειται. Ο Γκούρας ξέρουμε σίγουρα ότι στις 14 Μάρτη 1825 βρίσκεται στη Λιβαδειά, συνεχίζοντας τη στρατολόγηση και εξαγοράζοντας συνειδήσεις, χρησιμοποιώντας τα χρήματα του δανείου μαζί με τον Κωλλέτη, όχι εναντίον των Τούρκων αλλά κατά του Ανδρούτσου. Ακόμα και τα αδέρφια του ίδιου του Ανδρούτσου επιχειρεί, να στρέψει εναντίον του. Ο Γκούρας όμως δε βρέθηκε ξαφνικά στη Λιβαδειά. Πριν από κει, έχει περάσει μέσω Χασιάς κι απ' τα Δερβενοχώρια. Ο σκοπός του είναι η στρατολόγηση όσων περισσότερων μπορεί, εναντίον του Ανδρούτσου. Εκείνος από την άλλη, του έχει λύσει τα χέρια -γιατί έστω κι αν εξαναγκάστηκε- το γεγονός είναι πως έχει συμπράξει με τους Τούρκους, μαζί με άλλους 800 υπό την οδηγία του. Το σύνθημα λοιπόν της κυβέρνησης και του Γκούρα σε αυτή την ιστορική πια εκστρατεία, είναι πως ο Ανδρούτσος πρόδωσε τον αγώνα και αυτομόλησε στους Τούρκους. Ο Ανδρούτσος είναι προδότης! Με αυτόν τον αέρα ο Γκούρας φτάνει στα Δερβενοχώρια, φέρνοντας στον Θανάση και μια συμφωνία προς διαπραγμάτευση. Την απελευθέρωση του Γιώργη, την απόσυρση των κατηγοριών περί προδοσίας εναντίον του, με αντάλλαγμα να τον ακολουθήσουν τα δύο αδέρφια με τα απόσπασματά τους, στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Πρόκειται φυσικά για καθαρό εκβιασμό.
Ο καπετάνιος των Δερβενοχωρίων, βρίσκεται ξαφνικά παγιδευμένος. Από τη μιά η συνείδησή του, από την άλλη η σκληρή πραγματικότητα. Από τη μια ξέρει καλά ποιος είναι ο Ανδρούτσος. Ακόμη κι αν δεν έχει τη καλύτερη γνώμη γι' αυτόν, έχει επίγνωση της αναγκαιότητάς του, αυτή τη τρομερά δύσκολη για την ελληνική επανάσταση εποχή. Από την άλλη, εξαρτάται άμεσα από τη κυβέρνηση για συνέχιση του εφοδιασμού των αντρών και του αποσπάσματός του. Γνωρίζει καλά επίσης, ότι μία άρνηση όχι μόνο του στερεί την τροφοδοσία, αλλά τον τοποθετεί αυτόματα στη μαύρη λίστα, γεγονός που μπορεί να αποβεί μοιραίο ακόμα και για την ίδια του τη ζωή. Ακόμη -και ίσως το σημαντικότερο συναισθηματικά για κείνον- ότι ο αδερφός του, βρίσκεται στα νύχια του Γκούρα και της κυβέρνησης.
Δύσκολη αλήθεια στιγμή. Το δίλλημα τεράστιο. Ο Γκούρας έχοντας στο χέρι τον αδερφό του, του ζητάει να τον ακολουθήσει. Χαμογελώντας τον εκβιάζει. Ο Θανάσης πρέπει να αποφασίσει.

Είναι άξιο θαυμασμού όμως, που κάτω από αυτές τις συνθήκες, αποφασίζει να αρνηθεί να λάβει μέρος στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Πράγματι. Αυτή τη δύσκολη στιγμή χρησιμοποιεί την διπλωματία. Προφασιζόμενος σοβαρό κίνδυνο επίθεσης των Τούρκων της Χαλκίδας στα Δερβενοχώρια εάν γίνει αντιληπτή η απουσία του, αρνείται να ακολουθήσει τον Γκούρα. Δέχεται όμως, να αποσυρθούν οι κατηγορίες εναντίον του Γιώργη, να απελευθερωθεί και να ακολουθήσει εκείνος το Γκούρα με ένα μικρό απόσπασμα. Ίσως να δίνει ακόμα και μια αόριστη υπόσχεση, πως αν σιγουρευθεί για μη επίθεση των Τούρκων στα Δερβενοχώρια, μπορεί να ακολουθήσει και ο ίδιος αργότερα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η επιστολή του στις 11 Απριλίου προς το βουλευτικό, αποκτάει ακόμη μεγαλύτερη σημασία και βαρύτητα.
Με λίγα λόγια, πιστεύω πως προσπάθησαν να εμπλέξουν τον Σκουρτανιώτη μέσω του αδερφού του για να τον έχουν του χεριού τους και να τον μετατρέψουν σε υποχείριό τους.
Δε ξέρουμε πώς πήραν ο Γκούρας και η κυβέρνηση την "ντρίμπλα" του Σκουρτανιώτη. Το γεγονός πάντως είναι, πως κάποια συμφωνία μεταξύ τους επιτεύχθει. Ο Γκούρας αποστέλλει στη κυβέρνηση μήνυμα, να απελευθερωθεί ο Γιώργης. Το παραπάνω έγγραφό της στις 17 Μαρτίου (αν τω όντι, ως λέγουσιν είναι αθώοι της συκοφαντίας να ελευθερωθώσι της φυλακής) δηλώνει ουσιαστικά την απελευθέρωσή του. Με την εντολή όμως, να ακολουθήσει αμέσως το Γκούρα. Η κυβέρνηση με το να αποσπάσει έστω και τον αδερφό του Θανάση εναντίον του Ανδρούτσου, ίσως μένει προσωρινά ικανοποιημένη.
Ο Γιώργης απελευθερώνεται πολύ σύντομα, ίσως περνάει από τα Σκούρτα να πάρει κάποιες εντολές από τον αδερφό του και ένα μικρό απόσπασμα και αναχωρεί εσπευσμένα να συναντήσει το Γκούρα.
Αυτός είναι ο λόγος λοιπόν, που ο Γιώργης βρίσκεται στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου μαζί με τον Γκούρα. Και δε πρέπει να μας ξενίζουν τέτοιες συμπεριφορές πια. Δε βρισκόμαστε στο ρομαντικό 1821 που όλοι οι Έλληνες είναι μονιασμένοι για τον ιερό σκοπό. Βρισκόμαστε πια στο 1825 και το ιδεότυπο είναι διαφορετικό. Εμφύλιος, εσωτερικές διαμάχες και έριδες για τις θέσεις και οφίτσια, διασπάθιση χρήματος και καταρακωμένο ηθικό αποτελούν τις αδρές πινελιές που μπορούν να ζωγραφίσουν τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ο Θανάσης είναι φυσικά παγιδευμένος. Για ένα διάστημα τηρεί στάση αναμονής και πληροφορείται από τον αδερφό του για ό,τι συμβαίνει στην εκστρατεία. Ο Γιώργης ακολουθεί τον Γκούρα υποχρεωτικά και από ανάγκη και σίγουρα δεν ανήκει στους έμπιστούς του. Αλλιώς θα ήξερε τις κρυφές προθέσεις εναντίον του Ανδρούτσου και δε θα έγραφε στο Θανάση το γράμμα "περί συνένωσης"
Δεν γνωρίζουμε επίσης, εάν έχουν προηγηθεί και άλλα γράμματα του Γιώργη προς το Θανάση ή αν ο Θανάσης είχε αλληλογραφία με τον ίδιο τον Ανδρούτσο, γιατί τα αρχεία που τυχόν κρατούσαν οι δυό τους, δε βρέθηκαν ποτέ.
(Αξίζει όμως να προσέξουμε ακόμη κάτι εδώ. Στη συστατική επιστολή του Υψηλάντη για τον Ανδρούτσο, που μεταφέρει ο Παγώνας και δημοσιεύσαμε στις υποσημειώσεις του προηγούμενου κεφαλαίου, ο Υψηλάντης λέει, ότι ο Ανδρούτσος με άλλους ένδεκα θα έρθουν στη Σαλαμίνα. Αυτά τη 1η Απριλίου βέβαια, πριν τραυματισθεί ακόμα ο Θανάσης. Ο οποίος μόλις τραυματίζεται στις 4 Απριλίου, δεν πηγαίνει για να γιατρευθεί οπουδήποτε αλλού, παρά στη Σαλαμίνα. Αυτό είναι απλή σύμπτωση ή υπάρχει κάποια συνεννόηση μεταξύ Παγώνα, Σκουρτανιώτη και Ανδρούτσου για συνάντηση στη Σαλαμίνα; Για να μη πω και το άλλο. Έχω έντονη την πεποίθηση και υποψία, πως ο τραυματισμός του Σκουρτανιώτη στις 4 Απριλίου, είναι αυτοτραυματισμός για να αποφύγει να τηρήσει τυχόν υπόσχεσήτου να ακολουθήσει τον Γκούρα ή για να κατασκευάσει την δικαιολογία να μεταβεί στη Σαλαμίνα, εάν υποτεθεί πως έχει τελικά εκεί συνάντηση με τον Ανδρούτσο μετά από ειδοποίηση του Παγώνα που εκείνες τις ημέρες βρίσκεται όντως στη "περιοχή Σκουρτανιώτη" Μέγαρα, Δερβενοχώρια, Κάζα κτλ. Ο Βασιλείου στο βιβλίο του ''Δέκα ανέκδοτες επιστολές του Ανδρούτσου στο Γ. Παγώνα λέει πως ο Σκουρτανιώτης ''έχει λάβει ειδοποίηση να κινήσει για να βοηθήσει τον αρχηγό'')
Ας επιστρέψουμε όμως.
Ο Θανάσης όλο αυτό το διάστημα που ο Γιώργης βρίσκεται μαζί με τον Γκούρα προς τις Λειβανάτες, συνεχίζει να παρενοχλεί τους Τούρκους της περιοχής του, αναμένοντας τις εξελίξεις από κει. Σε μια μικροσυμπλοκή στις 4 Απριλίου 1825 τραυματίζεται και πηγαίνει στη Σαλαμίνα για να γιατρευθεί. Εκεί λαμβάνει το γράμμα από τον Γιώργη, πως όλα βαίνουν καλώς. Ο Οδυσσέας παράτησε τους Τούρκους και ενώθηκε με τον Γκούρα. Από κοινού θα χτυπήσουν τους Τούρκους. Ο Γιώργης αντιλαμβάνεται από αυτά που βλέπει στην αρχή, πως δε γεννάται θέμα σύλληψής του Οδυσσέα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά Οδυσσέας και Γκούρας έχουν αποφασίσει να κινηθούν μαζί εναντίον των Τούρκων. Όντως αυτή η εντύπωση δινόταν τις πρώτες μέρες της ''συνάντησης'' του Οδυσσέα με τον Γκούρα. Ο τελευταίος υποδέχεται στη σκηνή του τον τέως αρχηγό του συγκινημένος τάχα και τον φιλάει σταυρωτά. Είναι το φιλί του Ιούδα μα ο Γιώργης δε το ξέρει. Στέλνει ανακουφισμένος την επιστολή της ''συνένωσης'' Οδυσσέα και Γκούρα στον Θανάση και εκείνος με τη σειρά του το ίδιο ανακουφισμένος τις επιστολές του σε βουλευτικό και εκτελεστικό αντίστοιχα. Είναι τόσο χαρούμενος γι' αυτή τη συνένωση, που στο τέλος της επιστολής προς το βουλευτικό, προσθέτει πως ''όταν γιατρευθώ, θα μεταβώ και γω στο στρατόπεδο''
Η επιστολή του κυοφορεί βέβαια και μια ανησυχία για το τι θα ακολουθήσει, έστω κι αν αυτή η ανησυχία είναι κεκαλυμμένη. Προσπαθεί να προλάβει τα χειρότερα -αυτά που τελικά έγιναν- μην επιμένοντας στην ''φιλία'' του Ανδρούτσου με τους Τούρκους, αλλά προτάσοντας έμμεσα την ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων, το καθήκον απέναντι στον αφανισμό του εχθρικού στρατοπέδου και την ανάγκη να προφθασθεί το ελληνικό στρατόπεδο από τροφές. Η επιστολή Σκουρτανιώτη τελικά, είναι μια παρότρυνση προς τις δύο υπέρτατες εξουσίες το βουλευτικό και το εκτελεστικό, να αφήσουν στην άκρη το μίσος τους για τον Ανδρούτσο και να ασχοληθούν με το πραγματικό κίνδυνο που είναι οι Τούρκοι.

Επικίνδυνη επιστολή όμως, παρά τη συντομία, τη λιτότητά και τους χαμηλούς τόνους της. Πολύ επικίνδυνη για έναν "αδιάφορο'' κατά Φανόπουλο, που ήδη έχει αρνηθεί στον Γκούρα και τη κυβέρνηση να λάβει μέρος ο ίδιος στην εκστρατεία εναντίον του Ανδρούτσου και αποφασίζει να πάει μόνο όταν εκείνος επιστρέφει και -κατά τα φαινόμενα- θα είναι πάλι αρχηγός.
Ο Σκουρτανιώτης με αυτή την επιστολή χαιρετίζει την ένωση των Οδυσσέα-Γκούρα. Έστω κι αν γράφει τόσο λιτά και ''φορώντας γάντια'' λέει αυτό που έχει να πει. Δεν επιμένει στο γεγονός της αυτομόλησης του Ανδρούτσου στους Τούρκους, αλλά χαίρεται με την μεγάλη επιστροφή.
Είναι δύσκολη εποχή. Οι περισσότεροι οπλαρχηγοί σκύβουν το κεφάλι μπροστά στο βουλευτικό και γνωρίζοντας τις προθέσεις του, κάνουν πέρα τον Ανδρούτσο. Κι ο Σκουρτανιώτης όμως γνωρίζει, όμως βάζει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του, χαιρετώντας ουσιαστικά την επιστροφή του, διατρανώνοντας την αναγκαιότητά του και θεωρώντας τον ακόμα στρατιωτικό αρχηγό των Ελλήνων.

Δυστυχώς όμως, άλλες ήταν οι βουλές του Κωλλέτη και του Γκούρα. Ο Ανδρούτσος μπορεί στην αρχή να τριγυρίζει ελεύθερος και να κάνει σχέδια επίθεσης εναντίον των Τούρκων, μα πολύ γρήγορα οι πραγματικές προθέσεις του βουλευτικού και όσων τον εξώθησαν στα άκρα και στην αυτομόληση, φανερώνονται. Δε περνούν πολλές μέρες και συλλαμβάνεται. Οδηγείται σιδηροδέσμιος στην Αθήνα όπου και δολοφονείται. Ο Σκουρτανιώτης, δεδομένης της αρχικής του άρνησης να λάβει μέρος στην εκστρατεία εναντίον του και δεδομένης ακόμα της επιστολής προς το βουλευτικό που καταδεικνύει τη θετική του στάση απέναντι στην επιστροφή του, είναι πια ανεπανόρθωτα εκτεθειμένος έναντι των δόλιων που κατέχουν εκείνη τη στιγμή την εξουσία.

Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στους Σκουρτανιώτες διαφαίνεται από τη πρώτη στιγμή αφότου ξέμπλεξαν με τον Ανδρούτσο. Τέσσερις μήνες αργότερα, ο Θανάσης προάγεται σε αντιστράτηγο και αρχηγό ανατολικής Στερεάς. Ακολουθώντας όμως το χρέος της καινούριας προαγωγής του, αποχωρεί απ' τα Δερβενοχώρια, παίρνει το δρόμο για το γολγοθά του Μαυροματίου, όπου και χάνει τη ζωή του μαζί με τους συντρόφους του.
Μετά τον θάνατό του, η κυβέρνηση δεν διορίζει αντικαταστάτη τον αδερφό του Γιώργη, τον άξιο κατά κοινή ομολογία πολεμιστή και ηγέτη, όπως πραγματικά ήταν και περίτρανα μέχρι το τέλος της επανάστασης απέδειξε, αλλά κάποιον Μασκλαβάνη, ατυχή επιλογή του στρατηγού Μορφόπουλου, ανθρώπου της κυβέρνησης.
Το ότι τελικά ο Γιώργης πήρε την οπλαρχηγία και ότι κατόρθωσε να αναδειχθεί σε έναν ηγέτη αντάξιο του αδερφού του και μάλιστα πέρα από την επικράτεια των Δερβενοχωρίων, σε όλη τη Στερεά -από την Αθήνα μέχρι τη Πέτρα- αλλά και την Εύβοια, το ότι του εμπιστεύθηκαν τις πιο καίριες πολεμικές θέσεις οι μεγαλύτεροι αστέρες της ελληνικής επανάστασης, όπως ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης και αυτός ακόμα ο Υψηλάντης, αυτό οφείλεται μόνο στην αδιαμφισβήτητη στρατιωτική του αξία και στα διαπιστευτήριά του στις μάχες όπου ετάχθη.

Παρ' όλα αυτά όμως, επειδή αποδείξεις δεν υπάρχουν, αφήνουμε πάντα μια πόρτα ανοιχτή, στο να μην υπάρχει τελικά καμιά συνομωσία της κυβέρνησης εις βάρος του Θανάση Σκουρτανιώτη, όσον αφορά τον διορισμό του σε αρχηγό των όπλων ανατολικής Στερεάς, που είναι ουσιαστικά το αίτιο που εκείνος άφησε τα Δερβενοχώρια και οδηγήθηκε στη καταστροφική μάχη του Μαυροματίου. Υπάρχει ενδεχόμενο, η κυβέρνηση να έχει εκτιμήσει πραγματικά τη προσφορά και τον χαρακτήρα του, γι' αυτό να τον προβίβασε σε στρατηγό. Αλλά κι αυτό όμως, δεν αποκλείει το γεγονός, να έπεσε θύμα αντιζηλίας άλλων οπλαρχηγών, ακόμα κι αν είναι εντελώς αθώα σε αυτή τη περίπτωση η κυβέρνηση.
Η έρευνά μας όμως συνεχίζεται. Ας ελπίσουμε να φτάσουμε κάποτε στην αλήθεια και σε πιο ασφαλή συμπεράσματα.




*Πριν από την εύρεση αυτής της επιστολής, δε μπορούσα να δικαιολογήσω την παρουσία του Γιώργη στο εκστρατευτικό σώμα του Γκούρα και υπέθεσα πως τα δύο αδέρφια βρίσκονται σε διένεξη. Γι' αυτό και στο λογοτεχνικό κείμενο ''Μυρίζουν ακόμη λιβανιά'' ανέπτυξα κάτω απ' αυτό το πρίσμα το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Και φυσικά πρέπει να επιστρέψω και να το αλλάξω. Αν τα αδέρφια βρίσκονταν σε διένεξη, δε θα κρατούσε ο Γιώργης ενήμερο τον Θανάση για το τι συμβαίνει εκεί. Ο Γιώργης βρίσκεται στις Λειβανάτες επειδή είναι παγιδευμένος. Ο Θανάσης, κάτω από καθεστώς τρομερής πίεσης, κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει ό,τι μπορεί μετά από την άρνησή του να λάβει ο ίδιος μέρος στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου. Είναι φανερό λοιπόν, πως τα δύο αδέρφια, είχαν πάντα τις καλύτερες σχέσεις, μέχρι το θάνατο του Θανάση και δεν είχαν φυσικά, καμία διένεξη μεταξύ τους.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Η επιστολή Σκουρτανιώτη στο βουλευτικό στις 11 Απριλίου 1825



Η επιστολή Σκουρτανιώτη προς το βουλευτικό στις 11 Απριλίου 1825 είναι πολύ σημαντική για κάθε ερευνητή, όχι μόνο για να ανακαλύψει τα αισθήματα και τη στάση του Σκουρτανιώτη προς τον Ανδρούτσο, αλλά και να δει μια άλλη εκδοχή της σύλληψης του πρωτοκαπετάνιου της Ρούμελης. Ιστορικά βρισκόμαστε στην κρίσιμη εκείνη στιγμή, που ο Ανδρούτσος πέφτει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στα χέρια του Γκούρα. Ακολουθεί η μεγάλη πτώση του, η κάθοδος στην Αθήνα και μέσα σε δύο μήνες περίπου η δολοφονία του. Τέσσερις μήνες μετά την δολοφονία Ανδρούτσου, πέφτει κι ο Σκουρτανιώτης νεκρός στο Μαυρομάτι, κάνοντας πολλούς να μιλούν, ανάμεσά τους και ο στρατηγός Μακρυγιάννης, για προδοσία και ξεκαθάρισμα από το στρατιωτικό σκηνικό των Ανδρουτσικών οπλαρχηγών.

Ας επιστρέψουμε όμως στις 11 Απριλίου που ο Σκουρτανιώτης λαβωμένος από μια συμπλοκή με τους Τούρκους, βρίσκεται στη Σαλαμίνα για να γιατρευτεί και από κει στέλνει δύο επιστολές. Τη μία την πρωτότυπη του αδερφού του από τις Λειβανάτες στο εκτελεστικό και την άλλη την δική του -που εξηγεί τι ακριβώς του γράφει ο αδερφός του προς το βουλευτικό. Η στιγμή για τον Ανδρούτσο είναι πολύ κρίσιμη και δύο άνθρωποι εξακριβωμένα, συνεχίζουν να τον υποστηρίζουν. Ο ένας είναι ο Υψηλάντης, που μέσω του καπετάνιου Παγώνα, έχει δώσει επιστολή ελεύθερης διόδου του Ανδρούτσου στην Σαλαμίνα ή όπου αλλού, επιστολή που δεν έφτασε τελικά ποτέ στα χέρια του Ανδρούτσου γιατί τον πρόλαβαν τα γεγονότα.** Ο άλλος είναι ο Σκουρτανιώτης στην επιστολή που σήμερα για πρώτη φορά δημοσιεύουμε ολόκληρη. Φωτογραφία της από το πρωτότυπο δημοσιεύσαμε ήδη στον κύκλο των φωτογραφιών για την Αγία Σωτήρα. Αναφορά γι' αυτήν έχει κάνει ο Φανόπουλος και έχει δημοσιεύσει ένα τμήμα της μόνο, προβαίνοντας και σε ανάλυσή της. Ανάλυση ομως, που γνωρίζοντας πια εμείς ολόκληρο το περιεχόμενό της επιστολής, δε μας βρίσκει σύμφωνους και την θεωρούμε επιδερμική.
ΓΑΚ,Κ,47,Β,φ.7,αρ.16



Προς το σεβαστόν βουλευτικόν*

Έν γράμμα του αυταδέλφου μου προς εμέ εκ του στρατοπέδου λυβανάτων, σημαδεμένο από τας 8 του παρόντος με γράφει ότι στας 7 του αυτού κατά την δεκάτην ώραν, ο Οδυσσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδυγίαν του στρατιώτας.
Παρεκίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά ζητούνη και να τους επαρατήσουν μονάχους. Έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών να τους κτυπήση και εις τούτου ελπίζωμεν τον τέλειον αφανισμόν του εχθρικού στρατοπέδου. Είθε όμως αύριο και εμαγεύουν την ψυχήν του Οδυσσέως φρονήματα πατριωτισμού και ιερού ζήλου.
Το πρωτότυπον γράμμα σήμερον το διεύθυνον προς το σεβαστόν εκτελεστικόν και εξ’ αυτού θέλει πληροφοριθή εντελώς το σεβαστόν βουλευτικόν.
Το στρατόπεδο στενοχωράται τροφών και ανάγκη να προφθασθή διά να μην ακολουθήσουν καταχρήσεις και αρπαγάς, τα οποία είναι επακόλουθα της πείνας.
Εγώ ελπίζω εντός ολύγου να γιατρευθώ από την πληγήν την οποία από τας 4 του ιδίου έλαβον και να αναχωρισω εις στρατόπεδον.
Ταύτα επί του παρόντος αναφέρω και με σέβας όψομαι δι υμάς.

Την 11 απριλίου 1825
Εν Σαλαμίνα
ο πατριώτης
αθανάσιος σκουρτανιώτης




Αυτά από τον Σκουρτανιώτη. Ας πάμε όμως στην εφημερίδα των Αθηνών, που στις 24.4.25, δημοσιεύει μια αναφορά του Γκούρα στη Διοίκηση:

«Διά της παρούσης μου αναγγέλω την 7 τρέχοντος, ήτις είναις η παράδοση του Οδυσσέως ομού με 800 άλλους υπό την οδηγίαν του εις τον Αρχηγόν των στρατευμάτων της Διοικήσεως»

Παρατηρούμε καμιά διαφορά στις δύο επιστολές που αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα; Φυσικά. Ο Σκουρτανιώτης χρησιμοποιεί το ρήμα ‘’συνενώθη’’ ενώ ο Γκούρας αναφέρεται σε παράδοση.

Ας έρθουμε τώρα στο Φανόπουλο ‘’θήβα και λειβαδία χωραϊτες και χωρικοί στο 21’’ και ας δούμε τι λέει γι’ αυτή την επιστολή στη σελίδα 304, 305 στις υποσημειώσεις και 306 στις υποσημειώσεις:
«Στις 4 Απριλίου 1825 σε μια συμπλοκή τραυματίζεται ο ήρωάς μας και καταφεύγει στη Σαλαμίνα για να γιατρευτεί. Εκεί παίρνει ένα γράμμα από τον αδελφό του (προφανώς τον Γιώργη) από τις Λειβανάτες, που του γράφει, ότι στις 7 Απριλίου, ώρα 10 «ο Οδυσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν Γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδηγίαν του στρατιώτας. Παρακίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά Ζητούνι και να τους επαρατήσουν μονάχους…»
Αντίγραφο του γράμματος του αδελφού του, ο Θανάσης το στέλνει στο Βουλευτικό, πιστεύοντας, στην αφέλειά του, πως επιτελούσε ένα ιερό χρέος. Φυσικά ο αγαθός πολέμαρχος της Βοιωτίας εκτελούσε ένα ιερό χρέος. Το βουλευτιό όμως και η άθλια Κυβέρνηση, αφού άναψε τον εμφύλιο πόλεμο και ρήμαξε το Μωριά, εκτελούσε τους αγωνιστές και μεταξύ αυτών τον πρώτο των πρώτων, τον Οδυσσέα Αντρούτσο.


Και παρακάτω στις υποσημειώσεις των σελ. 305 και 306 συνεχίζει ο Φανόπουλος:

«Είμαστε υποχρεωμένοι, για την αποκατάσταση της αλήθειας, να σταθούμε λίγο γύρω από το τι έκαναν οι Θανάσης και Γιώργης Σκουρτανιώτης για να βοηθήσουν τον Οδυσσέα στις Λιβανάτες. Από το γράμμα που έστειλε ο Γιώργης από τις Λιβανάτες στον Θανάση, του οποίου φωτοτυπία έχω στα χέρια μου, φαίνεται ότι ο μεν Θανάσης βρισκόταν στη Σαλαμίνα νοσηλευόμενος, ο δε Γιώργης ήταν κοντά στο Γκούρα, που ήταν αρχηγός στην εκστρατεία κατά του Οδυσσέα. Και, αν παραδεχτούμε ότι δεν πήρε ενεργό μέρος κατά του Οδυσσέα, τότε (τι ήθελε στις Λιβανάτες; Και πού τα ήξερε με το νι και με το σίγμα, τα πράγματα πώς έγιναν;) έδειξε το λιγότερο, αδιαφορία.
Αυτά, στις κάπως αβασάνιστες κρίσεις του Αντώνη Α. Βασιλείου στο βιβλίο του «Δέκα Ανέκδοτες Επιστολές του Οδυσσέα Αντρούτσου προς το Γιωργάκη Παγώνα»


Αυτά κι απ’ το Φανόπουλο, μόνο που θάλεγα, πως αβασάνιστες κρίσεις είναι οι δικές του σε τούτο το ζήτημα. Πέρα ότι ο Φανόπουλος «κρύβει» την υπόλοιπη επιστολή, κυριολεκτικά προβαίνει σε εντελώς αβασάνιστα, επιφανειακά και αυθαίρετα συμπεράσματα.
Και για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, προσωπικά δεν θεωρώ άγιο τον Ανδρούτσο, οπότε δε με ενδιαφέρει αν ο Σκουρτανιώτης ήταν Ανδρουτσικός ή όχι. Με ενδιαφέρει μονάχα στο βαθμό, που ο θάνατός του, είχε κάποια σχέση με τυχόν φιλία μαζί του.
Αλλά τι ακριβώς κάνει εδώ αβασάνιστα ο Φανόπουλος;
Πρώτον κατηγορεί έμμεσα τους αδερφούς Θανάση και Γιώργο. Τον μεν Γιώργη ότι έλαβε μέρος μαζί με τον Γκούρα στην εκστρατεία κατά του Ανδρούτσου, τον μεν Θανάση για αδιαφορία, αγαθότητα και αφέλεια. «Τι έκαναν οι Σκουρτανιώτες για να βοηθήσουν τον Οδυσσέα;» λέει ο Φανόπουλος.
Καμιά φορά οι «άκαπνοι» εμείς γραφιάδες δε φειδόμαστε κατηγοριών για ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους για να μιλάμε σήμερα λεύτερα.
Ας έρθουμε όμως στην επιστολή Σκουρτανιώτη, που δε λέει τίποτα διαφορετικό από αυτά που λέει και ο Γιώργης, αφού τη πρωτότυπη επιστολή του Γιώργη την προωθεί αυτούσια στο εκτελεστικό.
Τι λένε λοιπόν ο Γιώργης και Θανάσης στις επιστολές τους;
Ας πάρουμε ένα ένα τα κομμάτια.
«Έν γράμμα του αυταδέλφου μου προς εμέ εκ του στρατοπέδου λυβανάτων, σημαδεμένο από τας 8 του παρόντος με γράφει ότι στας 7 του αυτού κατά την δεκάτην ώραν, ο Οδυσσεύς παρατήσας τους Τούρκους συνενώθη με τον στρατηγόν γκούραν ομού με όλους τους υπό την οδυγίαν του στρατιώτας.»
Χρησιμοποιούν το ρήμα « συνενώθη»!
Εγώ βλέπω τα δύο αδέρφια να αισθάνονται ανακούφιση που ο Ανδρούτσος παράτησε τους Τούρκους και ενώθηκε με τις ελληνικές δυνάμεις. Δεν μιλούν για «παράδοση» όπως αναφέρει στην αντίστοιχη επιστολή του ο Γκούρας.
Αυτό σημαίνει, πως μάλλον ο Γιώργης, δε γνωρίζει με το «νι και με το σίγμα» όπως ισχυρίζεται ο κ. Φανόπουλος τα πράγματα. Δεν είναι τόσο κοντά στον Γκούρα ώστε εκείνος να του εμπιστευτεί τον απώτερο στόχο του που είναι η σύλληψη του Ανδρούτσου. Ο Γιώργης και πολλοί άλλοι Έλληνες συμπολεμιστές του εκστρατευτικού σώματος του Γκούρα, βρίσκονται εκεί για να πολεμήσουν τους Τούρκους και όχι κατ' ανάγκη να αιχμαλωτίσουν τον Ανδρούτσο. Η αιχμαλωσία μάλλον είναι στόχος του Γκούρα και των ελαχίστων εμπίστων του μόνο. Έπειτα, πώς είναι δυνατόν ο Ανδρούτσος να «παραδοθεί» στον Γκούρα έχοντας υπό την οδηγία του 800 στρατιώτες; Είναι από αυτούς ο Ανδρούτσος; Δε παραδίδεται λοιπόν στην αρχή. Ίσως κι ο Γκούρας να ισχυρίζεται στις συνενοήσεις που προηγήθηκαν την "¨συνένωσης" ή "παράδοσης" ότι πρέπει να ενωθούν απέναντι στους Τούρκους. Ένα κόλπο για να καταφέρει να τον αιχμαλωτίσει στο τέλος.
Είναι όμως δυνατόν οι Σκουρτανιώτες να περνάνε στα ψιλά την «φιλία» του Ανδρούτσου με τους Τούρκους;
Κι όμως είναι, γιατί γνωρίζουν όσα έχει περάσει ο Ανδρούτσος για φτάσει στο σημείο εικονικά άλλωστε όπως το συνήθιζε να αυτομολήσει.
Ας συνεχίσουμε όμως να διαβάζουμε την επιστολή.
«Παρεκίνησεν εισέτι τους μετά των Τούρκων αλβανίτας να αναχωρήσουν διά ζητούνη και να τους επαρατήσουν μονάχους. Έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών να τους κτυπήση και εις τούτου ελπίζωμεν τον τέλειον αφανισμόν του εχθρικού στρατοπέδου.»
Ό Θανάσης εδώ, βιάζεται να εξηγήσει, πως ο Ανδρούτσος εργάζεται πια κατά των Τούρκων. Δεν επιμένει καθόλου στην υποτιθέμενη προδοσία. Για τα δύο αδέρφια είναι φανερό πώς ο εχθρός είναι οι Τούρκοι και όχι οι συνέλληνες.
Υποστηρίζουν ευθέως τον Ανδρούτσο. Τον δικαιολογούν και προσπαθούν να στρέψουν τη προσοχή της κυβέρνησης στα σχέδια του Ανδρούτσου από δω και μπρος, που είναι εναντίον των Τούρκων. Πού είναι η αδιαφορία τους λοιπόν, από τη στιγμή που με υπογραφές στέλνουν επιστολές στο βουλευτικό και το εκτελεστικό προσπαθώντας να δικαιολογήσουν ακόμη και τη τελευταία στιγμή τον Ανδρούτσο και να φωνάξουν προς όλες τις μεριές πως ο Ανδρούτσος είναι μαζί μας και θέλει να κτυπήσει τους Τούρκους;
Η μη επιμονή του Σκουρτανιώτη λοιπόν στη «φιλία» του Ανδρούτσου με τους Τούρκους, είναι μια λανθάνουσα προτροπή προς το εκτελεστικό και βουλευτικό.
Ο Ανδρούτσος είναι αναγκαίος, λέει, ας ξεχάσουμε τα μίση μεταξύ μας. Αν κάπου φταίει ο Οδυσσέας, άλλο τόσο φταίτε και σεις. Ο εχθρός είναι οι Τούρκοι και μόνο. Γι’ αυτό μιλούν για τα άμεσα σχέδια του. Ο στόχος είναι ο «αφανισμός του εχθρικού στρατοπέδου, αφήστε τον Ανδρούτσο ήσυχο» Αυτό λένε ουσιαστικά στο βουλευτικό και εκτελεστικό οι Σκουρτανιώτες. Πού είναι η αδιαφορία τους λοιπόν, όταν υψώνουν τη φωνή καιτο ανάστημά τους υπέρ του Ανδρούτσου; Ξέρει κανείς πολλούς αυτή την εποχή, που όλοι έχουν γυρίσει τις πλάτες στον Ανδρούτσο, να υψώνουν τη φωνή τους στο βουλευτικό και το εκτελεστικό και να βάζουν φαρδιές πλατιές τις υπογραφές τους υπέρ του;
Αλλά το ποιο συγκλονιστικό είναι άλλο. Και βρίσκεται στη φράση «έχειν σκοπόν αιφνιδίως μετά του στρατηγού γκούρα και των λοιπών αρχηγών»
Έχειν! Ο Ανδρούτσος! Μετά ο Γκούρας και μετά οι λοιποί αρχηγοί!
Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης με αυτή τη φράση, αναγνωρίζει ακόμα τον Ανδρούτσο για αρχηγό και το φωνάζει στο Βουλευτικό!
Αλλά καθόλου αφελής ή αγαθός όπως νομίζει ο Φανόπουλος, προσθέτει και την παρακάτω φράση ''αυτοπροστασίας'' για να φυλάξει τα νώτα του. Γνωρίζει, ότι είναι ήδη αρκετά εκτεθειμένος.
«Είθε όμως αύριο και εμαγεύουν την ψυχήν του Οδυσσέως φρονήματα πατριωτισμού και ιερού ζήλου.»
Ο Σκουρτανιώτης γνωρίζει τον άστατο χαρακτήρα του Ανδρούτσου και προσθέτει και αυτή τη φράση στο τέλος, για να μη βρεθεί προ εκπλήξεως. Εάν τα πράγματα πάνε στραβά, να οχυρωθεί πίσω της. Αυτή η φράση, είναι το τελευταίο οχυρό, εάν ο Ανδρούτσος τελικά χάσει τα πάντα. Σημασία έχει ότι βροντοφωνάζει ουσιαστικά στο βουλευτικό ότι ο Ανδρούτσος είναι ακόμα αρχηγός. Πως η επανάσταση παρ΄ολες τις ιδιοτροπίες και τα κακά του, τον χρειάζεται. Δε κάνει τίποτε άλλο ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, παρά να διατρανώνει την αναγκαιότητα του Ανδρούτσου σε αυτή τη κρίσιμη καμπή της ελληνικής επανάστασης.
Και συνεχίζει:
«Το πρωτότυπον γράμμα σήμερον το διεύθυνον προς το σεβαστόν εκτελεστικόν και εξ’ αυτού θέλει πληροφοριθή εντελώς το σεβαστόν βουλευτικόν.»
Εδώ ο Θανάσης ευελπιστεί σε τυχόν διαφωνίες και διαφορές πάνω στο ζήτημα του Ανδρούτσου μεταξύ βουλευτικού και εκτελεστικού. Πληροφορεί το πρώτο πως έχει και το δεύτερο γνώση ότι ο Ανδρούτσος ενώθηκε με την θέλησή του με τον Γκούρα και σκοπός του είναι να κτυπήσει τους Τούρκους. Ουσιαστικά λέει: Μην πειράξετε τον Ανδρούτσο γιατί γνωρίζει και το εκτελεστικό πως ενώθηκε και δεν παραδόθηκε. Μπαίνει ξανά στην υπηρεσία του αγώνα και αυτό πρέπει να το δείτε θετικά.
Γι’ αυτό είναι επικίνδυνο το γράμμα του Σκουρτανιώτη ακόμα και για τον ίδιο. Γιατί ουσιαστικά στρέφεται κατά των κρυφών προθέσεων του βουλευτικού να αφανίσουν τον Ανδρούτσο.
Γιατί πέρα από τα παραπάνω, στο τέλος της επιστολής, αυτός ο «αφελής, αγαθός και αδιάφορος» κατά Φανόπουλο στο συγκεκριμένο πάντα ζήτημα, κάνει ακόμη κάτι πιο επικίνδυνο.
Υποδεικνύει στο βουλευτικό τη δουλειά του.
«Το στρατόπεδο στενοχωράται τροφών και ανάγκη να προφθασθή διά να μην ακολουθήσουν καταχρήσεις και αρπαγάς, τα οποία είναι επακόλουθα της πείνας.»
Δουλειά σας, λέει στο Βουλευτικό, δεν είναι να βάζετε τους αρχηγούς να μαλώνουν μεταξύ τους, αλλά να μεριμνήσετε για τροφές. Αλλιώς θα είστε υπαίτιοι της αναρχίας, των καταχρήσεων και των αρπαγών. Επίσης κάτι πολύ σημαντικό. Με την "συνένωση" του Ανδρούτσου και τους άλλους 800 στρατιώτες υπό την οδηγία του, το ελληνικό στρατόπεδο αυξήθηκε ξαφνικά. Ο Σκουρτανιώτης επιμένει να τροφοδοτηθεί ο Ανδρούτσος και οι οχτακόσιοι. Όχι μόνο να μην κυνηγηθεί, αλλά να τροφοδοτηθεί! Κατά τα άλλα, σύμφωνα με το κ. Φανόπουλο, ο Θανάσης είναι αδιάφορος. Γι' αυτό πιστεύουμε πως η ανάλυσή του σε αυτό το ζήτημα και παρά το σεβασμό μας στη δουλειά του, είναι επιδερμική.
Και συνεχίζει:
"Εγώ ελπίζω εντός ολύγου να γιατρευθώ από την πληγήν την οποία από τας 4 του ιδίου έλαβον και να αναχωρισω εις στρατόπεδον.
Ταύτα επί του παρόντος αναφέρω και με σέβας όψομαι δι υμάς."

Εννοεί το στρατόπεδο των Λειβανατών. Από αυτή τη φράση διαφαίνεται ότι μάλλον έχει δώσει υπόσχεση στον Γκούρα -αφόρητα πιεσμένος όπως θα δούμε παρακάτω- πως σύντομα θα τον ακολουθήσει εναντίον του Ανδρούτσου. Ο ελαφρύς τραυματισμός του (υπάρχει περίπτωση να είναι και αυτοτραυματισμός για να αποφύγει να τηρήσει την υπόσχεσή του στον Γκούρα να τον ακολουθήσει) τον βγάζει προς στιγμήν από μια πολύ δύσκολη θέση. Όταν λαμβάνει όμως το γράμμα του Γιώργη περί συνένωσης και επιστροφής του Οδυσσέα στο ελληνικό στρατόπεδο, βιάζεται να δηλώσει, πως όταν γιατρευθεί (εντός ολύγου) θα μεταβεί στο στρατόπεδο (με αρχηγό τον Οδυσσέα για να κτυπήσουν όλοι μαζί τους Τούρκους)

Αφού γνωρίζουμε πια ολόκληρη την επιστολή, ας προσπαθήσουμε να φωτίσουμε περισσότερο αυτή τη καθοριστική για τις εξελίξεις που ακολούθησαν περίοδο, στο κεφάλαιο "παζλ" που ακολουθεί.






*Έχουμε διατηρήσει την ορθογραφία του Σκουρτανιώτη

**Πρόκειται για την εξής επιστολή δημοσιευμένη στο βιβλίο του Αντώνη Βασιλείου "ΔΕΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΔ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΠΑΓΩΝΑ" σελ. 51:

ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΑΡΧΟΥ ΔΗΜ. ΥΨΗΛΑΝΤΟΥ

Ο Ανδρίτζος ..... απέρχεται ενταύθα μεθ' άλλων ένδεκα εις Σαλαμίνα να λάβωσι τα όπλα και οίκοθεν να μεταβούν στη Σαλαμίνα.
Παρακαλούνται διά τούτο οι καθ' οδόν ν' αφήσουν αυτών ελευθέραν την δίοδον
Τη 1 Απριλίου 1825
Εκ Μεγάρων
ο κατά την Α. Ελλάδα
Στρατάρχης
Δ. Υψηλάντης


Αφού δημοσιεύει την επιστολή ο Βασιλείου, λέει στη σελ. 53 γι' αυτήν:

"...τούτη δεν είναι, παρά μια προσπάθεια του Υψηλάντη να σώση τον φίλο του στρατηγό, έστω και τη τελευταία στιγμή και μια δικαιολογία περί του πώς βρέθηκε στα χέρια του Γιωργάκη Παγώνα.
............
Φίλος αδελφοποιτός του Ανδρούτσου ο Παγώνας, ήταν αδύνατο να σταθή αδιάφορος στο μεγάλο κατατρεγμό.....Πλησιάζει ως φαίνεται τον Υψηλάντη.....του αποσπά την ελευθέραν δίοδον με ημερομηνία 1 Απριλίου 1825 και σπεύδει να τον συναντήση (τον Ανδρούτσο)
Αν υπολογίσουμε με ομαλές συνθήκες, μια πορεία από τα Μέγαρα στις Λιβανάτες, ήθελεν τουλάχιστον 4 ημέρες, αλλά με Τούρκους ενδιάμεσα...συνετέλεσαν ώστε ο Παγώνας να φθάση αργά. Ο Σταυραητός ήταν καλά κλεισμένος στα δίχτια πλέον των εχθρών του...."

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (γ)


ΦΩΤ.21
Η σιδερένια πόρτα
Κλείσαμε πίσω μας τη βαριά σιδερένια πόρτα του προαυλείου της Αγ. Σωτήρας Μαυροματίου. Κάπου εδώ κλείνει και ο κύκλος των φωτογραφιών που παραθέσαμε. Φωτογραφίες που εδώ και πολύ καιρό νιώθαμε ότι τις χρωστούσαμε και θεωρούσαμε απαραίτητο να δημοσιεύσουμε. Ελπίζουμε να βοηθήσαμε όσους δεν έχουν επισκεφθεί την Αγία Σωτήρα, να πάρουν μια ιδέα για τον τόπο που έλαβε χώρα το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.20
Μαθαίνοντας στον γιο μου τους προγόνους του
Το μνημείο που έχει ανεγερθεί υπό Μαυροματαίων στον προαύλειο χώρο της Αγ. Σωτήρας.
Πάνω του αναγράφονται τα εξής:

ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΤΟΥΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΓΙΑΣ
ΣΩΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΟΥ
ΣΤΙΣ 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1825
ΕΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑΣΘΗΚΑΝΕ
ΜΕ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ
Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΝΙΩΤΗΣ
ΚΑΙ ΤΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ ΤΟΥ
ΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΗ ΠΙΣΤΙΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ
Φωτ. Ιούλιος 2008







ΦΩΤ.19
Η σημείωση του βουλευτικού έξω από την επιστολή Σκουρτανιώτη τον Απρίλιο του 1825
Γράφει:
''αναφορά του Αθανασίου Σκουρτανιώτου διά της οποίας λέγει, ότι ο Οδυσεύς ανδρούτσος παρατήσας τους Τούρκους, ηνώθη με τον στ. Γκούραν
ανεγνώσθη την 13η πριλίου 1825''

Πολύ σημαντική η απόδειξη ότι το Βουλευτικό γνωρίζει ότι ο Ανδρούτσος ενώθηκε με τη θέλησή του με το Γκούρα και παράτησε τους Τούρκους. Αυτό το κρατάμε. Τα υπόλοιπα, όταν δημοσιεύσουμε την επιστολή Σκουρτανιώτη. Το μόνο που θα αναφέρουμε, είναι ότι ο Σκουρτανιώτης σε αυτή την ιστορική επιστολή τον Απρίλιο του 1825, προσπαθεί να πείσει το βουλευτικό για τα αγνά αισθήματα του Ανδρούτσου και να τον σώσει, όταν ο Ανδρούτσος είναι ήδη προγραμμένος. Μήπως όμως αυτή η επιστολή, είναι και η ταφόπλακα του ίδιου του Σκουρτανιώτη;
Φωτ. από το πρωτότυπο, Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.18
Τα σκαλιά προς το εσωτερικό της σημερινής εισόδου της Αγ. Σωτήρας
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.17
Η σημερινή πόρτα του ναού της Αγ. Σωτήρας, όπως βλέπουμε από μέσα.
Πιθανόν να έπεσε και σε αυτή τη πόρτα ο Σκουρτανιώτης.
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.16
Αγιογραφία στον βόρειο τοίχο του ναού της Αγίας Σωτήρας
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.15
Η σφραγισμένη πόρτα
Πίσω απ' αυτήν την σφραγισμένη πόρτα κάτω από το καμπαναριό, παίχτηκε πιθανότατα η τελευταία πράξη του δράματος. Και λέμε πιθανότατα, γιατί δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί εάν η συγκεκριμένη πόρτα είχε ήδη σφραγιστεί πριν από το 1825. Σε αυτή τη περίπτωση, θα υπήρχε από τότε. Όπως και νάχει, σε μια από τις δύο αυτές πόρτες, εκτυλίχτηκε η τελευταία πράξη. Ο Σκουρτανιώτης, ο τελευταίος ζωντανός, αντιστέκεται μέχρι τελευταία στιγμή, ώσπου δέχεται από έξω την τελευταία βόμβα που τον διαμελίζει. Αν σήμερα η πόρτα φαίνεται πολύ χαμηλή, αυτό οφείλεται στις προσχώσεις των χωμάτων έξω από την εκκλησία. Από δω φαίνονται και τα υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί για το χτίσιμο του ναού, τα οποία είναι πέτρες, άμμος, κομμάτια από μάρμαρο, σπασμένα κεραμίδια και ξύλα.
Φωτ. Ιούλιος 2008

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (β)


ΦΩΤ.14
Άποψη της Αγ. Σωτήρας από την βόρεια πλευρά
Έτσι είδαν το εκκλησάκι της Αγ. Σωτήρας οι Τούρκοι όταν έφτασαν στο λόφο. Από δω περίπου οργάνωσαν και τις πρώτες επιθέσεις.
Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ. 13
Ο κάμπος της Οινόης όπως φαίνεται από το μοναστήρι του Οσίου Μελετίου.
Σ' αυτό το κάμπο και τρία χιλιόμετρα περίπου δεξιότερα προς τα στενά της Κάζας, ο Σκουρτανιώτης με τους άντρες του, αλλά και με τον Νικηταρά -τον μοναδικό Πελοποννήσιο που πέρασε στη Ρούμελη- έδωσαν πολλές μάχες, κόβοντας τις εφοδιοπομπές των Τούρκων προς τη Πελοπόννησο. Ο Μακρυγιάννης πολύ αργότερα, έγραψε γι' αυτές τις μάχες:
''Κι ο γενναίος κι ατρόμητος Θανάσης Σκουρτανιώτης με διαλεμένους από τη Φήβα και κάτου, δε τους άφηνε να ξεμυτίσουν''
Πίσω από τα βουνά που φαίνονται απέναντι και δεξιά, τα Βίλια, το Πόρτο Γερμενό και ο Κορινθιακός

Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ. 12
Η μπροστινή όψη του ναού στο μοναστήρι του Οσίου Μελετίου
Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ.11
Ο ναός στο μοναστήρι του Οσίου Μελετίου.
Εδώ ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, ανάμεσα σε καλόγηρους πέρασε τα παιδικά του χρόνια και έμαθε τα πρώτα γράμματα. Αργότερα έγινε ο έμπιστος άνθρωπος του μοναστηριού.
Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ.10
Αυτόγραφη επιστολή του Θανάση Σκουρτανιώτη προς το Βουλευτικό.
Η επιστολή είναι αδημοσίευτη μέχρι σήμερα. Γι' αυτήν, κάνει απλή αναφορά ο Φανόπουλος δημοσιεύοντας μονάχα ένα μικρό τμήμα της. Μετά από επίσκεψή μας στο ΓΑΚ, έχουμε επιτέλους φωτοτυπία της στα χέρια μας. Η επιστολή είναι σημαντικότατη για πολλούς λόγους. Φανερώνει την θέση του Σκουρτανιώτη απέναντι στον Ανδρούτσο και δείχνει μια άλλη εκδοχή για την σύλληψή του. Το περιεχόμενό της θα το δημοσιεύσουμε σύντομα.
Φωτ. από την πρωτότυπη επιστολή, Ιούλιος 2008





ΦΩΤ.9
Από τις ελάχιστες μπαρουτοκαπνισμένες αγιογραφίες που γλίτωσαν τον ασβέστη στον κυρίως χώρο του ναού της Αγίας Σωτήρας στο Μαυρομάτι.
Η βούρτσα όπως βλέπουμε στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, σκέπασε τα πάντα.
Φωτ. Ιούλιος 2008





ΦΩΤ.8
Μπαρουτοκαπνισμένη αγιογραφία στο ιερό της Αγίας Σωτήρας
Αδιάψευστος μάρτυρας του μακελειού, εδώ και 183 χρόνια.
Φωτ. Ιούλιος 2008

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (α)


ΦΩΤ.7
Η βόρεια πλευρά του ναού της Αγίας Σωτήρας με τη μάντρα.
Η μάντρα έχει ξαναχτιστεί με τις ίδιες πέτρες και στο ίδιο σημείο. Πίσω από αυτήν οχυρώθηκαν στην αρχή οι Έλληνες πολεμιστές. Η βόρεια με την δυτική πλευρά, δέχτηκαν πιθανότατα τις κύριες επιθέσεις των Τούρκων.
Φωτ. Ιούλιος 2008



ΦΩΤ.6
Αυτή ήταν η βόρεια οπτική του Σκουρτανιώτη από το εκκλησάκι της Αγίας Σωτήρας. Από δω έλεγχε το πέρασμα. Τον δρόμο από Λιβαδειά-Αλίαρτο προς Θήβα-Χαλκίδα και το αντίστροφο. Αριστερά όπως βλέπουμε είναι η Λιβαδειά και δεξιά η Θήβα.
Φωτ. 2008





ΦΩΤ.5
Ελαφρά διαγώνια άποψη του εσωτερικού του ναού.
Η ατμόσφαιρα μέσα στο εκκλησάκι είναι άκρως υποβλητική, παρά το ότι ο χώρος είναι σχετικά παρατημένος από τις τοπικές αρχές. Η Αγ. Σωτήρα χτίστηκε τον ενδέκατο αιώνα και ήταν κτήση της Μονής Σαγματά. Υπήρξε πόλος έλξης των πρώτων επήλυδων κατοίκων του Μαυροματίου, αφού οι μοναχοί είχαν δημιουργήσει πηγάδι στο νότιο άκρο της μάντρας. Το νερό και η ανοιχτή πόρτα προς τη θρησκεία και τη μεταφυσική, έδωσαν ελπίδα στους πρώτους επήλυδες και τους συγκέντρωσαν γύρω. Η μάχη του 1825 και ο μαρτυρικός θάνατος των Ελλήνων στο εσωτερικό της Αγ. Σωτήρας, εκτόξευσαν την ιστορική και πνευματική αξία του συγκεκριμένου ναού στα ύψη.
Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από το πίσω τμήμα του ναού που προστέθηκε εκ των υστέρων για να καλύψει τις ανάγκες των πιστών λόγω της αύξησης του πληθυσμού του Μαυροματίου. Η εκκλησία μετά τη μάχη του 1825, υπέστη ζημιές και επισκευάστηκε το 1836.

Φωτ. Ιούλιος 2008



ΦΩΤ.4
Το άγαλμα του Θανάση Σκουρτανιώτη στο Μαυρομάτι.
Φωτ. Ιούλιος 2008






ΦΩΤ. 3
Αγία Σωτήρα Μαυροματίου. Εσωτερική άποψη ιερού.
Οι γυναίκες απαγορεύται να μπαίνουν στο ιερό των ναών και δεν ασβεστώνουν. Γι' αυτό και οι καπνιές πάνω στο τοίχο και τις αγιογραφίες, σώζονται μέχρι σήμερα. Η φώτο στο χώρο του ιερού, πίσω από την Αγία Τράπεζα.
Φωτ. Ιούλιος 2008



ΦΩΤ.2
Αγία Σωτήρα Μαυροματίου. Εσωτερική άποψη ναού.
Εδώ πέρασαν τις τελευταίες τους στιγμές ο Σκουρτανιώτης και οι άντρες του, πριν τα οβούζια των Τούρκων τους κατακάψουν. Οι τοίχοι δυστυχώς από την απλοϊκότητα των γυναικών του Μαυροματίου ασβεστώθηκαν, σφραγίζοντας μέσα τους το μακελειό και κρύβοντας για πάντα τους καπνούς και τη μαυρίλα πάνω στις αγιογραφίες από τις φωτιές, τα ρετσίνια και τις αυτοσχέδιες βόμβες.
Φωτ. Ιούλιος 2008




ΦΩΤ.1
Aγία Σωτήρα Μαυροματίου. Εξωτερική άποψη του ναού. Νότια πλευρά. Είσοδος
Εδώ έγινε η μάχη Μαυροματίου. Στην αρχή ο Σκουρτανιώτης, ο Δρίτσουλας και οι άντρες τους οχυρώθηκαν στη μάντρα της Αγ. Σωτήρας και μετά αναγκάστηκαν να μπουν μέσα στην εκκλησία.
Φωτ. Ιούλιος 2008

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ!!




Η φωτογραφία που δημοσιεύουμε έχει τραβηχτεί στις 3/06/2008. Το μαρτυρικό εκκλησάκι της Αγίας Σωτήρας Μαυροματίου γκρεμίζεται. Πέτρες από την οροφή έχουν πέσει μπροστά στην Αγία Τράπεζα! Μήπως ο κ. Δήμαρχος με το συμβούλιό του, αγνοούν ότι η Αγία Σωτήρα είναι ένα τεράστιο μνημείο; Δε φτάνουν όσα εγκλήματα –και θα μιλήσουμε γι’ αυτά σύντομα- έχουν γίνει κατά καιρούς στο προαύλιο, πάνω και μέσα στην Αγία Σωτήρα; Πρέπει να αφήσουμε αυτό το μνημείο να γκρεμίσει από μόνο του επειδή ίσως δεν διαθέτουμε την απαιτούμενη ευαισθησία και ίσως την στοιχειώδη γνώση περί τίνος πρόκειται;
Κύριοι, η Αγία Σωτήρα Μαυροματίου είναι ένα ιερό σύμβολο για όλους τους Έλληνες.
Έχετε υποχρέωση να το διατηρήσετε.
Αυτά προς το παρόν. Θα επανέλθουμε.

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (5)

Λίγο πάνω από την εκκλησία της Παναγίας, ήταν η μικρή πλατεία των Σκούρτων, με τρεις τέσσερις καφενέδες τριγύρω. Το πατρικό σπίτι του Θανάση Σκουρτανιώτη, ήταν πολύ κοντά σε αυτή τη πλατεία. Ένα μακρινάρι πέτρινο ισόγειο, με όψη στην ανατολή και κεραμίδια γεμάτα πράσινα βρύα. Ένα μεγάλο μέρος της αυλής ήταν πλακόστρωτο κάτω από μια τεράστια συκιά. Εκεί έμενε ακόμα με τη μάννα, τη γυναίκα και όλα του τ’ αδέρφια. Παντρεύτηκε με το έμπα της επανάστασης και δε βρήκε καιρό να φτιάξει το δικό του σπίτι. Από την άλλη βέβαια, ήταν ο πρωτότοκος και σύμφωνα με τα έθιμα, έπρεπε αυτός να μείνει στο πατρικό, όταν κάποτε θα παντρεύονταν όλα του τ’ αδέρφια. Οι χρόνοι όμως της φωτιάς, δεν άφηναν και πολλά περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες, αφού ο Κώτσιος ήταν ήδη παντρεμένος, είχε ένα τρίχρονο γιο το Παναγή και έμενε κι αυτός με τη γυναίκα του στο ίδιο σπίτι.
Λίγο έξω απ’ το χωριό οι Σκουρτανιώτες είχαν τα μαντριά τους. Ένα κοπάδι με καμιά τριακοσαριά πρόβατα και γίδια . Οι Σκουρτανιώτες από παράδοση, δεν ήταν πλούσιοι με γρόσια. Αλλά ποτέ από το σπίτι τους δεν έλειπε το κρέας, το τυρί, το γάλα και το μαλλί. Και επειδή πάντα είχαν πλεόνασμα σε αυτά, τα αντάλλασαν με αλεύρι, λάδι, κρασί, ρούχα, ακόμη και κοσμήματα. Από αυτή την άποψη βέβαια, ήταν και αισθάνονταν πλούσιοι.
Από τη στιγμή όμως που ο Θανάσης έγινε αρχηγός του αποσπάσματος των Δερβενοχωρίων και αφού στο απόσπασμα μετείχαν τα περισσότερα από τ’ αδέρφια του, έπεφταν και κάποιοι ψωρομισθοί, που είχαν δώσει στο Σκουρτανιωτέικο μια κάποια άνεση τα τελευταία χρόνια. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Οι διάφορες επιθέσεις σε τούρκικες εφοδιοπομπές, τους βοηθούσαν ενίοτε με διάφορα. Με όπλα, πυρομαχικά, ιματισμό, τρόφιμα, άλογα, κάποιες φορές ακόμα και με γρόσια, αν και σε όλα αυτά η μοιρασιά γινόταν με όλους τους πολεμιστές του αποσπάσματος. Πολλές φορές κιόλας, ειδικά ιματισμό και τροφές, ο Θανάσης τα μοίραζε σε πολύ φτωχές οικογένειες των Δερβενοχωρίων που ήξερε ότι είχαν μεγάλη ανάγκη. Δεν ήταν επίσης λίγες οι περιπτώσεις ειδικά τελευταία, που οι Σκουρτανιώτες έδιναν ακόμη κι απ’ τη τσέπη κι από τα ζωντανά τους, για να διατηρήσουν το στράτευμα του αδερφού τους, άρα το κύρος τους, σε υψηλά επίπεδα. Αυτά βέβαια, όταν οι μισθοί και οι τροφές από τη κυβέρνηση αργούσαν ή δεν έρχονταν καθόλου. Έτσι, ένα κοπάδι που έφτανε πριν την επανάσταση κοντά στα οχτακόσια ζωντανά, τελευταία είχε τόσο αποδυναμωθεί, που μόλις και μετά βίας έφτανε τα τριακόσια.
Την ευθύνη βέβαια του κοπαδιού, την είχε εδώ και χρόνια ο Λουκάς, ο δευτερότοκος γιος της Αγαθής. Ήταν ο μόνος που δε μετείχε στα στρατιωτικά των αδερφών του και έδειχνε να μη τον απασχόλησαν ποτέ, όσα πολεμικά και ανατρεπτικά συνέβαιναν γύρω του. Στα τριάντα ένα του, ήταν ευτυχισμένος με το κοπάδι και ο παράδεισός του ήταν οι βοσκές και τα μαντριά του. Από κάθε άποψη χρήσιμος όμως ο Λουκάς, γιατί καθώς οι άλλοι ήταν μπλεγμένοι σε μάχες και το πόλεμο, εκείνος πρόσεχε το σπίτι και φρόντιζε μη λείψει τίποτα στη μάνα, στις νύφες και στα δύο μικρά του ανήψια.

Ο Θανάσης από την άλλη, έχαιρε καθολικής εκτίμησης στα Δερβενοχώρια και όχι μόνο. Σκληρός στη μάχη μα πράος, δίκαιος και συνετός στην ειρήνη με τους αμάχους. Προστάτης των Δερβενοχωρίων χρόνια, δεν άφησε να πατήσει το τόπο του τούρκικο ποδάρι. Πριν την επανάσταση, οι σχέσεις του με τους Τούρκους της Θήβας ήταν άριστες. Εκείνος ήταν που με το απόσπασμά του, μία φορά το χρόνο μετέφερε το μικρό συμβολικό φόρο των Δερβενοχωριτών στους Τούρκους της Θήβας. Το πρωτόκολλο της εθιμοτυπικής αυτής ετήσιας συνάντησης, προέβλεπε να θέτει ο Σκουρτανιώτης στην άκρη του σπαθιού του το πουγκί με τον φόρο των Δερβενοχωριτών και μπροστά στον μπέη να λέει:
-Τα Δερβενοχώρια τηρούν το λόγο τους, το Βιλαέτι, τον τηρεί;
Η συμφωνία Δερβενοχωριτών και Τούρκων εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ήταν κάθε χρόνο να στέλνουν στους Τούρκους αυτό το συμβολικό φόρο και οι Τούρκοι με τη σειρά τους να μη πατάνε εκεί, παραχωρώντας τους διοικητική και πολιτική αυτονομία. Με λίγα λόγια να τους αφήνουν εντελώς ήσυχους κι ελεύθερους.
-Τον τηρεί και το Βιλαέτι, απαντούσε χαμογελώντας ο Τούρκος μπέης και ακολουθούσε τραπέζι στον καπετάνιο των Δερβενοχωρίων και τους συντρόφους του.
Όπως ήταν φυσικό κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Σκουρτανιώτης είχε αναπτύξει προσωπικές και φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους της Θήβας. Σχέσεις που φρόντιζε να αξιοποιήσει και να εκμεταλλευτεί προς όφελος των συμπατριωτών του. Και πράγματι. Μετά από συμφωνίες μαζί τους, συμφωνίες που έγιναν μεταξύ τύρου και αχλάδου, πήρε το ελεύθερο να φεύγει όποτε θέλει από τα Δερβενοχώρια με το απόσπασμά του, να κατεβαίνει στον ανατολικό κάμπο της Βοιωτίας για να ελέγχει και να απελευθερώνει τις διόδους από τους ληστές που λυμαίνονταν χρόνια τη περιοχή. Σε αντάλλαγμα οι Τούρκοι, θα επέτρεπαν στους Δερβενοχωρίτες να μπαίνουν στη πόλη της Θήβας για να πουλάνε τα προϊόντα τους, κάτι που για πολλά χρόνια ήταν απαγορευμένο στους αρβανίτες.
Και έτσι έγινε. Πολύ σύντομα ο Σκουρτανιώτης καθάρισε τη περιοχή και άφησε ελεύθερες τις διόδους για τις συγκοινωνίες της εποχής και το εμπόριο. Ο Σκουρτανιώτης όμως κέρδισε ακόμα κάτι πολύ σημαντικό. Με παρέμβασή του άρχισαν τα Δερβενοχώρια να καλλιεργούν και σιτάρι. Μέχρι τότε, επειδή ο σπόρος ήταν σπάνιος, κάποιοι Δερβενοχωρίτες παραμόνευαν τις ημέρες της σποράς στο βουνό και παρακολουθούσαν ποια χωράφια έσπερναν οι Τούρκοι στο κάμπο. Τη νύχτα λοιπόν κατέβαιναν και μάζευαν λίγο χώμα από το σπαρμένο χωράφι ελπίζοντας να έχει μέσα αρκετούς σπόρους. Γέμιζαν μισό, ένα σακί όσο μπορούσε ο καθείς να κουβαλήσει. Έριχναν λοιπόν αυτό το χώμα σε ένα καλό σημείο στα Δερβενοχώρια και περίμεναν να φυτρώσουν μερικά στάχια. Αυτά τα στάχια τα κρατούσαν για να τα σπείρουν πάλι την επόμενη χρονιά. Αυτό συνεχιζόταν δύο, τρία ή και τέσσερα χρόνια μέχρι να πάρουν κάποια ικανοποιητική σοδειά καθαρά για οικογενειακή χρήση, πράγμα δύσκολο βέβαια, γιατί το συγκεκριμένο σιτάρι ήταν καμπόσταρο και δεν είχε μεγάλη τύχη στις ορεινές συνθήκες και το χώμα των Δερβενοχωρίων. Ο Σκουρτανιώτης και οι δημογέροντες λοιπόν, γνωρίζοντας τη μεγάλη τους ανάγκη για σιτάρι, κατόρθωσαν να πείσουν και να πάρουν από τους Τούρκους τριακόσια σακιά βλαχόσταρο, ειδικό και ανθεκτικό σε ορεινές περιοχές, για να σπείρουν, αρκεί το καλοκαίρι να επέστρεφαν τα διπλάσια σακιά. Εκείνη τη χρονιά σπάρθηκαν γύρω στα επτακόσια στρέμματα σιτάρι στα Δερβενοχώρια, δίνοντας στο τέλος δύο χιλιάδες εκατό σακιά, από τα οποία έδωσαν στους Τούρκους τα εξακόσια και τα άλλα τους έμειναν για να τα ξανασπείρουν και να αρχίσει σιγά σιγά η καλλιέργεια του βλαχόσταρου στο οροπέδιο των Δερβενοχωρίων, καλλιέργεια που θα μείωνε κατά πολύ τις εξωτερικές ανάγκες τους σε αλεύρι και ψωμί.
Αυτές οι επιτυχίες, ανέβασαν όχι μόνο στα μάτια των Δερβενοχωριτών το νεαρό καπετάνιο, αλλά και στα μάτια των ίδιων των Τούρκων. Για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, η γύρω περιοχή καθάρισε από ληστές, αφήνοντας ανοιχτούς τους δρόμους για ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Οι Δερβενοχωρίτες με τον Θανάση Σκουρτανιώτη άρχισαν να νιώθουν σιγουριά και ασφάλεια. Ακόμα κι οι Τούρκοι. Ειδικά της Θήβας.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι Δερβενοχωρίτες δεν είχαν ουσιαστικούς λόγους να τα βάλουν μαζί τους. Έχοντας εξασφαλίσει μοναδικά προνόμια για την εποχή, υπό τη σκέπη ενός άγρυπνου νεαρού καπετάνιου που είχε τάξει σκοπό της ζωής του να τους προστατεύει, ζούσαν εν ειρήνη και προόδευαν.
Εδώ βρίσκει το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης τα Δερβενοχώρια.
Επανάσταση για κείνους σήμαινε τεράστια αβεβαιότητα και σοβαρότατος κίνδυνος. Κανένας δε μπορούσε να εγγυηθεί τη συγκεκριμένη στιγμή, ότι η επανάσταση θα ήταν επιτυχής. Στην αντίθετη περίπτωση, οι Δερβενοχωρίτες θα έχαναν όχι μόνο τα κεκτημένα, αλλά ίσως και την ίδια τους την ύπαρξή. Γι’ αυτό, φυσικό είναι να υπήρχαν τυχόν διχογνωμίες και δισταγμοί στους απλούς κατοίκους των Δερβενοχωρίων, όσον αφορά τη στάση τους απέναντι στο ξεσηκωμό. Διχογνωμίες και δισταγμοί όμως, που ο Σκουρτανιώτης, αποδεικνύοντας το τεράστιο μέγεθος της προσωπικότητάς του παρ’ όλο το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, δεν άφησε ν’ ανθίσουν. Είναι μόλις είκοσιοκτώ ετών, μα από τις πρώτες μέρες υψώνει τη σημαία της επανάστασης, ξεσηκώνοντας, χαρακτηρίζοντας και φέρνοντας προ τετελεσμένων γεγονότων τα Δερβενοχώρια. Πολύ σύντομα μάλιστα, προβαίνει σε μία τεράστιας σημασίας συμβολική αλλά και ουσιαστική πράξη. Μια πράξη που μάλλον δεν της έχει δοθεί η πρέπουσα σημασία από τους ιστορικούς. Γιατί άραγε;
Μαζί με το Μελέτη Βασιλείου από τη Χασιά, υπό την αρχηγία του Λιβαδείτη οπλαρχηγού Δήμου Αντωνίου, απελευθερώνουν την Αθήνα και πολιορκούν τους Τούρκους στην Ακρόπολη.
Η Ακρόπολη!
Δύο χιλιάδες χρόνια μετά!
Αν ο Σκουρτανιώτης έμεινε στην ιστορία για το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου, αυτό οφείλεται στη δραματικότητα του συγκεκριμένου γεγονότος και εν μέρει τον αδικεί. Η άλλη τεράστια πράξη του, ήταν ότι αποτελεί τον έναν από τους τρεις πρώτους αρχηγούς, που επιτέθηκαν σε μια Αθήνα, σκλαβωμένη και ξεχασμένη για δύο χιλιάδες και πάνω χρόνια. Μια Αθήνα παρατημένη στο έλεος των τριών κατά σειρά κατακτητών της. Ρωμαίων, Βυζαντινών και Οθωμανών*. Μια Αθήνα που αριθμεί εκείνη την εποχή μόλις δεκαοχτώ χιλιάδες κατοίκους. Που αν ο πρώτος κατακτητής την θαύμασε, την λήστεψε και προσπάθησε να την μιμηθεί, που αν ο δεύτερος την φθόνησε και προσπάθησε να την εξαφανίσει, ο τελευταίος αδιαφόρησε εντελώς για την ιστορία της. Και πουλούσε μπιρ παρά στους Έλγιν τα ανεπανάληπτα γλυπτά της, αδυνατώντας καν να συλλάβει το μεγαλείο και την ουσία της.
Αυτοί η τριανδρία όμως, ανάμεσά τους και ο Θανάσης Γάτσης ή Σκουρτανιώτης απ’ τα Δερβενοχώρια Βοιωτίας, κατηφορίζουν με τα αποσπάσματά τους, έχοντας πλήρη επίγνωση του στόχου τους. Να απελευθερώσουν για πρώτη φορά την Αθήνα μετά από είκοσι περίπου αιώνες!
Και χρεώνονται ακόμα την αξιοζήλευτη πράξη, να σηκώσουν δίπλα στο ήδη αναρτημένο από την Αγία Λαύρα σύμβολο του χριστιανικού σταυρού, το άλλο μεγαλοπρεπές σύμβολό της ελληνικής επανάστασης.
Την Ακρόπολη.



*Ίσως θα έπρεπε να προσθέσουμε και Λατίνων ή Φράγκων από τις Σταυροφορίες

(συνεχίζεται)

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (4)

Τα Δερβενοχώρια λίγο πριν από την επανάσταση του 1821 αλλά και κατά την διάρκεια αυτής, ίσως ήταν από τα λίγα μέρη της Βοιωτίας που έσφυζαν από ζωή. Η διοικητική αυτονομία, το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης, η δύσκολη έως αδύνατη εκεί προσβασιμότητα των Τούρκων, η ύπαρξη του Θανάση Σκουρτανιώτη, ενός δίκαιου και συνετού άντρα που τους προστάτευε, ήταν τα αίτια που εδώ και κάμποσα χρόνια είχαν καταστήσει τα Δερβενοχώρια, πόλο έλξης πολλών επαναστατημένων και κυνηγημένων από το κάμπο της Βοιωτίας.
Η κύρια γλώσσα βέβαια των Δερβενοχωριτών, ήταν την εποχή εκείνη η αρβανίτικη, γιατί από το 1382 η περιοχή είχε εποικιστεί, όπως και άλλες περιοχές της Ελλάδας από αρβανίτες. Ο εποικισμός αυτός, ήταν αποτέλεσμα των δύσκολων συνθηκών ζωής και διαβίωσης των Ιλλυριών της Βόρειας Ηπείρου και μέρους της σημερινής Αλβανίας. Οι ντόπιοι άρχοντες είχαν καταδυναστεύσει τους απλούς ανθρώπους των περιοχών αυτών, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν νότια. Το σημαντικό για κείνους την εποχή της μετανάστευσης του 1382, ήταν η ανυπαρξία εθνικής ή ιστορικής συνείδησης. Εθνική και ιστορική συνείδηση που δεν άργησαν από την άλλη να αποκτήσουν σιγά σιγά στον Ελλαδικό χώρο, επειδή η τότε εξουσία τους καλοδέχτηκε ως αναζωογόνηση του αυτόχθονου αραιοκατοικημένου πληθυσμού και τους έδωσε ρόλο και τόπο να σταθούν. Στην πλειονότητά τους οι αρβανίτες και από την αρχή ακόμα της εποίκισής τους, δεν ήταν δούλοι ή μεροκαμιατιάρηδες σκλάβοι των αυτόχθονων, αλλά πολίτες ίσοι με αυτούς, αφού τους δόθηκαν περιοχές ολόκληρες να εποικίσουν. Η κύρια απασχόλησή τους ήταν η κτηνοτροφία. Ίσως ο μόνος τρόπος στην αρχή να επιβιώσουν, αλλά και να διατηρήσουν εκείνο που τους άρεσε πιο πολύ. Την ελευθερία τους. Σιγά σιγά βέβαια, απλώνοντας ρίζες στο τόπο που εποίκισαν, άρχισαν να ασχολούνται και με τη γεωργία και αργότερα έγιναν τεχνίτες ακόμη και έμποροι.
Οι αρβανίτες ενσωματώθηκαν σχεδόν αμέσως στον Ελλαδικό χώρο, παρά τα πρώτα αναπόφευκτα προβλήματα, αποδεικνύοντας προαιώνιες εκλεκτικές συγγένειες με το τόπο και τους ανθρώπους του. Διατήρησαν τα πολιτιστικά και πολιτισμικά τους στοιχεία, που η ουσία όμως αυτών των στοιχείων, δεν απείχε και πολύ από την ουσία των πολιτιστικών στοιχείων του αυτοχθόνου πληθυσμού.
Δε θα ήταν υπερβολή να υποθέσουμε, πως αυτά τα καταπιεσμένα στίφη που διψούσαν για πρόοδο και δικαιοσύνη, απέκτησαν σύντομα τη πρώτη τους, έστω λανθάνουσα στην αρχή εθνική συνείδηση, μαζί με τους άλλους για αιώνες καταπιεσμένους, από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία. Τους Έλληνες της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου, των νήσων κτλ. Έλληνες που έρχονταν κατ’ ευθείαν από την αίγλη της αρχαίας Ελλάδας και οι οποίοι είχαν καταληστευτεί πολιτιστικά από τους Ρωμαίους και έπειτα διωχθεί από το Βυζάντιο ως ειδωλολάτρες. Και δεν είναι βέβαια κρυφός, ο τρόπος εγκαθίδρυσης του χριστιανισμού σε αυτές της περιοχές. Καύση των αρχαίων ναών, απαγόρευση των αγώνων, υποχρεωτική αποστροφή από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τα θέατρα, με τη δαμόκλειο σπάθη της θανατικής καταδίκης στους μη συμμορφουμένους κτλ.
Πάντα όμως σε αυτές τις περιοχές υπήρχαν θύλακες αντίστασης ποικιλόμορφοι και ποικιλότροποι. Και αυτό το ήξερε η Κωνσταντινούπολη. Χαρακτηριστικό είναι, ότι μετάθεση Βυζαντινού αξιωματούχου στη Στερεά και τη Πελοπόννησο, θεωρούνταν δυσμενή μετάθεση, σημάδι ότι οι περιοχές αυτές, ήταν πάντα στο μάτι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως πρώην ειδωλολατρικές και πάντα επικίνδυνες.
Μοναδική περίπτωση επιστροφής στο αρχαιοελληνικό πνεύμα, υπό την ανοχή των αυτοκρατόρων Μανουήλ και Ιωάννη Παλαιολόγου, ήταν η περίπτωση του Πλήθωνος Γεμιστού, μόνο και μόνο γιατί ο συγκεκριμένος φιλόσοφος, που άφησε την Κωνσταντινούπολη και ήρθε στο Μυστρά, ήταν προσωπικός φίλος των δύο αυτοκρατόρων. Ο Πλήθων Γεμιστός ίδρυσε σχολή και μεταλαμπάδευσε στην Φλωρεντία κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, κάτι πολύ σημαντικό για την προετοιμασία εκεί της αναγέννησης και του Διαφωτισμού μετέπειτα, μεγάλα κινήματα που επηρέασαν με τη σειρά τους και προετοίμασαν ακόμα και την ελληνική επανάσταση. Υπό αυτή την έννοια το αρχαιοελληνικό ιδεώδες διασώζεται, αναγεννιέται στην Ευρώπη και επιστρέφει δριμύτερο να οπλίσει ιδεολογικά, να προετοιμάσει και να δώσει ταυτότητα στην ελληνική επανάσταση.
Η περίπτωση όμως του Πλήθωνος Γεμιστού, ήταν από τις ελάχιστες περιπτώσεις ανοχής της νεορωμαϊκής ή Βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Κατά κανόνα, το Βυζάντιο εδίωκε δια ροπάλου τον υποτιθέμενο ειδωλολατρικό πληθυσμό και τέτοιες τάσεις.
Με άλλα λόγια, αρβανίτες και παλαιοί Έλληνες, είχαν κοινά βιώματα καταπίεσης και διωγμών, διψούσαν για ελευθερία, δικαιοσύνη και πρόοδο και αυτά ακριβώς τα στοιχεία τους ένωσαν.

Με τη πτώση του Βυζαντίου, παλαιοί Έλληνες και Αρβανίτες είχαν πια κοινή μοίρα απέναντι στο κατακτητή και αυτό τους ένωσε ακόμη περισσότερο. Ο χριστιανισμός από το 1453 και μετά, στη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων της Οθωμανικής κυριαρχίας, είναι το εμφανές στοιχείο που μπορεί να διαχωρίζει τους παλαιούς Έλληνες και τους Αρβανίτες από τους Οθωμανούς και γι’ αυτό οι Αρβανίτες τον ασπάσθηκαν. Ο χριστιανισμός ήταν το αντίπαλο δέος απέναντι στον μουσουλμανισμό επειδή ήταν και οι δύο θρησκείες μονοθεϊστικές. Από την άλλη, ήταν από δύσκολη έως αδύνατη η αναβίωση της αρχαίας θρησκείας, διότι τα δύο τεράστια δέντρα, ο μουσουλμανισμός και ο χριστιανισμός, ήταν σε τέτοια ανάπτυξη που δεν θα άφηναν ποτέ να ανθίσει ξανά ένα τέτοιο δέντρο από κάτω τους. Επίσης δεν υπήρχαν καν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να συμβεί κάτι τέτοιο. Το δέντρο ήταν βγαλμένο από τη ρίζα του. Οι ναοί ήταν ερείπια ή θαμμένοι κάτω από χριστιανικούς ναούς, δεν υπήρχαν ιερείς ούτε η αναγκαία παιδεία για να στηρίξει μια τέτοια αναβίωση. Για κάθε φωτεινό πνεύμα λοιπόν αυτής της εποχής, ήταν αντιληπτό, πως οποιαδήποτε τάση σχετική με το αρχαίο παρελθόν, έπρεπε να περάσει μονάχα μέσα από τον χριστιανισμό και να μεταμφιεστεί τα στοιχεία του. Τη συγκεκριμένη στιγμή, ο μεγάλος εχθρός ήταν οι Οθωμανοί γι’ αυτό χριστιανισμός και αρχαιοελληνικό ιδεώδες, έπρεπε να συμμαχήσουν ή να μετατοπίσουν την επίλυση των διαφορών τους στο μέλλον. Η επίγνωση του ενός πόλου για την αναγκαιότητα του άλλου, είναι το πολύτιμο στοιχείο, που όχι μόνο έδρασε σα θρυαλλίδα για να ανάψει το όραμα της δημιουργίας ελληνικού κράτους, αλλά τελικά και η προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση αυτού του οράματος.
Γιατί όμως, ήταν απαραίτητη αυτή η συμμαχία; Γιατί, για να έχει πιθανότητες η προεργασία και η έκβαση αυτής της επανάστασης, έπρεπε να συμμαχήσει ο χριστιανισμός με το αρχαιοελληνικό ιδεώδες;
Μα ακριβώς γιατί ήταν οι κυρίαρχες τάσεις που διαφοροποιούνταν από την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Ο χριστιανισμός, σαν ήδη καθιερωμένη δύναμη, είχε σφραγίσει και διαφοροποιήσει από τον Μουσουλμανισμό και τους Τούρκους, το μεγάλο μέρος των κατοίκων του ελλαδικού χώρου. Προσέδιδε διαφορετική ταυτότητα σε αυτούς και τους ομογενοποιούσε. Ο χριστιανισμός επίσης, είχε στα σπλάχνα του κάτι που όσο κι αν ήταν λησμονημένο μες στους αιώνες, έπρεπε πάση θυσία να επιστρατευτεί ξανά, γιατί ήταν μια συνταγή πετυχημένη, αφού είχε κατορθώσει να εκπορθήσει εκ των έσω ακόμη και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Και αυτή η συνταγή δεν ήταν άλλη από την συνταγή της συνομωσίας. Ο χριστιανισμός λοιπόν, γνωρίζοντας καλά από αυτές τις τακτικές, θεωρούνταν απαραίτητος σε αυτόν τον αγώνα. Στον αγώνα που χρειαζόταν όσο τίποτε, τουλάχιστον στην αρχή, το συστατικό της συνομωσίας. Ένα ακόμα στοιχείο που έκανε τον χριστιανισμό ουσιαστικό σύμμαχο στον αγώνα της απελευθέρωσης, ήταν η ιδεολογική του συγγένεια με τους φτωχούς, τους σκλάβους και τους πληβείους. Παρατηρούμε δηλαδή, πως παρά την μεταφυσικότητά του, ο χρστιανισμός ήταν απαραίτητος καθαρά για λειτουργικούς λόγους στην ελληνική επανάσταση. Για λόγους ομογενοποίησης, πρόσδεσης ταυτότητας του πληθυσμού που έπρεπε να ξεσηκωθεί και σύσφιξη των σχέσεων αυτού του πληθυσμού μεταξύ του.
Από την άλλη, το αρχαιοελληνικό ιδεώδες ήταν το όραμα αυτού του πληθυσμού. Το όραμα της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του ορθολογισμού. Η αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μόνο η έμπνευση αλλά και ο στόχος. Ποτέ δε θα είχε πετύχει ο χριστιανισμός από μόνος του με την ελληνική επανάσταση, αν δεν υπήρχε το όραμα του αρχαιoελληνικού ιδεώδους. Αν το όραμα ήταν επιστροφή στο Βυζάντιο, η επανάσταση θα είχε αποτύχει παταγωδώς εν τη γενέσει της. Το όραμα λοιπόν ήταν η αναβίωση των επιτευγμάτων της αρχαίας Αθήνας. Ο χριστιανισμός απλά χρησιμοποιήθηκε, επειδή ήδη είχε εγκαθιδρυθεί και ομογενοποιήσει τους σκλάβους. Κανένας δε θα ξεσηκωνόταν για να βάλει αφέντες καλόγερους και παπάδες πάνω απ' το κεφάλι του. Κανένας δε θα ξεσηκωνόταν για να αναβιώσει το Βυζάντιο. Θα ξεσηκωνόταν όμως, αν κέρδιζε την ελευθερία της σκέψης και της βούλησης, αν κέρδιζε την Δημοκρατία. Τα κύρια στοιχεία που ανακάλυψαν και ύψωσαν σε ιδεώδες οι αρχαίοι Έλληνες.
Έτσι, παρά τους πρώτους δισταγμούς, αρκετά μοναστήρια και κει επειδή ακριβώς είχαν καταφύγει αρκετές πεφωτισμένες προσωπικότητες όχι κατ' ανάγκη για θρησκευτικούς λόγους, δεν ήταν μόνο φορείς του χριστιανισμού. Ήταν και κέντρα μελετών. Και μάλιστα αρχαιοελληνικών μελετών. Δεν ήταν λίγοι οι διψασμένοι για γνώση, που ντύνονταν το ράσο μόνο και μόνο για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή τη γνώση. Και εκεί ακριβώς, ανακάλυπταν το αρχαίο ελληνικό μεγαλοπρεπές παρελθόν. Δεν ήταν λίγοι από αυτούς τους μελετητές που ονειρεύτηκαν την αναβίωση αυτού του παρελθόντος και έτσι για πρώτη φορά, έχουμε το οξύμωρο φαινόμενο μέσα στα χριστιανικά μοναστήρια, τα άντρα του χριστιανισμού που λίγους αιώνες πριν κυνηγούσε λυσσαλέα τους ειδωλολάτρες και οτιδήποτε θύμιζε την αρχαία αίγλη, να σιγοψιθυρίζεται και το παρελθόν των αρχαίων Ελλήνων. Η συμμαχία που λέμε πιο πάνω, αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Έτσι, αν υποθέσουμε πως σταδιακά και αχνά δημιουργείτε το όραμα της ελευθερίας, αυτό έχει δύο άξονες. Από τη μια τον χριστιανισμό και από την άλλη την αναβίωση του αρχαιοελληνικού ιδεώδους. Για πρώτη φορά, τόσο αντίθετα μεταξύ τους στοιχεία, ενώνονται για να δημιουργήσουν το όραμα της ελευθερίας. Είναι σα ένα ξίφος που είχε δύο όψεις και κόψεις. Από τη μία ο χριστιανισμός, από την άλλη το αρχαιοελληνικό ιδεώδες, που φυσικά δεν αναδιοργανωνόταν μόνο στα μοναστήρια, αλλά πολύ περισσότερο στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη, που από την εποχή του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου ακόμα, ύστερα του Γκαίτε και μετέπειτα των Διαφωτιστών, υποκλινόταν ευλαβικά όχι πια στην Ιερουσαλήμ, αλλά στην αρχαία Αθήνα.

Οι τέσσερις αιώνες δουλείας από τους Οθωμανούς για να επανέλθουμε, η κοινή θρησκεία, η κοινή μοίρα, έκαναν αυτό το κράμα παλαιών Ελλήνων και Αρβανιτών ένα αδιάσπαστο στοιχείο, ένα καινούριο μέταλλο, πιο ισχυρό και πιο λαμπερό, ακριβώς όπως ο σίδηρος όταν αναμιγνύεται με τον κασσίτερο δίνει κάτι πιο σκληρό και ανθεκτικό. Τον χάλυβα.
Φτάνουμε έτσι στα 1821, όπου Αρβανίτες και παλαιοί Έλληνες, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι καινούριοι Έλληνες. Γιατί δε τους διαχωρίζει πια απολύτως τίποτα παρά μόνο η γλώσσα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πολλοί αρβανίτες δε μιλούν ελληνικά. Οι Αρβανίτες διατρανώνουν αγέρωχα την Ελληνική τους συνείδηση και ταυτότητα και ξεσηκώνονται μαζί με όλους τους Έλληνες. Ακριβώς γιατί νιώθουν Έλληνες. Έχουν αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια, ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, κάτω δηλαδή από τη καταπίεση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μπορούν να ανθίζουν, να προοδεύουν και φυσικά να αγαπάνε και να προστατεύουν το τόπο τους. Οι μισοί σχεδόν ήρωες της Ελληνικής επανάστασης είναι αρβανίτες με συνείδηση Ελληνική. Ο Σκουρτανιώτης και οι Δερβενοχωρίτες το ίδιο. Οποιαδήποτε αναφορά σε Αλβανικό παρελθόν τους εξοργίζει, ακριβώς γιατί η πρώτη τους εθνική συνείδηση είναι η ελληνική. Αν υπήρχε κάτι άλλο, τόσες γενιές θα το φρόντιζαν και θα το διατηρούσαν, όπως κάνουν κρυφά οι γενεές των ανθρώπων, όταν θέλουν να διαφυλάξουν κάτι ιερό και πολύτιμο. Τέτοια συνείδηση λοιπόν ποτέ δεν υπήρχε. Η πρώτη και μοναδική συνείδηση των Αρβανιτών ήταν και είναι η ελληνική. Αυτό είναι το πολύτιμο που απέκτησαν οι αρβανίτες τόσους αιώνες στον Ελλαδικό χώρο και αυτό το πολύτιμο, το προάσπισαν και το διαφύλαξαν με το αίμα τους.
Και αυτοί οι καινούριοι Έλληνες, είναι σε θέση πια, να πάρουν όλοι μαζί το ξίφος με τις δύο κόψεις, από τη μια τη χριστιανισμού και από την άλλη του αρχαιοελληνικού ιδεώδους και να το στρέψουν ενάντια στη κραταιά Οθωμανική αυτοκρατορία.

Θα ήταν παράλειψη όμως να μην αναφέρουμε και κάποιες εξαιρέσεις του αγώνα των αρβανιτών κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Μια τέτοια, ήταν και η περίπτωση των Χασιωτών αρβανιτών, που πρόδωσαν τον καπετάνιο Μελέτη Βασιλείου στους Τούρκους. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε όμως, τη χρονική περίοδο που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο γεγονός. Και αυτή η περίοδος, δεν είναι άλλη από την σκοτεινή περίοδο που ο Γκούρας ήταν φρούραρχος των Αθηνών και κυριολεκτικά είχε καταληστεύσει και τρομοκρατήσει τους κατοίκους των γύρω περιοχών με αποτέλεσμα αυτοί οι κάτοικοι και η τοπική δημογεροντία να έχουν κυριολεκτικά απαυδήσει με τα καμώματα των Ελλήνων που πρέσβευαν ένα καλύτερο αύριο. Η αρπακτική και ληστρική συμπεριφορά του Γκούρα και της παρέας του, πράγματι υποδαύλισε σημαντικά την επανάσταση, γιατί βλέποντας ο απλός κόσμος πως στην ουσία άλλαζε αφέντες στο σβέρκο του, έχασε ξαφνικά κάθε προθυμία για την συνέχιση του αγώνα και έγινε ευάλωτος στη πολιτική των Τούρκων, που θέλησαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο το γεγονός. Η δημογεροντία λοιπόν της Χασιάς, έλαβε την απόφαση, να συμμαχήσει με τους Τούρκους για να γλιτώσουν απ' τη παρέα του Γκούρα. Ίσως βέβαια ήταν και μια απόφαση να σώσουν αμάχους και γυναικόπαιδα από το λεπίδι των Τούρκων. Γιατί θα πρέπει να πούμε εδώ, πως ίσως σε μας σήμερα φαντάζουν όλα εύκολα και επίπεδα. Στη πραγματικότητα όμως, η ελληνική επανάσταση, δεν ήταν ούτε επίπεδη, ούτε ρηχή, ούτε εύκολη υπόθεση.
Τέτοια γεγονότα όμως, ακόμη κι αν είναι ως ένα σημείο δικαιολογημένα από τις μεγάλες αντιφάσεις αυτής της εποχής, δε παύουν να αποτελούν μελανές σελίδες στη ιστορία της ελληνικής επανάστασης. Γιατί στην ουσία δε τη πλήρωσε ο Γκούρας όπως θάπρεπε, αλλά ένας αγνός αγωνιστής με μεγάλη προσφορά όπως ο αρβανίτης Μελέτης Βασιλείου. Ευτυχώς δε, που τέτοια γεγονότα όπως της Χασιάς, ήταν απλά ελάχιστες σκοτεινές εξαιρέσεις, στη μεγάλη προσφορά του συνόλου των αρβανιτών στον αγώνα της εθνεγερσίας.


(συνεχιζεται)

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (3)

Τον αγαπούσε κι ας συνέχισε να τον πικραίνει. Γιατί δεν ήταν μόνο τα παραπάνω. Τελευταία ο Γιώργης είχε κατηγορηθεί μαζί με έναν παπά για ύποπτες συναλλαγές με τους Τούρκους. Για νταραβέρια μαζί τους και ίσως καπάκια.* Έκανε καναδυό μήνες φυλακή. Το γεγονός είχε πειράξει πολύ τον Θανάση. Άντεξε το ότι τον παράτησε, μα δεν άντεχε να λέρωνε και το όνομά του. Ένα όνομα που είχε χτίσει τόσο δύσκολα. Δεν ήξερε καν αν ήταν αλήθεια όλα αυτά ή ο μικρός είχε πέσει θύμα των καιρών. Δεν είχε ιδέα. Πάντως όταν τον επισκέφθηκε στη φυλακή εκείνος έσκιζε τα ρούχα του, πώς όλα ήταν συκοφαντίες. Και ήταν, γιατί βγήκε γρήγορα έξω. Οι κατηγορίες δε στηρίζονταν. Περισσότερο όμως επηρέασε την απελευθέρωσή του ο Γκούρας, παρά ο ίδιος. Κι αυτό τον πείραξε. Ότι δεν εισακουόταν πια όπως παλιά. Και πως ο Γιώργης με την ορμή και την επιπολαιότητά του, σκίαζε το δικό του όνομα. Προσπαθούσε να υποσκελίσει με τα καμώματά του τον ίδιο και την ιστορία του.

Ναι, ούτε τον αδερφό του δεν είχε πια μαζί του, πώς να τα έβαζε με το ετοιμοπόλεμο και έμπειρο στράτευμα του Ομέρ;
Ένιωθε περισσότερο αδύναμος από ποτέ. Αν μετρούσε τους έμπιστούς του πια, δε θάβρισκε πάνω από δέκα. Ο εμφύλιος, οι διχόνοιες κι αυτή η δίψα που είχε απλωθεί σαν αρρώστια παντού να πιάσουν όλοι πόστα, είχε αποδυναμώσει τους οπλαρχηγούς. Η κυβέρνηση στους ημέτερους έδινε μιστούς και πολεμοφόδια με το τσουβάλι,για να
διατηρούν και να αυξάνουν το στράτευμά τους, σε άλλους τάδινε με το στανιό και με χίλια παρακάλια, για ν’ αποδυναμωθούν. Και τελευταία, μάλλον δεν ανήκε στους ημέτερους, αν έκρινε από τα ελάχιστα που τούστελναν.
Μα τότε γιατί αυτή η εξωφρενική διαταγή της αντιστρατηγίας; Μήπως ήταν όλα ένα
οργανωμένο σχέδιο να τον εξοντώσουν; Μήπως…μήπως αυτός ο αδίσταχτος ο Γκούρας, τον είχε διαβάλει πείθοντας τη κυβέρνηση να τον βγάλει από τη μέση, για να βάλει στη θέση του τον Γιώργη, που τον είχε του χεριού του; Μήπως ο Γκούρας θέλει μ' αυτό το τρόπο να πάρει τον έλεγχο, ακόμα και των Δερβενοχωρίων;
Ο Θανάσης κοίταξε τριγύρω μη τον δει κανένα μάτι. Είχε βουρκώσει.
Όχι…όχι… Κι αν ακόμη είναι έτσι, ο Γιώργης δε θα έχει ιδέα. Κι αν είναι έτσι, απλά δε μπορεί να δει τα σχέδια του Γκούρα. Μπορεί να είναι φιλόδοξος ο Γιώργης και ορμητικός, αλλά δε θα έφτανε σε τέτοιο σημείο ποτέ.
Από την άλλη μπορεί να μην είναι τίποτα όλα αυτά. Μπορεί ο ίδιος να είναι καχύποπτος μόνο. Μπορεί τα πράματα να είναι όπως τα λέει το γράμμα. Η κυβέρνηση βλέποντας τριγύρω τη κατάντια, να έβαλε στην άκρη ημέτερους και μη και να σκέφθηκε μόνο το καλό της πατρίδας. Στη Βοιωτία έκανε ό, τι ήθελε ο Ομέρ, έπρεπε κάποιος να τον σταματήσει. Για να κλείσουν πάλι οι πόρτες για τη Πελοπόννησο. Να ξανανθίσει η επανάσταση.
Έπειτα, δεν είχε έρθει ποτέ σε σύγκρουση με τους κυβερνώντες. Δε τους είχε φιλήσει βέβαια και το κώλο, αλλά δε τάβαλε ποτέ ανοιχτά μαζί τους. Όποιος ήταν στη κυβέρνηση τον είχε αποδεχτεί. Αυτός ήταν στρατιωτικός, δεν έμπαινε στα παιχνίδια τους. Αν είχαν κάποιο λόγο να τον εξοντώσουν, αυτός ήταν μια αχνή φιλία με τον Ανδρούτσο. Μα με τον Ανδρούτσο ήταν φίλοι ένα σωρό οπλαρχηγοί. Και ποιος δεν ήταν; Ναι είχε εξοργιστεί όταν τον σκότωσαν, πρώτα γιατί ήταν παλικάρι και τον έτρεμαν οι Τούρκοι, και δεύτερο γιατί μ’ αυτό που τούκαναν, περιφρονούσαν και έβαζαν στην άκρη όλο το στρατιωτικό συνάφι, που έπαιζε τη ζωή του κορώνα γράμματα, για να δίνουν αυτοί διαταγές και να παριστάνουν τους σπουδαίους. Κι ο ίδιος ήξερε καλά πως ο θάνατος του Ανδρούτσου, ήταν ένα σαφές μήνυμα προς όλους τους οπλαρχηγούς.
«Καθίστε καλά γιατί θα πάθετε τα ίδια. Κουμάντο τώρα κάνουν οι πολιτικοί!»
Όλες αυτές τις σκέψεις του όμως, δε τις είχε ομολογήσει, παρά στους έμπιστούς του. Δεν υπήρχε περίπτωση να έχει μιλήσει κάποιος απ’ αυτούς, οπότε τζάμπα φοβόταν.
Το γράμμα της κυβέρνησης τότε, δε μπορεί παρά να είναι ειλικρινές. Η κυβέρνηση δε ζητούσε τίποτε άλλο αυτές τις δύσκολες ώρες, παρά έναν ηγέτη στη Βοιωτία που θα αναδιοργάνωνε τον αγώνα, θα ένωνε όλους τους οπλαρχηγούς από κάτω του για να αντιμετωπίσουν τον Ομέρ και να κλείσουν τους δρόμους για τη Πελοπόννησο όπως παλιά. Ο Διάκος έλειπε πια, ο Ανδρούτσος έλειπε, ο Γκούρας ήταν μισητός. Έπρεπε να αδράξει την μεγάλη ευκαιρία και να συνδέσει το όνομά του με την αναγέννηση της επανάστασης και γιατί όχι, την απελευθέρωση της πατρίδας. Μα για να γίνει αυτό, έπρεπε να πείσει πρώτα τους ίδιους τους Δερβενοχωρίτες που τους προστάτευε χρόνια, πως δεν ήταν προστάτης πια μόνο των Δερβενοχωρίων, αλλά όλης της Βοιωτίας. Και για το λόγο αυτό, έπρεπε να φύγει και να οργανώσει τον αγώνα δυτικά. Γιατί δεν ήταν μόνο το γράμμα. Τελευταία, όλο και πλήθαιναν οι παραινέσεις των κατοίκων των δυτικών χωριών, να πάει να τους βοηθήσει και να κάνει αισθητή τη παρουσία του εκεί που οι Τούρκοι είχαν ξεσαλώσει. Κι αν δε τόχε τολμήσει μέχρι σήμερα, ήταν γιατί δεν ήθελε να μπει χωρίς άνωθεν διαταγή στα χωράφια μικροοπλαρχηγών που δυστυχώς πολλοί απ’ αυτούς ήταν κοινοί κατσικοκλέφτες. Μα τώρα τα πράματα ήταν αλλιώς. Ακόμα και σ’ αυτούς έπρεπε να βάλει σειρά. Είχε διαταγή.
Ο Θανάσης Σκουρτανιώτης σηκώθηκε απ’ το βράχο. Τα καστανά του μαλλιά που έπεφταν ίσια στους ώμους ανέμισαν στο ψυχρό αεράκι. Ήταν κι αυτός ωραίος άντρας. Φιλική φυσιογνωμία. Άνθρωπος, που από τη πρώτη στιγμή που τον αντίκριζες, δεν είχες τίποτα να φοβηθείς και τον εμπιστευόσουν με τη πρώτη. Δεν ήταν τυχαία η αγάπη που τούχε ο απλός κόσμος. Δεν έκρυβε μέσα του άλλα. Αστραφτερό γυαλί πέρα ως πέρα. Λίγο κάτω από ένα ογδόντα. Μελαψός και αδύνατος, χωρίς τίποτα περιττό πάνω του, μα συνάμα δυνατός και σβέλτος. Ένα ελάφι του βουνού. Ένα γνήσιο λουλούδι του τόπου.
Άκουσε ένα σφύριγμα και είδε από μακριά τον δεκαοχτάχρονο Νίκο Γκέλη που ερχόταν να συνεχίσει αυτός τη προφυλακή. Άρχισε να κατεβαίνει απ' τη φυλάχτρα. Σε λίγο θα νύχτωνε. Μόλις αντάμωσαν, ο καπετάνιος χάιδεψε πατρικά τα μαλλιά του μικρού Γκέλη και τον προέτρεψε να έχει τα μάτια του ανοιχτά και να προσέχει.
Μετά, πήρε ήρεμος κι αποφασισμένος το δρόμο για τα Σκούρτα που βυθίζονταν αργά αργά στο σκοτάδι.



(συνεχίζεται)

*Καπάκια: Προέρχεται από τη τούρκικη λέξη Kapak που σημαίνει συμφιλίωση. Θεωρούνταν οι μυστικές συμφωνίες –συνήθως των οπλαρχηγών της Στερεάς- με τους Οθωμανούς, που γίνονταν για διάφορους λόγους. Ήταν ουσιαστικά μια τακτική πρόσκαιρου προσκυνήματος και ανακωχής με τον εχθρό, για να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος , να σωθούν άμαχοι από σφαγές ή για να ανανεωθεί η άμυνα. Τα καπάκια είχαν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές προς όφελος της επανάστασης. Στα χέρια των πολιτικών όμως, έγιναν πολιτικό όπλο, γιατί μπορούσαν κατά το δοκούν, να κατηγορούν οπλαρχηγούς για προδοσία κτλ. Τα καπάκια ήταν προσφιλής και αποδεκτή τακτική πολλών οπλαρχηγών της Στερεάς, όπως του Ανδρούτσου, του Καραϊσκάκη και πολλών άλλων.

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (2)

(λογοτεχνική απόπειρα του ολοκαυτώματος)

Πήρε το δρόμο για το αγαπημένο του μέρος. Από μικρό παιδί σαν ήθελε να σκεφτεί και να ηρεμήσει, εκεί πήγαινε. Πάνω σε έναν βράχο παρατηρητήριο δυτικά του χωριού, στην κακοτράχαλη κορυφογραμμή που από κει, μπορούσε να αντικρύσει το κάμπο χαμηλά, βόρεια των Δερβενοχωρίων.
Δεν έκανε πάνω από ένα τέταρτο να φτάσει, έτσι γοργός που ήταν.
Άκουσε το συνθηματικό σφύριγμα του άντρα που είχε την ευθύνη να ελέγχει την δίοδο στα Δερβενοχώρια από τη Λιάτανη και το Κλειδί. Ανταπέδωσε το σφύριγμα και σε λίγο είδε το Ντούσια να εμφανίζεται χαμογελαστός πάνω σε έναν βράχο με το τεράστιο καριοφίλι του στο χέρι.
«Τσ’ μπν καπετάνιο; Τσι μπόρε γκα κουτού; » (Τι κάνεις καπετάνιο, τι έχασες από δω;) του είπε σε άψογα αρβανίτικα αστειευόμενος.
«Νι νούσε με στεφάν» (Μία νύφη με στεφάνι) ανταπέδωσε το αστείο εκείνος.
Ο Ντούσιας γέλασε και πήδησε απ’ το βράχο, ερχόμενος προς αυτόν. Μαζί με το καριοφίλι, κρατούσε κι ένα σκοτωμένο λαγό. Σε λίγο συναντήθηκαν.
«Πώς πάει;» ρώτησε ο Θανάσης.
«Ησυχία καπετάνιο, πουλιά πετούμενα μόνο»
«Και λαγοί πετούμενοι! Σούχω πει να μη ρίχνεις ντουφέκι Ντούσια όταν είσαι προφυλακή! Στόχω πει χίλιες φορές!» είπε ο Θανάσης αυστηρά.
«Τι νάκανα καπετάνιο, αφού μου πήδησε μπροστά. Θα γέλαγε με μένα!» είπε απολογητικά ο άλλος.
«Τράβα στο χωριό Ντούσια. Θα μείνω εγώ καναδυό ώρες. Τράβα και μη ξαναρίξεις σε λαγό, όταν φυλάς το χωριό. Προδίδεις τη θέση σου!»
«Καλά καπετάνιο» είπε εκείνος κάπως πειραγμένος και κίνησε να φύγει.
Μετά από λίγα μέτρα, σταμάτησε, πασπάτεψε ευχαριστημένος το λαγό και τον έκοψε στη πλάτη.
«Θα σου φυλάξω μια μερίδα καπετάνιο!» φώναξε και συνέχισε το δρόμο του σφυρίζοντας κεφάτος.


Ο Θανάσης κάθισε δίπλα στο βράχο κι ατένισε το κάμπο. Ένα κάμπο που τον γνώριζε καλά γιατί μέσα του, έπαιζε χρόνια κλεφτοπόλεμο με τους Τούρκους της Χαλκίδας και τους ληστές που λυμαίνονταν τη περιοχή. Τα χωριά κάτω, τα ήξερε με κλειστά μάτια και είχε φίλους παντού. Το Κουμπίτσα και Κοτζάνη που ήταν πιο κάτω προφυλακή από τη Λιάτανη. Το Μπουγέσα το Σταμάτη πάλι από τη Λιάτανη. Δεν ήταν πολεμιστής ο Μπουγέσας. Αλλά το σπίτι του ήταν πάντα φιλόξενο και εκείνος βοηθούσε με κάθε τρόπο στις εξορμήσεις τον ίδιο και τους άντρες του. Με αλεύρι, τυρί, ακόμα και σφαχτά. Κι άλλους. Το Γεωργίου και το Τόλια απ' το Σχηματάρι που τους είχε μαζί του ως πολεμιστές όταν κατέβαινε, το Κότα το Φράγκο από τα Χάλια, τον Αθανασίου από το Χλεμποτσάρι, το Μπλάνα το Κώτσο και το Μήτρο Μπελεγράτη από το Μπράτσι, το μπουλουξή* Αναστάση Νταούτη από τις Μουσταφάδες κι ένα σωρό άλλους. Λεβέντες όλοι τους κι αδέρφια στον αγώνα.
Ο τόπος του!
Που τον ονειρευόταν λεύτερο! Μη το πατάει Τούρκικο ποδάρι.

Ήταν συννεφιασμένο το απόγευμα. Ένα ψυχρό αεράκι ερχόταν απ’ το βοριά, υπενθυμίζοντάς του, πως σε λίγο θα έμπαινε άλλος ένας χειμώνας. Και πάντα ήταν δύσκολοι οι χειμώνες στο οροπέδιο των Δερβενοχωρίων. Με αφόρητο κρύο και πολύ χιόνι. Έβγαλε από το κόρφο του πάλι την επιστολή της κυβέρνησης. Τη ξαναδιάβασε. Ναι αισθανόταν μπερδεμένος. Από τη μια η αντιστρατηγία που τον έκανε αρχηγό των όπλων της Βοιωτίας. Από την άλλη η διαταγή. Ρητή. Να θέσει τέρμα στις επελάσεις του Ομέρ Πασά του Ευρίπου. Ήταν εξωφρενικό. Με τι στράτευμα; Και ποιον να νικήσει; Τον Ομέρ Πασά, που δεν είχε κατορθώσει να τον νικήσει κανένας; Ούτε καν αυτός ο Ανδρούτσος; Γιατί του έδιναν μια τέτοια διαταγή; Μήπως ήταν παγίδα; Μήπως τον είχαν προγράψει και τον είχαν συνδέσει με τον Ανδρούτσο; Από μια άποψη, αν ακολουθούσε πιστά τη διαταγή, ήταν αυτοκτονία. Δεν είχε καμία τύχη αν ερχόταν αντιμέτωπος ευθεία με τον Ομέρ. Και με τι στράτευμα αλήθεια; Με τους λιγοστούς Δερβενοχωρίτες που του έμεναν πιστοί; Ούτε καν κι αυτός ακόμη ο αδερφός του ο Γιώργης, δεν ήταν μαζί του.
Ο Γιώργης. Ο μικρότερος αδερφός του Θανάση. Άγγελος και διάβολος μαζί. Άλλοτε μαλακός σα μπαμπάκι, άλλοτε σκληρός σα γρανίτης. Ίσως να μην υπήρχε ομορφότερος άντρας στη Βοιωτία. Δυνατός, ψηλός, γεμάτος μυς και ένα πρόσωπο σαν αρχαίος Έλληνας. Είκοσι δύο χρονών, στο απόγειο της ομορφιάς και της δύναμής του. Ενθουσιώδης, με ξεσπάσματα χαράς και οργής, ένας χείμαρρος ζωής, μια δύναμη της φύσης. Άγριος κι ερωτικός. Συχνά αδίστακτος. Γεννημένος πολεμιστής.
Μα έκανε εδώ και καιρό του κεφαλιού του. Τον παράτησε και πήγε με το Γκούρα. Πρώτα κυνήγησε μαζί του τον Ανδρούτσο και τώρα ποιος ξέρει πού βρισκόταν. Ίσως στην Ακρόπολη, ούτε πούδινε πια λογαριασμό. Καπετανάτο δικό του ο μικρός. Το τελευταίο γράμμα είχε έρθει από τις Λιβανάτες, όπου τον πληροφορούσε ότι ήταν μαζί με το Γκούρα και κυνηγούσαν τον Ανδρούτσο. Είχε οργιστεί τότε. Δεν είχε καμιά δουλειά ο μικρός αδερφός του Θανάση Σκουρτανιώτη, να κυνηγάει τον Ανδρούτσο. Δεν είχε καμιά δουλειά να έκανε αυτός πολιτική με το όνομά του. Ακολούθησε καυγάς όταν βρέθηκαν τυχαία αργότερα στη Κάζα. Ο μικρός είχε σηκώσει μπαϊράκι. Του είχε πει κατάμουτρα ότι δε ξέρει να ελίσσεται. Ότι ο Ανδρούτσος εκτός από προδότης ήταν χαμένος μια για πάντα. Δε τον ήθελε η κυβέρνηση. Τον είχαν διαγράψει και το τέλος του ήταν κοντά.
«Το μέλλον είναι ο Γκούρας! Χέστον Ανδρούτσο!» του είχε πει αυθάδικα ο μικρός.
«Δε ξέρεις τίποτα για τον Ανδρούτσο» απάντησε ο Θανάσης κι έπνιξε την ορμή να του ριχτεί. Έσφιξε τα σαγόνια του κοιτάζοντας το χώμα.
«Έπρεπε νάμουν εγώ καπετάνιος στα Δερβενοχώρια!» συνέχισε εκείνος.
Τότε κατάλαβε, ότι ο μικρός τον ζήλευε.
Πικράθηκε. Δε τούφταναν οι Μορφόπουλοι κι όλοι οι άλλοι, είχε και τον ίδιο του τον αδερφό που τον ζήλευε και του πήγαινε κόντρα. Υποχώρησε. Δεν ήθελε νάρθει στα χέρια μαζί του. Μαλάκωσε. Ήταν περισσότερο πατέρας γι’ αυτόν παρά αδερφός.
«Δε ξέρεις τίποτα για τον Ανδρούτσο» του είπε πιο μαλακά « Ο Ανδρούτσος είναι παλικάρι. Όπως δε ξέρεις και τίποτα για το Γκούρα. Από πού φύτρωσε αυτός; Ο Αντρούτσος τον έβγαλε στο κουρμπέτι και τώρα τονε κυνηγάει;»
Αλλά ο μικρός είχε μεγάλο στόμα. Δε τόβαζε κάτω.
«Και τι σου έκανε εσένα ο Ανδρούτσος ε; Στις προτάσεις για προαγωγές σε είχε απόξω! Σα να μην υπήρχες. Μόνο για τις μάχες σε ήθελε και να του κουβαλάς νερό!»
Δε απάντησε ο Θανάσης. Η αλήθεια είναι ότι είχε πικραθεί κι ο ίδιος με τον Ανδρούτσο τότε. Είχε πέσει από τα σύννεφα όταν έμαθε ότι δε τον είχε συμπεριλάβει στις προαγωγές κι ας είχε δώσει τόσες μάχες μαζί του στην Εύβοια και στη Κάρυστο κι ας είχε δείξει την αξία του. Δε μίλησε όμως. Το είχε καταπιεί. Μα ο μικρός, έξυσε την αόρατη πληγή.
«Από δω και μπρος» συνέχισε απτόητος ο μικρός «κομμένα όλα! Δουλειά σου και δουλειά μου. Μη με υπολογίζεις!»
Τον είδε ν’ απομακρύνεται και κάτι κόπηκε μέσα του. Ο Γιώργης προσπαθούσε ν’ ανοίξει τα φτερά του μα τον πότιζε δηλητήριο. Τον ήθελε δίπλα του τον Γιώργη. Μόνο μαζί θα έκαναν πολλά και θα γίνονταν μεγάλοι. Γιατί τόλεγε η καρδιά του μικρού. Ήταν γενναίος. Γεννημένος πολεμιστής. Μα πάνω απ’ όλα ο μικρός του αδερφός. Τον αγαπούσε.



*μπουλουξής: Υπαξιωματικός. Ικανός σε άμεση διαταγή να συγκεντρώσει και να διευθύνει 10 με 15 άντρες.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά (1)

(Λογοτεχνική απόπειρα του ολοκαυτώματος)


Ο Θανάσης Γάτσης κρατώντας στο χέρι ακόμη το γράμμα της κυβέρνησης, κατευθύνθηκε στο παράθυρο. Κοίταξε έξω τη μεγάλη συκιά, που τα φύλλα της, είχαν αρχίσει για τα καλά να κιτρινίζουν και να πέφτουν. Ένας κόμπος είχε δεθεί στο λαιμό του. Όχι δεν ήταν όπως την περίμενε αυτή τη στιγμή. Η διαταγή της κυβέρνησης ήταν ρητή. Από τη μια τον όριζε αντιστράτηγο, απ’ την άλλη τον διέταζε να κατευθυνθεί δυτικά για να θέσει τέρμα στις επελάσεις του Ομέρ πασά του Ευρίπου. Ήταν πια αρχηγός ανατολικής Στερεάς. Mα αυτό πια δεν τον γέμιζε μονάχα περηφάνια και χαρά μα με ευθύνη. Και μεγάλα ερωτηματικά.
Η Ειρήνη ήρθε προς το μέρος του.
«Τι λέει;» τον ρώτησε.
«Βάλε στο σουρτζή* να φάει» απάντησε χωρίς να τη κοιτάξει.
Η Ειρήνη πήγε έξω. Ο ταχυδρόμος που είχε φέρει το γράμμα, περίμενε χαϊδεύοντας το άλογό του. Του έκανε νόημα να περάσει. Εκείνος πέρασε βγάζοντας το καπέλο του και χωρίς να μιλήσει κάθισε στο τραπέζι.
Ο καπετάνιος τριανταδύο χρονώ πια, γύρισε και κάθισε σκεφτικός απέναντί του. Έσκυψε κι άρχισε να ξαναδιαβάζει την επιστολή, αλλά τα γράμματα χοροπηδούσαν μπροστά του. Τη παράτησε στη μέση. Δεν ήταν πια ένας απλός πολέμαρχος, προστάτης των Δερβενοχωρίων. Η ευκαιρία που περίμενε εδώ και τέσσερα χρόνια, του δινόταν πλέον με τον καλύτερο τρόπο. Όχι μόνο τον είχαν προσέξει, αλλά τον είχαν διαλέξει μέσα από ένα πλήθος πολέμαρχων και οπλαρχηγών, για να συντονίσει τον αγώνα στη Βοιωτία. Τον είχαν διαλέξει όμως τη χειρότερη στιγμή. Η Βοιωτία τελευταία φυτοζωούσε. Ο πληθυσμός έφευγε, οι περισσότεροι οπλαρχηγοί έλειπαν στη Πελοπόννησο για τον εμφύλιο που μαινόταν ακόμη. Τον είχαν καλέσει κι αυτόν στον εμφύλιο. Με τον έναν η τον άλλον τρόπο, όλες οι πλευρές ήθελαν να τον πάρουν με το μέρος τους. Αλλά είχε φερθεί έξυπνα. Αν ήταν να παρατήσει τα Δερβενοχώρια δε θα το έκανε για κανέναν εμφύλιο. Θα το έκανε μονάχα για να πολεμήσει τους Τούρκους. Είχε κατορθώσει, με τις συμβουλές βέβαια του θείου Παπαδιπλού, να κρατήσει μια στάση ουδετερότητας στις έχθρες μεταξύ των Ελλήνων. Όσο μπορούσε τουλάχιστον. Όλοι τον θεωρούσαν φίλο και όχι εχθρό. «Είμαι πολεμιστής» είχε πει στο Κωλέττη όταν τον είχε δει στη Χαλκίδα και κείνος κοίταζε με μαλαγανιές να τον πάρει με το μέρος του. Δε του άρεσε ο Κωλέττης παρ’ όλο που δε του φέρθηκε ποτέ άσχημα. Του είχε κάνει εντύπωση σ’ αυτόν το πολιτικάντη, πώς από τη πρώτη στιγμή που τον είδε, αντί να τα βάζει με τους Τούρκους κατηγορούσε τους Έλληνες. Μία ώρα που έμειναν περίπου μαζί, συνέχεια ενάντια Ελλήνων μιλούσε.
«Είμαι πολεμιστής και πολεμώ τους Τούρκους. Τίποτα άλλο δε ξέρω!» του είχε πει ξαφνικά κατάμουτρα, αλλά χωρίς να χάσει το χαμόγελό του.
Πιο πολύ τον είχε πειράξει όμως, ο τρόπος που τον κοίταξε, μετά από αυτή τη φράση, ο Κωλέττης. Όχι δεν ήταν θυμός. Δεν ήταν οργή για την φράση που ξεστόμισε. Ήταν πάλι ένα χαμόγελο. Πολιτικάντικο. Ένα χαμόγελο οίκτου. Και περιφρόνησης. Σα να τούλεγε: «Κορόιδο! Όταν εγώ θα διαφεντεύω, εσείς οι πολεμιστάδες θα με παρακαλάτε για οφίτσια ή να μη σας κλείσω φυλακή. Ή μπορεί και να σας έχει φάει το χώμα»
Ποτέ δε τον είχε ξεχάσει όμως ο Κωλέττης. Από τότε που τον είδε, συνέχεια τούστελνε χαιρετίσματα. Και τώρα, σίγουρα είχε βάλει το χέρι του σ’ αυτή την επιστολή. Αν και ήξερε πως δε θα πήγαινε ποτέ ανοιχτά με το μέρος του, μάλλον είχε διακρίνει σε κείνον, πως δε θα πήγαινε ούτε ενάντιά του. Όπως δε θα πήγαινε ενάντια σε κανέναν Έλληνα. Για τον καπετάν Θανάση Γάτση ή Σκουρτανιώτη όπως τελευταία τον έλεγαν οι μη Δερβενοχωρίτες, ο εχθρός ήταν ένας. Οι Τούρκοι. Για τον Κωλέττη, η Ελλάδα ήταν μια πίττα που σε λίγο θα ήταν μονάχα Ελληνική. Και έπρεπε να πάρει τη μεγαλύτερη μερίδα. Αλλά κι αν ο αγώνας δεν είχε αίσιο τέλος και κέρδιζαν οι Τούρκοι, τον ήξερε τον δρόμο. Θα επέστρεφε στο εξωτερικό απ’ όπου ήρθε να συνεχίσει τη ζωή του στα σαλόνια. Δεν είχε να χάσει τίποτα ο Κωλέττης. Η ελληνική επανάσταση για κείνον, ήταν απλά ένα παιχνίδι.
«Είχες καλό δρόμο;» ρώτησε το ταχυδρόμο που περίμενε σιωπηλός να τον σερβίρουν.
«Ναι καπετάνιο, κανένα εμπόδιο. Σφαίρα ήρθα»
«Φάε με την ησυχία σου, ξεκουράσου και πες στη κυβέρνηση πως πήρα το μήνυμα. Θα κάνω όπως ορίζουν»
«Εντάξει καπετάνιο»
Ο Θανάσης Γάτσης σηκώθηκε, έκρυψε το γράμμα στο κόρφο του και βγήκε στην αυλή. Ανάσανε βαθιά το ψυχρό Οκτώβρη σα νάθελε να πάρει δύναμη απ’ τον αέρα.
Και την ήθελε αυτή τη δύναμη.
Τώρα, όσο ποτέ…


(συνεχίζεται)




*Σουρτζής: ταχυδρόμος στην αρβανίτικη διάλεκτο.

Το ολοκαύτωμα λογοτεχνικά

Ήταν εδώ και χρόνια στις προθέσεις μου, να πλησιάσω λογοτεχνικά την ηρωική μορφή του Αθανασίου Σκουρτανιώτη και του ολοκαυτώματος του Μαυροματίου, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τους κινδύνους αυτού του εγχειρήματος. Και οι κίνδυνοι σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι άλλοι από την τυχόν αυθαιρεσία της λογοτεχνίας όταν έχει να κάνει με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Από την άλλη όμως, θεωρώ άκρως γοητευτική μία τέτοια προσέγγιση γι' αυτό και την αποτολμώ.
Η προσπάθεια αυτή ίσως να πάρει καιρό, γιατί δεν έχω τίποτα έτοιμο ακόμη. Η ιστορία θα γράφεται αργά -όταν μπορώ και έχω ελεύθερο χρόνο- και θα δημοσιεύεται σε αυτή την ιστοσελίδα, ελπίζοντας κάποτε να τελειώσει και να έχουμε τελικά, ένα λογοτεχνικό κείμενο για το ολοκαύτωμα του Μαυροματίου και τον Αθανάσιο Σκουρτανιώτη.
Ως τίτλο του λογοτεχνικού εγχειρήματος, επιλέγω τις τρεις πρώτες λέξεις ‘’Μυρίζουν ακόμη λιβανιά’’ του ποιήματος του Οδυσσέα Ελύτη ‘’Ο ύπνος των γενναίων’’, χωρίς αυτό να σημαίνει πως στη πορεία , ο τίτλος αυτός δε μπορεί ν’ αλλάξει.



Γιώργος Πύργαρης